Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 = Α΄ Πέτρ. 1,16)

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 = Α΄ Πέτρ. 1,16)


Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Δώστε μου έναν άγιο!

Εορτὴ σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἄντρες γυναῖ­κες καὶ παιδιά. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἔχει κάθε μέρα ἑορτή, κάποιον ἅγιο ἑορτάζει. Τρι­ακόσες ἑξήντα πέντε μέρες ἔχει τὸ ἔτος, τρι­ακόσες ἑξήντα πέντε ἑορτὲς ὑπάρχουν. Καὶ ἄλλοτε μὲν ἑορτάζει ἕνας ἅγιος, ἄλλοτε ἑ­­ορτάζουν δύο, ἄλλοτε τρεῖς, ἄλ­λοτε σαράντα, ἄλ­λοτε ἑκατό, ἄλλοτε χίλιοι, ἄλλοτε δυὸ χιλιάδες – τρεῖς χιλιάδες ἅγιοι τῆς πίστεώς μας. Εἶ­νε δη­λαδὴ ἀμέτρητοι σὰν τὰ ἄστρα τ᾽ οὐρανοῦ.

Μεταξὺ τῶν ἁγίων, σὰν ἀστέρι πρώτου μεγέ­θους, λάμπει στὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ σημερινὸς ἅγιος, ὁ ἅγιος Δημήτριος. Ἀλλὰ προτοῦ νὰ ποῦμε γιὰ τὸν ἅγιο Δημήτριο ἂς ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα, τί εἶνε ἅγιος; Ἅγιος θὰ πῇ καθαρός, καθα­ρὸς ἀπὸ κάθε μο­λυσμό, μο­λυσμὸ ἁμαρτίας, γιατὶ αὐτή εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἀκαθαρσία.

Οἱ ἅ­γιοι εἶνε καθαροὶ ἀπὸ ἁμαρτία σὲ σχετι­­κὸ βα­θμό· στὸν ἀπόλυτο βαθμὸ ἕνας μό­νο εἶ­νε καὶ λέ­γεται ἅγιος ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ Θεάνθρω­πος Ἰησοῦς Χριστός. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰ­ησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀ­μήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.). Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀπολύτως Ἅγιος.

Ἅγιοι σὲ σχετικὸ βαθμὸ ἔγιναν ἄν­θρωποι ἀπὸ κάθε τάξι καὶ ἐπάγγελμα, καὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά. Ἅγιοι δὲν εἶνε μόνο καλό­γεροι καὶ κληρικοί· κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνῃ ἅγιος. Αὐτὸ εἶνε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ βλέπουμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων. Ἅ­γιοι π.χ. ἦταν βοσκοί, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ ἄ­κουσαν τὴ νύχτα τῆς Γεννήσεως τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη…» (Λουκ. 2,14) κι ὅπως ὁ ἅγιος Σπυρίδων· ἅ­γιοι ἦταν γεωργοὶ ὅπως ὁ ἅγιος Τρύφων, ῥάφτες, οἰκοδό­μοι, ἀρτοποιοὶ καὶ τόσοι ἄλλοι ἀπὸ κάθε ἐπάγ­γελμα. Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστιανισμοῦ· δέχεται τοὺς ταπεινοὺς τῆς γῆς. Ἔχω γράψει ἕνα βιβλίο «Ἅγιοι ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα»· σᾶς συνιστῶ νὰ τὸ διαβάσετε.

Δὲν ὑπάρχει, ἀγαπητοί μου, τάξις ἀπ᾽ τὴν ὁ­­­ποία νὰ μὴν ἀναδείχθηκε κάποιος ἅγιος. Καὶ ἀπόδειξις ὁ σημερινὸς ἅγιος, ὁ ἅγιος Δημήτρι­ος. Τί ἦταν; Δὲν ἦταν παπᾶς οὔτε καλόγερος, δὲν ἔ­ζησε σὲ ἀσκητήρια καὶ σπηλιές, δὲν κρατοῦ­σε κομποσχοίνια. Ἦταν λαϊκός, ζοῦσε μέσα στὴ διεφθαρμένη εἰδωλολατρικὴ κοινωνία τῆς Θεσσαλονίκης ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ ῥω­μαϊκοῦ στρατοῦ, καὶ μὲ τὴν ἀνδρεία του εἶχε ἀνεβῆ ὅλους τοὺς βαθμοὺς καὶ εἶχε φθάσει στὸ ἀξίωμα τοῦ χιλιάρχου, εἶχε γίνει δηλα­δὴ στρατηγός. Ἀλλὰ στὴν καρδιά του, χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν οἱ ἄλλοι, εἶχε τὸ Χριστό. Ὅταν ὅμως κηρύχθηκε διωγμὸς ἐναντίον τῶν Χριστια­νῶν, τὸν κατήγγειλαν ὅτι εἶνε Χριστιανὸς καὶ συν­ελήφθη. Ὡμολόγησε τὴν πίστι του στὸ Χριστό, τὸν καθαίρεσαν ἀπὸ τὸ ἀξίωμα καὶ τὸν ἔρριξαν δεμένο στὴ φυλακή. Ἐκεῖ ἔμεινε ἕως ὅ­του ἦρθε ἡ εὐλογημένη ὥρα ποὺ μὲ λόγχες μαρτύρησε γιὰ τὸν Κύριο. Αὐτὸς μὲ συντομία εἶνε ὁ βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ καλεῖ κ᾽ ἐμᾶς νὰ τὸν μιμηθοῦμε.

