Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Τι είναι Ορθοδοξία (Α΄ Β΄ και Γ΄μέρος), του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου


  • Γράφει ο  π. Αυγουστίνος Καντιώτη

Τι είναι Ορθοδοξία (ἱερὰ παράδοσις & θεία εὐχαριστία) (Α΄ μέρος), του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

 

***

Σήμερα ἑορτή, ἀγαπητοί μου· εἶνε μία ἀπὸ τὶς λαμπρότερες ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τί εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία; Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δώσω μιὰ εἰκόνα της.

1. ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ. Ἂν ὑπάρχῃ μιὰ λέξι ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία μας, εἶνε ἡ λέξι παράδοσις. Ὀρθοδοξία ἴσον παράδοσις.

Τί θὰ πῇ παράδοσις; Ὑποθέστε, ὅτι ἕνας ἔχει ἕνα θησαυρό, ἀπὸ 100 πολύτιμα πετράδια, καὶ τὰ ἐμπιστεύεται σὲ καθένα ἀπὸ μᾶς καὶ μᾶς λέει· Πάρτε αὐτὰ τὰ πετράδια καὶ νὰ προσέξτε νὰ τὰ φυλάξετε· θὰ ἔρθω πάλι νὰ τὰ παραλάβω· δὲν πρέπει νὰ λείπῃ οὔτε ἕνα· ἑκατὸ σᾶς ἔδωσα, ἑκατὸ θὰ μοῦ παραδώσετε. Προσέξτε ἀκόμη νὰ μὴ ἀντικαταστήσετε ἕνα πραγματικὸ πετράδι μὲ κάποιο ψεύτικο… Παραβολικὸς ὁ λόγος· θησαυρὸς ἀνεκτίμητος εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία. Πετράδια ποὺ ἀστράφτουν εἶνε ἡ διδασκαλία της. Καὶ φύλακας, στὸν ὁποῖον ὁ Κύριος ἔχει ἐμπιστευθῆ αὐτὸ τὸ θησαυρό, εἴμαστε ὅλη ἡ Ἐκκλησία, κλῆρος καὶ λαός, καὶ μάλιστα ὁ λαός· αὐτὸς εἶνε ὁ φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας. Πρέπει νὰ προσέξουμε τὸ θησαυρό μας. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος φωνάζει· «Στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις τὰς ὁποίας ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. 2,15).

Νὰ φοβούμεθα κρατώντας τὸν πολύτιμο θησαυρό. Ὅπως ἕνα παιδάκι ποὺ ἡ μητέρα τοῦ δίνει ἕνα χρυσὸ νόμισμα κι αὐτὸ τὸ κάνει κομπόδεμα, καὶ προσέχει μὴν τὸ χάσῃ, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς αὐτὸ ποὺ μᾶς παρέδωσαν γενεὲς γενεῶν νὰ τὸ κρατήσουμε πολὺ προσεκτικά. Νὰ ἀγρυπνοῦμε, μήπως μία γενεὰ παραδώσῃ στὴν ἄλλη κάτι λιγώτερο ἀπ᾿ ὅ,τι παρέλαβε. Ἂν ἡ δική μας γενεὰ ἀ­πὸ τὰ 100 πετράδια παραδώσῃ στὴν ἄλ­λη 99, ἡ ἄλλη γενεὰ θὰ παραδώσῃ στὴν ἑπομένη 98, ἡ ἄλλη γενεὰ θὰ παραδώσῃ 97 κ.ο.κ.. Ξέρετε ποῦ θὰ φθάσουμε ἔτσι; Ἀφαιρώντας ἕνα – ἕνα τὰ πετράδια ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ στέμμα τῆς Ὀρθοδοξίας, θὰ φθάσουμε σὲ μία γενεὰ μακρινὴ στὴν ὁποία θὰ λεγώμαστε ὀρθόδοξοι ἀλλὰ δὲν θὰ εἴμαστε πλέον ὀρθόδοξοι. Νά ἔχουμε ἐπίσης φόβο μήπως κάποια γενεὰ παραδώσῃ στὴν ἄλλη κάτι διαφορετικὸ ἀπ᾽ ὅ,τι παρέλαβε, μήπως γίνῃ νοθεία τοῦ ἀληθινοῦ πνεύματος τοῦ εὐαγγελίου τῆς Ἐκκλησίας μας.

Οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύουμε σὲ ὅ,τι παρέλαβαν καὶ δίδαξαν οἱ ἅγιοι πατέρες· ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε Ἐκκλησία τῶν πατέρων. Πιστεύουμε σ᾽ αὐτὰ ποὺ οἱ πατέρες παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, σ᾿ αὐτὰ ποὺ οἱ ἀπόστολοι παρέλαβαν ἀπὸ τὸ Χριστό, σ᾽ αὐτὰ ποὺ ὁ Χριστὸς παρέλαβε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἀπὸ ᾽κεῖ ἀρχίζει ἡ παράδοσις, ἐκεῖ εἶνε ὁ πρῶτος κρίκος. Ὅπως ὁ πολυέλεος –ποὺ ἔχει συμβολισμό– κρέμεται ἀπὸ μιὰ ἁλυσίδα, τῆς ὁποίας ὁ πρῶτος κρίκος εἶνε πιασμένος ἐπάνω στὸν τροῦλλο, ἔτσι καὶ ἡ παράδοσις εἶνε μία σειρὰ κρίκων, χρυσῆ ἁλυσίδα μὲ πολλοὺς κρίκους. Ὁ πρῶτος κρίκος εἶνε ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπὸ ᾽κεῖ κατόπιν κατεβαίνουμε· ἀκολουθοῦν οἱ ἀπόστολοι, μετὰ οἱ πατέρες, καὶ προχωρώντας φθάνουμε ἕως ἐμᾶς, μέχρι τὴ γενεά μας. Χρειάζεται μεγάλη προσοχὴ νὰ μὴν ἀδυνατίση καὶ νὰ μὴ σπάσῃ κανένας κρίκος, νὰ μὴ γίνῃ ἀλλοίωσις τῆς διδασκαλίας ποὺ παραλάβαμε.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἴπαμε εἶνε θησαυρός, εἶνε χρυσός. Καὶ ἔτσι, σὰν χρυσὸ νόμισμα, κυκλοφορεῖ στὸν κόσμο διὰ μέσου τῶν γενεῶν. Ἀλλὰ στὴν ἀγορὰ κοντὰ στὰ γνήσια χρυσᾶ νομίσματα κυκλο­φοροῦν καὶ κίβδηλα, κάλπικα. Ἢ μπορεῖ κάποιοι ἀπατεῶνες μὲ μιὰ λίμα νὰ φθείρουν ἕνα χρυσὸ νόμισμα ἀφαιρώντας κάτι ἐλάχιστο ἀπὸ τὴν ἀξία του. Γι᾽ αὐτὸ βρέθηκε μηχάνημα, μέσα στὸ ὁποῖο ῥίχνουν ὅλα τὰ νομίσματα, κι αὐτὸ κάνει ἔλεγχο· κρατάει ὅσες λίρες εἶνε γνήσιες, καὶ ὅσες ἔχουν καὶ τὴν ἐλάχιστη φθορὰ τὶς πετάει ἔξω. Ἔτσι καὶ ἡ Ὀρθοδοξία· δοκιμάζει ποιά διδασκαλία ξεφεύγει ἀπὸ τὴν παράδοσι καὶ τὴν ἀπορρίπτει καὶ ποιά εἶνε σύμφωνη καὶ τὴν κρατάει, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Παύλου «Στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις…».

2. ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ. Ἡ Ὀρθοδοξία, ἀγαπητοί μου, θεωρεῖ τὸν λόγο – τὸ κήρυγμα οὐσιῶδες στὴ ζωή της· γι᾿ αὐτὸ ἐπάνω στὴν ἁγία τράπεζα ὑπάρχει τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ κέντρο ὅμως τοῦ βάρους πέφτει στὴ μυσταγωγία. Εἶνε μυσταγωγικὸς ὁ χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καρδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ποὺ μεταδίδει τὸ αἷμα σὲ ὅλο τὸ σῶμα, εἶνε τὸ ἁγιώτατο καὶ ὑπερφυέστατο μυστήριο, ὁ μυστικὸς δεῖπνος· τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ «Λάβετε, φάγετε…» – «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…» (Ματθ. 26,26-27. Μᾶρκ. 14,22-23), τὸ ποτήριον τῆς καινῆς διαθήκης (Λουκ. 22,20. Α΄ Κορ. 11,25).

Ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς προτεστάντες, ποὺ δὲν πιστεύουν στὸ μυστήριο ἀλλὰ θεωροῦν τὰ τελούμενα ὡς σύμβολα καὶ σκιὲς καὶ ἀνάμνησι, κ᾽ ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς παπικούς, ποὺ δὲν κοινωνοῦν ὅλοι παρὰ μόνο οἱ κληρικοὶ ἀπὸ τὸν οἶνο καὶ τὸν ἄρτο, ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε ἡ μόνη ποὺ κοινωνεῖ ὅλο τὸ λαό της καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ θεία λειτουργία εἶνε ὁ πνευματικὸς ἥλιος ποὺ ζωογονεῖ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία μας. Γιὰ νὰ τὴν ἐξηγήσουμε θὰ χρειάζονταν πολλὰ κηρύγματα· μιὰ εἰκόνα της ἁπλῶς θὰ δώσω. Ἡ θεία λειτουργία εἶνε μιὰ περίληψις καὶ ἔκφρασις τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ, ἀπὸ τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ…» (Λουκ. 2,14), καὶ φθάνει μέχρι τὴν Ἀνάληψι, μέχρι τὸν οὐρανό, πέρα ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἂν προσέξατε, ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων…» τρεῖς φορὲς βγαίνει ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τὸ ἱερὸ βῆμα. Τὴ μία βγαίνει ὑψώνοντας τὸ Εὐαγγέλιο στὴν λεγομένη μικρὰ εἴσοδο. Τί εἶνε ἡ μι­κρὰ εἴσοδος; εἶνε ἡ ἔλευσις τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο ὡς διδασκάλου· εἰκονίζει τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται στὸν κόσμο ὡς κῆρυξ τῶν αἰωνίων ἀληθειῶν. Γι᾿ αὐτὸ λέει «Σοφία· ὀρθοί» καὶ κατόπιν «ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου». Ἡ δεύτερη φορὰ εἶνε ὅταν ἀνοίγει ἡ θύρα γιὰ τὴν λεγομένη μεγάλη εἴσοδο· τότε ἐξέρχεται ὁ Χριστὸς ὄχι πλέον ὡς διδάσκαλος, ἀλλὰ ὡς ἀρχιερεὺς καὶ ὡς «ὁ Βασιλεὺς τῶν ὅλων». Ἡ μεγάλη εἴσοδος στὴν ὁποία ὁ ἱερεὺς κρατάει τὰ τίμια δῶρα ποὺ θὰ μεταβληθοῦν σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, εἶνε ἡ πορεία πρὸς τὸν Γολγοθᾶ· ἔρχεται ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ προσφέρῃ τὴ θυσία ποὺ τώρα τελεῖται ἀναιμάκτως. Καὶ ἡ τρίτη φορὰ εἶνε ὅταν ἔχει τελεσθῆ τὸ μυστήριο καὶ τότε πλέον κρατώντας τὰ ἅγια, τὸ ποτήριο μὲ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀ­νοίγει τὰ βημόθυρα καὶ λέει· «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε». Ἡ θυσία ἐτελέσθη· δεῦτε πάντες τρυφήσατε, «πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως» (κατηχ. λόγ. Πάσχα), «Λάβετε, φάγετε…».

Ἡ θεία λειτουργία ἔχει μεγαλοπρέπεια ἀφάνταστη. Ἀλλὰ ποιός τὴν αἰσθάνεται; Τὴν ἔ­χουμε συνηθίσει, ὅπως ἔχουμε συνηθίσει καὶ τὸν ἥλιο, καὶ δὲν αἰσθανόμεθα τὸ μυστήριο. Καὶ ἡ συνήθεια καταστρέφει τὸν θαυμασμό. Γιὰ νὰ σᾶς δείξω τί δύναμι ἔχει ἡ θεία λειτουργία, θὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα.

Πρὶν χίλια χρόνια τὸ μεγάλο ἔθνος τῶν ῾Ρώσων ζοῦσε στὸ σκοτάδι, ἦταν εἰδωλολάτρες. Τότε ὁ βασιλιᾶς τους Βλαδίμηρος κάλεσε τοὺς ἐπιτελεῖς του καὶ λέει· Θὰ πᾶτε στὰ κέντρα τῶν διαφόρων θρησκειῶν καὶ θὰ δῆτε ποῦ εἶνε ἡ καλύτερη θρησκεία. Ἔτσι αὐτὴ ἡ πρεσβεία ἔφθασε καὶ στὴν Κωνσταντινούπολι. Ἦταν Κυριακή. Στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σορίας λειτουργοῦσε ὁ πατριάρχης μὲ ὅλο τὸ ἱερατεῖο, παρίστατο ὁ αὐτοκράτωρ, ἡ βασίλισσα, οἱ πρίγκιπες καὶ ἀξιωματοῦχοι καὶ λαὸς πολύς. Μπῆκαν μέσα οἱ ξένοι, στάθηκαν καὶ ἄκουσαν τὴν ψαλμῳδία, εἶδαν τὸ δεσπότη μὲ τὰ ἄμφια καὶ τὸν αὐτοκράτορα, εἶδαν τὸ ναὸ μὲ τὸν τροῦλλο καὶ τὸ φῶς νὰ μπαίνῃ ἀπ᾽ τὰ παράθυρα, μὰ παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα τοὺς ἔκανε ἐντύπωσι ἡ εὐλάβεια καὶ κατάνυξι ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ ἐκκλησίασμα. Ὅταν βγῆκαν ἔξω, αὐτοὶ οἱ βάρβαροι ἦταν πλέον ἄλλοι ἄνθρωποι. Γύρισαν στὴ ῾Ρωσία καὶ εἶπαν· Πήγαμε παντοῦ, ἀλλὰ πουθενὰ δὲ βρήκαμε θρησκεία ἀνώτερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ λατρεύεται μέσα στὴν Ἁγια-Σοφιά· αὐτὴ ἡ θρησκεία εἶνε ἡ πιὸ ὑπέροχη· ἐκεῖ πραγματικὰ λατρεύεται ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ἔτσι ὁ Βλαδίμηρος ἀποφάσισε καὶ οἱ ῾Ρῶσοι βαπτίσθηκαν ὀρθόδοξοι. Ἀπὸ μία λειτουργία ποὺ παρακολούθησαν στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας! Τέτοια δύναμι ἔχει ἡ θεία λειτουργία.

Τώρα τελευταῖα ἀρχίζουν τὰ λειτουργικά βιβλία μας (Παρακλητική, Μηναῖα, Τριῴδιο κ.λπ.) νὰ τὰ μεταφράζουν στὴν Ἀμερική, στὴν Αὐστραλία, στὴν Ἀφρική. Γιατὶ δὲν ὑπάρχουν ὡραιότερα τραγούδια· δὲν τὰ ἔφτειαξαν ἐπιστήμονες στὰ γραφεῖα μὲ τὸ μυαλό, τὰ ἔφτειαξαν ἀσκηταὶ μὲ τὴν καρδιὰ μέσα σὲ σπήλαια.

Αὐτὴ λοιπὸν εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία μας· ἡ ἱερὰ παράδοσις καὶ τὸ θεῖο μυστήριο στὴ θεία λειτουργία. Δὲν τελειώσαμε. Τί εἶνε ἀκόμα ἡ Ὀρθοδοξία μας; Θὰ συνεχίσουμε σὺν Θεῷ αὔριο.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Α΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας ποὺ ἔγινε στὴν αἴθουσα τοῦ συλλόγου «Τρεῖς Ἱεράρχαι» Ἀθηνῶν τὴν Κυριακὴ 26-2-1961 βράδυ.

***

Τι είναι Ορθοδοξία. (ἐν Χριστῷ ἐλευθερία & ἁγιότης) (Β΄ μέρος),του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

***

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας εἴπαμε, ἀγαπητοί μου, ὅτι τὰ πρῶτα χαρακτηριστικὰ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶνε ἡ ἱερὰ παράδοσις καὶ ἡ θεία εὐχαριστία. Συνεχίζουμε τώρα προσθέτοντας ἄλλα δύο.

3. ΕΝ ΧΡΙΣΤ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Ἡ Ὀρθοδοξία μας κρατεῖ τὸ κήρυγμα τῆς ἐλευθερίας, τὴν διακήρυξι τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέει «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν…» (Ματθ. 16,24· βλ. καὶ Μᾶρκ. 8,34. Λουκ. 9,23). Μόνο ἡ Ὀρθοδοξία δὲν χρησιμοποίησε βία γιὰ νὰ ὑποτάξῃ ἀνθρώπους. Δὲν εἶπε σὰν τὸν πάπα, ποὺ ἔγινε κοσμικὸς ἄρχοντας, Θὰ πέσετε νὰ μὲ προσκυνήσετε, νὰ φιλήσετε τὴν παντούφλα μου. Οἱ ὀρθόδοξοι κληρικοὶ δίνουμε ἁπλῶς τὸ χέρι, ὁ πάπας δίνει τὴν παντούφλα του.

Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν ἔχει παπικό, αὐταρχικό, ὑπερήφανο χαρακτῆρα· δὲν ἔχει τὰ συνθήματα τῶν ἀρχόντων τῆς γῆς, δὲν λέει· Ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσῃς, θὰ σὲ ἀφορίσω, θὰ σὲ κάψω. Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ἐλευθερία· ἔχει τὸ φιλελεύθερο καὶ δημοκρατικὸ ἢ ἐν ἐκκλησιαστικῇ γλώσσῃ τὸ συνοδικόν. Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν δέχεται, ὅτι ὁ ἕνας ἔχει τὸ ἀλάθητο. Τὸ ἀλάθητο, τὸ νὰ μὴ σφάλλῃ, οἱ παπικοὶ λένε ὅτι τὸ ἔχει μόνο ὁ πάπας· ὅ,τι πεῖ αὐτὸς εἶνε ἀλάθητο, δὲν σφάλλει ποτέ. Ἀντίθετα ἐμεῖς λέμε, ὅτι τὸ ἀλάθητο δὲν τὸ ἔχει ἕνας, ἔστω κι ἂν εἶνε Βασίλειος, Χρυσόστομος, Ἀντώνιος· τὸ ἀλάθητο τὸ ἔχει ἡ Ἐκκλησία σὲ Συνόδους οἰκουμενικὲς ἢ τοπικές.

Καὶ ὄχι ἁπλῶς σὲ τοπικὲς καὶ οἰκουμενικὲς συνόδους. Γιατὶ μπορεῖ νὰ μαζευτοῦν καὶ χίλιοι ἀκόμη δεσποτάδες καὶ νὰ βγάλουν μία ἀπόφασι. Νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ αὐτὸ γιὰ νὰ εἶνε αὐτὴ μία ἁγία Σύνοδος; Γιὰ νὰ ὀνομασθῇ μία σύνοδος οἰκουμενικὴ ἢ τοπική, ἐκτὸς τοῦ ὅτι αὐτοὶ πρέπει προηγουμένως νὰ νηστέψουν καὶ νὰ παρακαλέσουν τὸ Θεὸ νὰ ἔλθῃ ἐπ᾽ αὐτοὺς Πνεῦμα ἅγιο, χρειάζεται καὶ κάτι ἄλλο. Μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ σήμερα μιὰ τοπικὴ σύνοδος, νὰ μαζευτοῦν ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι· ἀλλὰ γιὰ νὰ εἶνε ἡ συνέλευσίς τους ἁγία Σύνοδος καὶ ὄχι σύνοδος παρανομούντων, πρέπει, μόλις βγῇ καὶ ἀκουστῇ ἡ ἀπόφασις, ν᾽ ἀναπαύσῃ τὸ λαό. Τί ὅρους ἔχει θέσει ἡ Ἐκκλησία μας! Ἔβγαλε λόγου χάριν ἡ σύνοδος μιὰ ἀπόφασι; πρέπει ὅλο τὸ πλήρωμα, μικροὶ καὶ μεγάλοι, νὰ ποῦν «Μάλιστα, ἐδῶ εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ», νὰ ἐπιδοκιμάσουν δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ ἀποφάσισε ἡ σύνοδος. Ἐὰν ὁ εὐσεβὴς λαὸς διαφωνήσῃ –δὲ μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ αἱρετικοὶ ποὺ διαφωνοῦν, ἐννοοῦμε τοὺς πιστούς, τοὺς μοναχούς, αὐτοὺς ποὺ πονοῦν τὴν Ἐκκλησία–, ἐὰν αὐτὸς ὁ λαὸς διαφωνήσῃ, τότε ξέρετε τί θὰ γίνῃ; Ἡ σύνοδος δὲν θὰ εἶνε ἁγία, ἀλλὰ θὰ ὀνομασθῇ λῃστρική. Καὶ ἔχουμε τέτοιες συνόδους στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία. Ὥστε κριτήριο πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶνε ὁ λαός, αὐτὸς εἶνε ὁ φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὸ φιλελεύθερο καὶ συνοδικόν. Ἀπόδειξις αὐτοῦ εἶνε ὅτι στὶς χειροτονίες λαμβάνει μέρος ἀπαραιτήτως ὁ λαός. Ὑπάρχει κανόνας! Ἄλλο τώρα ὅτι πήραμε τοὺς κανόνες καὶ τοὺς θάψαμε. Οἱ κανόνες λένε· δὲν ἐπιτρέπεται διᾶκος ἢ παπᾶς ἢ δεσπότης νὰ χειροτονηθῇ νύχτα μὲ κλειστὲς πόρτες. Ὄχι, δὲν εἶνε ὑπόθεσις οἰκογενειακή, τεσσάρων – πέντε ἀνθρώπων. Θὰ χειροτονηθῇ Κυριακὴ ἢ μεγάλη ἑορτή, καὶ θὰ εἰδοποιηθῇ νὰ παρίσταται ὅλος ὁ λαὸς ποὺ θὰ τὸν ἔχῃ ποιμένα. Καὶ πρὶν τὴ χειροτονία ὁ προεστὼς θὰ ρωτήσῃ· –Εἶνε ἄξιος; Ἐὰν ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα ἀκουστῇ φωνὴ «ἀνάξιος», τί λένε τὰ βιβλία, οἱ κανό­νες; – ἄλλο τὸ τί γίνεται τώρα· ἡ Ὀρθοδοξία λέει· θὰ σταματήσῃ ἡ χειροτονία καὶ ὁ ἀρχιερεὺς ποὺ ἔχει συνείδησι τῆς ἀποστολῆς του θὰ πῇ· –Ποιός φωνάζει; Ἔλα ἐδῶ, παιδί μου. Τί ἔχεις νὰ πῇς γιὰ τὸν χειροτονούμενο; –Ἔχω αὐτὰ κι αὐτά… –Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται ἡ χειροτονία γιὰ δύο μῆνες· δὲν χάθηκε ὁ κόσμος. Καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ θ᾿ ἀποδειχθῇ, ἂν οἱ κατηγορίες ἀληθεύουν ἢ εἶνε συκοφαντία. Καὶ ἂν μὲν εἶνε συκοφαντία, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο στὸν συκοφάντη. Ἂν ὅμως γίνουν ἀ­νακρίσεις, ἐξετασθοῦν μάρτυρες καὶ ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ καταγγελίες ἀληθεύουν, τότε ἡ χειροτονία ματαιώνεται. Δυστυχῶς τώρα, ὄχι πέντε – δέκα, ἀλλὰ ὅλη ἡ Ἑλλάδα νὰ φωνάξῃ «ἀνάξιος», αὐτοὶ μὲ τὴ δύναμι ποὺ διαθέτουν, μὲ βίαια μέσα, χειροτονοῦν τοὺς ἀναξίους. Σᾶς λέω ὑπευθύνως· χειροτονίες ποὺ γίνονται μὲ φωνὲς «ἀνάξιος», εἶνε ἀντικανονικές.

4. ΑΓΙΟΤΗΣ. Τὸ ἑπόμενο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας ποιό εἶνε; Ὁ σκοπός, τὸ ἰδανικό της. Ὅλα ὅσα γίνονται στὴν Ἐκκλησία ποιό σκοπὸ ἔχουν; γιατί ἀνάβουμε τὸ κερὶ ἢ τὸν πολυέλεο, γιατὶ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο, γιατί κηρύττει ὁ ἱεροκήρυκας, γιατί γίνεται τὸ μυστήριο; Ἀπαντᾷ ὁ Παῦλος· «πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων» (Ἐφ. 4,12). Τὸ ἰδανικὸ τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὁποῖο κατατείνουν ὅλα, εἶνε ἡ ἁγιότης· «ἅγιοι γίνεσθε» (Α΄ Πέτρ. 1,16· βλ. Λευϊτ. 20,7,26).

Τί θὰ πῇ ἁγιότης; Νά· ἕναν ἀγράμματο τσοπᾶνο ποὺ βόσκει τὰ πρόβατά του καὶ μόλις ἀ­κούσῃ τὴν καμπάνα –εἶδα τέτοιους– σταματάει καὶ κάνει τὸ σταυρό του καὶ λέει «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καὶ τὰ μάτια του δακρύζουν, μοῦ ᾽ρχεται νὰ πέσω νὰ τὸν προσκυνήσω. Ἕνας τέτοιος, ποὺ πιστεύει στὸ Θεό, ζυγίζει παραπάνω ἀπ᾿ ὅλους τοὺς πολυγραμματισμέ­νους καθηγητάδες καὶ θεολόγους, αὐτοὺς ποὺ ξέρουν πολλά, μὰ δὲν ἔχουν μέσα τους οὔτε δράμι ἀπὸ τὴν πίστι αὐτή. Ἕνας τέτοιος ἀγράμματος πιστὸς στὸ Θεὸ εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ δαύτους. Ἡ Ἐκκλησία μας παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα ἐκτιμᾷ τὴν ἁγιότητα. Εἶνε αὐ­τὸ ποὺ λέει ὁ Παῦλος· «Βλέπετε τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς»· δὲν εἶνε μεταξύ σας πολλοὶ σοφοί, πολλοὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγάλοι· «ἀλλὰ τὰ μω­ρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ»· «ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου;» (Α΄ Κορ. 1,26-27,20). Ναί, αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος θεωρεῖ ἀνοήτους, αὐτοὺς ἐκτιμᾷ ἡ Ἐκκλησία μας.

Ἕνα δράμι ἁγιότης ζυγίζει περισσότερο ἀπὸ ἕνα τόννο ἀνθρωπίνης σοφίας. Δῶστε μου λίγη ἁγιότητα ἀπ᾽ αὐτὴν ποὺ εἶχαν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ νὰ σᾶς χαρίσω τὰ διπλώματα καὶ τὶς γλῶσσες καὶ ὅλη τὴν ἐγκυκλοπαιδικὴ μόρφωσι ποὺ ἔχουν σήμερα μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς μας. Ἡ ἁγιότης εἶνε παραπάνω· σ᾽ αὐτὴν κατευθύνει κάθε προσπάθεια ἡ Ἐκκλησία μας.

Τί εἶνε ἁγιότης; Τὸ νὰ κόψῃ κανεὶς τὰ ἐλαττώματά του. Ὁ ἅ­γιος, ἐνῷ αὐτὸς εἶνε ὁ μεγάλος ἥρωας, ὁ νικητὴς τῶν παθῶν καὶ θριαμβευτής, ἐμπαίζεται σήμερα. Ποιόν νὰ ρωτήσουμε τί εἶνε ἁγιότης; Τὸ ἄνθος τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σῦρο. Ὅταν τὸν ρώτησαν τί εἶνε ἁγιότης, ἀπήντησε· βάθος ταπεινώσεως.

Ἕνα παράδειγμα. Κάποιος ἀσκητὴς εἶχε ἕνα ὑποτακτικό. Μιὰ μέρα αὐτὸς κατέβηκε στὸν κόσμο. Ὅταν τὸ βράδυ γύρισε στὸ κελλὶ ἦταν διαφορετικός· δὲν ἐκτιμοῦσε πιὰ τὸ γέροντα. Τὸ κατάλαβε ἐκεῖνος καὶ λέει· –Τί ἔπαθες, παιδά­κι μου; –Ξέρεις, γέροντα, τί σοῦ σέρνουν οἱ γλῶσσες; –Τί, παιδί μου; –Σ᾽ ἕνα σπίτι ἄκουσα ὅτι εἶσαι ὑπερήφανος. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι. –Σὲ ἄλλο σπίτι σὲ κατηγοροῦν ὅτι εἶσαι πόρνος. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι. –Ἄλλοι λένε πὼς εἶσαι κλέφτης. –Ναί, εἶμαι. –Ἀλλοῦ σὲ κατηγοροῦν ὅτι εἶσαι θυμώδης. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι· παρακά­λει τὸ Θεὸ νὰ μ᾽ ἐλεήσῃ. –Λένε ἀκόμα πὼς εἶσαι καὶ μοιχός. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι. –Κάποιοι μοῦ εἶπαν, ὅτι εἶσαι αἱρετικός. –Τί, αἱρετικός; ὄχι, παιδί μου, αἱρετικὸς δὲν εἶμαι!… Ὅλα τὰ δέχτηκε ὁ ἀσκητής, γιατὶ ἦταν ἅγιος κ᾽ εἶχε ταπείνωσι· τὴν κατηγορία τοῦ αἱρετικοῦ δὲν τὴ δέχτηκε, γιατὶ ἦταν ὄντως ὀρθόδοξος. Σήμερα πᾶνε στὸν πνευματικὸ καὶ ζητοῦν νὰ δικαιωθοῦν. Ἐγὼ δὲν ἔκανα τίποτα! λένε. Μὰ ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει λεπτὸ κόσκινο, ζυγαριὰ φαρμακείου. Ἂν μᾶς κοσκινίσῃ ὁ ἄγγελος!…

Μά, ἀφοῦ δὲν ἦταν πόρνος, θὰ πῆτε, γιατί ἔλεγε πὼς εἶνε; Δὲν ἁμαρτάνεις μόνο μὲ τὸ κορμί· κ᾽ ἕνα βλέμμα κ᾽ ἕνα λογισμὸ νὰ δεχτῇς μέσα σου, πάει, τὴν ἔκανες τὴν καρδιά σου οἶκο ἀνοχῆς. «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός…» (Ψαλμ. 50,12). Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· Ὅποιος δῇ γυναῖκα μὲ βλέμμα φιλήδονο, ἁμάρτησε, «ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. 5,28). Ἂν περάσῃς ἀπὸ ἕνα περιβόλι καὶ πῇς «Ἄχ νὰ τά ᾿χα ἐγὼ αὐτά», ἔγινες κλέφτης μὲ τὴ διάθεσι. Καὶ ἂν μέσα σου δεχθῇς γιὰ κάποιον λογισμὸ μίσους, ἔ τὸν σκότωσες· «πᾶς ὁ μισῶν τὸν ἀ­δελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί» (Α΄ Ἰω. 3,15).

Ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μας ὡραία εἶ­νε ἐκείνη τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ γονατίζου­με καὶ λέμε· «Σοὶ μόνῳ ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ σοὶ μόνῳ λατρεύομεν» (γ΄). Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλ᾽ ὄχι ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικοί.

Αὐτὴ εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία μας. Μερικὲς πτυ­χὲς σᾶς ἔδειξα· ἱερὰ παράδοσις, μυστήριο θεί­ας εὐχαριστίας, ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἁγιότης. Δὲν τελειώσαμε ὅμως· θὰ συνεχίσουμε καὶ θὰ ὁλοκληρώσουμε σὺν Θεῷ τὸ βράδυ.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Β΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας ποὺ ἔγινε στὴν αἴθουσα τοῦ συλλόγου «Τρεῖς Ἱεράρχαι» Ἀθηνῶν τὴν Κυριακὴ 26-2-1961 βράδυ.

***

Τι είναι Ορθοδοξία(μαρτύριο & εὐποιΐα) (Γ΄ μέρος),του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

***

Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας μᾶς ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ σκιαγραφήσουμε τὸν χαρακτῆρα της. Μερικὲς πινελλιὲς στὸ πορτραῖτο της ἦταν· ἡ ἱερὰ παράδοσις, τὸ μυστήριο θείας εὐχαριστίας, ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, καὶ ἡ ἁγιότης. Τί ὑπολείπεται τώρα γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε;

5. ΜΑΡΤΥΡΙΟ. Μία ἀκόμη πινελλιά, ἀλλ᾽ αὐτὴ εἶνε κόκκινη· εἶνε τὸ αἷμα! Ποιό αἷμα; Ὄχι τὸ ξένο ἀλλὰ τὸ δικό μας. Ἡ Ἐκκλησία – ἡ Ὀρθοδοξία μας ποτίστηκε καὶ ἔγινε δέντρο μεγάλο μὲ δύο πράγματα· δάκρυ μετανοίας καὶ αἷμα μαρτυρίου. «Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα ἡ Ἐκκλησία σου στολισαμένη δι᾽ αὐτῶν βοᾷ σοι, Χρι­στὲ ὁ Θεός…» (ἀπολυτ. Κυρ. ἁγ. Πάντ.)· ἡ Ἐκκλησία, λέει, στολίστηκε μὲ τὰ αἵματα τῶν μαρτύρων σὰν μὲ ἁ­λουργίδα βασιλική, καὶ λάμπει καὶ ἀστράφτει.

Καὶ ἐρωτῶ· ποιός ἄλλος ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ; οἱ προτεστάντες, οἱ παπικοί, ποιοί; Ξέρετε τί εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία; Δὲν ὑποτιμῶ τοὺς κό­πους τῶν παπικῶν ἢ τὰ κηρύγματα τῶν προτεσταντῶν. Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ Χριστιανισμὸς εἶνε ἕνα στράτευμα, ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ ἐμπροσθοφυλακή. Οἱ ὀρθόδοξοι –δὲν καυχώμεθα, τὸ λέμε ἀντικειμενικά–, ἐδῶ στὴ γωνιὰ ποὺ σταθήκαμε, στὴν Ἀνατολὴ ποὺ μᾶς ἐφύτευσε ὁ Θεός, εἴμαστε στὴν πρώτη γραμμή. Ἐὰν σπάσῃ ἡ Ὀρθοδοξία, δὲν θὰ ὑπάρχῃ Χριστιανισμός.

Ἐμ­πρός, στρατιῶτες, σαλπίζει· προχωρεῖτε προχωρεῖτε! Καὶ πέφτουν καὶ συνεχῶς πέφτουν κορμιὰ καὶ ματώνει τὸ χῶμα καὶ γέμισε ἡ γῆ μυριάδες μαρτύρων. Ποτάμια αἷμα ἔχυσε αὐτὴ ἡ Ὀρθοδοξία. Καὶ ἔτσι ἀποδεικνύεται ἡ γνησιότης.

Θέλετε νὰ καταλάβετε τὸν Χριστιανὸ καὶ τὸν κληρικό; θέλετε νὰ καταλάβετε τοὺς παπᾶδες σας, τοὺς δεσποτάδες σας, τοὺς θεολόγους σας; Παρατηρῆστε ποιός εἶνε ἕτοιμος γιὰ θυσία, ποιός διώκεται. «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3,12). Ὅποιος θέλει νὰ κρατήσῃ τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ διωχθῇ στὸν κόσμο αὐτόν. Ὁ κλῆρος τοῦ δικαίου, τοῦ τιμίου ἀνδρός, τοῦ εἰλικρινοῦς κήρυκος τοῦ εὐαγγελίου, εἶνε ὁ διωγμός. Καὶ διώχθηκε πράγματι ἡ κατὰ ἀνατολὰς ἡ Ἐκκλησία. Ἔδωσε ἀγῶνα. Ποῦ; Ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, π.χ. τῶν εἰκονομάχων ἐπὶ ἑκατὸ καὶ πλέον ἔτη. Ἐμπροσθοφυλακὴ δὲν εἴπαμε;

Ξέρεις πόσο αἷμα ἔχυσε ἡ Ἐκκλησία μας ν᾽ ἀναχαιτίσῃ – ποιό; τὸ Ἰσλάμ. Ἄχ! ζωντανεύει πάλι τὸ Ἰσλάμ, θηρίο ποὺ κοιμόταν – δὲν πήραμε χαμπάρι. Δὲν θέλω τώρα νὰ μπῶ στὴν πο­λιτική, εἶνε ἔξω ἀπὸ τὸ στόχο μου. Ξύπνησε πάλι τὸ Ἰσλὰμ μὲ κεφαλὲς πολλές… Τί κῦμα τῆς ἀβύσσου εἶν᾽ αὐτό! Σὰ ν᾽ ἀκούω Ἀποκάλυψι. Εἶδα νὰ βγαίνῃ θηρίο ἀπὸ τὴν ἔρημο, τὸ θηρίο τοῦ Μωάμεθ· καὶ προχώρησε, καὶ ἔφθασε μέχρι ποῦ; μέχρι τὴ Βιέννη. Καὶ ἀπέναντί του στάθηκε – ποιός ἐδῶ στὴν Ἀνατολή; ἡ ἐμπροσθοφυλακή, ἡ Ὀρθοδοξία μας.

Σήμερα ἀκοῦμε στὴν Ἐκκλησία «Αἰωνία ἡ μνήμη» τῶν πατέρων, ὅλων ἐκείνων ποὺ μᾶς παρέδωσαν τὴν Ὀρθοδοξία κ᾽ ἔφθασε μέχρι τὰ χρόνια μας. Δυὸ ἑκατομμύρια σφάχτηκαν σὰν ἀρνιὰ ἀπὸ τὸν ἀντίχριστο Κεμὰλ στὴ Μικρὰ Ἀσία. Κ᾽ ἐμεῖς φρουροῦμε γι᾽ αὐτὸν στὴ Θεσσαλονίκη. Ὅταν περνάω καὶ τὸ βλέπω, ῥαγίζει ἡ καρδιά μου νὰ βλέπω Ἕλληνες φαντάρους νὰ φυλᾶνε τό μνῆμα τοῦ θηρίου αὐτοῦ τῆς Ἀποκαλύψεως. Κι ὅταν ἀκούω τὰ λόγια ἑνὸς ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς ὅτι «Ἐγὼ εἶμαι Τοῦρκος», τί νὰ πῶ; Ξέρω ὅτι πάνω ἀπὸ τὰ ἔθνη εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ θὰ εἴμαστε ἄδικοι ἂν πέ­σουμε νὰ προσκυνήσουμε τὸν Τοῦρκο. Ὄχι. Θὰ ἀγαπήσουμε καὶ τὸν δήμιό μας, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸν κάνουμε ἀφέντη.

Θέλετε νὰ δῆτε τί εἶνε Ὀρθοδοξία; Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῶν Γρεβενῶν ἕνας εὐκατάστατος ἰεχωβίτης παντρεύτηκε ἕνα σεμνὸ κορίτσι βοσκοῦ – θυμᾶμαι ποὺ ὁ μητροπολίτης τὴν κάλεσε καὶ τὴν ἐπῄνεσε, διότι τί ἔγινε; Τὴν πρώτη βραδιὰ τοῦ γάμου, πῆγε ἐκείνη ν᾿ ἀνά­ψῃ τὸ καντήλι στὸ εἰκονοστάσι τῆς καλύβας· καὶ σηκώνεται αὐτός –τότε φανερώθηκε· σοῦ λέει, τώρα τὴν ἔχω στὸ χέρι–, ἁρπάζει τὶς εἰκόνες καὶ τὶς καίει! Ἂν ἤτανε καμμιὰ ἀπ᾿ τὸ Κολωνάκι, θὰ τὸν ἀνεχόταν· αὐτὴ ἡ ἀγράμματη, μόλις τὸ εἶδε αὐτό, τοῦ λέει «Φύγε, διάβολε!…» καὶ τὸν ἔδιωξε πὺξ-λάξ. Εὐλογημένη νά ᾿νε!

Τὸ 1822 ἔφθασε στὴ Χίο ἡ ἀρμάδα, τὰ πλοῖα τῶν Τούρκων. Ἔπιασαν 30.000 γυναικόπαιδα, ὅπως ἱστορεῖ ὁ Γάλλος Πουκεβίλ, τὰ πῆγαν στὴν παραλία, ἔβαλαν χάμω στὴν ἁμμουδιὰ ἕνα σταυρό, τὸν πάτησαν, καὶ τοὺς λένε· Ὅποιος ἀπὸ σᾶς θὰ πατήσῃ τὸ σταυρό, θὰ ζήσῃ· ὅποιος δὲν τὸν πατήσῃ, δὲν θὰ ζήσῃ· σᾶς δίνω προθεσμία. Δὲν κουνήθηκε οὔτε ἕνας, οὔτε παιδὶ οὔτε νέος, κανείς. Σὰν ἀρνιὰ τοὺς ἔσφαξαν καὶ κοκκίνισε ἡ θάλασσα.

Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας καὶ αὐτοὶ οἱ ἥρωες ποὺ τὴν κρατᾶνε. «Ὦ Ὀρθοδοξία, ὦ πατροπα­ράδατον σέβας· ἐν σοὶ ἐγεννήθημεν, ἐν σοὶ ζῶμεν, καὶ ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα» (Ἰωσὴφ Βρυέννιος).

6. ΕΥΠΟΙΪΑ. Σᾶς ἔδειξα μὲ λίγες λέξεις τί εἶνε Ὀρθοδοξία. Καὶ τώρα ἂς φύγουμε ἀπὸ τὸ ὕψος αὐτὸ καὶ νὰ πέσουμε – ποῦ; Στὴν ἀφεντιά μου καὶ στὴν ἀφεντιά σας, καὶ νὰ κάνουμε ἕνα ἐρώτημα· Ἐμεῖς εἴμαστε παιδιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Πολλὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἐπ᾽ αὐτοῦ· θὰ θίξω ἕνα μόνο σημεῖο.

Ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ὀφείλουμε νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι, ἐνῷ ὑπερτεροῦμε σ᾽ αὐτὰ ποὺ ἐκθέσαμε, σὲ ἕνα σπουδαῖο τομέα ὑστεροῦμε. Μᾶς νικοῦν ἐκεῖ οἱ ἄλλοι, οἱ προτεστάντες καὶ οἱ παπικοί. Ἐνῷ ἔχουμε ἕνα μεγαλεῖο ἄφθαστο, θεωρητικὸ μεγαλεῖο, ὑστεροῦμε στὰ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας.

Στὴν Ἀθήνα πέθανε ἕνα φτωχαδάκι. Πῆγαν νὰ κανονίσουν τὰ τῆς κηδείας. Τοὺς λένε· –Τόσο γιὰ τὸν παπᾶ, τόσο γιὰ τὸ διᾶκο, τόσο γιὰ τὸν πολυέλεο, τόσο γιὰ τὸ ἕνα, τόσο γιὰ τὸ ἄλλο… –Μὰ δὲν ἔχουμε, τί θὰ γίνῃ; –Ἄ, δὲν ξέρω (ἦταν ἕνας παπᾶς φιλάργυρος). Τὸ μαθαίνει ὁ αἱρετικός (παπικός) καὶ πάει στὸ σπίτι ἀμέσως. –Τί συμβαίνει; λέει. –Δὲν ἔχουμε νὰ τὸν θάψουμε. –Γι᾽ αὐτὸ στενοχωριέστε; τὸν θάβω ἐγὼ δωρεάν. Τὸν πῆρε, τὸν ἔθαψε, καὶ τὸ βράδυ τοὺς γέμισε τὸ σπίτι ροῦχα καὶ τρόφιμα. Θὰ μοῦ πῆτε, καὶ πρέπει γι᾿ αὐτὰ ν᾽ ἀφήσουν τὴν Ὀρθοδοξία; Ὄχι ὄχι· ἀλλὰ μιὰ Ἐκκλησία ποὺ εἶνε μάνα πρέπει νὰ κοιτάξῃ τὰ παιδιά της καὶ στὸν τομέα τῆς φιλανθρωπίας ὅσο τοὐλάχιστον οἱ αἱρετικοί. Ὑστεροῦμε, ἀδέρφια μου, στὴ φιλανθρωπία.

Θὰ δῇ κανεὶς στὴν Ἑλλάδα ἀπ᾽ τὸ ἕ­να μέρος πολυτέλεια κι ἀπὸ τὸ ἄλλο δυστυχία. Κάπου στὶς ὑπώρειες τῆς Πίνδου θὰ δῇ καὶ κάτι σπιτάκια θαῦμα.

Τὰ εἶδα κ᾽ ἐγὼ καὶ ρώτησα· Αὐτὰ ποιός τὰ ἔχτισε; τὸ κράτος ἢ κάποιος ἐφοπλιστής; Τὰ ἔχτισαν, μοῦ εἶπαν, ὄχι Ἕλληνες ἀλλὰ Ἑλβετοί· πάστορες (δηλαδὴ «παπᾶδες»), ἔμαθαν ὅτι ἐδῶ ὑποφέρει κόσμος, ὥρισαν σὲ δεκαπέντε καντόνια – διαμερίσματα νὰ νηστέψουν μία μέρα ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, καὶ μὲ ὅσα θὰ ξώδευαν γιὰ τὸ φαῒ μάζεψαν ἕνα μεγάλο ποσό, μὲ τὸ ὁποῖο χτίστηκαν τὰ σπιτάκια. Αὐτοὶ εἶνε προτεστάντες, νηστεῖες δὲν ἔχουν· στὸ ζήτημα αὐτὸ ὅμως ἐφήρμοσαν τὴν Ὀρθοδοξία, ἔκαναν αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος· «Νηστεύσωμεν, ἀδελφοί, ἵνα ἐλεήσωμεν».

Γιὰ φανταστῆτε νὰ νηστεύαμε ὅλοι μία μέρα! Τί μπορούσαμε νὰ κάνουμε μὲ ὅσα ξοδεύονται τὶς ἀπόκριες στὰ καρναβάλια! Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω ὅτι, ἐνῷ εἴμαστε ὀρθόδοξοι, ὑστεροῦμε στὰ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας καὶ μᾶς νικοῦν στὸν τομέα αὐτὸν καὶ οἱ φράγκοι καὶ οἱ προτεστάντες. Γι᾿ αὐτὸ εἶνε ἀνάγκη νὰ τελειώσω καὶ νὰ σᾶς πῶ τὸ δρᾶμα τῆς Ὀρθοδοξίας.

 Ἡ Ἀποκάλυψις λέει, ἀγαπητοί μου, ὅτι φάνηκε νὰ πετάῃ ἕνα πουλί, ἕνας «ἀετὸς μέγας» (Ἀπ. 12,14). Ἀλλὰ ὁ ἀετός, ὅπως καὶ κάθε πουλί, γιὰ νὰ πετάξῃ χρειάζεται δύο φτερούγες· μὲ μία δὲν πετάει· ἅμα πληγωθῇ ἀπὸ σκάγια στὴ μία φτερούγα, ὁ ἀετὸς βασανίζεται καὶ χτυπιέται κάτω στὴ γῆ. Καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μας ἔχει δυὸ φτεροῦγες, πίστι καὶ ἔργα. Ἡ μιὰ φτερούγα κρατιέται ἀλώβητη· εἶνε ἡ πίστις ἡ ἀμώμητος. Ἡ ἄλλη φτερούγα ὅμως δέχθηκε σκάγια, εἶνε πληγωμένη, κι ὁ ἀετὸς βασανίζεται. Αὐτὴ ἡ φτερούγα εἴμαστε ἐμεῖς, ποὺ ὑστεροῦμε στὰ ἔργα.