Σήμερα ἂν μᾶς ποῦν, Πιστεύεις στὸ Χριστό; δὲν στοι­χίζει τίποτα νὰ ποῦμε Πιστεύω. Τότε στοίχιζε· ἂν ἔ­λεγες Πιστεύω, μαρτυροῦσες.

* * *

Κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, καλούμεθα νὰ γίνουμε ἅ­γιοι. Κι ἀλλοίμονό μας ἂν δὲν γίνου­με, δι­ότι εἶνε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ· «Ἅ­γιοι γίνεσθε, ὅτι ἐ­γὼ ἅ­γιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 = Α΄ Πέτρ. 1,16). Καλούμεθα νὰ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νὰ δεχτοῦ­με τὴ θεία χάρι, γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο. Οἱ πολλοὶ νιώθουν μόνο τὴ σωματικὴ ἀκαθαρ­σία, γιὰ τὴν πνευματικὴ δὲν φροντίζουν.

Ὅλοι πρέπει ν᾽ ἀποκτή­σουμε τὴν ἁ­γιότητα. Μὰ πῶς; θὰ πῆτε· ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ Γραφὴ λέει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, καὶ μιὰ μέρα ἀ­κόμα νά ᾽νε ἡ ζωή του, θὰ ῥυπωθῇ (βλ. Ἰὼβ 14,4-5). Ὑπάρχει τρόπος;

Ὑπάρχει· μὲ τὴν ἐξομολόγησι. Συνάντησα μιὰ φορὰ κάποιον ἀ­νώτερο ὑ­πάλληλο τοῦ κρά­τους· ἦταν ἑξήντα χρονῶν, εἶ­χε πάθει ἔμφρα­γμα καὶ κινδύνευε ἀ­πὸ ὥρα σὲ ὥρα νὰ πεθά­νῃ. Τὸν ρώτη­σα· –Ἔ­χεις βαπτι­σθῆ; –Πῶς, λέει, βε­βαίως. –Ἔχεις ἐξομολογηθῆ; –Ὄχι. –Οὔ­τε ὅ­ταν ἤσουν παιδί; –Πο­τέ. –Ξέρεις λοιπὸν πῶς μοιάζεις τώρα; σὰ νὰ μὴν ἔχῃς πλύνει ποτέ τὰ ροῦχα σου, σὰ νὰ φο­ρᾷς μιὰ ζωὴ ἄπλυτο τὸ ἴ­­διο πουκάμισο… Εἴδατε; κάθε βδομάδα ἀλλάζουμε καὶ πλένουμε τὰ ροῦχα μας· κανείς δὲν φοράει συνεχῶς τὸ ἴδιο ροῦχο. Γιά φανταστῆ­­τε ἕναν ἄνθρωπο νά ᾽χῃ τὸ πουκάμισό του τρι­­άντα χρό­νια ἄπλυτο· θὰ βρωμάῃ, δὲν θὰ μπο­ρῇ νὰ τὸν πλησιάσῃ κανείς. Ὅπως λοιπὸν τὰ ροῦχα μας τὰ ῥίχνουμε στὸ πλυν­τήριο καὶ τὰ πλένουμε καὶ χαιρόμαστε ποὺ φοροῦμε κα­θαρά, ἔτσι θέλει καὶ ἡ ψυχή μας. Εἶνε ἀκάθαρτη, πρέπει νὰ τὴν πλύνουμε. Καὶ μὲ ποιό τρόπο πλέ­­νεται; μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογή­σεως. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματα, ὁ ἄνθρωπος καθαρίζεται καὶ γίνεται ἅγιος.

Ἀκούω ὅμως ἀντιρρήσεις· Ἅγιοι γίνονταν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»… Λάθος. Ἡ ἁγιότης εἶνε βέβαια θαῦμα. Ἄν­θρωπος θνητός, ποὺ ζῇ μέσα στὸν κόσμο σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ ἐκτελεῖ τὶς ἐν­­τολὲς τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔχει μέσα του ἀ­γάπη στὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον κ᾽ εἶνε ἕτοιμος καὶ τὴ ζωή του νὰ δώσῃ γιὰ τὸ Χριστό, ἕ­νας τέτοιος ἄν­θρωπος εἶνε ἕνα θαῦμα, μεγά­λο θαῦμα. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν ἔ­παυσε νὰ θαυμα­τουργῇ· συνεχίζει. Ὄχι μόνο στὴν ἐ­ποχὴ τῶν ἀ­ποστόλων, στὴν ἐποχὴ τῶν διω­γμῶν καὶ τῶν μαρτύρων, στὴν ἐποχὴ τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν ὁ­σίων· καὶ μέχρι σήμερα ἀναδεικνύ­ει ἁγίους. Οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν τὴ μεγαλύτερη ἀπόδειξι ὅ­τι ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας.

Καὶ σήμερα, στὸν αἰῶνα μας, ὄχι «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», καὶ παντοῦ πάνω στὴ γῆ ὑπάρχουν ἅ­γιοι. Στὶς ἡμέρες μας ἐδῶ στὴν πατρίδα μας ἁγίασε ὁ ἅγιος Νεκτάριος· στὸν πιὸ διεφθαρμέ­νο αἰῶνα κάνει θαύματα. Καὶ μόνο στὴν Ἑλ­λάδα; Καὶ στὴ ῾Ρωσία, στὸ διάστημα τῶν ἑ­βδομήντα ἐτῶν ποὺ ἄθεοι κυβερνῆται δίωκαν ἐ­κεῖ τὴν Ἐκκλησία, πλῆθος ἄντρες καὶ γυναῖ­κες ἁγίασαν μέσα σὲ στρατόπεδα, ὀρυχεῖα ἢ ψυχιατρεῖα· φυλακίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν, μαρτύρησαν γιὰ τὸ Χριστό, καὶ τώρα ποὺ δόθηκε ἐλευθερία θ᾽ ἀνακηρυχθοῦν νέοι ἅγιοι.

Ἁγιότης! αὐτὴ εἶνε ἡ μεγάλη ἀνάγκη τοῦ κόσμου. Πρὶν διακόσα – τριακόσα χρόνια εἴχαμε σκλαβιά. Οἱ πρόγονοί μας δὲν εἶχαν σπίτια σὰν τὰ σημερινά· ἦρθε τότε καὶ περιώδευσε στὴ Μακεδονία μας ἕνας ξένος καὶ τοὺς εἶδε νὰ κατοικοῦν μέσα σὲ καλύβες. Δὲν εἶχαν ῥαδιόφωνα, πλυντήρια, τηλεοράσεις, τὰ μέσα αὐτὰ τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ. Τί εἶχαν ὅμως; εἶχαν ἁγιότητα, ἦταν ἅγιοι ἄνθρωποι. Τὸ διαζύγιο ἐπὶ ἑκατὸ χρόνια στὴ Μακεδονία ἦταν ἄγνωστο, ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία προκαλοῦ­σαν φρίκη, οὔτε ἕνας δὲ βλαστημοῦσε. Τώρα πέ­σαμε σὲ ἄβυσσο κακίας, σὲ ἐγκλήματα τρομε­ρὰ καὶ ἀπαίσια. Γιατί; Διότι ἔφυγε ἡ ἁγιότης.

* * *

Ξέρετε, ἀγαπητοί μου, γιατί ἀναστενάζουμε ὅλοι; Γιατὶ δὲν εἴμαστε ἅγιοι, εἴμαστε ἁμαρ­τωλοί· αὐτὸς εἶνε ὁ μεγάλος ἀναστενα­­­γμός μας. Τὸ καταλαβαίνουμε. Ἀνοίγουμε τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς μας, ῥίχνουμε ἕνα βλέμμα καὶ διαπιστώνουμε, ὅτι ἀπ᾽ τὰ μικρά μας χρόνια μέχρι τώρα δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο ἀπ᾽ τὸ νὰ ἁ­μαρτάνουμε, ἄλλος μὲ τὸν ἕνα καὶ ἄλλος μὲ τὸν ἄλλο τρόπο· τὰ πάθη μᾶς δυναστεύουν.

Παιδί μου, νὰ γίνῃς ἅγιος. Μεγάλο πρᾶγμα! Κόσμε ἁμαρτωλέ, κόσμε τῆς «ἐπιστήμης» καὶ τῶν «γραμμάτων», δῶστε μου ἕναν ἅγιο! Ὅσο ἀξίζει ἕνας ἅγιος, δὲν ἀξίζει ὅλος ὁ ντουνιᾶς. Ἅγιοι νὰ γίνουμε. Ἅγια τὰ παιδιά, ἅγι­ες οἱ γυναῖκες, ἅγιοι οἱ ἄντρες, ἅγιοι μικροὶ καὶ μεγάλοι. Καὶ τότε δῶστε μου μιὰ ψυχή, μιὰ οἰκογένεια, ἕνα χωριὸ ἢ μιὰ πόλι ποὺ νὰ ὑ­πάρχῃ ἁ­γιότης· ἐκεῖ θὰ βασιλεύῃ ἡ εὐτυχία. Ἂς μὴν ἔ­χουν τὰ δολλάρια τῶν Ἀμερικάνων καὶ τὶς λί­ρες τῶν Ἄγγλων καὶ τὰ ῥούβλια τῶν Ρώσων, ἂς μὴν ἔχουν χρυσὸ καὶ ἄργυρο· ὅσο ἀξίζει ἕνα δράμι, ἕνα γραμμάριο ἁγιότητος, δὲν ἀξίζει ὁ κόσμος ὅλος.