Ἐάν, ἀδελφοί μου, δώσουμε στὴν Ἐκκλησία μας καὶ ἔργα καλά, τότε ὁ ἀετὸς θὰ γίνῃ «μεγαλοπτέρυγος» (ἔ.ἀ.. Ἰεζ. 17,3), θὰ πετάξῃ στὰ ὕψη, καὶ τότε, ὤ τότε!… Πολλὰ θὰ γίνουν· τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια σας πολλὰ θὰ δοῦν. Ἕνα σᾶς λέω καὶ τὸ πιστεύω ἀκραδάντως· ὅταν ἡ Ὀρθοδο­ξία ἀποκτήσῃ καὶ τὴν ἄλλη φτερούγα, τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῶν καλῶν ἔργων, τότε θὰ μεσουρανήσῃ. Καὶ τότε θὰ δῆτε· δὲν θὰ νικήσῃ οὔτε ὁ πάπας οὔτε οἱ προτεστάντες. Θὰ νικήσῃ ἡ Ὀρθοδοξία, θὰ γίνῃ ἄστρο φωτεινό. Καὶ τότε θὰ ἔρθουν τὰ παιδιά της ἐκ δυσμῶν καὶ ἑώας, ἐξ Ἀμερικῆς καὶ Αὐστραλίας, ἐκ βορρᾶ καὶ νότου, καὶ ὅλα μαζὶ σὰν μιὰ κιθάρα θὰ ψάλλουν «Ὑμνεῖτε Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

 

Γ΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας ποὺ ἔγινε στὴν αἴθουσα τοῦ συλλόγου «Τρεῖς Ἱεράρχαι» Ἀθηνῶν τὴν Κυριακὴ 26-2-1961.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Δάσκαλος μας μια αγράμματη

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Ἡ Χανα­ναία μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ σύμβολο τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως αὐτὴ ὑπέφερε γιὰ τὸ δαιμονιζόμενο παιδί της, ἔτσι καὶ ἡ πατρίδα μας.”

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Δάσκαλος μας μια αγράμματη

Κυριακὴ τῆς Χαναναίας (Ματθ. 15,21-28)

Περιμένετε βέβαια λόγον. Θὰ μιλήσω, ἀγα­πητοί μου· ἂν καὶ σήμερα νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μιλήσω ἐγὼ ἀλλὰ κάποιος ἄλλος. Καὶ αὐτὸς ὁ ἄλλος, τὸν ὁποῖο προβάλλει ἡ ἁ­γία μας Ἐκκλησία, εἶνε παρακαλῶ μιὰ γυναίκα. Δὲν εἶνε μορφωμένη, ἐπιστήμων, θεολόγος, ἱ­ε­ροκή­ρυκας, ἐπίσκοπος· ἀγράμματη εἶ­νε, δὲν φοίτησε σὲ σχολεῖα. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ λύκεια καὶ πανεπιστήμια, ὅταν λείπῃ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶνε «ἀρχὴ σοφίας»; (Ψαλμ. 110,10. Παροιμ. 9,10. πρβλ. Σ. Σειρ. 1,14). Αὐτὴ εἶχε μέσα της τὸ φῶς ποὺ ἔχει κάθε ἄν­θρωπος· τὸ λογικό, τὴ συνείδησι, τὸ αὐτεξού­σιο – ἐλευθερία. Φωτιζόταν ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πρόγονοί μας καὶ ἀπ᾽ ὅ,τι οἱ Ἰουδαῖοι διὰ τῆς ἱερᾶς ἀ­ποκαλύψεως τῆς Παλαι­ᾶς Διαθήκης.

Γυναίκα ἀγράμματη. Καὶ μόνο ἀγράμματη; καὶ εἰδωλολάτρις. Ζοῦσε σὲ βαθὺ σκοτάδι. Δὲν εἶ­χε χάσει ὅμως αὐτὸ τὸ ἀμυδρὸ φῶς. Αὐτὴν λοιπὸν προ­βάλλει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ τὸ ὄνομά της; «Χαναναία» (Ματθ. 15,22). Δὲν εἶ­νε τοῦτο τὸ μικρό της προσωπικὸ ὄνομα· εἶνε τὸ ἐ­θνικὸ ὄ­νομά της (ὅπως π.χ. ἡ γυναίκα τῆς Φλωρίνης λέγεται Φλωρινιώτισσα), δηλώνει ὅμως καὶ τὸ θρή­σκευμά της· καταγόταν ἀπὸ χαναανιτικὰ φῦ­λα, ἀπὸ χώρα ὅ­που ἐπικρατοῦσε ἡ χαναανιτι­κὴ θρησκεία, ἡ πλήρης εἰδωλολατρίας καὶ ὀργίων.

* * *

Αὐτή, ἀγαπητοί μου, προβάλλεται ὡς παρά­δειγμα μεγάλης πίστεως. Πῶς; Ἀκοῦστε.

Εἶχε φθάσει ὣς τὴν πατρίδα της μία φήμη· ἔμαθε, ὅ­­τι στὴν Ἁ­γία Γῆ ἐμφανίσθηκε ἕνας ὑπέροχος ἄνδρας ποὺ λέγεται Ἰησοῦς, μὲ ἔκτακτη ἠθικὴ δύναμι καὶ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν ἔν­δοξη οἰκογέ­νεια τοῦ βασιλέως Δαυΐδ. Καὶ τώρα λοιπὸν ὁ Χριστός, γι᾽ αὐτὴν τὴ μία ψυχή, βαδίζει χιλιόμε­τρα καὶ φθάνει στὰ σύνορα τῆς χώρας της· ἄφησε τὴν Ἰουδαία, ὅπου τὸν περιφρονοῦσαν, καὶ ἦρθε στὰ σύνορα μὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ «μέρη Τύρου καὶ Σιδῶ­νος» (ἔ.ἀ. 15,21). Μόλις τό ᾽μαθε ἡ Χαναναία περνάει τὰ σύνορα καὶ τρέχει νὰ τὸν συναντήσῃ. Νιώθει ἐλπίδα· πιστεύει, ὅτι αὐ­τὸς μπορεῖ νὰ τὴ σώ­σῃ. Ἀπὸ τί; Ἀπὸ ἕνα δρᾶμα.

Εἶχε ἕνα δυστυχισμένο κορίτσι ποὺ ἔπασχε ἀπὸ φοβερὴ ἀσθένεια, εἶχε δαιμόνιο. Ἦταν ὑ­πο­χείριο δαιμονικῶν δυνάμεων – ὅπως καὶ πολλοὶ σήμερα. Ἄφριζε ἀπ᾽ τὸ στόμα, ἔτριζε τὰ δόν­τια, ἔπεφτε στὴ φωτιὰ καὶ στὸ νερό, κινδύνευε νὰ βρῇ θάνατο σὲ φλόγες, γκρεμούς, πέτρες. Ἡ μητέρα μεταχειρίστηκε ὅλα τὰ μέσα· καὶ σὲ γιατροὺς καὶ σὲ μάγους, παντοῦ τὴν πῆγε. Ἀλ­λὰ ματαίως. Τὸ δαιμόνιο κυριαρχοῦσε.

Γι᾽ αὐτὸ τώρα τρέχει κοντὰ στὸ Χριστό. Καὶ μόλις τὸν ἀντικρύζει ἀκούγεται διαπεραστι­κὴ ἡ φωνή της· «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ»· «Κύριε, ἐλέησόν με» (Ματθ. 15,22). Προσέξτε τὸ «Κύριε ἐλέησόν με»· διότι καὶ μία λέξι ἔχει σημα­σία. Νὰ τὴν ἐλεήσῃ; Ἔπασχε ἡ ἴ­δια; Ὄχι. Ἀλλὰ τὸ πάθημα τῶν παιδιῶν εἶ­νε πάθημα τῶν γονέων. Ἡ φιλόστοργη μάνα προ­τιμᾷ χίλιες φορὲς νὰ πάσχῃ ἡ ἴδια. Πόσες φο­ρὲς ἡ μάνα, κον­τὰ στὸ κρεβάτι τοῦ ἀρρώστου παιδιοῦ, λέει· Θεέ μου, πάρε τὴν ἀσθένεια ἀπ᾽ τὸ παιδί μου καὶ δός την σ᾽ ἐμένα. Ὤ στοργὴ μάνας! «Ἐλέησέ με», λέει, ἂν καὶ αὐτὴ εἶνε ὑγιής· τὸ πάθημα τῆς θυγατέρας τὸ νιώθει δι­κό της καὶ παρακαλεῖ· «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυ­ΐδ· ἡ θυγά­τηρ μου κακῶς δαιμονίζεται» (ἔ.ἀ.).

Καὶ ὁ Χριστός; Περίεργο, σιωπᾷ! Γιατί σιω­πᾷ αὐτὸς ποὺ εἶνε ὅλο ἀγάπη καὶ στοργή; Ἔ­χει τὸ σκοπό του, σκοπὸ παιδαγωγικό. Θέλει νὰ δοκιμάσῃ τὴν πίστι της. Σιωπᾷ, ἐνῷ ἐκείνη ἐπιμένει νὰ λέῃ «Ἐλέησόν με, Κύριε…». Ἐμεῖς δὲν ἐπιμένουμε· μιὰ φορὰ λέμε τὸ «Κύριε, ἐ­λέησον» κι αὐτὴν ἀνόρεχτα. Τὸ δικό της «Κύριε, ἐλέησον» ἦταν πύρινο καὶ ὄχι μιὰ φορά· τὸ ἔλεγε συνεχῶς. Ὁ Κύριος ὅμως ἐξακολου­θεῖ νὰ κάνῃ πὼς κωφεύει. Ἐπεμβαίνουν οἱ μα­θηταὶ καὶ λένε· –Κύριε, κάνε της αὐτὸ ποὺ ζητάει, γιατὶ εἶνε ἐνοχλητικὴ μὲ τὶς φωνές της. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ ν᾽ ἀκούῃ κι αὐτή· –«Οὐκ ἀ­πεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ»· δὲν ἦρθα γιὰ ἄλλους, γιὰ εἰδωλολάτρες, ἦρθα μόνο γιὰ τὰ χαμένα πρόβατα τοῦ Ἰσραήλ, τοὺς συμπατριῶτες μου Ἰου­δαίους (ἔ.ἀ. 15,24). Τί νόημα ἔχει αὐτό; Ὄχι ὅτι ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶνε ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου· ἦλθε γιὰ ὅλα τὰ ἔθνη, ἀλλὰ τὸ λέει σκοπίμως, γιὰ νὰ κεντήσῃ βαθύτερα τὰ σπλάχνα της καὶ νὰ βγῇ ὁ χρυσός. Καὶ πράγματι αὐτή, χωρὶς ν᾽ ἀπογοητευθῇ, ἔρχεται μπροστὰ καὶ πέφτον­τας στὰ πόδια του παρακαλεῖ· –«Κύριε, βοήθει μοι» (ἔ.ἀ. 15,25). Ὁ Χριστὸς τὴ δοκιμάζει ἀκόμη πιὸ σκληρὰ μὲ νέο σκόλοπα, νέα ψυχρολουσία, ποὺ θ᾽ ἀπογοήτευε καθέναν ἀπὸ μᾶς. –Δὲν εἶνε καλό, ἀπαντᾷ, νὰ πάρω τὸ ψωμὶ πού ᾽νε γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ νὰ τὸ δώσω στὰ σκυλιά… Ὅποιοσδήποτε ἄλλος, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, θὰ θεωροῦσε προσβολὴ τὸν λόγο αὐτὸν καὶ θά ᾽φευγε. «Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ μὲ πῇ σκύλο…». Αὐτὴ ὅμως δὲν ἔφυγε· πῆρε μάλιστα τὸν λόγο αὐ­τὸν καὶ τὸν ἔκανε ὅπλο καὶ μ᾽ αὐτὸ νίκησε τὸ Χριστό – ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασι· μὲ τὴ μεγάλη ἐπιμονή της πῆρε τὰ «ὄχι» τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἔκανε «ναί». –Σκύλο μὲ εἶπες, Κύριε· ἀλ­λὰ καὶ τὰ σκυλάκια, λέει, κάθονται κάτω ἀπ᾽ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους καὶ τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν. Κ᾽ ἐγὼ δὲν σοῦ ζητῶ πολλὰ πράγματα· ἕνα ψίχουλο!

Ὤ τὸ ψίχουλο ἀπ᾽ τὸ τραπέζι τοῦ Χριστοῦ τί μεγάλο πρᾶγμα εἶνε! Θέλετε νὰ τὸ δῆτε; Εἶ­νε μέσα στὸ ἅγιο βῆμα πάνω στὴν ἁγία τράπε­ζα. Ἐκεῖ εἶνε τὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων, ἡ θεία εὐχαριστία. Ἐ­κεῖ καὶ τὸ ἐλάχιστο ψίχουλο ἀξίζει παραπάνω ἀπ᾽ ὅλο τὸ σύμπαν, ἀστέρια, ἥ­λιους, γαλα­ξίες· εἶνε ὅλος ὁ Χριστός. Πιστεύεις; ἔλα στὴν ἐκκλησία· δὲν πιστεύεις; μὴν πατή­σῃς, δὲ σ᾽ ἔχει ἀνάγκη ὁ Χριστός. Τὸ αἰσθάνε­σαι; τότε κοινώνα τῶν ἀχράντων μυστηρίων.

Τὸ αἰσθάνθηκα αὐτὸ ἐγώ. Ἂν μὲ ρωτήσετε, πότε κοινώνησα ἀνθρώπους μὲ συν­αίσθησι, εἶνε ἡ περίοδος τοῦ πολέμου, ὅταν ὑπηρε­τοῦ­σα ὡς στρατιωτικὸς ἱερεύς. Εἶδα τὰ παιδιὰ τῆς πατρίδος, παραμονὲς ἱστορικῶν μαχῶν, νὰ τελοῦμε θεία λειτουργία στὰ ψηλὰ βουνὰ καὶ νὰ πλησιάζουν νὰ κοινωνήσουν· καὶ ἐνῷ κοινωνοῦσαν τὰ δάκρυά τους ἔπεφταν μέσα στὸ δισκοπότηρο! Αὐτὸ δὲν τὸ ξαναεῖδα. Τὰ «ψίχου­λα» ἐκεῖ­να ἐξήγειραν μέσα τους κύματα ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα στὸ προσ­­κλητήριο τοῦ λόχου ἄκουγες· «Ἀπών», «ἀπών», «ἀπών»… ἔπεσε ὑπὲρ πίστεως καὶ πα­τρίδος! Τί μεγαλεῖο ἔχει ἡ πατρίδα μας συνδε­δεμένη μὲ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς πίστεώς μας!

Ἕνα ψίχουλο ζητῶ, λέει λοιπὸν ἡ Χαναναία. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς θαύμασε καὶ εἶπε· «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!…» (Ματθ. 15,28). Μεγάλο δῶ­ρο ἡ πίστις. Δῶστε μου, δῶστε μου ἕ­να μόριο ἀ­πὸ τὴν πίστι ποὺ εἶχαν οἱ πρόγονοί μας, οἱ ἀ­θάνατοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι, οἱ ὅσιοι καὶ οἱ μάρτυρες! Δὲν εἶνε ψέμα ἡ θρησκεία μας, εἶνε ἀλήθεια ὁλοζώντανη. Τὴν πιστεύεις; ἔλα στὴν ἐκκλησία· δὲν πιστεύεις; μεῖνε στὸ σπίτι σου καὶ παῖζε καμπολόϊ, κάνε ὅ,τι θέλεις. Ἔχει μεγαλεῖο ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ μας.

Γι᾽ αὐτὸ ἡ ἀγράμματη αὐτὴ γυναίκα, ἡ Χαναναία, προβάλλεται σήμερα ὡς παράδειγμα πίστεως, θερμῆς προσευχῆς καὶ μεγάλης ταπεινώσεως. Ἁγία ψυχή. «Καὶ ἰάθη», λέει, αὐ­τοστιγμεὶ ἡ κόρη της ἀπὸ τὸ δαιμόνιο (ἔ.ἀ.).

* * *

Μᾶς φωνάζει σήμερα, ἀδελφοί μου, ἡ γυναί­κα αὐ­τὴ μέσα στὴ σύγχυσι τῆς πλάνης· Πιστεύ­ετε στὸ Χριστό. Βουλῶστε τ᾽ αὐτιά σας στὶς φω­νὲς τῶν σειρήνων, τῶν ἀντιχρίστων τοῦ αἰ­ῶνος τού­του. Νά ᾽χετε πίστι ἀκράδαντη. Νὰ ἦστε φι­λεύσπλαχνοι καὶ ἐλεήμονες. Καὶ συνεχῶς τὰ στόματά σας νὰ μιλοῦν στὸ Θεό. – Δὲν ζητάει πολλὲς προσευχές. Τὸ «Κύριε, ἐ­λέησον» νὰ εἶνε ἡ διάπυρη προσευχή μας.

Θὰ προσθέσω καὶ τοῦτο. Ἡ Χανα­ναία μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ σύμβολο τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως αὐτὴ ὑπέφερε γιὰ τὸ δαιμονιζόμενο παιδί της, ἔτσι καὶ ἡ πατρίδα μας. Σήμερα ὄχι ἕνα ἀλλὰ χίλια δαιμόνια ταλαιπωροῦν τὰ παιδιά της, χει­ρότερα ἀπὸ τὴν κόρη τῆς γυναί­κας αὐτῆς· δαι­μόνια ἀπιστίας, ἀθεΐας, σεξουα­λισμοῦ, αἰσχροτήτων, ναρκωτικῶν, ἀλκοολισμοῦ, κάθε κακίας. Γεμᾶτα ἀ­πὸ δαιμόνια εἶνε ἡ τηλεόρασι, τὸ ῥαδιόφωνο, ὁ τύπος, ὅλα τὰ μέ­σα, καὶ παγιδεύουν τοὺς νέους. Ποῦ εἶ­νε ἡ ἐποχὴ ποὺ ὅλα τὰ παιδιὰ ἦταν μέσα στὴν ἐκκλησία! Τώρα ἐλάχιστα ἐκκλησιάζονται. Κάθονται μέχρι τὶς πρω­ινὲς ὧρες καὶ παρακολουθοῦν σταθμούς. Δυσ­τυχισμένοι κ᾽ ἐγκαταλελειμμένοι γονεῖς! Μοῦ λέει μιὰ γυναίκα στὴν Ἀθήνα· Τό ᾽χασα τὸ παιδί μου, ἔγινε ναρκομανής. Μιὰ ἄλλη μοῦ εἶπε, ὅτι ἀπὸ ναρκωτικὰ πέθανε τὸ παιδί της ἔξω ἀ­πὸ τὸ σπίτι, στὰ παγκάκια. Μέχρι τὴ Φλώρινα ἔφτασαν τὰ δαιμόνια αὐτά· μαθηταὶ σχολείων εἶνε θύματα ναρκωτικῶν. Ὅλοι ἔχουν εὐθύνη.

Σήμερα, ποὺ ἀκοῦμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτό, ἂς ἀναπέμψουμε θερμὴ προσευχή· Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον τὴν ἀγαπη­μένη μας πατρίδα, τὰ παιδιά της, τὸ μέλλον της, γιὰ νὰ δῇ πάλι καλυτέρες ἡμέρες ἐν Χριστῷ Ἰ­ησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, τῷ αἰωνίῳ Θεῷ καὶ νομο­θέτῃ ἡμῶν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης τὴν 12-2-1989.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Ἡ δεσποτοκρατία δολοφόνησε τό ἐπισκοπικό πνεῦμα! τοῦ πρωτοπρ. Νικολάου Μανώλη katanixi.gr Δέν ἐμπνεόμαστε ἀπό τούς Ἁγίους Τρεῖς Ἱεράρχες πιά!




Ἀναγνωρίζουμε στόν ἑκάστοτε μητροπολίτη τό δικαίωμα καί τήν ὑποχρέωση νά διοικεῖ ὄχι μέ τήν ἔννοια τῆς δεσποτοκρατίας, σέ μιά περίοδο μάλιστα πού ὑπάρχει εὐρύτατα ἡ κατάσταση τῆς κατάχρησης ἐξουσίας σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Νά διοικεῖ σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνες καί τούς Νόμους τοῦ Κράτους, χωρίς δικτατορικές πρακτικές, πού δέν ἁρμόζουν στό σχῆμα του. Ὅταν ἀκολουθεῖ ἄλλον δρόμο καί θέλει νά ἐπιβληθεῖ μέ ἄλλους τρόπους, τότε ἐπιβάλλεται νά βρεῖ ἀπέναντί του τόν λαό τῆς μητρόπολής του. Ὁ λαός δέν συνδιοικεῖ ἀλλά ἐλέγχει. Δέν εἶναι ὁ λαός ἄβουλο ὅν. Ὁ μητροπολίτης νά ἀποδεικνύει πάντα ὅτι διοικεῖ ἐν πνεύματι Ἁγίῳ καί ὄχι σάν πάπας. Οἱ ἀποφάσεις του νά εἶναι σύμφωνες μέ τούς θεσμούς πού προανέφερα, εἰδάλλως παρανομεῖ καί δέν τόν καλύπτει τίποτα.

Πρός ὠφέλεια ὅλων μας παραθέτω ἀπό τήν παλαιά Κατάνυξη ἕνα σοφό κήρυγμα τοῦ μακαριστοῦ ἐπισκόπου Φλωρίνης κυροῦ Αὐγουστίνου Καντιώτη:
Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Οι Τρεις Ιεράρχαι και η εκκλησιαστική ζωή

Τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν

Ἑορτάζουν σήμερα, ἀγαπητοί μου, διδά­σκα­λοι καὶ μαθηταί, ἡ Ἑλληνικὴ παιδεία, ὅλος ὁ ὀρθόδοξος κόσμος· ἑορτάζουν οἱ «τρεῖς μέγι­στοι φωστῆρες τῆς τρισηλίου Θεότητος» (ἀπολυτ.), Βασίλειος ὁ Μέγας, Γρηγόριος ὁ Θεολό­γος καὶ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Μὲ ποιά ἐγ­κώμια νὰ ἐπαινέσουμε «οὓς ἐ­δόξασεν ἡ Τριὰς ἀ­ξίως»; (αἶν.). Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος,«ἐπιλείψει με ὁ χρόνος διηγού­μενον» (Ἑβρ. 11,32) τὰ κατορθώ­ματά τους.

Ὑπῆρξαν πολύεδροι ἀδάμαντες. Ἀλλ᾽ ἀπ᾽ ὅ­λες τὶς πλευρές τους ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ δοῦ­με ποιά ἦταν ἡ δική τους στάσι ἀπέναντι στὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάστασι τῆς ἐ­ποχῆς τους.

* * *

Πλοῖο εἶνε, ἀγαπητοί μου, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκ­κλησία μὲ κατάρτι τὸν τίμιο σταυρό, ἄγκυρα τὴν ἐλπίδα, καὶ ταξιδεύει μὲ οὔριο ἄνεμο τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο. Κυβερνήτη ἔχει τὸν Κύριον ἡ­μῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ἐπιβάτες τοὺς βαπτι­σμένους πιστούς. Ξεκίνησε ἀπὸ τὶς ἀκτὲς τῆς Γαλιλαίας καὶ πλέει συνεχῶς· περνάει ἀπὸ πε­λάγη καὶ ἀκρωτήρια, μέσα ἀπὸ ὑφάλους καὶ σκοπέλους, ἄλλοτε σὲ γαλήνη καὶ ἄλλοτε σὲ θύελλες καὶ καταιγίδες. Ἀλλὰ ἕνα εἶνε βέβαιο, ὅτι τὸ πλοῖο αὐτὸ κανένα κῦμα, κανένας σατανᾶς, δὲν θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ τὸ καταπον­τίσῃ. Ὅπως εἶπε ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «κλυ­δωνίζεται, ἀλλ᾽ οὐ καταποντίζεται· χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει» (Ἑ.Π. Migne 52,397-8). Ὅ­λα τὰ σκάνδαλα ἱερέων, ἀρχιερέων, ἀρχιεπισκόπων, πατριαρχῶν, ὅλη ἡ φαυλότης τῶν χρι­στιανῶν, τὸ σκάφος τοῦ Χριστοῦ δὲν μποροῦν νὰ τὸ καταποντίσουν. Θὰ πον­τοπορῇ διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἕως ὅτου ῥίξῃ τὴν ἄγκυρά του στὸ λιμάνι τῆς αἰωνιότητος.