Ἂς ἐπιδιώξουμε τὴν ἁγιότητα. Ἀπὸ μᾶς ἐξ­αρτᾶται. Ἂς πᾶμε στὸ πλυντήριο, στὴν ἱερὰ ἐξ­ομολόγησι. Ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν πέρασε ἀ­πὸ τὸ βάπτισμα δὲν εἶνε Χριστιανός, ἔτσι κι αὐ­­τὸς ποὺ δὲν περνάει ἀπὸ τὸ δεύτερο βάπτισμα, τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησι, δὲν εἶ­νε Χριστιανός. Δὲν θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεὸς διότι ἁμαρτάνουμε, τὸ ἁμαρτάνειν εἶνε ἀνθρώπι­νο· θὰ μᾶς δικάσῃ διότι δὲν μετανοοῦμε. Καὶ ὅλοι μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ μετανοήσουμε. Μόνο ἕνας δὲν μετανοεῖ, ὁ σατανᾶς.

Παρακαλῶ λοιπὸν ὅλους νὰ πᾶτε στὸν πνευ­­ματικὸ πατέρα. Ἕνα δάκρυ, ποὺ πέφτει ἀπὸ τὰ μάτια τὴν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως, γίνεται Ἰ­ορδάνης ποταμὸς μέσα στὸν ὁποῖο πλένεται ὁ ἄνθρωπος καὶ γίνεται ἅγιος. Νὰ πᾶτε ὅλοι, ἀπ᾽ τὰ μικρὰ παιδιὰ μέχρι τὸν ἀσπρομάλλη γέ­ροντα. Κι ὅταν βγῆτε ἀπὸ τὴν ἐξομολόγησι, θὰ αἰσθανθῆτε χαρὰ καὶ ἀνακούφισι, ἕνα βουνὸ θὰ φύγῃ ἀπὸ πάνω σας. Ἔτσι θὰ ἐκπληρώσετε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Δημητρίου Κ. Καλλινίκης – Φλωρίνης τὴν Πέμπτη 26-10-1989

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Οι σκοτεινές δυνάμεις έχουν βραχυκυκλώσει το ταλαίπωρο Έθνος μας

 


Οι σκοτεινές δυνάμεις έχουν βραχυκυκλώσει το ταλαίπωρο Έθνος μας

Οι σκοτεινές δυνάμεις έχουν βραχυκυκλώσει το ταλαίπωρο Έθνος μας

«…Εάν είστε δειλοί, να το θυμάστε· να το θυμάστε και γράψατέ το…, θα επικρατήσουν οι άθεοι. Εάν εμείς οι χριστιανοί δεν ξυπνήσουμε και δε γίνουμε ήρωες, θα χάσουμε και την πατρίδα και τα σπίτια και τα πάντα. Ανδρείοι να είστε και να κοιτάτε ψηλά, προς τον ουρανό. Μόνον έτσι θα κατορθώσουμε να κυβερνήσουμε τον τόπο, να καθαρίσουμε την Εκκλησία από τα ανάξια στελέχη της και να βαδίσουμε ψηλά προς έναν μεγάλο προορισμό που έχει η Εκκλησία και η φυλή μας…».

«Οι σκοτεινές δυναμεις έχουν βραχυκυκλώσει το ταλαίπωρο Έθνος μας και είναι σαν αετός στο κλουβί… Εμπρός να σπάσουμε τη φυλακή αυτή και ο αετός να πετάξει πάλι ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι τ’ άστρα του ουρανού…».

Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

† Αυγ. Καντιώτης, † Νικ. Σωτηρόπουλος, Αισθητή η απουσία των δύο συγχρόνων προμάχων της Ορθοδοξίας από την Στρατευομένην Εκκλησίαν Τοῦ κ. Χρήστου Κων. Λιβανοῦ

 


῎Ηλεγξαν καὶ κατήγγειλαν δημοσίως πρόσωπα ὑπεροχικά, ἄρχοντες ἰσχυρούς, πολιτικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικούς, γιὰ δημόσια σκάνδαλα καὶ παρεκτροπές τους...

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


† Αυγ. Καντιώτης, † Νικ. Σωτηρόπουλος, Αισθητή η απουσία των δύο συγχρόνων προμάχων της Ορθοδοξίας από την Στρατευομένην Εκκλησίαν

Τοῦ κ. Χρήστου Κων. Λιβανοῦ

“..Τὸ κήρυγμα ἀμφοτέρων ἦταν προφητικό, εἶχε δηλαδὴ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ποὺ περιεῖχε τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ἐκτὸς βεβαίως τοῦ Μεσσιακοῦ καὶ τῆς κατ᾿ ἔμπνευσι τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος προφητείας. ῎Ηλεγξαν καὶ οἱ δύο, ὅπως οἱ Προφῆτες, τὴν ἁμαρτία, τὴν παρανομία, τὴν πλάνη καὶ τὴν ἀσέβεια τῆς ἐποχῆς τους, ὅπου καὶ ἂν τὶς συνάντησαν. ῎Ηλεγξαν καὶ κατήγγειλαν δημοσίως πρόσωπα ὑπεροχικά, ἄρχοντες ἰσχυρούς, πολιτικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικούς, γιὰ δημόσια σκάνδαλα καὶ παρεκτροπές τους. Κήρυξαν στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀκίνδυνη ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπικίνδυνη, γι᾿ αὐτὸ καὶ μισήθηκαν καὶ διώχθηκαν. Κήρυξαν καὶ οἱ δύο μετάνοια, μιὰ λέξι καὶ ἀρετή, ποὺ ἀγνόησαν ἢ λησμόνησαν οἱ περισσότεροι κληρικοὶ καὶ θεολόγοι στὶς ἡμέρες μας. Προειδοποίησαν τέλος γιὰ τὰ δεινὰ καὶ τὶς συμφορές, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν, ἐὰν ἡ ἀφηνιασμένη καὶ λακτίζουσα κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀνθρωπότητα δὲν μετανοήσῃ γιὰ τὰ ἁμαρτωλά της ἔργα καὶ τὴν ἀποστασία της..”

 «Καὶ δώσω τοῖς δυσὶ μάρτυσί μου καὶ προφητεύσουσιν ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα περιβεβλημένοι σάκκους» (Ἀποκ. 11, 3). Θὰ δώσω, λέγει ὁ Χριστὸς στὴν ῾Ιερὰ ᾿Αποκάλυψι τοῦ ᾿Ιωάννου, δύναμι στοὺς δύο μάρτυρές μου (κήρυκές μου), γιὰ νὰ προφητεύσουν (κηρύξουν) χίλιες διακόσιες ἡμέρες φορώντας σάκκους (πένθιμα ἐνδύματα). Πρόκειται βεβαίως γιὰ τοὺς δύο προφῆτες (κήρυκες), οἱ ὁποῖοι θὰ προφητεύσουν (θὰ κηρύξουν) στὸν κόσμο μὲ ἀπαράμιλλη παρρησία καὶ δύναμι θεόσδοτη κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ ᾿Αντιχρίστου, καὶ οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατέστερη γνώμη τῶν Πατέρων, θὰ εἶναι οἱ Προφῆτες ᾿Ηλίας καὶ ᾿Ενώχ.

᾿Εκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀντιχρίστου, ἡ ὁποία, ὅπως δείχνουν τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, φαίνεται νὰ πλησιάζῃ μὲ καλπάζουσα ταχύτητα, καὶ ἄλλοτε ὁ Χριστὸς ἔδωσε καὶ δίνει δύναμι στοὺς κήρυκές του νὰ κηρύττουν στὸ λαό του κήρυγμα προφητικό, κήρυγμα πεπαρρησιασμένο, κήρυγμα ἐλεγκτικό, κήρυγμα ποὺ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὸ Θεό.

Γιὰ δύο τέτοιους κήρυκες θὰ κάνωμε λόγο στὸ παρὸν ἄρθρο μας, ποὺ ἔζησαν στὴν ἐποχή μας καὶ κράτησαν ὡς καλὸς ἀξιωματικὸς ὁ πρῶτος καὶ ὡς καλὸς στρατιώτης ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ὁ δεύτερος τὴ σημαία τῆς ᾿Ορθοδοξίας ὑψηλά, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ πολλοὶ ἐπιτελάρχες καὶ ἀξιωματικοί της τὴν ὑποστέλλουν καὶ τὴν προδίδουν. ᾿Αφορμὴ γι᾿ αὐτὸ τὸ ἄρθρο ἐλάβαμε ἀπὸ τὴν συμπλήρωσι τὴν 28η Αὐγούστου 2015 πέντε ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμησι τοῦ ἀγωνιστικωτέρου ἐπισκόπου τῆς ἐποχῆς μας, τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου καὶ ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τὴν κοίμησι τοῦ γνησιωτέρου πνευματικοῦ του τέκνου, τοῦ ἀειμνήστου θεολόγου καὶ ἀγωνιστοῦ καὶ ὁμολογητοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας Νικολάου Σωτηροπούλου. Τριακόσες ἑξῆντα πέντε ἡμέρες ἔχει τὸ ἔτος. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ἐπέλεξε τὴν ἡμέρα αὐτὴ γιὰ νὰ καλέσῃ, μὲ διαφορὰ τεσσάρων ἐτῶν, καὶ τοὺς δύο αὐτοὺς πιστοὺς καὶ ἀφωσιωμένους δούλους του κοντά του καὶ νὰ τοὺς ἀναπαύσῃ ἀπὸ τοὺς κόπους, τὶς ἀσθένειες, τὶς θλίψεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς διωγμούς, ποὺ ὑπέστησαν γιὰ τὸ ὄνομά του καὶ γιὰ τὴν ᾿Ορθόδοξη μαρτυρία τους ἐν μέσῳ μιᾶς γενεᾶς ἄπιστης καὶ διεστραμμένης, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγε ὁ Ν. Σ., πυρετωδῶς προετοιμάζει τὸ ἔδαφος γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ᾿Αντιχρίστου.