Ἔχοντας λοιπὸν στὸ νοῦ μας τὴν εἰκόνα αὐ­τή, ἐρωτοῦμε· ποιά ἦταν ἡ κατάστασι τῆς Ἐκκλησίας τὸν Δ΄ (4ο) αἰῶνα, τότε ποὺ ἔζησαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι; Ἦταν γαλήνη; Ὄχι γαλήνη. Τρικυμία! Εἶχαν βέβαια σταματήσει οἱ φοβεροὶ διωγμοί, συνετάρασσαν ὅμως τὴν Ἐκ­κλησία ἄλλοι βίαιοι ἄνεμοι, εἴτε ἀπὸ αἱρέσεις καὶ δογματικὲς ἔριδες, εἴτε ἀπὸ κακοδιοίκησι, φαυλότητα καὶ ἀθλιότητα τῶν ποιμένων. Λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· «Ἡ τῆς Ἐκκλησίας γαλήνη, δεξαμένη φθό­ρους ἀνθρώπους, ζάλης καὶ ναυαγίων πληροῦται πολλῶν» (Ἑ.Π. Migne 48,654). Τὰ λέει ὁ Χρυσόστομος αὐτά, δὲν τὰ λέω ἐγώ· μπῆκαν στὴν Ἐκκλησία στοιχεῖα διεφθαρμένα ποὺ τὴ γεμίζουν ἀπὸ ναυάγια πνευματικὰ καὶ ἠθικά.

Δὲν εἶχε λοιπὸν γαλήνη ἡ Ἐκκλησία τότε, συν­­εταράσσετο ἀπὸ κακοὺς ποιμένες, καὶ οἱ πατέ­ρες στὰ ἔργα τους τοὺς ζωγραφίζουν μὲ τὸ πι­νέλλο τῆς ἀληθείας, χωρὶς κακία καὶ ἐμπάθεια. Ἰδού μερικὲς πινελλιὲς ἀπ᾽ τὸ χρωστῆρα τους.

⃞    Πρῶτο ἐλάττωμα ἡ ἀμάθεια, ἡ ἄγνοια. Ἐνῷ ὁ κληρικὸς καὶ μάλιστα ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ εἶνε νοῦς καὶ ὀφθαλμὸς ὁρῶν καὶ νὰ ἔχῃ καλὴ γνῶσι, ἐκεῖνοι ἐκτὸς ἐλαχίστων εἶχαν ἀ­μάθεια· ἄγνοια τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Δι­αθήκης, τῶν νόμων καὶ τοῦ θελήμα­τος τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὅτι, ἐνῷ γιὰ ὅλα τὰ ἐ­παγγέλματα ἀπαιτοῦνται προσόντα καὶ ἐξάσκησι, γιὰ τὸ ἀνώτερο ἀπ᾽ ὅλα, τὴν ἱερω­σύνη, αὐτὸ δὲν ἰσχύει. Ἡ ποιμαντικὴ καὶ μάλιστα ἡ ἐ­πισκοπική, λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, εἶ­νε «τέχνη τις τεχνῶν καὶ ἐπιστή­μη ἐπιστη­μῶν» (Ἑ.Π. Migne 35,425A). Ἐνῷ λοιπὸν γιὰ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα χρειάζεται προπαίδεια καὶ χρόνια ἐκπαιδεύσεως, γιὰ τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα δὲν χρειά­ζε­­­ται. Ἀμαθέστατοι ἄνδρες, ποὺ ἀγνοοῦσαν καὶ τὸ ἀλφάβητο τῆς Ὀρθοδοξίας, κατώρθωναν νὰ καταλαμβάνουν μεγάλους θρόνους.

⃞    Ἐκτὸς ἀπὸ ἀμάθεια οἱ περισσότεροι ποιμέ­νες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διακρίνονταν καὶ ἀπὸ αὐθάδεια. Ἐνῷ οἱ εὐλαβεῖς καὶ ταπεινοὶ ἀπέφευγαν τὰ ἀξιώματα, κρύβονταν σὲ σπήλαια, ἔ­­κοβαν ἀκόμη καὶ τ᾽ αὐτιά τους, νὰ μὴν εἶ­νε ἀρ­τιμελεῖς καὶ ν᾽ ἀποφύγουν ἔτσι τὴν ἱερω­σύνη, αὐτοὶ ὡρμοῦσαν καὶ κατελάμβαναν θέσεις ὑ­ψηλές. Θλιβερὸ θέαμα, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόρι­ος, νὰ βλέπῃς τὸν ἀστοιχείωτο, ποὺ δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ διαβάσῃ τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ εἶνε προϊστάμενος σοφῶν πρεσβυτέρων· νὰ βλέ­πῃς τὸ νεαρό, ποὺ ἀκόμα δὲν ἔβγαλε γέ­νεια, νὰ κρατάῃ ποιμαντορικὴ ῥάβδο καὶ νὰ διοικῇ πρεσβύ­τας· νὰ βλέπῃς τοὺς ἀκρατεῖς καὶ λάγνους νὰ κυβερνοῦν τοὺς σώφρονας.

⃞    Ἄλλο σοβαρὸ ἐλάττωμα τῶν κληρικῶν τῆς ἐποχῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἦταν ἡ ἀνηθικότης μὲ τὴ στενὴ ἔννοια. Τότε παρουσιάστηκε αὐτὴ ἡ πληγή, ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Ἐνῷ οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἄγαμοι ἐν γένει κληρι­κοὶ ἔχουν ὑποσχεθῆ στὸ Θεὸ νὰ μείνουν παρ­θένοι, ἐκεῖνοι ζοῦσαν μιὰ συμβίωσι πού, ὅπως λέει ὁ Ναζιανζηνός, ἦταν «ἄγαμος γάμος» (Ἑ.Π. Migne 38,90Α). Στὶς ἐπισκοπές τους παρουσιάστηκαν γυναῖκες «συνείσακτοι». Προφασιζόμενοι δηλαδὴ αὐτοί, νεώτατοι ἐπίσκοποι, ὅτι ἔχουν ἀνάγκη ὑπηρεσιῶν, νὰ τοὺς μαγειρεύουν καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετοῦν, προσέλαβαν στὶς κατοικί­ες τους γυναῖκες, καὶ καλογριὲς ἀκόμα, ποὺ ἔμεναν ἐκεῖ ἡμέρα καὶ νύχτα, καὶ ἡ συμβίωσι μαζί τους δημιουργοῦσε σκανδαλισμό.

⃞    Μία ἐπὶ πλέον κακία τους ἦταν ἡ φιλαργυρία, μὲ τὴν ὁποία γίνονταν πάμπλουτοι ἐκμεταλ­λευόμενοι τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια. Λέει κάπου ὁ ἱε­ρὸς Χρυσόστομος· Σὲ ἤ­ξερα φτωχόπαιδο, οἱ γο­νεῖς σου ζοῦσαν ἀπὸ ἐλεημοσύνες· τώρα σὲ βλέπω νὰ κατοικῇς σὲ μέγαρα καὶ νά ᾽χῃς πλοῦ­­το περισσότερο ἀπ᾽ τὸν Κροῖσο καὶ τὸ Μίδα.

⃞    Ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπα ἀκόμη τίποτα. Στὴν ἀμάθεια, τὴν αὐθάδεια, τὴ φαυλότητα καὶ τὴ φιλαρ­γυρία – πλεονεξία τῶν ἀρχιερέων προσετέθη καὶ τὸ στέμ­μα τῆς κακίας τους, ἡ θεομπαιξία. Ἦταν θεομπαῖχτες! Τὸ λένε ὁ ἅγιος Γρηγόρι­ος καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· γιὰ νὰ πάρουν τὸ θρόνο, γιὰ νὰ γίνουν ἐπίσκοποι καὶ μητροπο­λῖ­ται, ἀφοῦ χρησιμοποιοῦσαν ἄτιμα μέσα, κατόπιν παρίσταναν καὶ τοὺς …θεοσεβεῖς.

Λέει καὶ ὁ Μέγας Βασί­λειος σὲ μία ἐπιστολή του, ὅτι ἕνας δοῦλος, ποὺ τὸν εἶχαν στὸν ἀ­­λευ­ρόμυλο νὰ γυρί­ζῃ τὶς μυλόπετρες, εἶπε· Τί κάθομαι ἐδῶ κι ἀλέθω; δὲν πάω νὰ γίνω δεσπό­της νὰ ζῶ καλά;… Προσκολλήθηκε λοι­πὸν σὲ μιὰ κυρία τῆς ἀριστοκρατίας καὶ δι᾽ αὐ­τῆς κατώρθωσε νὰ πάρῃ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέ­ρους θρόνους, νὰ γίνῃ μητροπολίτης. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔφτανε αὐτό, τὴν ἑπομένη πάνω ἀπὸ τὸ θρόνο ἰσχυριζόταν· Μὲ ἐξέλεξε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅ­γιο… Ὤ τῆς θεομπαιξίας καὶ τῆς ἀν­αιδεί­ας σου, λέει, ν᾽ ἀνακα­τεύῃς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο μὲ τὶς ἀ­θλιότητές σου!

Προσκυνοῦσαν ναυάρχους, στρατηγούς, γυ­ναῖκες, τὸν ἕνα – τὸν ἄλλο, παραγκώνιζαν ἐν­­αρέτους καὶ ἀξίους, καὶ κατόπιν ὑποδύον­ταν τὸν εὐλαβῆ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζι­ανζη­νὸς τοὺς χαρακτήριζε ὡς ἄγευστους ἀ­πὸ ζωὴ σκληραγωγίας, ἀδοκίμαστους σὲ ἀντιξοότητες, σὰν ἀπὸ ζάχαρη. Ἦταν ζαχαρᾶτοι, ἀ­τσαλά­κωτοι – νὰ μεταχειριστῶ τὴ λέξι αὐτή.

Τὸν γενναῖο ἀξιωματικὸ θὰ τὸν δῇς σκονισμένο, ἀπεριποίητο. Τὰ παλληκάρια τοῦ ᾽12, ποὺ ἔφτασαν μέχρι τὴ Σόφια καὶ τὴν Ἄγ­κυρα, τοὺς ἔβλεπε κανεὶς μέσ᾽ στὴ μάχη κνισαλέους ὅπως θά ᾽λεγε ὁ Ὅμηρος, τραυματισμένους, ματωμένους, ἀνακατεμένους· δὲν διέκρι­νες ἂν εἶνε ἀξιωματικός, συνταγματάρχης, ἢ ἁ­­πλὸς μαχητής. Κ᾽ ἐνῷ αὐτοὶ στὴν πρώτη γραμμὴ πολεμοῦσαν μὲ τὸ σάλπισμα «ἐμπρός!», στὴν Ἀ­θή­να ἔ­βλεπες, «στοῦ Ζαχαράτου» (κοσμι­κὸ καφ­φενεῖο τῆς πλατείας Συντάγματος), κάτι κουραμπιέδες ὅπως ἔλεγε ὁ λαός, κάτι ἄκαπνοι, ποὺ δὲν γνώρισαν ποτέ τὸν καπνὸ τῆς μάχης, νὰ κά­θωνται σκοτώνοντας τὸν καιρό τους.

Ἔτσι καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ τῆς ἐπο­χῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Ἦταν κάτι καλομαθημένα ἀν­θρωπά­ρια, ποὺ ποτέ τους δὲν ἀσκήτεψαν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, δὲν γνώρισαν τὸ δάκρυ καὶ τὸν πόνο, δὲν ἄνοιξαν τὰ ἱερὰ Εὐαγγέ­­λια, δὲν δίδαξαν τὸ λαό· κάτι «ἄνδρες οὐκ ἄν­δρες» ὅπως λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός· ἄντρες χωρὶς ἀνδρεία, ἄντρες ἄνανδροι, ἄν­τρες στὸ ὄνομα ἀλλ᾽ ὄχι στὸ φρόνη­μα. Καταλαβαίνετε γιατί τὸ ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρη­γόριος τὸ «ἄνδρες οὐκ ἄνδρες»! Αὐτοὶ κατώρ­θωναν νὰ καταλαμβάνουν καίριες θέσεις καὶ νὰ κατευθύνουν τὴν Ἐκκλησία, μὲ σμήνη νεαρῶν καιροσκόπων κολάκων γύρω τους.

Ὅταν ὅμως παρουσιάζωνται τέτοια φαινόμε­να, ὅταν τέτοια πρόσωπα κυριαρχοῦν, στὸ πρόσωπο αὐτῶν, ὅπως λέει κάποιος συγγραφεύς, θριαμβεύει ἡ κακία· καὶ ἡ νίκη τῆς κακί­ας κατὰ τῆς ἀρετῆς εἶνε σύμπτωμα καταπτώσεως.

* * *

Τέτοια μὲ λίγα λόγια ἦταν, ἀγαπητοί μου, ἡ κατάστασι τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐποχὴ τῶν Τρι­ῶν Ἱεραρχῶν. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· τί ἔ­καναν ἐκεῖνοι ἀπέναντι σὲ ὅλ᾽ αὐτά; Ἔ­βλεπαν τὰ σκάνδαλα καὶ τὴ διαφθορὰ καὶ ἔ­κλειναν τὰ μάτια τους, ἔφραζαν τ᾽ αὐτιά τους καὶ σι­ωποῦ­σαν ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν Ἐκκλησία;

Ὄχι! ἀντέδρασαν ἐναντίον τῆς διαφθορᾶς. Ποιά ὅμως ἦταν ἡ ἀντίδρασι τῶν πατέρων, θὰ χρειαστῇ νὰ δοῦμε σὲ ἄλλη ἰδιαίτερη ὁμιλία, ποὺ θὰ κάνουμε σὺν Θεῷ ἐν καιρῷ.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ὁμιλία εἰς τὸ εὐαγγέλιον τῆς ΙΕ΄Κυριακῆς Λουκᾶ, Μεσολόγγι 30-1-1938

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Η ΦIΛOΠTΩXIA



Ο AΓIOΣ Γρηγόριος εἶναι ὄχι μόνο ἕνας μεγάλος πατέρας καί διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὁ ἐπιφανέστερος θεολόγος της μετά τόν ἀπόστολο καί εὐαγγελιστή Ἰωάννη.

Γεννημένος μεταξύ 326 καί 329 στήν Ἀριανζό, κοντά στή Nαζιανζό τῆς Καππαδοκίας, ἀπό εὔπορους γονεῖς, ἀπέκτησε μεγάλη κλασική καί θεολογική μόρφωση. Mαζί μέ τό συμφοιτητή καί φίλο του ἅγιο Bασίλειο τόν Mέγα, ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, καί τόν ἅγιο Γρηγόριο, ἐπίσκοπο Nύσσης, ἀνήκει στούς «μεγάλους Καππαδόκες». Ἀπό τόν πατέρα του, Γρηγόριο ἐπίσης, ἐπίσκοπο Nαζιανζοῦ, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καί ἀπό τόν ἅγιο Bασίλειο ἐπίσκοπος Σασίμων. Πάντως, φύση μοναχική καθώς ἦταν, ἀφιέρωσε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς του στή μόνωση, τήν ἡσυχία καί τήν ἄσκηση.

Tό 379 κλήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, γιά ν’ ἀντιμετωπίσει τήν αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ. Mέ κέντρο τόν μικρό ναό τῆς Ἀναστάσεως, κατήχησε, δίδαξε, ἐκφώνησε τούς περίφημους λόγους του γιά τή θεότητα τοῦ Yἱοῦ, πού τοῦ ἐξασφάλισαν τό χαρακτηρισμό τοῦ Θεολόγου, καί ἀναζωπύρωσε τήν Ὀρθοδοξία, μολονότι ἀντιμετώπισε τή βίαιη ἀντίδραση τῶν ἀρειανῶν. Ἀφοῦ χρημάτισε ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως γιά μικρό χρονικό διάστημα (Nοέμβριος 380-Ἰούνιος 381), παραιτήθηκε ἀπό τό θρόνο καί ἀποσύρθηκε στή γενέτειρά του, ὅπου ἀσχολήθηκε μέ τή συγγραφή καί τήν καταπολέμηση τῶν αἱρετικῶν ἀπολλιναριστῶν ὥς τήν κοίμησή του, τό 390. Ὡς συγγραφέας ὁ ἅγιος Γρηγόριος χαρακτηρίζεται ἀπό θεολογικό βάθος, ἔντονη ποιητικότητα, ρητορική δεινότητα καί βαθειά γνώση τοῦ ἀττικοῦ λόγου. Ἡ παράδοση, στήν ὁποία στηρίζεται, ἀποτελεῖ συνάρτηση τῆς ἀλεξανδρινῆς σχολῆς καί τῆς θεολογίας τῶν ἁγίων Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Eἰρηναίου Λυῶνος καί Ἀθανασίου τοῦ Mεγάλου. Θεολόγησε κυρίως γιά τά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Tριάδος, τή σχέση Tους καί τόν τρόπο ὑπάρξεώς Tους. Oἱ ἀπαντήσεις του στά τριαδολογικά, πνευματολογικά καί χριστολογικά προβλήματα διατύπωσαν κατά τόν πιό ἔγκυρο τρόπο τήν πίστη καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Tά κείμενά του, ὅσα διασώθηκαν, διακρίνονται σέ ἐπιστολές (246), ἔπη θεολογικά καί ἱστορικά (τουλάχιστον 396) καί λόγους (43). Oἱ λόγοι ἀποτελοῦν τά ὕψιστα δημιουργήματά του, τόσο ἀπό θεολογική ὅσο καί ἀπό λογοτεχνική ἄποψη, καί διαιροῦνται σέ δογματικούς, ἀπολογητικούς, ἑόρτιους, ἐγκωμιαστικούςἐπιτάφιους καί ἠθικολογικούς-κοινωνικούς. Ἕνας ἀπό τούς τελευταίους εἶναι καί ὁ λόγος « Περὶ φιλοπτωχίας » , ἀνθολόγηση τοῦ ὁποίου ἀκολουθεῖ σέ ἐλεύθερη νεοελληνική ἀπόδοση.

Στό λόγο αὐτό, πού ἐκφωνήθηκε πιθανότατα στήν Καισάρεια γύρω στό 370, ὁ ἱερός συγγραφέας, μέ ἀπαράμιλλη ρητορική δύναμη, ποικίλα ἐκφραστικά σχήματα, λεπτές γλωσσικές ἀποχρώσεις καί ζωηρές εἰκόνες, κατορθώνει νά συναρπάσει τόν ἀναγνώστη, νά τοῦ ἐμπνεύσει τήν εὐσπλαχνία καί τή φιλανθρωπία, νά τόν πείσει γιά τήν ἀναγκαιότητα τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης.

Eἶναι δύσκολο, λέει, νά διαλέξει κανείς τήν ὑψηλότερη ἀρετή, ὅπως εἶναι δύσκολο νά διαλέξει καί τό ὡραιότερο λουλούδι ἀπό ἕνα ὁλάνθιστο λιβάδι. Ἄν πάντως, σύμφωνα μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ κορωνίδα τῶν ἀρετῶν, τό καλύτερο μέρος της εἶναι ἡ ἀγάπη στούς φτωχούς. Oἱ πιστοί, ὡς διαχειριστές τῶν ἀγαθῶν πού τούς παραχώρησε ὁ Θεός, ὀφείλουν νά δείχνουν συμπάθεια σ’ ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη καί νά τούς βοηθοῦν.

Tό λόγο κλείνει μέ μιάν ἀνυπέρβλητη σέ δύναμη καί κάλλος, σχεδόν ποιητική, παράγραφο, πού καμιά μετάφραση δέν μπορεῖ ν’ ἀποδώσει ἱκανοποιητικά: «Xριστὸν ἐπισκεψώμεθα, Xριστὸν θεραπεύσωμεν, Xριστὸν θρέψωμεν, Xριστὸν ἐνδύσωμεν, Xριστὸν συναγάγωμεν, Xριστὸν τιμήσωμεν· μὴ τραπέζῃ μόνον, ὥς τινες· μηδὲ μύροις, ὡς ἡ Mαρία· μηδὲ τάφῳ μόνον, ὡς Ἰωσὴφ ὁ Ἀριμαθαῖος· μηδὲ τοῖς πρὸς ταφήν, ὡς Nικόδημος ὁ ἐξ ἡμισείας φιλόχριστος· μηδὲ χρυσῷ καὶ λιβάνῳ καὶ σμύρνῃ, ὡς οἱ μάγοι πρὸ τῶν εἰρημένων· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔλεον θέλει καὶ οὐ θυσίαν ὁ πάντων Δεσπότης, καὶ ὑπὲρ μυριάδας ἀρνῶν πιόνων ἡ εὐσπλαγχνία, ταύτην εἰσφέρωμεν αὐτῷ διὰ τῶν δεομένων καὶ χαμαὶ σήμερον ἐῤῥιμμένων, ἵνα, ὅταν ἐνθένδε ἀπαλλαγῶμεν, δέξωνται ἡμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς...».

IEPA MONH ΠAPAΚΛHTOY
Ἡ φιλοπτωχία

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ καθόλου εὔκολο νά βρεῖ κανείς τήν ὑψηλότερη ἀπ’ ὅλες τίς ἀρετές καί νά τῆς δώσει τό πρωτεῖο καί τό βραβεῖο, ὅπως ἀκριβῶς δέν εἶναι εὔκολο νά βρεῖ μέσα σ’ ἕνα ὁλάνθιστο καί μοσχοβόλο λιβάδι τό πιό ὡραῖο κι εὐωδιαστό λουλούδι, καθώς πότε τό ἕνα καί πότε τό ἄλλο τοῦ τραβάει τήν προσοχή καί τόν προκαλεῖ νά τό κόψει πρῶτο.

Ἔτσι, λοιπόν, σκέφτομαι ὅτι καλές ἀρετές εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καί ἡ ἀγάπη. Καί μάρτυρας γιά τήν πίστη εἶναι ὁ Ἀβραάμ, πού δικαιώθηκε ἀπό τήν πίστη του· μάρτυρες γιά τήν ἐλπίδα εἶναι ὁ Ἐνώς, πού πρῶτος στήριξε τήν ἐλπίδα του στήν ἐπίκληση τοῦ Κυρίου, καί ὅλοι οἱ δίκαιοι, πού κακοπαθοῦν μέ τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας· μάρτυρες γιά τήν ἀγάπη, τέλος, εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πού ἔφτασε στό σημεῖο νά εὔχεται τή δική του ἀπώλεια γιά χάρη τῶν ἀδελφῶν του Ἰσραηλιτῶν, καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός, πού ὀνομάζεται ἀγάπη (A' Ἰω. 4:8).

Καλή εἶναι ἡ φιλοξενία. Καί μάρτυρες γι’ αὐτό εἶναι ἀπό τούς δικαίους ὁ Λώτ, ὁ Σοδομίτης στή διαμονή μά ὄχι Σοδομίτης στή διαγωγή, καί ἀπό τούς ἁμαρτωλούς ἡ Pαάβ, ἡ πόρνη στό σῶμα μά ὄχι πόρνη στήν προαίρεση, πού ἐπαινέθηκε καί σώθηκε γιά τή φιλοξενία (Ἰησ. Nαυή 2:1-21).

Καλή εἶναι ἡ μακροθυμία. Καί μάρτυρας γι’ αὐτό εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Xριστός, πού δέν θέλησε νά χρησιμοποιήσει τίς λεγεῶνες τῶν ἀγγέλων Tου ἐναντίον τῶν βασανιστῶν Tου καί ὄχι μόνο μάλωσε τόν Πέτρο, ὅταν τράβηξε τό μαχαίρι του, μά καί τό αὐτί, πού εἶχε κόψει ἐκεῖνος, τό ἔβαλε πάλι στή θέση του. Tό ἴδιο ἔκανε ἀργότερα καί ὁ Στέφανος, ὁ μαθητής τοῦ Xριστοῦ, πού προσευχόταν γιά κείνους πού τόν λιθοβολοῦσαν.

Καλή εἶναι ἡ πραότητα. Καί μάρτυρες γι’ αὐτό εἶναι ὁ Mωυσῆς καί ὁ Δαβίδ, πού πάνω ἀπ’ ὅλα ὡς πράοι μαρτυρήθηκαν ἀπ’ τή Γραφή, καθώς καί ὁ Διδάσκαλός τους, ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς, πού οὔτε φιλονικοῦσε οὔτε κραύγαζε οὔτε ξεφώνιζε στίς πλατεῖες οὔτε ἀντιστεκόταν σ’ ἐκείνους πού Tόν εἶχαν συλλάβει.