Τυχαῖαι συμπτώσεις ἢ θεοσημεῖαι;

Νὰ ἦταν ἆραγε σύμπτωσι ἡ κοίμησι τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν τὴν ἰδία ἡμέρα; Νὰ ἦταν σύμπτωσι καὶ τὸ ὅτι αὐτὴ τὴν ἡμέρα τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ᾿Ορθοδόξου Χριστιανικοῦ κόσμου ἑορτάζει τὴν Κοίμησι τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι τὴν αὐτὴ ἡμέρα τὸ 430 μ.Χ. εἶχε κοιμηθῆ καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ἐπίσκοπος ῾Ιππῶνος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἔφερε ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης, τὸ δὲ 1959 τὴν αὐτὴ ἡμέρα εἶχε κοιμηθῆ καὶ ὁ συντοπίτης του ἐκ Λευκῶν τῆς Πάρου καταγόμενος μακαριστὸς Γέροντας ᾿Ιωσὴφ ὁ ῾Ησυχαστής; Νὰ ἦταν τέλος σύμπτωσι τὸ ὅτι τὴν 29η Αὐγούστου, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία μας πενθεῖ μὲ αὐστηρὴ νηστεία γιὰ τὴν ἀποτομὴ τῆς κεφαλῆς τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου καὶ ἀκούομε στοὺς ναούς, ὅτι οἱ μαθηταί του «ἦραν τὸ πτῶμα αὐτοῦ καὶ ἔθηκαν ἐν μνημείῳ» (Μάρκ. 6, 29), τὴν ἰδία ἡμέρα συγγενεῖς, ἀδελφοὶ ἐν Χριστῷ καὶ συνεργάτες νὰ ἐνταφιάζουν τὸ σῶμα ἑνὸς συγχρόνου μιμητοῦ τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος ἤλεγξε μὲ Προδρομικὴ παρρησία αἱρέσεις, ἁμαρτίες καὶ φαυλότητες; ῎Ηλεγξε ὁ ᾿Ιωάννης τὸν Ἡρώδη καὶ ἀποκεφαλίστηκε· ἤλεγξε καὶ ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος πλάνες καὶ αἱρέσεις οἰκουμενιστῶν ἀρχιερέων καὶ ἀφωρίστηκε!

Σὲ ἀντίθεσι πρὸς τὸν κόσμο, ποὺ πιστεύει στὴν τύχη, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ποὺ πιστεύουμε στὴν πρόνοια καὶ πανσοφία τοῦ Θεοῦ, φρονοῦμε, ὅτι οἱ συμπτώσεις αὐτὲς δὲν ἦταν τυχαῖες, ἀλλὰ ἀποτελοῦν σημεῖα οὐράνια, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Θεὸς θέλησε νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐαρέσκειά του πρὸς τοὺς δύο δούλους του, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν ζῆλο, τὴν ἀφοσίωσί τους καὶ τοὺς ἀγῶνες τους εὐαρέστησαν στὸν Κύριό τους ὅσον ὀλίγοι ἄνθρωποι στὴν ἐποχή μας, συγχρόνως δὲ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐκείνους, ποὺ οἱ φθονεροὶ καὶ μοχθηροὶ ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν καὶ διώκουν, αὐτὸς τοὺς τιμᾶ, δικαιώνει καὶ δοξάζει.

Προφητικαὶ μορφαί

Οἱ δύο αὐτὲς μεγάλες μορφὲς τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καὶ Θεολογίας, ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ τὸ κατὰ πάντα ἄξιο τέκνο του, ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης καὶ ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος, ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Θεὸ πολλὰ χαρίσματα, σπουδαιότερο τῶν ὁποίων ἦταν ἡ παρρησία, ἀρετὴ δυσεύρετη στὴν ᾿Ορθοδοξία σήμερα. Καὶ τὸ χάρισμα αὐτὸ καλλιέργησαν καὶ ἀνέπτυξαν σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε θύμισαν στοὺς πιστοὺς μεγάλα πνευματικὰ ἀναστήματα περασμένων ἐποχῶν, Προφῆτες τῆς Π.Δ., ᾿Αποστόλους καὶ μεγάλους Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας. Ποιός ἄλλος ἀλήθεια σύγχρονος ἐπίσκοπος ἔδειξε τόσο θαυμαστὴ παρρησία, ὅσον ὁ Αὐγουστῖνος Καντιώτης; Καὶ ποιός ἄλλος σύγχρονος θεολόγος ἀγωνίστηκε μὲ τόση τόλμη, θάρρος καὶ ἀνδρεία ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ κατὰ τῶν αἱρέσεων, ὅσον ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος;

Τὸ κήρυγμα ἀμφοτέρων ἦταν προφητικό, εἶχε δηλαδὴ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ποὺ περιεῖχε τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ἐκτὸς βεβαίως τοῦ Μεσσιακοῦ καὶ τῆς κατ᾿ ἔμπνευσι τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος προφητείας. ῎Ηλεγξαν καὶ οἱ δύο, ὅπως οἱ Προφῆτες, τὴν ἁμαρτία, τὴν παρανομία, τὴν πλάνη καὶ τὴν ἀσέβεια τῆς ἐποχῆς τους, ὅπου καὶ ἂν τὶς συνάντησαν. ῎Ηλεγξαν καὶ κατήγγειλαν δημοσίως πρόσωπα ὑπεροχικά, ἄρχοντες ἰσχυρούς, πολιτικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικούς, γιὰ δημόσια σκάνδαλα καὶ παρεκτροπές τους. Κήρυξαν στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀκίνδυνη ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπικίνδυνη, γι᾿ αὐτὸ καὶ μισήθηκαν καὶ διώχθηκαν. Κήρυξαν καὶ οἱ δύο μετάνοια, μιὰ λέξι καὶ ἀρετή, ποὺ ἀγνόησαν ἢ λησμόνησαν οἱ περισσότεροι κληρικοὶ καὶ θεολόγοι στὶς ἡμέρες μας. Προειδοποίησαν τέλος γιὰ τὰ δεινὰ καὶ τὶς συμφορές, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν, ἐὰν ἡ ἀφηνιασμένη καὶ λακτίζουσα κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀνθρωπότητα δὲν μετανοήσῃ γιὰ τὰ ἁμαρτωλά της ἔργα καὶ τὴν ἀποστασία της. Καὶ ἀρκετοὶ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι, ποὺ ἄκουσαν τὰ κηρύγματά τους, μετανόησαν. Οἱ περισσότεροι ὅμως καταφρόνησαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ «οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν» (᾿Αποκ. 16, 11). Καὶ τὰ δεινὰ ἦλθαν. Κρίσι οἰκονομική, ἀνεργία, φτώχεια, ἀνέχεια, συσσίτια, χρεωκοπίες, αὐτοκτονίες, φυγὴ τῶν νέων στὸ ᾿Εξωτερικό, λαθρομετανάστευσι, ὑποδούλωσι τῆς Πατρίδος στοὺς δανειστές της· Καὶ ὅλα δείχνουν, ὅτι ἔρχονται καὶ χειρότερα.

Προφητικὸν κήρυγμα –Προφητικὸν τέλος

Προφητικὲς λοιπὸν μορφὲς ὁ πνευματικὸς πατέρας, ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος, ἀλλὰ καὶ ὁ πνευματικὸς υἱός του, ὁ θεοφώτιστος θεολόγος Νικόλαος. Καὶ ὅπως «ἐπαναπέπαυται τὸ πνεῦμα ᾿Ηλιοὺ ἐπὶ ᾿Ελισαιέ» (Δ´ Βασ. 2, 15), τοιουτοτρόπως, κατ᾿ ἀναλογίαν, ἀναπαύθηκε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ π. Αὐγουστίνου στὸ Νικόλαο. ῎Αλλα πνευματικὰ τέκνα ὑποβάσταζαν ἐπὶ μακρὸν τὸ γηρασμένο σῶμα τοῦ ὑπεραιωνοβίου ἐπισκόπου στὴ Φλώρινα, στὸν δὲ Νικόλαο ὁ Θεὸς εἶχε ἀναθέσει νὰ κρατήσῃ τὸ ἀγωνιστικὸ καὶ μαχητικὸ πνεῦμα του καὶ μὲ αὐτὸ νὰ ἀγωνισθῇ «ἄχρι θανάτου» ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Καὶ αὐτὸ ἔπραξε ὁ τίμιος καὶ ἀνιδιοτελὴς αὐτὸς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, προκαλώντας μὲ τὴ θεάρεστη δρᾶσι του τὸν φθόνο καὶ τὴν μῆνι ἐμπαθῶν καὶ φθονερῶν ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐδίωξαν καὶ τελικῶς τὸν ἀφώρισαν ἀδίκως καὶ παρανόμως, ἄνευ δίκης καὶ ἀπολογίας! Προφητικὸ λοιπὸν τὸ κήρυγμά του, προφητικὸ καὶ τὸ τέλος του. Διότι, ὅπως οἱ περισσότεροι Προφῆτες φονεύθηκαν ἀπὸ τοὺς προφητοκτόνους ᾿Ιουδαίους, ἔτσι καὶ ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος καταδικάστηκε, μὲ τὸν ἄδικο καὶ ἀντικανονικὸ ἀφορισμό, σὲ πνευματικὸ θάνατο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰωνία Κόλασι καὶ ἀπώλεια. ῎Ετσι βέβαια νόμισαν οἱ ἐχθροί του. ῾Ο Θεὸς ὅμως, ὅπως ἔδειξε μὲ διάφορα σημεῖα, τὸν δικαίωσε, καταισχύνοντας τοὺς κακοδόξους διῶκτες του καὶ εὐφραίνοντας τοὺς πιστοὺς καὶ εὐσεβεῖς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀγάπησαν, τὸν ἐκτίμησαν, τὸν ὑποστήριξαν καὶ ἀκούουν καὶ σήμερα τὰ κηρύγματά του, μελετοῦν τὰ φωτισμένα συγγράμματά του καὶ τὸν ἐπικαλοῦνται στὶς ταπεινές τους προσευχές. «Παιδάκι μου, ὁ Νικολάκης μὲ τὸν ἀφορισμὸ αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τώρα μὲ τὸ ἕνα πόδι στὸν Παράδεισο», εἶχε εἰπῆ στὸν γράφοντα ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους καὶ χαρισματούχους Γέροντες τῶν ἡμερῶν μας. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἄλλωστε καὶ ἡ πίστι καὶ πεποίθησι τῆς ᾿Εκκλησίας γιὰ κάθε ἀδίκως καὶ παρανόμως ἀφωρισμένο τέκνο της.