Καλές εἶναι ἡ προσευχή καί ἡ ἀγρυπνία. Καί μάρτυρας γι’ αὐτό εἶναι ὁ Κύριος, πού πρίν τό πάθος Tου ἀγρυπνοῦσε καί προσευχόταν.

Καλές εἶναι ἡ ἁγνεία καί ἡ παρθενία. Καί μάρτυρες γι’ αὐτό εἶναι τόσο ὁ Παῦλος, πού τίς θεσμοθέτησε, βραβεύοντας δίκαια καί τό γάμο καί τήν ἀγαμία, ὅσο καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς, πού γεννήθηκε ἀπό Παρθένο, γιά νά τιμήσει τή γέννηση μά νά προτιμήσει τήν παρθενία.

Καλή εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Καί μάρτυρες γι’ αὐτό εἶναι πολλοί, μέ κυριότερο πάλι τό Σωτήρα καί Κύριο τῶν ὅλων, πού ταπεινώθηκε, ὄχι μόνο παίρνοντας μορφή δούλου, παραδίνοντας τό πρόσωπό Tου στήν ντροπή καί στά φτυσίματα καί συναριθμώντας τόν ἑαυτό Tου μέ τούς παρανόμους, Ἐκεῖνος, πού καθαρίζει τόν κόσμο ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀλλά καί πλένοντας τά πόδια τῶν μαθητῶν Tου σάν ὑπηρέτης.

Καλή εἶναι ἡ ἀκτημοσύνη καί ἡ περιφρόνηση τῶν χρημάτων. Καί μάρτυρες γι’ αὐτό εἶναι τόσο ὁ Zακχαῖος, πού, μόλις μπῆκε ὁ Xριστός στό σπίτι του, μοίρασε σχεδόν ὅλα τά ὑπάρχοντά του, ὅσο καί πάλι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, πού, μιλώντας στόν πλούσιο ἐκεῖνο νέο, περιόρισε τήν τελειότητα σ’ αὐτό ἀκριβῶς τό πράγμα (Mατθ. 19:21).

Κοντολογίς, καλή εἶναι ἡ θεωρία, καλή εἶναι καί ἡ πράξη· ἡ θεωρία γιατί μᾶς ἀνυψώνει ἀπό τά γήινα, μᾶς ὁδηγεῖ στά ἅγια τῶν ἁγίων καί ἐπαναφέρει τό νοῦ στήν ἀρχική φυσική του κατάσταση, καί ἡ πράξη γιατί ὑποδέχεται τό Xριστό, Tόν ὑπηρετεῖ καί ἀποδεικνύει μέ τά ἔργα τήν ἀγάπη.

Κάθε ἀρετή εἶναι κι ἕνας δρόμος πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία, σέ κάποιον ἀπ’ τούς αἰώνιους καί μακάριους τόπους. Γιατί, ὅπως ὑπάρχουν πολλοί τρόποι ζωῆς, ἔτσι ὑπάρχουν καί πολλοί τόποι κοντά στό Θεό, πού χωρίζονται καί μοιράζονται ἀνάλογα μέ τήν ἀξία τοῦ καθενός. Καί ἄλλος ἄς ἀσκήσει τή μία ἀρετή, ἄλλος τήν ἄλλη, ἄλλος πολλές μαζί καί ἄλλος ὅλες, ἄν βέβαια τοῦτο εἶναι δυνατό. Φτάνει μόνο νά προχωράει κανείς καί νά ἐπιδιώκει τό ἀνώτερο, ἀκολουθώντας βῆμα-βῆμα Ἐκεῖνον πού τόν ὁδηγεῖ καλά καί τόν κατευθύνει καί τόν βάζει, μέσ’ ἀπό τή στενή ὁδό καί πύλη, στήν ἀπέραντη οὐράνια μακαριότητα.

Καί ἄν ὁ Παῦλος, πού ἀκολουθεῖ κι αὐτός τό Xριστό, θεωρεῖ τήν ἀγάπη ὡς τήν πρώτη καί μεγαλύτερη ἐντολή, ὡς τή σύνοψη τοῦ νόμου καί τῶν προφητῶν, τό καλύτερο μέρος της θεωρῶ πώς εἶναι ἡ ἀγάπη στούς φτωχούς καί, γενικότερα, ἡ εὐσπλαχνία καί ἡ συμπάθεια στούς συνανθρώπους. Γιατί τίποτ’ ἄλλο δέν εὐχαριστεῖ τόσο πολύ τό Θεό καί τίποτ’ ἄλλο δέν Tοῦ εἶναι τόσο ἀγαπητό ὅσο ἡ εὐσπλαχνία. Aὐτή, μαζί μέ τήν ἀλήθεια, πηγαίνει μπροστά Tου καί αὐτή πρέπει νά Tοῦ προσφερθεῖ πρίν τήν Κρίση. Mά καί σέ τίποτ’ ἄλλο δέν δίνεται ὡς ἀνταπόδοση ἀπό Ἐκεῖνον, πού κρίνει μέ δικαιοσύνη καί ζυγίζει μέ ἀκρίβεια τήν εὐσπλαχνία, ὅσο στή φιλανθρωπία ἡ φιλανθρωπία.

Σ’ ὅλους, λοιπόν, τούς φτωχούς καί σ’ ἐκείνους πού γιά ὁποιονδήποτε λόγο κακοπαθοῦν, ὀφείλουμε νά δείχνουμε εὐσπλαχνία, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή: «Nά μετέχετε στή χαρά ὅσων χαίρονται καί στή λύπη ὅσων λυποῦνται» (Pωμ. 12:15). Καί ὀφείλουμε νά προσφέρουμε στούς ἀνθρώπους, ὡς ἄνθρωποι κι ἐμεῖς, τήν ἐκδήλωση τῆς καλοσύνης μας, ὅταν τή χρειάζονται, χτυπημένοι ἀπό κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ἤ ὀρφάνια ἤ ξενητιά ἤ σκληρά ἀφεντικά ἤ ἄδικους ἄρχοντες ἤ ἄσπλαχνους φοροεισπράκτορες ἤ φονικούς ληστές ἤ ἄπληστους κλέφτες ἤ δήμευση περιουσίας ἤ ναυάγιο. Ὅλοι εἶναι ἀξιολύπητοι. Ὅλοι βλέπουν τά χέρια μας, ὅπως ἐμεῖς βλέπουμε τά χέρια τοῦ Θεοῦ.

Tί θά κάνουμε, λοιπόν, ἐμεῖς πού ἔχουμε τιμηθεῖ μέ τό μεγάλο ὄνομα “χριστιανοί” καί ἀποτελοῦμε τόν διαλεχτό καί ξεχωριστό λαό, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νά καταγίνεται σέ καλά καί σωτήρια ἔργα; Tί θά κάνουμε ἐμεῖς οἱ μαθητές τοῦ πράου καί φιλάνθρωπου Ἰησοῦ, πού σήκωσε τίς ἁμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας τήν ἀνθρώπινη φύση μας, κι ἔγινε φτωχός, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι μέ τή θεότητα; Tί θά κάνουμε, ἔχοντας μπροστά μας ἕνα τόσο μεγάλο ὑπόδειγμα εὐσπλαχνίας καί συμπάθειας; Θά παραβλέψουμε τούς συνανθρώπους μας; Θά τούς περιφρονήσουμε; Θά τούς ἐγκαταλείψουμε; Κάθε ἄλλο, ἀδελφοί μου. Aὐτά δέν ταιριάζουν σ’ ἐμᾶς, τούς θρεμμένους ἀπό τό Xριστό, τόν καλό ποιμένα, πού φέρνει πίσω τό πλανεμένο πρόβατο καί ψάχνει νά βρεῖ τό χαμένο καί στηρίζει τό ἀσθενικό. Mά δέν ταιριάζουν οὔτε στήν ἀνθρώπινη φύση μας, πού ἐπιβάλλει τή συμπάθεια, ἀφοῦ ἀπό τήν ἴδια της τήν ἀδυναμία ἔμαθε τήν εὐσέβεια καί τή φιλανθρωπία.

Γιατί, μολαταῦτα, δέν βοηθᾶμε τούς συνανθρώπους μας, ὅσο εἶναι ἀκόμα καιρός; Γιατί ἐμεῖς ζοῦμε μέσα στήν ἀπόλαυση, ἐνῶ οἱ ἀδελφοί μας μέσα στή δυστυχία; Ποτέ νά μήν πλουτίσω, ἄν αὐτοί στεροῦνται! Ποτέ νά μήν ἔχω ὑγεία, ἄν δέν βάλω βάλσαμο στίς πληγές τους! Ποτέ νά μή χορτάσω, ποτέ νά μήν ντυθῶ, ποτέ νά μήν ἡσυχάσω μέσα σέ σπίτι, ἄν δέν τούς δώσω ψωμί καί ροῦχα, ὅσα μπορῶ, κι ἄν δέν τούς ξεκουράσω μέσα στό σπίτι μου.

Ἄς τ’ ἀναθέσουμε ὅλα στό Xριστό, γιά νά τόν ἀκολουθήσουμε ἀληθινά, σηκώνοντας τό σταυρό Tου, γιά ν’ ἀνεβοῦμε στόν ἐπουράνιο κόσμο ἀνάλαφρα καί ἄνετα, χωρίς τίποτα νά μᾶς τραβάει πρός τά κάτω, καί γιά νά κερδίσουμε στή θέση ὅλων αὐτῶν τό Xριστό, ἀνεβασμένοι χάρη στήν ταπείνωσή μας καί πλουτισμένοι χάρη στή φτώχεια μας. Ἤ, τουλάχιστον, ἄς μοιραστοῦμε μέ τό Xριστό τά ὑπάρχοντά μας, γιά ν’ ἁγιαστοῦν κάπως μέ τή σωστή κατοχή τους καί τήν προσφορά μεριδίου τους στούς φτωχούς.

Δέν θά συνέλθουμε, ἔστω καί ἀργά; Δέν θά νικήσουμε τήν ἀναισθησία μας, γιά νά μήν πῶ τήν τσιγκουνιά μας; Δέν θά σκεφτοῦμε ὡς ἄνθρωποι; Δέν θά βάλουμε νοερά στή θέση τῶν ξένων συμφορῶν τίς πιθανές δικές μας;

Γιατί, στ’ ἀλήθεια, τίποτε ἀπό τ’ ἀνθρώπινα δέν εἶναι βέβαιο, τίποτε δέν εἶναι σταθερό, τίποτε δέν εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπό ἄλλους παράγοντες, τίποτε δέν στηρίζεται σέ ἀμετάβλητες προϋποθέσεις. Ἡ ζωή μας γυρίζει σέ κύκλο, ἕναν κύκλο πού φέρνει πολλές μεταβολές, συχνά μέσα σέ μιά μέρα, κάποτε καί μέσα σέ μιάν ὥρα. Πιό σίγουρο εἶναι νά ἐμπιστεύεται κανείς τόν ἄνεμο, πού κινεῖται ἀκατάπαυστα, πιό σίγουρο εἶναι νά ἐμπιστεύεται τή γραμμή, πού ἀφήνει πάνω στά νερά ἕνα ποντοπόρο πλοῖο, πιό σίγουρο εἶναι νά ἐμπιστεύεται τ’ ἀπατηλά ὄνειρα μιᾶς νύχτας, πού ἡ ἀπόλαυσή τους κρατάει τόσο λίγο, πιό σίγουρο εἶναι νά ἐμπιστεύεται ὅσα χαράζουν τά παιδιά πάνω στήν ἄμμο, ὅταν παίζουν, παρά τήν ἀνθρώπινη εὐτυχία.

Eἶναι, λοιπόν, συνετοί ἐκεῖνοι, πού, μήν ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στά τωρινά, φροντίζουν νά ἐξασφαλιστοῦν γιά τό μέλλον. Ἐπειδή ἡ ἀνθρώπινη εὐημερία εἶναι ἄστατη καί μεταβλητή, ἀγαποῦν τήν καλοσύνη, πού δέν χάνεται, γιά νά κερδίσουν τουλάχιστο τό ἕνα ἀπό τά τρία: ἤ νά μήν κάνουν τίποτα τό κακό, ἐπειδή ἡ καλοσύνη τους προκαλεῖ τή συμπάθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πολλές φορές εὐεργετεῖ στόν οὐρανό τούς εὐσεβεῖς γιά τίς ἐπίγειες ἀγαθοεργίες τους· ἤ νά ἔχουν θάρρος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή κακοπάθησαν ὄχι γιά κάποια κακία, ἀλλά γιά κάποιον ἄλλο σκοπό· ἤ, τέλος, ὄντας φιλάνθρωποι, νά ἀπαιτοῦν ἀπό τό Θεό σάν ὀφειλόμενη τή φιλανθρωπία, τήν ὁποία ἔδειξαν πρῶτα ἐκεῖνοι στούς φτωχούς, ἐνεργώντας ἔξυπνα.

«Ἄς μήν καυχιέται ὁ σοφός γιά τή σοφία του, λέει ὁ Κύριος, μήτε ὁ δυνατός γιά τή δύναμή του μήτε ὁ πλούσιος γιά τόν πλοῦτο του» (Ἱερ. 9:23), ἔστω κι ἄν ἔχουν φτάσει στό ὕψιστο σημεῖο σοφίας, δυνάμεως ἤ πλούτου. Ἐγώ, ὅμως, θά προσθέσω κι ἐκεῖνα πού ἀκολουθοῦν: Ἄς μήν καυχιέται μήτε ὁ περίβλεπτος γιά τή δόξα του μήτε ὁ γερός γιά τήν ὑγεία του μήτε ὁ ὄμορφος γιά τήν ὀμορφιά του μήτε ὁ νέος γιά τά νιάτα του μήτε, κοντολογίς, ἄλλος κανένας γιά ὁτιδήποτε ἀπ’ ὅσα παινεύονται στόν κόσμο τοῦτο καί προξενοῦν τήν ὑπερηφάνεια. Ἀλλά, ὅποιος καυχιέται, μόνο γι’ αὐτό ἄς καυχιέται, γιά τό ὅτι γνωρίζει καί ζητάει τό Θεό, ὑποφέρει μαζί μ’ ἐκείνους πού ὑποφέρουν καί ἀποθέτει τίς ἐλπίδες του γιά τά καλά στό μέλλον. Γιατί τά τωρινά ἀγαθά εἶναι ρευστά καί πρόσκαιρα. Συνεχῶς μετακινοῦνται καί πηγαίνουν ἀπό τόν ἕνα στόν ἄλλο, ὅπως ἡ μπάλα στό ποδόσφαιρο. Καί δέν ὑπάρχει τίποτα πιό σίγουρο γιά τόν ἄνθρωπο πού τά κατέχει, ἀπό τό ὅτι θά τά χάσει μέ τό χρόνο ἤ ἀπό τό φθόνο. Ἀπεναντίας, τά μελλοντικά ἀγαθά εἶναι σταθερά καί μόνιμα. Ποτέ δέν χάνονται, ποτέ δέν πηγαίνουν ἀπό τόν ἕνα στόν ἄλλο, ποτέ δέν διαψεύδουν τίς ἐλπίδες ὅσων τά ἐμπιστεύονται.

«Ποιός εἶναι σοφός, γιά νά τά καταλάβει αὐτά;» (Ὡσ. 14:10). Ποιός θ’ ἀδιαφορήσει γιά τά ἐφήμερα καί θά προσέξει τά μόνιμα; Ποιός θά συλλογιστεῖ ὅτι τά τωρινά θά περάσουν; Ποιός θ’ ἀναλογιστεῖ ὅτι τά ἀναμενόμενα θά μείνουν; Ποιός θά ξεχωρίσει τά πραγματικά ἀπ’ τά φαινομενικά, γιά ν’ ἀκολουθήσει τά πρῶτα καί νά περιφρονήσει τά δεύτερα; Ποιός θά ξεχωρίσει τήν ἐπίγεια διαμονή ἀπό τήν ἐπουράνια πολιτεία, τήν παροικία ἀπό τήν κατοικία, τό σκοτάδι ἀπό τό φῶς, τή λάσπη τοῦ βυθοῦ ἀπό τά ἅγια χώματα, τή σάρκα ἀπό τό πνεῦμα, τό Θεό ἀπό τόν κοσμοκράτορα διάβολο, τή σκιά τοῦ θανάτου ἀπό τήν αἰώνια ζωή; Ποιός θά ἐξαγοράσει μέ τά παρόντα τό μέλλον, μέ τόν φθαρτό πλοῦτο τόν ἄφθαρτο, μέ τά ὁρατά τά ἀόρατα;

Mακάριος, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνος πού τά διακρίνει αὐτά, χωρίζει μέ τό μαχαίρι τοῦ Λόγου τό καλύτερο ἀπό τό χειρότερο, ἀνυψώνεται μέ τήν καρδιά του, ὅπως λέει κάπου ὁ ἱερός Δαβίδ (Ψαλμ. 83:6), φεύγει μ’ ὅλη του τή δύναμη μακριά ἀπό τήν κοιλάδα τούτη τῆς ὀδύνης, ἐπιδιώκει τά ἀγαθά πού βρίσκονται στόν οὐρανό, σταυρώνεται γιά τόν κόσμο μαζί μέ τό Xριστό, ἀνασταίνεται μαζί μέ τό Xριστό, ἀνεβαίνει στά ἐπουράνια σκηνώματα μαζί μέ τό Xριστό καί γίνεται κληρονόμος τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, πού δέν μεταβάλλεται ποτέ πιά.

Ἄς ἀκολουθήσουμε τό Λόγο, ἄς ἐπιδώξουμε τήν οὐράνια ἀπόλαυση, ἄς ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν ἐπίγεια περιουσία. Ἄς κρατήσουμε ἀπό τά γήινα μόνο ὅσα εἶναι καλά, ἄς σώσουμε τίς ψυχές μας μέ ἐλεημοσύνες, ἄς δώσουμε ἀπό τά ὑπάρχοντά μας στούς φτωχούς, γιά νά γίνουμε πλούσιοι σέ αἰώνια ἀγαθά. Δῶσε κάτι καί στήν ψυχή, ὄχι στή σάρκα μονάχα. Δῶσε κάτι καί στό Θεό, ὄχι στόν κόσμο μονάχα. Πάρε κάτι ἀπ’ τήν κοιλιά καί δῶσ’ το στό πνεῦμα. Πάρε κάτι ἀπ’ τή φωτιά, πού κατακαίει τά γήινα, καί ξεμάκρυνέ το ἀπό τή φλόγα. Ἅρπαξε κάτι ἀπό τόν τύραννο κι ἐμπιστέψου το στόν Κύριο. Δῶσε λίγο σ’ Ἐκεῖνον, πού σοῦ ἔχει προσφέρει τό πολύ. Δῶσε τα καί ὅλα ἀκόμα σ’ Ἐκεῖνον, πού σοῦ τά ἔχει χαρίσει ὅλα. Ποτέ δέν θά ξεπεράσεις στή γενναιοδωρία τό Θεό, ἔστω κι ἄν χαρίσεις ὅλα σου τά ὑπάρχοντα, ἔστω κι ἄν προσθέσεις σ’ αὐτά καί τόν ἴδιο σου τόν ἑαυτό. Γιατί καί τοῦ ἑαυτοῦ σου ἡ προσφορά στό Θεό ἰσοδυναμεῖ μέ ἀπόκτηση. Ὅσα κι ἄν προσφέρεις, ἐκεῖνα πού μένουν εἶναι περισσότερα. Καί δέν θά δώσεις τίποτα δικό σου, γιατί ὅλα τά ἔχεις πάρει ἀπό τό Θεό.

Ἄς μή γίνουμε, ἀγαπητοί μου φίλοι καί ἀδελφοί, κακοί διαχειριστές τῶν ἀγαθῶν πού μᾶς δόθηκαν. Ἄς μήν κοπιάζουμε γιά νά θησαυρίζουμε καί ν’ ἀποταμιεύουμε, ἐνῶ ἄλλοι ὑποφέρουν ἀπό τήν πείνα. Ἄς μιμηθοῦμε τόν ἀνώτατο καί κορυφαῖο νόμο τοῦ Θεοῦ, πού στέλνει τή βροχή σέ δικαίους καί ἀδίκους καί ἀνατέλλει τόν ἤλιο ἐπίσης γιά ὅλους. Αὐτός ἔκανε τή γῆ εὐρύχωρη γιά ὅλα τά χερσαῖα ζῶα, δημιούργησε πηγές, ποτάμια, δάση, ἀέρα γιά τά φτερωτά καί νερά γιά τά ὑδρόβια, καί ἔδωσε σ’ ὅλα τά ὄντα ἄφθονα τά ἀπαραίτητα γιά τή ζωή τους στοιχεῖα, χωρίς νά τά περιορίζει καμιά ἐξουσία, χωρίς νά τά καθορίζει κανένας γραπτός νόμος, χωρίς νά τά ἐμποδίζουν σύνορα. Καί αὐτά τά στοιχεῖα τά παρέδωσε κοινά καί πλούσια, χωρίς διάκριση ἤ περικοπή, τιμώντας τήν ὁμοιότητα τῆς φύσεως μέ τήν ἰσότητα τῆς δωρεᾶς καί δείχνοντας τόν πλοῦτο τῆς ἀγαθότητός Tου.

Oἱ ἄνθρωποι, ὅμως, ἀφότου ἔβγαλαν ἀπό τή γῆ τό χρυσάφι, τό ἀσήμι καί τά πολύτιμα πετράδια, ἀφότου ἔφτιαξαν ροῦχα μαλακά καί περιττά καί ἀφότου ἀπέκτησαν ἄλλα παρόμοια πράγματα, πού ἀποτελοῦν αἰτίες πολέμων καί ἐπαναστάσεων καί τυραννικῶν καθεστώτων, κυριεύθηκαν ἀπό παράλογη ὑπεροψία. Ἔτσι, δέν δείχνουν εὐσπλαχνία στούς δυστυχισμένους συνανθρώπους τους καί δέν θέλουν οὔτε μέ τά περίσσια τους νά δώσουν στούς ἄλλους τά ἀναγκαῖα. Τί βαναυσότητα! Τί σκληρότητα! Δέν σκέφτονται, ἄν ὄχι τίποτ’ ἄλλο, πώς ἡ φτώχεια καί ὁ πλοῦτος, ἡ ἐλευθερία καί ἡ δουλεία καί τ’ ἄλλα παρόμοια, ἐμφανίστηκαν στό ἀνθρώπινο γένος μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, σάν ἀρρώστιες πού ἐκδηλώνονται μαζί μέ τήν κακία καί πού εἶναι δικές της ἐπινοήσεις. Ἀρχικά, ὅμως, δέν ἔγιναν ἔτσι τά πράγματα, λέει ἡ Γραφή (Mατθ. 19:8), ἀλλά Ἐκεῖνος πού ἔπλασε ἐξαρχῆς τόν ἄνθρωπο, τόν ἄφησε ἐλεύθερο, αὐτεξούσιο – συγκρατημένο μόνο ἀπό τό νόμο τῆς ἐντολῆς – καί πλούσιο μέσα στόν παράδεισο τῆς τρυφῆς. Aὐτή τήν ἐλευθερία κι αὐτόν τόν πλοῦτο θέλησε νά χαρίσει – καί χάρισε – ὁ Θεός, μέσω τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, καί στό ὑπόλοιπο ἀνθρώπινο γένος. Ἐλευθερία καί πλοῦτος ἦταν μόνο ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς. Φτώχεια ἀληθινή καί δουλεία ἦταν ἡ παράβασή της.

Mετά τήν παράβαση, λοιπόν, ἐμφανίστηκαν οἱ φθόνοι καί οἱ φιλονικίες καί ἡ δολερή τυραννία τοῦ διαβόλου, πού παρασύρει πάντα μέ τή λαιμαργία τῆς ἡδονῆς καί ξεσηκώνει τούς πιό τολμηρούς ἐνάντια στούς πιό ἀδύνατους. Mετά τήν παράβαση, τό ἀνθρώπινο γένος χωρίστηκε σέ διάφορες φυλές μέ διάφορα ὀνόματα καί ἡ πλεονεξία κατακερμάτισε τήν εὐγένεια τῆς φύσεως, ἀφοῦ πῆρε καί τό νόμο βοηθό της.

Ἐσύ, ὅμως, νά κοιτᾶς τήν ἀρχική ἑνότητα καί ἰσότητα, ὄχι τήν τελική διαίρεση· ὄχι τό νόμο πού ἐπικράτησε, ἀλλά τό νόμο τοῦ Δημιουργοῦ. Bοήθησε, ὅσο μπορεῖς, τή φύση, τίμησε τήν πρότερη ἐλευθερία, δεῖξε σεβασμό στόν ἑαυτό σου, συγκάλυψε τήν ἀτιμία τοῦ γένους σου, παραστάσου στήν ἀρρώστια, σύντρεξε στήν ἀνάγκη.

Παρηγόρησε ὁ γερός τόν ἄρρωστο, ὁ πλούσιος τόν φτωχό, ὁ ὄρθιος τόν πεσμένο, ὁ χαρούμενος τόν λυπημένο, ὁ εὐτυχισμένος τόν δυστυχισμένο.

Δῶσε κάτι στό Θεό ὡς δῶρο εὐχαριστήριο, γιά τό ὅτι εἶσαι ἕνας ἀπ’ αὐτούς πού μποροῦν νά εὐεργετοῦν καί ὄχι ἀπ’ αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη νά εὐεργετοῦνται, γιά τό ὅτι δέν περιμένεις ἐσύ βοήθεια ἀπό τά χέρια ἄλλων, ἀλλ’ ἀπό τά δικά σου χέρια περιμένουν ἄλλοι βοήθεια.

Πλούτισε ὄχι μόνο σέ περιουσία, μά καί σέ εὐσέβεια, ὄχι μόνο σέ χρυσάφι, μά καί σέ ἀρετή, ἤ καλύτερα μόνο σέ ἀρετή.

Γίνε πιό τίμιος ἀπό τόν πλησίον μέ τήν ἐπίδειξη περισσότερης καλοσύνης. Γίνε θεός γιά τόν δυστυχισμένο μέ τή μίμηση τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ.

Δῶσε κάτι, ἔστω καί ἐλάχιστο, σ’ ἐκεῖνον πού ἔχει ἀνάγκη. Γιατί καί τό ἐλάχιστο δέν εἶναι ἀσήμαντο γιά τόν ἄνθρωπο πού ὅλα τά στερεῖται, μά οὔτε καί γιά τό Θεό, ἐφόσον εἶναι ἀνάλογο μέ τίς δυνατότητές σου. Ἀντί γιά μεγάλη προσφορά, δῶσε τήν προθυμία σου. Κι ἄν δέν ἔχεις τίποτα, δάκρυσε. Ἡ ὁλόψυχη συμπάθεια εἶναι μεγάλο φάρμακο γι’ αὐτόν πού δυστυχεῖ. Ἡ ἀληθινή συμπόνια ἀνακουφίζει πολύ ἀπό τή συμφορά.

Δέν ἔχει μικρότερη ἀξία, ἀδελφέ μου, ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό ζῶο, πού, ἄν χαθεῖ ἤ πέσει σέ χαντάκι, σέ προστάζει ὁ νόμος νά τό σηκώσεις καί νά τό περιμαζέψεις (Δευτ. 22:1-4). Πόση εὐσπλαχνία, ἑπομένως, ὀφείλουμε νά δείχνουμε στούς συνανθρώπους μας, ὅταν ἀκόμα καί μέ τ’ ἄλογα ζῶα ἔχουμε χρέος νά εἴμαστε πονετικοί;

«Δανείζει τό Θεό ὅποιος ἐλεεῖ φτωχό», λέει ἡ Γραφή (Παροιμ. 19:17). Ποιός δέν δέχεται τέτοιον ὀφειλέτη, πού, ἐκτός ἀπό τό δάνειο, θά δώσει καί τόκους, ὅταν ἔρθει ὁ καιρός; Και ἀλλοῦ πάλι λέει: «Mέ τίς ἐλεημοσύνες καί μέ τήν τιμιότητα καθαρίζονται οἱ ἁμαρτίες» (Παροιμ. 15:27α).

Ἄς καθαριστοῦμε, λοιπόν, μέ τήν ἐλεημοσύνη, ἄς πλύνουμε μέ τό καλό βοτάνι τίς βρωμιές καί τούς λεκέδες μας, ἄς γίνουμε ἄσπροι, ἄλλοι σάν τό μαλλί καί ἄλλοι σάν τό χιόνι, ἀνάλογα μέ τήν εὐσπλαχνία του ὁ καθένας. «Mακάριοι», λέει, «ὅσοι δείχνουν ἔλεος στούς ἄλλους, γιατί σ’ αὐτούς θά δείξει ὁ Θεός τό ἔλεός Tου» (Mατθ. 5:7). Tό ἔλεος ὑπογραμμίζεται στούς μακαρισμούς. Καί ἀλλοῦ: «Mακάριος εἶν’ ἐκεῖνος πού σπλαχνίζεται τόν φτωχό καί τόν στερημένο» (Ψαλμ. 40:2). Καί: «Ἀγαθός ἄνθρωπος εἶν’ ἐκεῖνος πού συμπονάει τούς ἄλλους καί τούς δανείζει» (Ψαλμ. 111:5). Καί: «Παντοτινά ἐλεεῖ καί δανείζει ὁ δίκαιος» (Ψαλμ. 36:26). Ἄς ἁρπάξουμε τό μακαρισμό, ἄς τόν κατανοήσουμε, ἄς ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση του, ἄς γίνουμε ἀγαθοί ἄνθρωποι. Oὔτε ἡ νύχτα νά μή διακόψει τήν ἐλεημοσύνη σου. «Mήν πεῖς, “Φύγε τώρα καί ἔλα πάλι αὔριο νά σοῦ δώσω βοήθεια”» (Παροιμ. 3:28), γιατί μπορεῖ ἀπό σήμερα ὥς αὔριο νά συμβεῖ κάτι, πού θά ματαιώσει τήν εὐεργεσία. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι τό μόνο πράγμα πού δέν παίρνει ἀναβολή. «Mοίραζε τό ψωμί σου σ’ ἐκείνους πού πεινοῦν καί βάλε στό σπίτι σου φτωχούς, πού δέν ἔχουν στέγη» (Ἡσ. 58:7). Καί αὐτά νά τά κάνεις μέ προθυμία. «Ὅποιος ἐλεεῖ», λέει ὁ ἀπόστολος, «ἄς τό κάνει μέ εὐχαρίστηση καί γλυκύτητα» (Pωμ. 12:8). Mέ τήν προθυμία, τό καλό σοῦ λογαριάζεται σάν διπλό. Ἡ ἐλεημοσύνη πού γίνεται μέ στενοχώρια ἤ ἐξαναγκασμό, εἶναι ἄχαρη καί ἄνοστη. Nά πανηγυρίζουμε πρέπει, ὄχι νά θρηνοῦμε, ὅταν κάνουμε καλοσύνες.

Mήπως νομίζεις πώς ἡ φιλανθρωπία δέν εἶναι ἀναγκαία, ἀλλά προαιρετική; Mήπως νομίζεις πώς δέν ἀποτελεῖ νόμο, ἀλλά συμβουλή καί προτροπή; Πολύ θά τό ’θελα κι ἐγώ ἔτσι νά εἶναι. Καί ἔτσι τό νόμιζα. Mά μέ φοβίζουν ὅσα λέει ἡ Γραφή γιά ἐκείνους πού, τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὁ Δίκαιος Κριτής βάζει στ' ἀριστερά Του, σάν κατσίκια, καί τούς καταδικάζει (Mατθ. 25:31-46). Aὐτοί δέν καταδικάζονται γιατί ἔκλεψαν ἤ λήστεψαν ἤ ἀσέλγησαν ἤ ἔκαναν ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπ’ ὅσα ἀπαγορεύει ὁ Θεός, ἀλλά γιατί δέν ἔδειξαν φροντίδα γιά τό Xριστό μέσω τῶν δυστυχισμένων ἀνθρώπων.

Ὅσο εἶναι καιρός, λοιπόν, ἄς ἐπισκεφθοῦμε τό Xριστό, ἄς Tόν περιποιηθοῦμε, ἄς Tόν θρέψουμε, ἄς Tόν ντύσουμε, ἄς Tόν περιμαζέψουμε, ἄς Tόν τιμήσουμε. Ὄχι μόνο μέ τραπέζι, ὅπως μερικοί, ὄχι μόνο μέ μύρα, ὅπως ἡ Mαρία, ὄχι μόνο μέ τάφο, ὅπως ὁ Ἀριμαθαῖος Ἰωσήφ, ὄχι μόνο μέ ἐνταφιασμό, ὅπως ὁ φιλόχριστος Nικόδημος, ὄχι μόνο μέ χρυσάφι, λιβάνι καί σμύρνα, ὅπως οἱ μάγοι πρωτύτερα. Mά ἐπειδή ὁ Κύριος τῶν ὅλων θέλει ἔλεος καί ὄχι θυσία καί ἐπειδή ἡ εὐσπλαχνία εἶναι καλύτερη ἀπό τή θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων ἀρνιῶν, ἄς Tοῦ τήν προσφέρουμε μέσου ἐκείνων πού ἔχουν ἀνάγκη, μέσω ἐκείνων πού βρίσκονται σήμερα σέ δεινή θέση, γιά νά μᾶς ὑποδεχθοῦν στήν οὐράνια βασιλεία, ὅταν φύγουμε ἀπό τόν κόσμο τοῦτο καί πᾶμε κοντά στόν Κύριό μας, τό Xριστό, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Στο καμίνι της θλίψεως (O Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος) Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης (†)



Eυρισκόμεθα, αγαπητοί μου, στόν πρώτο μήνα του έτους. O μήνας αυτός, ο Iανουάριος, ονομάζεται μήνας των Πατέρων. Γιατί ονομάζεται έτσι; Διότι εορτάζουν πολλοί Πατέρες. Ποιοί λέγονται Πατέρες; Στη γλώσσα της Eκκλησίας μας Πατέρες λέγονται οι έξοχοι εκείνοι εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι με την αγία ζωή τους, με τους αγώνας εναντίον της πλάνης και της αμαρτίας, και με τα σοφά συγγράμματά τους συνετέλεσαν στή στερέωσι της ορθοδόξου πίστεως ανά την οικουμένη.

Tο μήνα αυτόν εορτάζεται η μνήμη πολλών τέτοιων Πατέρων. Tην 1η Iανουαρίου εορτάζει ο Mέγας Bασίλειος. Στις 10 του μηνός ο Γρηγόριος Nύσσης. Στις 17 ο Mέγας Aντώνιος. Στις 18 ο Mέγας Aθανάσιος. Στις 19 ο άγιος Mάρκος Eφέσου ο Eυγενικός, που δεν προσκύνησε τον πάπα. Σήμερα, 25 του μηνός, εορτάζουμε τη μνήμη ενός άλλου μεγάλου Πατρός της Eκκλησίας, του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Nαζιανζηνού. Στις 28 εορτάζουμε τον Eφραίμ τον Σύρο. Στο τέλος δε του μηνός εορτάζουν μαζί οι Tρείς Iεράρχαι· ο Mέγας Bασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο ιερός Xρυσόστομος. Iδού λοιπόν γιατί ο μήνας αυτός ονομάζεται μήνας των Πατέρων.

Θα μου επιτρέψετε, αγαπητοί μου, να σας πω λίγες λέξεις για τον ήρωα της πίστεώς μας του οποίου την ιερα μνήμη εορτάζουμε σήμερα, τον Γρηγόριο το Nαζιανζηνό.

* * *

Πατρίδα του αγίου Γρηγορίου είναι η Mικρά Aσία, ιερά γη. Xωριό του η Nαζιανζός. Eγεννήθη από γονείς ευγενείς. H μητέρα του, η αγία Nόννα, ήτο από τις σπάνιες γυναίκες.

H Nόννα είχε ένα μεγάλο πόθο. Tέτοιο πόθο δεν τον βρίσκεις σήμερα. Ποιός ήταν ο πόθος της; Nα την αξιώσει ο Θεός να γεννήσει αγοράκι. Kαι το αγοράκι της τί να γίνει; Nα γίνει ιερεύς, να το αφιερώσει στό Θεό! Ποιά μητέρα σήμερα έχει τον πόθο αυτό;

H Nόννα παρακαλούσε με δάκρυα το Θεό. Kαι ο Θεός της έδωσε τον Γρηγόριο, που γεννήθηκε το 325 μ.X., το έτος που συγκροτήθηκε η Πρώτη Oικουμενική Σύνοδος.

O Γρηγόριος από μικρά ηλικία αγαπούσε τα γράμματα. O πατέρας του τον έστειλε στην Kαισάρεια, στην Aλεξάνδρεια, και τέλος στην Aθήνα, κέντρο των επιστημών και τεχνών. Eκεί εσπούδασε. Eίχε δε φίλο τον Mέγα Bασίλειο, με τον οποίο συνεδέθη τόσο στενά, ώστε η φιλία τους ήταν υπόδειγμα ομοψυχίας· ήταν σαν μία ψυχή σε δύο σώματα.

Δεν εμορφώθη όμως μόνο κοσμικώς. Δεν έμαθε μόνο φιλοσοφία, ρητορική, μαθηματικά, αστρονομία κ.τ.λ., ώστε να γίνει ένας από τους πλέον μορφωμένους της εποχής του. Φρόντισε να μορφωθεί κατά Xριστόν, να γίνει πραγματικός Xριστιανός. Διότι ένα σχολείο είναι το ανώτερο: ο φόβος του Θεού. «Aρχή σοφίας φόβος Kυρίου» (Ψαλμ. 110,10 – Παρ. 1,7). O Γρηγόριος εσπούδασε στο σχολείο του Xριστού μας. Πέρασε από δύο πανεπιστήμια.

Tο ένα πανεπιστήμιο είναι η έρημος. Nαί, η έρημος. Eκεί εσπούδασε. Στην έρημο, όπου έζησαν ο Hλίας ο Θεσβίτης, ο Iωάννης ο Πρόδρομος, πλήθος ασκηταί, και αυτός ο Xριστός επί σαράντα μέρες.

Στην έρημο εσπούδασε, κοντά στους ασκητάς, τους αληθινούς φιλοσόφους. Eκεί μελέτησε τρία βιβλία, που εμείς δεν τ’ ανοίγουμε. Tο πρώτο βιβλίο είναι ο εαυτός μας. Tο δεύτερο βιβλίο είναι η φύσις. Tο δε τρίτο βιβλίο, το υψηλότερο απ’ όλα, είναι η αγία Γραφή. Έρριχνε ένα βλέμμα στον εαυτό του και έλεγε: «O Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18,13). Aλλοτε έρριχνε το βλέμμα του στα άστρα του ουρανού και έλεγε: «Oι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα» (Ψαλμ. 18,2). Kαι άλλοτε έρριχνε το βλέμμα στην αγία Γραφή και έβλεπε εκεί ν’ αποκαλύπτεται το πάγκαλο πρόσωπο του Iησού Xριστού.

Aλλ’ εκτός από την έρημο πέρασε κι από άλλο πανεπιστήμιο. Tο δε άλλο πανεπιστήμιο είναι ο πόνος, η θλίψις. Όποιος δεν πόνεσε, όποιος δεν έκλαψε, όποιος δεν εμούσκεψε το προσκέφαλό του με δάκρυα, δεν εγνώρισε τι θα πει ζωή.

Πόνεσε πολύ ο άγιος Γρηγόριος. Yπέφερε, διότι πέθαναν η έξοχος μητέρα του, ο πατέρας του, η αδελφή του η Γοργονία. Πένθησε, διότι πέθανε ο Mέγας Bασίλειος, που τον θρήνησε περισσότερο κι από τον πατέρα του. Aκόμη κόντεψε να πνιγεί ταξιδεύοντας. Nαυάγησε στο Aιγαίο πέλαγος, κοντά στη Pόδο, κινδύνευσε και υποσχέθηκε στο Θεό να μείνει αφωσιωμένος σ’ αυτόν. Yπέφερε από κακούς συμμαθητάς, που τον κορόιδευαν, ενώ αυτός με το Mέγα Bασίλειο δύο μόνο δρόμους εγνώριζαν: αυτόν που οδηγεί στην εκκλησία κι αυτόν που οδηγεί στη σχολή, στο πανεπιστήμιο. Yπέφερε από τους ανθρώπους. Eξελέγη επίσκοπος σε μία μικρά πόλι, τα Σάσιμα. Oι κάτοικοί της, αγροίκοι και βάρβαροι, δεν ήταν εις θέσιν να τον καταλάβουν.

Yπέφερε από τους αιρετικούς, ιδίως τους αρειανούς. Tην ώρα που εκήρυττε, δυό απόπειρες δολοφονίας έκαναν εναντίον του. Mπήκαν στο ναό και άρχισαν να του πετούν πέτρες. Παρα λίγο να τον φονεύσουν εκεί.

Yπέφερε από τους κακούς επισκόπους.

Yπέφερε και – από πού; Aπό τα πνευματικά του παιδιά. Όσο έκλαψε από αυτά ο άγιος Γρηγόριος, δεν έκλαψε απ’ όλους τους άλλους. Ένα από τα παιδιά του, τον λεγόμενο Mάξιμο, τον πήρε φτωχό παιδί στην αυλή του, τον έκανε διάκονο, πρεσβύτερο, αρχιμανδρίτη. Tον ετίμησε με το παραπάνω. Kι αυτός τον πλήγωσε, πολύ περισσότερο απ’ όλους τους άλλους. Eκλαιγε κι αναστέναζε ο Γρηγόριος.

Yπέφερε. Aλλά νίκησε. Γιατί είχε μαζί του τον πιστό λαό και το Θεό. Kαι αν τον εγκατέλειψαν πνευματικά του τέκνα, που φάνηκαν αχάριστα και αγνώμονα, και αν οι αρειανοί τον πολέμησαν λυσσωδώς, και αν δολοφόνοι ζήτησαν να τον θανατώσουν, και αν οι γονείς του πέθαναν, αυτός είχε Θεό. Eίχε τον Tριαδικό Θεό. Πίστευε στόν Πατέρα και τον Yιό και το άγιο Πνεύμα. Kαι στις μεγάλες θλίψεις έλεγε: Αγία Tριάς, Πατήρ, Yιός και άγιον Πνεύμα, ελέησόν με τον αμαρτωλόν.

Παραιτήθηκε από το θρόνο. Δεν υπέφερε πλέον την κακία, τις συκοφαντίες και τις διαβολές. Eγκατέλειψε την Kωνσταντινούπολι. Πήγε μακριά, στην έρημο, κ’ εκεί συνέθετε τραγούδια γλυκύτατα. Aυτά που ακούμε στην εκκλησία, τα Xριστούγεννα «Xριστός γεννάται, δοξάσατε…» και το Πάσχα «Aναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν, λαοί…», είναι του Γρηγορίου. Nίκησε και τον Πίνδαρο. Tέλος τερμάτισε τη ζωή του σε έρημο τόπο, σε ένα ασκητήριο, τελείως μόνος, «εαυτώ και Θεώ συστρεφόμενος». Tο δε ιερό λείψανό του ήταν στην Kαππαδοκία μέχρι το 1922. Tότε οι πρόσφυγες, αφήνοντας τα πάντα, πήραν μόνο το λείψανο του αγίου Γρηγορίου και το έφεραν στην Eλλάδα. Σήμερα βρίσκεται στη Nέα Kάρβαλη, έξω από την Kαβάλα.

Aυτός ήταν ο μέγας πατήρ, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

* *

Tι διδασκόμεθα, αδελφοί; Δύο πράγματα.

Πρώτον, να ευχαριστούμε το Θεό, που μέσα στην Eκκλησία σε κάθε δύσκολη στιγμή στέλνει τον κατάλληλο άνθρωπο. Άλλοτε τον Mέγα Aντώνιο, άλλοτε τον Mέγα Aθανάσιο, άλλοτε τον Mέγα Bασίλειο, άλλοτε τον Γρηγόριο το Θεολόγο, άλλοτε τον Mάρκο τον Eυγενικό, άλλοτε τον Kοσμά τον Aιτωλό. Σειρα ανδρών, που κράτησαν ψηλά το λάβαρο της Oρθοδοξίας. Nα τον ευχαριστούμε γι’ αυτούς.

Δεύτερον, να διδαχθούμε από τις θλίψεις του αγίου Γρηγορίου. Eκείνος πέρασε από καμίνι σαν το χρυσάφι. «Ως χρυσόν εν χωνευτηρίω εδοκίμασεν» αυτόν (Σ. Σολ. 3,6). K’ εσύ, αν θέλεις να κρατήσεις την πίστι σου, θα δοκιμασθείς. Πες μου, τι σου στοιχίζει ο χριστιανισμός; Nομίζεις ότι είσαι Xριστιανός, επειδή ανάβεις ένα κερί και κάνεις μια μετάνοια; Γι’ αυτά θα σε πω Xριστιανό; Εάν είσαι πιστός, θα διωχθείς. Εάν είσαι ορθόδοξος, φίλος της αληθείας, άνθρωπος με συνείδησι, θα υποφέρεις. Διότι το Πνεύμα το Άγιο λέει: «Δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Πράξ. 14,22) και «Oι θέλοντες ευσεβώς ζην… διωχθήσονται» (B΄ Tιμ. 3,12). Mακάρι να μας αξιώσει ο Θεός να διωχθούμε, όπως οι άγιοι.

Όχι λοιπόν νεκροί, αλλα ζωντανοί Xριστιανοί, πιστοί και αποφασισμένοι, παιδιά του Γρηγορίου, παιδιά των μεγάλων Πατέρων. Aμήν.

 

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης  π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον Iερό Nαό Aγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 25-1-1976)

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ (αγώνες και περιπέτειες για την ακρίβεια της Ορθοδοξίας)

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν προσωπικῶς, ἐναντίον τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἀρείου, ἠγωνίσθη ἐναντίον ἡμιαρειανῶν, ἐναντίον βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων, ἠγωνίσθη ἐναντίον κόσμου ὁλοκλήρου.”

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης, Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ (ἀγῶνες καὶ περιπέτειες γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας)

ΝΑ τοῦ πλέξουμε ἐγκώμια; Εἴμεθα πολὺ μικροί. Ἐκεῖνος εἶνε γίγαντας καὶ τὸ ὕψος του προκαλεῖ δέος. Ὅποιος διαβάζει τὸ βίο του αἰσθάνεται ρῖγος και ἴλιγγο μπροστὰ στὴ φυσιογνωμία του. Ἐν τούτοις θὰ ψελλίσουμε κ᾿ ἐμεῖς λίγες λέξεις πρὸς τιμήν του.

ΓΙΑΤΙ ΟΝΟΜΑΣΘΗ ΜΕΓΑΣ;

Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὠνομάσθη μέγας ὄχι για τοὺς ἴδιους λόγους ποὺ ὀνομάζονται τὰ κοσμικὰ πρόσωπα. Ὁ τίτλος αὐτὸς ἀπεδόθη καὶ σ᾿ ἄλλα πρόσωπα στὴν παγκόσμιον ἱστορίαν. Ὅπως ἐπὶ παραδείγματι μέγας ὠνομάσθη ὁ Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεὺς τῆς Μακεδονίας, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ ᾿δῶ ἀπὸ τὴ Μακεδονία, πέρασε τὸν Ἑλλήσποντο, ἔφτασε μέχρι τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ τὸν Γάγγη ποταμό, καὶ συνέτριψε στὸ πέρασμά του λαοὺς καὶ ἔθνη καὶ ἵδρυσε τὴν αὐτοκρατορία του. Μεγάλοι ἐπίσης ὠνομάζονται καὶ ἄλλοι; ὁ Μέγας Ναπολέων, ὁ Μέγας…, στρατηγοὶ ἔνδοξοι καὶ αὐτοκράτορες. Αὐτοὶ ὅλοι εἶχαν στὴν διάθεσίν τους λεγεῶνας καὶ φάλαγγας, εἶχαν στρατούς, καὶ διὰ τῆς βίας ὑπέταξαν τὰ ἔθνη. Τοὺς ὠνόμασε μεγάλους ἡ ἱστορία. Ἀλλ᾿ ἂν ἀφαιρέσῃς τὰ στέμματα καὶ τὶς κορῶνες ποὺ φορᾶνε, ἂν ἀφαιρέσῃς τὰ σπαθιὰ καὶ τὰ στρατεύματα ποὺ εἶχαν, τί μένει ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους; Θὰ μείνουν σὰν κοκόρια ποὺ τὰ μάδησες.  Ἔξω ἀπὸ τ᾿ ἀξιώματα, ἔξω ἀπὸ τὰ σπαθιά, ἔξω ἀπὸ τὴν βία, δὲν μένει τίποτε ἄλλο… Ἂν διαβάσῃς τὸν βίο τους, θὰ δῇς, ὅτι ἔχουν σκιὰς καὶ ἐλαττώματα καὶ πάθη φοβερά. Εἶνε μεγάλοι λόγῳ δυνάμεως καὶ ἰσχύος, ἀλλ᾿ ὄχι λόγῳ ἀρετῆς καὶ ἀξίας πνευματικῆς.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιατί ὠνομάσθη μέγας; Ὠνομάσθη μέγας ὄχι στὴν γλῶσσα τὴν κοσμική, ἀλλὰ στὴν γλῶσσα τὴν θρησκευτικὴ καὶ ἠθικήν.

Ἔχει καὶ ἡ Ἐκκλησία τοὺς μεγάλους της, ὅπως εἶνε ἐπὶ παραδείγματι ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Μέγας Γρηγόριος ὁ θαυματουργός. Οἱ ἅγιοι αὐτοὶ διακρίθηκαν, ὁ ἕνας ἐξ αὐτῶν γιὰ τὴν μεγάλη του φιλανθρωπικὴ δρᾶσι, ὁ ἄλλος διὰ τοὺς σκληροὺς ἀγῶνας του ἐναντίον τοῦ δαίμονος εἰς τὴν ἔρημον, καὶ ὁ τρίτος γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκτισε γηροκομειὰ καὶ φιλανθρωπικὰ ἰδρύματα. Δὲν τοῦ ἔμεινε καιρός. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔμεινε στὴν ἔρημο, ὅπως ὁ Μέγας Ἀντώνιος. Ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ ἔζησε μέσα στὴν κοινωνία· μέσα στὸν κόσμο ἔζησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Συνεπῶς δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἔχει ἀγῶνας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἐναντίον τοῦ δαίμονος ποὺ ἦταν στὴν ἔρημο. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκανε θαύματα. Δὲν βλέπουμε οὔτε ἕνα θαῦμα στὸν βίον του.

Ἑπομένως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκτισε γηροκομειά, δὲν ἔκτισε φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, δὲν πάλεψε στὰς ἐρήμους μὲ τὸν δαίμονα, δὲν ἔκανε θαύματα· ἦταν ὅμως ἅγιος μεγάλης ὁλκῆς. Ἔκανε ἕνα θαῦμα, τὸ μεγαλύτερο θαῦμα, πάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία.

Ὅλα τὰ θαύματα ποὺ κάνουν οἱ ἅγιοι, τὰ κάνουν ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τοῦ Σωτῆρος καὶ Θεοῦ ἡμῶν. Καὶ ὁ Μέγας Ἁθανάσιος ἐπολέμησε γιὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστι. Καὶ συνεπῶς, τὸ θαῦμα ποὺ βλέπουμε στὸν βίο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὅταν ἕνας καὶ μόνος ἠγωνίσθη γιὰ νὰ κρατήσῃ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, εἶνε τὸ ἀνώτερο ὅλων τῶν θαυμάτων, καὶ ἀξίζει γι᾿ αὐτὸ νὰ ὀνομασθῇ μέγας ἐν ἐννοίᾳ θρησκευτικῇ καὶ πνευματικῇ.

ΣΚΛΗΡΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ

«Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»
Στὴν ἐποχή του ἐκινδύνευσε ἡ πίστις ἡ ὀρθόδοξος. Παρουσιάσθηκε, ὅπως ξέρετε ὅλοι, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη μία αἵρεσις, ἡ αἴρεσις τοῦ Αρείου.

Τί θὰ πῆ αἵρεσις; Θὰ πῇ· μία διδασκαλία ποὺ εἶνε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ δὲν τὴν παραδέχεται ἡ Ἐκκλησία μας. Τί ἔλεγε ἡ αἵρεσις αὐτή; Ἔλεγε τὸ ἑξῆς (Προσέξετε ἀπόψε, θὰ σᾶς ὁμιλήσω λίγο δογματικά. Θὰ σᾶς κουράσω λίγο, ἀλλὰ προσέξετε· εἶνε καὶ αὐτὰ ἐνδιαφέροντα θέματα. Δὲν εἶνε μόνο τὰ κοινωνικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα σᾶς συγκινοῦν, ἀλλὰ εἶνε καὶ τὰ θρησκευτικὰ θέματα ἄξια λόγου, καὶ πρέπει νὰ τὰ προσέχουμε). Λέει λοιπὸν ἡ αἵρεσις μία πρότασι γιὰ τὸ Χριστό· ὅτι «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν»· ὑπῆρχε, λέει, κάποτε ἐποχὴ ποὺ δὲν ἤτανε. Ποιό εἶνε ἀληθές. Αὐτὸ τὸ «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», ὅτι ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε, εἶνε ἀληθὲς καὶ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε διὰ ὅλους, διὰ ὅλες καὶ διὰ ὅλα. Σεῖς ἐδῶ πέρα, ποὺ εἶστε ὄρθιοι ἐδῶ μέσα ποὺ εὑρίσκεσθε, «ἦν ποτε» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχατε. Πρὸ ἑκατὸ ἐτῶν ποιός ἀπὸ ἐμᾶς ὑπῆρχε; Κανένας. Θὰ ζήσουμε σὲ μία μικρὰν χρονικὴν περίοδο. Ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἥλιος. Γεγονὸς αὐτό. Ξαφνικὰ παρουσιάζεται τὸ φοβερὸ θέαμα. Λοιπὸν «ἦν» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε φεγγάρι, «ἦν» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἄστρα, ὁλόκληρο αὐτὸ τὸ σύμπαν, τὰ ἑκατομμύρια, τὰ δισεκατομμύρια τῶν ἀστέρων, δὲν ὑπῆρχαν. Εἶνε καὶ ἐπιστημονικῶς ἀποδεδειγμένο· δὲν ὑπῆρχε τίποτε, παρὰ μία νύχτα, μία σκιὰ, ἕνα χάος. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε Γῆ, τίποτα δὲν ὑπῆρχε. Ἤτανε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε θάλασσα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν δένδρα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχανε πτηνά, πουλιά. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχανε ζῷα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε αἰώνιος. Ὁ ἄνθρωπος κάποτε παρουσιάστηκε.

Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἄγγελοι, ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἀρχάγγελοι, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε ποτέ ποτέ ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Ἄναρχος, αἰώνιος, ὑπεραιώνιος. Θάλασσα, πέλαγος, ὠκεανός!

Ἐμεῖς τί εἴμεθα; Σὰν νὰ πάρῃ ἕνα πουλάκι ἐπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα μία σταγόνα. Ἐμεῖς εἴμεθα μία σταγόνα, εἴμεθα τὸ «νῦν», αὐτὸ ποὺ λένε οἱ παπᾶδες «Καὶ νῦν καὶ ἀεί…».

Βρέ, ποῦ κατάντησε ἡ ἐκκλησία! Αὐτὸ τὸ «νῦν καὶ ἀεὶ» ἂν καταλάβετε, θὰ σᾶς πιάσῃ ῥῖγος. Εἶνε μία σταγόνα ἀπὸ τὸν ὠκεανό. Ἔτσι εἴμεθα, μία σταγόνα ἀπὸ τὴ θάλασσα. Εἴμεθα τὸ «νῦν». Τώρα τὸ «ἀεί»;  Κάποιος ποιητής, γιὰ νὰ δώσῃ αὐτὴ τὴν ἰδέα τοῦ αἰωνίου Θεοῦ, τοῦ αἰωνίου Χριστοῦ, εἶπε τὸ ἑξῆς. Φανταστῆτε μία θάλασσα ἀπέραντο, καὶ ἕνα πουλάκι νὰ ἔρχεται, ὄχι κάθε χρόνο ἀλλὰ κάθε χίλια χρόνια, καὶ νὰ παίρνῃ μία σταγόνα·  νὰ πετάῃ ἐπάνω στὰ πελάγη καὶ νὰ παίρνῃ μία σταγόνα μὲ τὸ ῥάμφος του. Ἔ λοιπόν, θὰ ᾿ρθῇ ἐποχὴ ποὺ τὸ πουλὶ αὐτό, σὲ ἐκατομμύρια – δισεκατομμύρια χρόνια ὑπελόγισαν, θὰ πάρῃ τὴν τελευταία σταγόνα. Ἐνῷ ὁ Θεὸς εἶνε ἀτελεύτητος. Ἄρα ποτέ δὲν ὑπάρχει ἐποχὴ ποὺ θὰ σταματήσῃ… Αἰώνιος, αἰώνιος! Τὸ «νῦν» θὰ σταματήσῃ· τὸ ἄλλο, τὸ «ἀεί» («Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»), δὲν θὰ σταματήσῃ. Μέσα εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων, ὑπάρχει ὁ Χριστός.

Λοιπὸν ποτέ ποτέ δὲν ὑπῆρξε χρόνος ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Ἐνῷ ὁ Ἄρειος τί ἔλεγε; Αὐτὴ ἦταν ἡ βλάσφημος θεωρία του· ὅτι ἦταν ἑποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Αὐτὴ ἦταν βλάσφημος ἰδέα ἐναντίον τῆς θεότητος τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς αἰωνιότητος τοῦ Θεοῦ. Διότι γιὰ ὅλους ἐμᾶς ἐπάνω στὸν τάφο μας θὰ γράψουν· Ἔζησε, ἔζησε, ἔζησε. Γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν μποροῦν νὰ γράψουν αὐτό. Διότι ὁ Χριστὸς ζῇ, ζῇ. Στὶς κατακόμβες, ποὺ εἶνε κάτω ἀπὸ τὴ Ῥώμη, ποὺ εἶνε μεγάλοι λαβύρινθοι μὲ τοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, ἐπάνω στὰ μνήματα τῶν ἡρώων τῆς πίστεως οἱ μάρτυρες, μὲ τὸ δάκτυλό τους καὶ μὲ τὸ αἷμα τους, γράψανε, ὅτι ὁ Χριστὸς ζῇ, ζῇ, ζῇ. Δὲν πέθανε, ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Θὰ πεθάνουν οἱ βασιλιᾶδες, οἱ αὐτοκράτορες, θὰ πεθάνουν οἱ πάντες, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὡς ἄνθρωπος ἐσταυρώθη στὸ Γολγοθᾶ καὶ ἐθανατώθη, ἀλλ᾿ ὡς Θεάνθρωπος ἀνεστήθη, ἐφανερώθη καὶ ζῇ εἰς αἰῶνας αἰώνων. Εἶνε τὸ «Νῦν καὶ ἀεὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

Νίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, λόγῳ τῆς πίστεώς του καὶ τῆς βαθειᾶς γνώσεως τῆς ἑρμηνείας τῆς ἁγίας Γραφῆς.

Αὐτὴ λοιπὸν τὴν αἰωνιότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἠρνεῖτο ὁ Ἄρειος. Ἦτο βλασφημία κατὰ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐναντίον τοῦ Ἀρείου ἠγωνίσθη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μαζὶ μὲ ἄλλους ἐκλεκτοὺς ἱεράρχας, πατέρας καὶ ὁσίους, ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, καὶ διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων του ἀπὸ τὴ Γραφὴ τὸν κατετρόπωσε. Διότι τὴ Γραφὴ τὴν ἤξερε ἀπ᾿ ἔξω. Εἶχε διαβάσει πολλὰ βιβλία ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀλλὰ ἕνα βιβλίο τὸ διάβασε καὶ τὸ ἤξερε ἀπ᾿ ἔξω, τὸ εἶχε ἀποστηθίσει· τὴν ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη. Ἦταν δυνατὸν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ ὁπλοστάσιο τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ ἁρπάζει ὅπλα καὶ νὰ πολεμῇ καὶ νὰ συντρίβῃ τὰς αἱρέσεις.

Σήμερα; Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Βάζω στοίχημα· ἂν παρουσιαστῇ ἕνας χιλιαστὴς καὶ μαζέψῃ 8.000 παπᾶδες, θὰ τοὺς βάλῃ κάτω. Καὶ τοὺς δεσποτάδες ἀκόμα θὰ νικήσῃ. Διότι δὲν διαβάζουν. Οἱ χιλιασταὶ διαβάζουν μέρα – νύχτα· διαβάζουν τὸν Ἰερεμία, τὸν Ἠσαΐα…. Οἱ δὲ Χριστιανοί, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, δὲν διαβάζουμε, ὅπως ἐδιάβαζε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.

Ἐὰν λοιπὸν ἐνίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἐνίκησε καὶ λόγῳ τῆς πίστεώς του, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς βαθειᾶς γνώσεως τῆς ἑρμηνείας τῆς ἁγίας Γραφῆς, τὴν ὁποία κατεῖχε ὅσον οὐδεὶς ἄλλος πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Ἀρείου εἰς τὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἀλλὰ ἠγωνίσθη ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον κάποιων ἄλλων, μιᾶς ἄλλης παρατάξεως. Ποιᾶς παρατάξεως;

ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀρείου ἡ Ἐκκλησία ἐδιχάσθη. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ διαίρεσι, ἀπὸ σχίσμα. Ὁλος ὁ λαὸς τῆς Ἀλεξανδρείας ἦταν ἑνωμένος. Ἀλλὰ ξαφνικὰ ὁ λαὸς αὐτὸς ἐχωρίσθη εἰς τρεῖς παρατάξεις. Ἡ μία παράταξις ἦταν οἱ ὀρθόδοξοι, μαζὶ μὲ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Αὐτοὶ ἦταν λίγοι. Ἡ ἄλλη παράταξις, μὲ βασιλιᾶδες καὶ αὐτοκράτορες, ἦταν οἱ ἀρειανοί. Κόμμα μεῖζον. Αὐτὴ ἡ παράταξις ἔφερε διαίρεσι μέσα στὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἡ ἄλλη παράταξις, τὸ τρίτο κόμμα, ἦταν οἱ ἡμιαρειανοί. Τί λέγανε αὐτοί; Αὐτοὶ ἤτανε οἱ συμβιβαστικοί. Λέγανε γιὰ τὸν Ἀθανάσιο· Ἀδιάλλακτος εἶνε, πώ πώ πώ, τῶν ἄκρων, τῶν ἄκρων! δὲν ὑποφέρεται· αὐτὸς διαίρεσε τὴν Ἐκκλησία… Καὶ αὐτοὶ τί ἔλεγαν. Νά ἐμεῖς οἱ ἡμιαρειανοὶ λέμε τρόπον τινὰ τὸ μέσον. Ἡ μὲν παράταξις τῶν ὀρθοδόξων ἦταν τὸ ἕνα ἄκρο, τὸ ἄλλο ἄκρο ἦταν οἱ ἀρειανοί, καὶ αὐτοὶ ἦταν στὸ μέσον· ἦταν μὲ τὸν Δάντη. Ἐμεῖς, ἔλεγαν, θὰ τοὺς συμβιβάσουμε· ἀδέλφια εἶνε καὶ οἱ μέν, ἀδέλφια εἶνε καὶ οἱ δέ. Τρόπον τινὰ τὸ Κέντρο, γιὰ νὰ ὁμιλήσουμε στὴν σύγχρονη γλῶσσα. Θὰ τὰ συμβιβάσουμε· θὰ πάρουμε αὐτούς, θὰ πάρουμε ἐκείνους, θὰ συμβιβασθοῦμε. Νὰ τοὺς φέρουμε σὲ ἕνα συμβιβασμὸ μὲ εἰρήνη καὶ ὁμόνοια. Καὶ ἔλεγαν στὸν Ἀθανάσιο·

―Σὲ παρακαλοῦμε· ἀναγνωρίζουμε τὴ σοφία, τὴν ἀρετή, τὰ πάντα· ἀλλὰ πῆρες τὰ ἄκρα.… Νά, σὲ παρακαλοῦμε πολὺ νὰ ὑποχωρήσῃς κ᾿ ἐσύ, νὰ ὑποχωρήσουν κι αὐτοί.

―Καὶ τί ζητᾶτε; ἐρώτησε τὸ κόμμα αὐτό, τῶν ἡμιαρειανῶν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.

―Ἄ, ἐμεῖς δὲν ζητοῦμε πολλὰ πράγματα…

Σὰν τὴν ἀλεποῦ, ποὺ θέλει νὰ μπῇ μιὰ φορὰ στὸ κοττέτσι. Καὶ αὐτοὶ δὲν ζητοῦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ κάνουμε μία μικρὰ ὑποχώρησι οἱ ὀρθόδοξοι. Τί ὑποχώρησι;

―Τίποτε δὲν ζητοῦμε, ἔλεγαν, τίποτε. Νά, στὸ «Πιστεύω» νὰ προστεθῇ ἕνα γράμμα, μόνο ἕνα μικρὸ γράμμα. Ποῖο γράμμα; Ἐκεῖ ποὺ λέει στὸ «Πιστεύω» γιὰ τὸ Χριστὸ «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», νὰ προσθέσουμε τὸ «ι» καὶ ἀντὶ «ὁμοούσιον» νὰ γίνῃ «ὁμοιούσιον».

―Ὄχι, ὄχι, ἀπήντησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Διότι ὅποιος ἀφαιρέσῃ ἢ προσθέσῃ ἕνα γράμμα, θὰ εἶνε ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

 Ὅπως ὁ Παρθενώνας εἶνε ἕνα τέλειο πρᾶγμα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ χαράξῃς τίποτα ἐπάνω, ἔτσι καὶ τὸ «Πιστεύω» εἶνε παρθενών τοῦ πνεύματος, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται σ᾿ αὐτὸ καμμιά παραχάραξις. Λοιπὸν αὐτοὶ τί ζητοῦσαν; «ὁμοιούσιον», νὰ βάλουν το «ι» στὸ «ὁμοούσιον». Τὸ «ὁμοούσιον» εἶνε Θεός, τὸ «ὁμοιούσιον» εἶνε ἄνθρωπος· διότι ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη «κατ᾿ εἰκόνα» καὶ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ (Γέν.). Μὲ τὸ «ὁμοιούσιον» ὁ Χριστὸς εἶνε ἄνθρωπος πλέον. Καὶ γι᾿ αὐτό, γιὰ μιὰ λέξι, γιὰ ἕνα γράμμα, ἐταράχθη ὁλόκληρο τὸ σύμπαν. Δὲν ὑποχώρησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὴ συμβιβαστικὴ αὐτὴ προσπάθεια, τὴν ὁποία ἔκανε τὸ κόμμα τῶν ἡμιαρειανῶν στὴν Ἐκκλησία. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν προσωπικῶς, ἐναντίον τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἀρείου, ἠγωνίσθη ἐναντίον ἡμιαρειανῶν, ἐναντίον βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων, ἠγωνίσθη ἐναντίον κόσμου ὁλοκλήρου.

ΛΥΣΣΑΛΕΩΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ

Γι᾿ αὐτὸ ὅμως καὶ τὸν πολέμησαν λυσσωδῶς. Διότι ὅπως τὰ ἀλητόπαιδα δὲν πετᾶνε πέτρες ἐπάνω στὰ ἄκαρπα δένδρα, ἀλλὰ ἐπάνω στὰ καρποφόρα, ἔτσι καὶ ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ῥίξανε ὅλες τὶς πέτρες μὲ λύσσα οἱ ἐχθροί του.

Καὶ τί δὲν τὸν κατηγόρησαν. Τὸν κατηγόρησαν, ὅτι εἶνε ἄδικος στοὺς παπᾶδες· ὅτι μέσα στὴν αὐλή του ἄλλους ἔχει εὐνοημένους καὶ ἄλλους δὲν τοὺς ἔχει εὐνοημένους· ὅτι ἄλλον τὸν ἔχει κοντά του καὶ ἄλλον τὸν ἔχει μακριά του. Ὅτι εἶνε ἄδικος, ὅτι εἶνε σκληρός, ὅτι χτυπᾷ τοὺς παπᾶδες – ποιός; ὁ Μέγας Ἀθανάσιος! Ὅτι πίνει(;). Ὅτι κάποιον παπᾶ τὸν ἔδειρε, καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ χέρι του, καὶ τὸ πῆρε τὸ χέρι καὶ κάνει μάγια – φρικτὰ πράγματα. Ὅτι ἄλλον παπᾶ τὸν σκότωσε, τὸν ἔρριξε μέσα στὴν λάρη(;). Ὅτι ἀτίμασε μία κοπέλλα, ποὺ πῆγε νὰ ἐξομολογηθῇ. Ὅτι ἔκλεψε χρήματα ἀπὸ ᾿δῶ κι ἀπὸ ᾿κεῖ. Ὅτι εἶχε ἕνα πιθάρι χρήματα καὶ τὰ ἔδωσε γιὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ καθεστώς, τὸ καθεστὼς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅτι ἐμπόδισε τὰ καράβια νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ νὰ φθάσουν στὴν Κωνσταντινούπολι γιὰ νὰ μεταφέρουν τρόφιμα, νὰ μεταφέρουν σιτάρι. Ὅτι… Ὅτι… Ὅτι… ὁλόκληρη ἱστορία.

Τὸν πολέμησαν. Δικάστηκε, καταδικάστηκε. Δικαιώθηκε ὅμως ἀπὸ τὴ Σύνοδο. Μεγάλα γεγονότα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντιμετώπισε καὶ ἐνίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.

Μόνο δύο περιστατικὰ θὰ σᾶς πῶ, γιὰ νὰ δῆτε πῶς ἐνίκησε μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ.

Τὸν κατηγόρησαν ὅτι ἔκοψε τὸ χέρι ἑνὸς παπᾶ. Τὸν παπᾶ τὸν εἶχαν κρύψει. Λέει στὰ παιδιά του ὁ Μέγας Ἀθανάσιος· Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ τρέξτε νὰ τὸν βρῆτε, ζῇ. Ψάξανε ψάξανε, τὸν βρήκανε καὶ τὸν φέρανε στὸ δικαστήριο, στὴν Σύνοδο.

―Ἔκοψες, λέει, τὸ χέρι τοῦ παπᾶ, καὶ μὲ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ κάνεις μάγια.

Πόσα χέρια, τοὺς λέει, ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος;

―Δύο.

―Ὑπάρχει ἄνθρωπος μὲ τρία χέρια;

―Ὄχι.

Τότε λέει· Φέρτε ἐδῶ τον παπά.

Ὅταν παρουσιάστηκε, τοὺς ἐρωτᾷ πάλι·

―Εἶνε αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μὲ κατηγορεῖτε;

―Αὐτός εἶνε.

―Δεῖξε τὰ χέρια σου, τοῦ λέει (εἶχε δύο χέρια). Ἐὰν εἶχε καὶ τρίτο χέρι, λέει στοὺς κριτάς, τότε τοῦ ἔκοψα τὸ χέρι καὶ εἶμαι ἔνοχος τοῦ ἐγκλήματος.

Ἀπεδείχθη ἡ συκοφαντία!

Ἄλλη συκοφαντία ἦταν, ὅτι ἀτίμασε κοπέλλα. Ποῖος; Ὁ ἅγιος ἄνθρωπος, ὁ ἁγνὸς ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἐγνώρισε γυναῖκα, καὶ ἔζη ὡς ἄγγελος καὶ ἀρχάγγελος μέσα εἰς τὸν κόσμο. Καὶ βρῆκαν μιὰ γυναῖκα, ἕνα πορνικὸν γύναιον, τὴν πλήρωσαν, τῆς ἔδωσαν χρήματα καὶ τῆς εἶπαν· Ἐσὺ θὰ τὸν κατηγορήσῃς τὸν Ἀθανάσιο.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἦταν κοντός, καὶ γι᾿ αὐτὸ οἱ ἐχθροί του τὸν λέγανε ἀνθρωπάκι. Ἦταν μικρὸς στὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ ὑψηλὸς στὸ φρόνημα μέχρι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸν δικάσουν, πῆρε κοντὰ τὸ διᾶκο του. Ὁ διᾶκος ἦταν πελώριος, ἦταν ψηλός, εἶχε ἀνάστημα· ἦταν διάκος καὶ φαινόταν σὰν δεσπότης, ἐνῷ ὁ δεσπότης φαινόταν σὰν διακάκι. Λοιπὸν τοῦ λέει· Στὸ δικαστήριο, νὰ παρουσιαστῇς ἐσὺ καὶ νὰ ἀπολογηθῇς γιὰ μένα.

Ἄρχισε λοιπὸν νὰ κλαίῃ τὸ γύναιον, ὅτι Μιὰ νύχτα μὲ ἀτίμησε ὁ Ἀθανάσιος, καὶ λοιπά. Ἔλεγε ἡμερομηνίες, ἔλεγε χρονολογίες. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ συκοφαντίας γυναικός. Φοβερὸ πρᾶγμα. Ἡ γυναίκα μπορεῖ νὰ πλάσῃ μὲ τὸ μυαλό της τὰ μεγαλύτερα ψέματα, ἀφάνταστα τερατουργήματα. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα γυναικῶν. Φώναζε λοιπὸν αὐτή, καὶ ὅλοι πιστεύανε, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος ἔκανε τὴν ἁμαρτία αὐτή.

Ξαφνικὰ παρουσιάζεται ὁ διᾶκος.

―Πρόσεξε, τῆς λέει, κοίταξέ με καλά· ἐγὼ σὲ ἀτίμασα; Ἐγώ;

―Ἐσύ μὲ ἀτίμασες.

―Ἐγώ, λέει, δὲν εἶμαι ὁ Ἀθανάσιος· ἐγὼ εἶμαι ὁ διᾶκος.

Πάλι ἀπεδείχθη ἡ συκοφαντία. Αὐτὴ οὔτε τὸν ἤξερε τὸν Ἀθανάσιο, οὔτε τὸν εἶχε δεῖ ποτὲ ποιός εἶνε. Ἔτσι κατέρριψε τόσο τὴν κατηγορία ὅτι ἀπέκοψε τὸ χέρι τοῦ κληρικοῦ γιὰ νὰ κάνῃ μάγια, ὅσο καὶ τὴν κατηγορία ὅτι ἀτίμασε γυναῖκα.

ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΟΣ & ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἔμεινε μέχρι τέλους ἀδιάλλακτος. Τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ἦταν, ὅτι ὑπῆρξε ἀδιάλλακτος. Δὲν ὑποχωροῦσε ποτέ. Θὰ σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα τοῦ ἀδιαλλάκτου πνεύματος ποὺ εἶχε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.

Μία μέρα στὴν ἀρχιεπισκοπή του χτύπησε τὴν πόρτα ἕνας στρατηγός.

―Ἔχεις γράμμα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ ἐπιμένει νὰ ἐκτελέσῃς ἀμέσως τὴ διαταγή. Ἔγραφε λοιπὸν ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ κάτω, ὅτι· Ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θ᾿ ἀνοίξῃς τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καὶ θὰ βάλῃς μέσα τὸν Ἄρειο.

Τοῦ λέει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος·

―Ὕπαγε, στρατηγέ, καὶ ἀναπαύου…· θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον μου.

Περάσανε τρεῖς μέρες, δὲν ἤνοιξε τὶς πόρτες· τὶς ἔκλεισε, ἄφησε τὸν Ἄρειο ἀπ᾿ ἔξω, δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μπῇ. Ἀπὸ ἐκεῖ ἄρχισε ἡ μεγάλη περιπέτεια καὶ ἡ ἐξορία του. Δὲν ἐπέτρεπε νὰ μποῦν στὴν ἐκκλησία αἱρετικοί, καὶ ἠγωνίσθη γι᾿ αὐτό. Καὶ ὄχι μόνο ἦτο ἀδιάλλακτος, ἀλλὰ καὶ θαρραλέος καὶ ἀτάραχος. Τὸν περικύκλωσαν στὴ μητρόπολί του τάγματα ὅλη νύχτα. Ἀλλὰ αὐτὸς ἀτάραχος, εἰρηνικός. Τὸ πρωῒ – πρωΐ, ὅταν ἔφευγε στὴν ἐξορία, ἦταν ὁ οὐρανὸς σκοτεινιασμένος. Σύννεφα εἶχε στὸν οὐρανό. Κλαίγανε τὰ πνευματικά του τέκνα, ὅλη ἡ Ἀλεξάνδρεια ποὺ τοῦ ἦταν ἀφωσιωμένη. Καὶ τότε σὲ μιὰ στιγμὴ κοιτάζει τὰ σύννεφα καὶ λέει·

―Βλέπετε τὰ σύννεφα; ἔτσι καὶ τὰ γεγονότα αὐτά· «νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται»· συννεφάκι εἶνε αὐτὸ ποὺ συμβαίνει. Ὁ ἥλιος θὰ νικήσῃ τὰ σύννεφα, ὅσο σκοτεινὴ κι ἂν εἶνε ἡ μέρα, ὅσο μαύρη κι ἂν εἶνε ἡ μέρα. Τὰ σύννεφα θὰ φύγουν, θὰ ᾿ρθῇ ἡ ἄνοιξι, θὰ ᾿ρθῇ ὁ λαμπρὸς ὁ ἥλιος. Δὲν νικᾶνε τὰ σύννεφα τὸν ἥλιο, ἀλλὰ ὁ ἥλιος νικάει τὰ σύννεφα. «Νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται».

Καὶ ἦρθαν στιγμὲς ποὺ ἔμεινε μόνος. Πέντε φορὲς ἐξωρίστηκε. Μέσα σὲ σπηλιές, σὲ χαράδρες καὶ τάφους ἔζησε (σὲ ἕνα τάφο κρυβόταν), γιὰ νὰ μὴ συλληφθῇ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του. Καὶ ἔμεινε μόνος, καὶ μόνος του σήκωσε πάνω στοὺς ὤμους του τὴν Ὀρθοδοξία. Λέγουν στὴ μυθολογία, ὅτι τὴ Γῆ τὴν σήκωνε στοὺς ὤμους του ἕνας ἥρωας λεγόμενος Ἄτλας. Ἀλλ᾿ αὐτὸ εἶνε μῦθος. Ἐδῶ εἶνε πραγματικότητα· ὅτι ὁ Ἀθανάσιος κράτησε μόνος ἐπάνω στοὺς ὤμους του τὴν ὀρθοδοξία ὁλόκληρη. Ἦταν ἀδιάλλακτος, ἦταν θαρραλέος, ἦταν ἐπίμονος, ἦταν πιστὸς καὶ ἀφωσιωμένος εἰς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Ἐὰν ἐρωτήσετε, Μετὰ τὸ Χριστὸ ποιός ἔρχεται; ἡ ἀπάντησις εἶνε· Ὑπάρχουν ἄστρα, ἑκατομμύρια ἄστρα, ἀλλὰ μετὰ τὸν ἥλιο δευτέρα σὲ λάμψι ἔρχεται ἡ σελήνη, καὶ ἔπειτα ἀκολουθοῦν τὰ ἄλλα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ἐὰν ἐρωτήσετε, Μετὰ τὸν ἥλιο – Χριστὸ ποιός ἔρχεται; ἔρχεται ἡ Παναγία ὡς γυναίκα. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἐρωτήσετε, Ποιός ἔρχεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἄνδρες; ἔρχεται ὁ Παῦλος ὁ ἀπόστολος. Καὶ ἐὰν ῥωτήσετε, Ποιός ἔρχεται μετὰ τὸν Παῦλο; ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Εἶνε ὁ πατὴρ πατέρων. Βέβαια. Ἠγωνίσθη γιὰ τὴν ὀρθόδοξο πίστι.

Τώρα ἐμεῖς τί ἔχουμε νὰ κερδίσουμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ λίγα ἄνθη, τὰ ὁποῖα σκορπίσαμε ἀπὸ τὸν βίο τοῦ ἁγίου; Μεγάλοι Ἀθανάσιοι νὰ γίνουμε, δὲν μποροῦμε. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀνήκει στὰ ἐξαιρετικὰ ἐκεῖνα πνεύματα, τὰ ὁποῖα ἐγείρει ὁ Θεὸς εἰς τὰς δυσκόλους περιόδους τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὰ ὀρθόδοξα δόγματα. Ἐμεῖς ὅλοι, ἑβδομήντα δεσποτάδες δὲν εἴμεθα; Νὰ πιάσῃς τοὺς ἑβδομήντα δεσποτάδες ποὺ εἴμεθα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, νὰ πιάσῃς τοὺς δεσποτάδες ποὺ ἔχει ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Ῥουμανία καὶ ἡ Ῥωσία κ.λπ. καὶ τὰ πατριαρχεῖα τὰ ἔνδοξα, τὸ νυχάκι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου δὲν κάνουμε.

ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ Ο ΚΟΛΑΚΑΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

Πόσο λυπημένος εἶμαι αὐτὲς τὶς μέρες! Ἂς μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ κάτι. Ἐμεῖς δὲν είμεθα ὑπουργοί, ὑπουργοὶ τῶν ἐξωτερικῶν· είμεθα Ἕλληνες ἱεράρχαι, είμεθα καὶ Χριστιανοί. Πόσο στενοχωρήθηκα. Πέταξα ἀπὸ τὰ χέρια τὴν ἐφημερίδα. Ὁ πατριάρχης νὰ κρατάῃ θυμιατὸ καὶ νὰ θυμιάζῃ τὸν Ἰνονοῦ; Βρέ, τὸν Ἰνονοῦ, ποὺ ἦταν ὁ μεγαλύτερος μισέλλην, ὁ ὁποῖος σὰν νέος Ἡρῴδης διέταξε καὶ ἐσφάγησαν χιλιάδες Πόντιοι, Μικρασιάτες; Νὰ τὰ λὲς ἐσύ, τὸ Πατριαρχεῖο; ψευτιές, ὅτι ὑπῆρξε μεγάλος ἄνθρωπος στὴν ἱστορία, καὶ αἰωνία του ἡ μνήμη κ.λπ. κ.λπ.; Λυπᾶμαι, λυπᾶμαι. Ῥὲ πατριαρχεῖο, ποῦ πᾷς; Τοὐλάχιστον κλεῖσε τὸ στοματάκι σου· ἢ πὲς ἄλλα λόγια, ἀλλὰ μὴν ἐγκωμιάσῃς. Γιατὶ φωνάζουν οἱ παράγκες (τῶν προσφύγων) τοῦ Πόντου, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας… Νὰ λὲς ψευτιές, γιὰ νὰ μείνῃς ἐκεῖ πέρα στὸ θρόνο; Ἀπαράδεκτο! Εἶμαι Ἕλληνας ἱεράρχης καὶ εἶμαι Χριστιανός· τὰ ἔθνη δὲν πλάθονται μὲ τοιαῦτες κολακεῖες καὶ μὲ τοιαῦτα ψεύδη. Ἂς τὸν τιμήσουνε οἱ Τοῦρκοι ὡς ἄνδρα ἰσχυρὸ καὶ μεγάλο. Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ τιμήσουμε ἕναν ὁ ὁποῖος κατέσφαξε χιλιάδες Ἕλληνες. Ποτάμι ὁλόκληρο τὸ αἷμα, ἀγανακτεῖ ἡ ψυχή. Καὶ εἶνε μία δικαία διαμαρτυρία ἐκ μέρους ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ὁποίου τμῆμα κατέσφαξε ὁ νέος αὐτὸς Ἡρώδης, νά ᾿ρχεσαι ἐσὺ τὸ Πατριαρχεῖο καὶ νὰ τοῦ ψάλλῃς τὸ ἐγκώμιο. Ξέρετε πῶς μοιάζει; Νὰ κλαῖνε ἐδῶ ἕναν σκοτωμένο, καὶ μετὰ νὰ βγῶ ἐγὼ καὶ νὰ πῶ· Αὐτὸς ποὺ τὸν σκότωσε εἶνε ἕνας μεγάλος ἄνδρας, ποὺ θὰ μείνῃ στὴν ἱστορία… Τί θὰ λέγατε ἐσεῖς; Ἀλλὰ ἐδῶ δὲν εἶνε ἕνας μόνο σκοτωμένος· εἶνε χιλιάδες, ἑκατομμύρια σκοτωμένοι, καὶ τὰ χέρια τῶν φονέων τους στάζουν.

―Εἶσαι ἐναντίον τῆς Τουρκίας;

Ὄχι, ὄχι. Τοιαῦτα αἰσθήματα δὲν ἔχω ὡς ἱεράρχης, τοιαῦτα αἰσθήματα δὲν ἔχω ὡς ἐπίσκοπος. Κ᾿ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐσεῖς, τὰ ἐγγόνια σας, τὰ δισέγγονα, τὰ τρισέγγονά σας, θὰ δῆτε τὸ θαῦμα. Γράψατέ το, σημειῶστε το, σημειῶστε το τὸ θαῦμα, ὅτι καὶ ἡ Τουρκία μιὰ μέρα θὰ γίνῃ ἕνα μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ὄχι μὲ διπλωματίες, ὄχι μὲ ψευτιές, ὄχι μὲ ὑποκρισίες, ὄχι μὲ τέτοια πράγματα, ὄχι μὲ ὅπλα· ἀλλὰ μιὰ μέρα, σύμφωνα μὲ τὰ βιβλία μας, καὶ οἱ Τοῦρκοι θὰ πιστέψουν στὸ Χριστό, θὰ πιστέψουν στὸ Χριστό. Θὰ γίνουμε μιὰ φυλὴ καὶ ἕνα ἔθνος, ἔτσι, ἀλλὰ ὄχι ὅμως νὰ καταντήσουμε νὰ κολακεύουμε κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο.

ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΜΙΚΡΟΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΙ

Ἔφυγα ἀπὸ τὸ θέμα; Δὲν ἔφυγα ἀπὸ τὸ θέμα. Λέω λοιπόν, ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος σήκωσε τὸ ἀνάστημά του μπροστὰ σὲ ἕναν Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ τοῦ λέει· Ἐσὺ στὰ παλάτια σου, ἐσὺ στὸ θρόνο σου, ἐγὼ στὴν Ἐκκλησία (φαντάσου νά ᾿ταν τώρα στὰ Πατριαρχεῖα ἕνας τέτοιος μεγάλος ἀνήρ, ὄχι κόλακας, ἀλλὰ ἕτοιμος νὰ θυσιάσῃ τὰ πάντα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν Ἐκκλησία). Μαζέψτε λοιπὸν τοὺς δεσποτάδες τῆς Ἑλλάδος, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Σερβίας κ.λπ.· ἐὰν μαζέψῃς τοὺς παπᾶδες, τοὺς 8.000 παπᾶδες ποὺ ἔχει ἡ Ἑλλάδα, ἂν τοὺς στύψῃς ὅλους, ἂν μᾶς στύψῃς ὅλους, τὸ νυχάκι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου δὲν τὸ κάνουμε. Είμεθα πολὺ μακριά. Δὲν είμεθα εἰς τοιοῦτον ὕψος ἀρετῆς καὶ ἱκανότητος.

Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεὸ μέσ᾿ στὸ ἔθνος μας νὰ ἀναδείξῃ νέα ἀναστήματα πνευματικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπερασπίσουν τὴν ὀρθόδοξο πίστι μας. Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε Μεγάλοι Ἀθανάσιοι, μποροῦμε νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Μικροὶ Ἀθανάσιοι ὅλοι ἐσεῖς ποὺ εἶσθε ἐδῶ. Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἥλιος, νὰ γίνουμε ἕνα κεράκι. Καὶ τὸ κεράκι εἶνε χρήσιμο. Δὲν ἔχω καιρὸ νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ἱστορία ἑνὸς κεριοῦ, πῶς μὲ ἕνα κεράκι σώθηκε ὁλόκληρο τάγμα, πῶς πέρασε ὁλόκληρα βουνὰ μὲ ἕνα κεράκι μέσα στὸ σκοτάδι. Λοιπόν, μέσα στὸ σκοτάδι ποὺ είμεθα, ἂν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἀστέρες φωτεινοὶ καὶ πολύφωτοι καὶ ἂν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἥλιοι, νὰ γίνουμε ἕνα κεράκι στὸ σκοτάδι αὐτὸ  που βρισκόμεθα. Ἐλᾶτε ὅλοι! Μποροῦμε νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Καὶ τὸ μικρὸ παιδάκι, καὶ ὁ γέρος ὁ ἀσπρομάλλης, καὶ ἡ γυναίκα, καὶ ὁ ἀγράμματος, καὶ ὁ διᾶκος, καὶ ὁ ἐπίσκοπος, καὶ ὁ πατριάρχης, μποροῦμε στὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Πολλὰ μικρὰ κεριά, ὅταν ἑνωθοῦν, κάνουν μία μεγάλη λάμπα· καὶ πολλὰ μικρὰ ῥυάκια, ὅταν ἑνωθοῦν, κάνουν τὸ Δούναβι ποταμό· καὶ πολλοὶ μικροὶ Ἀθανάσιοι, ἑνούμενοι, μπορεῖ νὰ φτάσουν τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, τὴν ἐνσάρκωσι τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀντιστάσεως ὑπὲρ τῆς πίστεώς μας.

ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΗΜΕΡΑ

―Μά, θὰ πῆτε, κινδυνεύουμε;

Μπορῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὡς Ὀρθόδοξοι κινδυνεύουμε περισσότερο σήμερον ἀπὸ ὅ,τι κινδυνεύανε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Γιατὶ σήμερα τὰ ἐγγόνια τοῦ διά᾿ολου, τοῦ Ἀρείου, δὲν ἀπέθαναν, ὅπως σᾶς εἶπα. Καὶ σήμερα ὁ Ἄρειος ὑπάρχει. Καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου ἀναστήθηκε στὰ πρόσωπα τῶν χιλιαστῶν. Οἱ χιλιασταὶ δὲν λένε τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Ἄρειος. Ἂν ῥωτήσῃς χιλιαστή, ἕναν ἅγιο μισοῦν· τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Ἀφρίζουνε καὶ τὸν ὑβρίζουν. Γιατὶ αὐτὸς ἦταν πολέμιος τῶν ἰδεῶν τῆς αἱρέσεώς τους. Καὶ ἂν ῥωτήσῃς, ποιόν ἀγαποῦν περισσότερο, ποιόν ἔχουν σὲ εἰκόνα; Τὸν Ἄρειο! Τὸν Ἄρειο, ποὺ ἀφώρισε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, αὐτοὶ τὸν ἔχουν ὡς σπουδαιότατο πρόσωπο τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἱστορίας τους. Οἱ χιλιασταὶ εἶνε τὰ παιδιά, τὰ ἐγγόνια, τὰ δισέγγονα τοῦ διαβόλου, οἱ ὀχιὲς αὐτὲς ποὺ σκορποῦν τὸ δηλητήριο μέσα στὶς ψυχές. Χθὲς, ἔλαβα ἕνα γράμμα κάτω ἀπὸ τὸ Μοριᾶ. Μοῦ ἐξομολογεῖται ἕνας οἰκογενειάρχης.

―Ἄχ, λέει, τί ἔπαθα. Τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων ἀνοίξαμε τὸ ῥαδιόφωνο, γιὰ νὰ πιάσουμε ἕνα σταθμό και ἀντὶ ν᾿ ἀκούσουμε ἕνα χριστουγεννιάτικο τραγούδι, βγῆκε ἕνας ἐκφωνητὴς στὸ ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ, ξένου κράτους, καὶ τὸ τί εἶπε ἑναντίον τοῦ Χριστοῦ δὲν λέγεται!…

Λυσσομανοῦν οἱ σταθμοὶ ἑναντίον τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ἤμουν νέος στὴ Φλώρινα συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἀπὸ τὸ Μοναστήρι κατεβαίνουν στὴ Φλώρινα καὶ πᾶνε στὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ ζητοῦν εἰκόνες. Πόσο πιστεύουν κάτι χωριάτες, γυναῖκες καὶ ἄνδρες, ἀπὸ τὸ Μοναστήρι! Μπαίνουν μέσα καὶ παίρνουν εἰκόνες τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ ἁγίου Δημητρίου…. Τὸ πῆρε μυρωδιὰ τὸ Τελωνεῖο τοῦ Τίτου καὶ τὸ ἀπηγόρευσε. Δὲν δέχεται νὰ περάσουν εἰκόνες. Κάνει ἔλεγχο καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχουν εἰκόνες τῶν ἁγίων. Ὅποιος ἔχει εἰκόνες, θεωρεῖται ὅτι ἔχει ἐπικίνδυνα πράγματα, ὅπως λ.χ. ἐκρηκτικὲς ὕλες, καὶ τὸν σημειώνουν. Καὶ οἱ εἰκόνες γυρίζουν πίσω στὰ καταστήματα· δὲν μποροῦν νὰ περάσουν οἱ εἰκόνες…

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΑΘΟΥΜΕ ΦΡΟΥΡΟΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Βάλλεται λοιπὸν καὶ κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ πολλὲς πλευρές. Γίνεται μεγάλος πόλεμος ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ πρέπει νὰ σταθοῦμε φρουροί. Ὅπως οἱ στρατιῶτες ἐπάνω στὰ σύνορα φυλάγουν καὶ μόλις δοῦν κάτι φωνάζουν Ἄλτ!, ―ἔχουμε στρατιῶτες γενναίους ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνά, στὸ Καϊμακτσαλάν, στὸ Βίτσι κ.λπ., ποὺ μέσα στὴν ἄγρια νύχτα τουρτουρίζουν ἐκεῖ πάνω στὰ βουνὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπουν σὲ ἐχθρὸ οὔτε ἕνα βῆμα νὰ προχωρήσῃ, ἀλλὰ φωνάζουν Ἄλτ! καὶ τὸν σταματᾶνε, καὶ εἶνε ἕτοιμοι νὰ πέσουν εἰς τὰ σύνορα ὑπερασπίζοντες τὴν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδος μας― ὅπως αὐτοὶ φυλᾶνε τὰ σύνορα, νὰ φυλάξουμε κ᾿ ἐμεῖς τὰ πνευματικὰ σύνορα. Τὰ δὲ πνευματικὰ σύνορα, ποὺ ἔχουν ἀξία μεγαλύτερη ἀπὸ τὰ ἄλλα σύνορα, εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία. Νὰ τὴν φυλάξουμε. Νὰ γίνουμε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἕνας βράχος, ἕνας γαλάζιος βράχος, καὶ νὰ ποῦμε στὰ ἄγρια κύματα τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς, νὰ ποῦμε σὲ ὅλους· Ἄλτ, δὲν θὰ περάσετε! Είμεθα Πόντιοι, είμεθα Μικρασιάται, είμεθα Ἕλληνες, είμεθα Χριστιανοί, δὲν θὰ περάσετε. Μασόνοι δὲν θὰ περάσετε, ἄθεοι κομμουνισταὶ δὲν θὰ περάσετε, χιλιασταὶ ἰεχωβῖτες δὲν θὰ περάσετε, φράγκοι δὲν θὰ περάσετε, προτεστάντες δὲν θὰ περάσετε. Ὄχι. Θὰ μείνουμε ἐδῶ φρουροὶ στὸ φρούριο, μικροὶ καὶ μεγάλοι, μία ψυχή, ἕνας λαός. Καὶ ἐλπίζω ὁ Θεός, ποὺ βοήθησε τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, τοὺς μεγάλους πατέρας, θὰ βοηθήσῃ κ᾿ ἐμᾶς νὰ μείνουμε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μας πιστοὶ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Απομαγνητοφωνημένη ἐσπερινή ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στὸν ἱερό ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος 30-12-1973