Κηρύττουν καὶ ἀπὸ τοὺς τάφους των

Στὰ κοιμητήρια τῶν ἱερῶν μονῶν ῾Αγ. Αὐγουστίνου στὴ Φλώρινα καὶ Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Μυρτιᾶς στὴν Τριχωνίδα, ὅπου ἀναπαύονται τὰ σκηνώματα τῶν δύο αὐτῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν, ἐπικρατεῖ, ὅπως σὲ ὅλα τὰ κοιμητήρια, σιγὴ νεκροταφείου. Παρόμοια σιγὴ θέλησαν νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ μέσα στὴν ᾿Εκκλησία ὅσοι πολέμησαν τοὺς δύο αὐτοὺς ἀγωνιστές, ὥστε νὰ μὴ ἐλεγχθοῦν οἱ κακοδοξίες τους καὶ τὰ πονηρά τους ἔργα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπέτυχαν. Διότι οἱ δύο αὐτοὶ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου κήρυξαν τὴν ἀλήθεια, ἀφύπνισαν τὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν καὶ τηροῦν, ἀκόμη καὶ μέσα ἀπὸ τοὺς τάφους των, σὲ ἐγρήγορσι χιλιάδες ᾿Ορθοδόξους χριστιανοὺς μὲ τὴν ἀνεκτίμητη πνευματικὴ παρακαταθήκη, ποὺ τοὺς κληροδότησαν.

Στὰ δύο προαναφερθέντα κοιμητήρια ὁ Αὐγουστῖνος Καντιώτης καὶ ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος συνεχίζουν νὰ κηρύττουν σήμερα ὄχι πλέον μὲ τὰ πύρινα καὶ βροντερὰ ἐκεῖνα κηρύγματά τους, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐκκωφαντικὴ σιωπή τους. «῎Ακρα τοῦ τάφου σιωπή», ὅπως λέγει καὶ ὁ ἐθνικός μας ποιητὴς Διονύσιος Σολωμός. Καὶ ὅμως τὸ κήρυγμά τους εἶναι τώρα πιὸ πειστικὸ καὶ ἀποτελεσματικό. Διότι εἶναι κήρυγμα ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα καὶ μόνο πωρωμένες καὶ διεστραμμένες ψυχὲς μποροῦν νὰ μείνουν ἀσυγκίνητες, ἀδιάφορες καὶ ἀμετανόητες μπροστὰ στὸ κήρυγμα αὐτό, μπροστὰ στὸ θάνατο, τὰ φέρετρα, τοὺς τάφους. «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον»! Μακάριοι, εὐτυχεῖς ὅσοι πιστεύουν στὸ λακωνικὸ αὐτὸ κήρυγμα καὶ μετανοοῦν καὶ ἀγωνίζονται ὄχι γιὰ τὰ ἀνθρώπινα, τὰ πρόσκαιρα, τὰ «μάταια καὶ ψευδῆ», ἀλλὰ γιὰ τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια ἀγαθά, ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκε ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας, σταυρωθεὶς καὶ ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν Χριστός, ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν. Δυστυχεῖς δὲ ὅσοι ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴ σωτηρία τους, παραμένουν ἀμετανόητοι, καταφρονοῦν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ (τὸ χειρότερο) πολεμοῦν καὶ διώκουν τοὺς δικαίους, τοὺς εὐσεβεῖς, τοὺς ἱεραποστόλους καὶ τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ. Οἱ τελευταῖοι, οἱ διῶκτες τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου, σύμφωνα μὲ τὸν ἀδιάψευστο λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ τιμωρηθοῦν σκληρότερα καὶ ἀπὸ τοὺς Σοδομῖτες (Ματθ. 10, 15). ᾿Ακουέτωσαν ταῦτα καὶ οἱ διῶκτες τοῦ μακαριστοῦ Νικολάου Σωτηροπούλου, τὴν δημοσία καὶ ἔμπρακτη συγγνώμη τῶν ὁποίων ἀναμένει ὁ κοιμηθεὶς θεολόγος, ἡ ᾿Εκκλησία καὶ ὁ πολυέλεος, ἀλλὰ καὶ δίκαιος Θεός.

Τοῦ μακαριστοῦ ἐπισκόπου Αὐγουστίνου καὶ τοῦ ἀειμνήστου θεολόγου Νικολάου, ἡ ἀπουσία τῶν ὁποίων στὶς ἐπάλξεις τῆς ἀγωνιζομένης ᾿Ορθοδοξίας εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ αἰσθητή, ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη.