Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Δάσκαλος μας μια αγράμματη

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Ἡ Χανα­ναία μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ σύμβολο τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως αὐτὴ ὑπέφερε γιὰ τὸ δαιμονιζόμενο παιδί της, ἔτσι καὶ ἡ πατρίδα μας.”

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Δάσκαλος μας μια αγράμματη

Κυριακὴ τῆς Χαναναίας (Ματθ. 15,21-28)

Περιμένετε βέβαια λόγον. Θὰ μιλήσω, ἀγα­πητοί μου· ἂν καὶ σήμερα νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μιλήσω ἐγὼ ἀλλὰ κάποιος ἄλλος. Καὶ αὐτὸς ὁ ἄλλος, τὸν ὁποῖο προβάλλει ἡ ἁ­γία μας Ἐκκλησία, εἶνε παρακαλῶ μιὰ γυναίκα. Δὲν εἶνε μορφωμένη, ἐπιστήμων, θεολόγος, ἱ­ε­ροκή­ρυκας, ἐπίσκοπος· ἀγράμματη εἶ­νε, δὲν φοίτησε σὲ σχολεῖα. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ λύκεια καὶ πανεπιστήμια, ὅταν λείπῃ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶνε «ἀρχὴ σοφίας»; (Ψαλμ. 110,10. Παροιμ. 9,10. πρβλ. Σ. Σειρ. 1,14). Αὐτὴ εἶχε μέσα της τὸ φῶς ποὺ ἔχει κάθε ἄν­θρωπος· τὸ λογικό, τὴ συνείδησι, τὸ αὐτεξού­σιο – ἐλευθερία. Φωτιζόταν ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πρόγονοί μας καὶ ἀπ᾽ ὅ,τι οἱ Ἰουδαῖοι διὰ τῆς ἱερᾶς ἀ­ποκαλύψεως τῆς Παλαι­ᾶς Διαθήκης.

Γυναίκα ἀγράμματη. Καὶ μόνο ἀγράμματη; καὶ εἰδωλολάτρις. Ζοῦσε σὲ βαθὺ σκοτάδι. Δὲν εἶ­χε χάσει ὅμως αὐτὸ τὸ ἀμυδρὸ φῶς. Αὐτὴν λοιπὸν προ­βάλλει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ τὸ ὄνομά της; «Χαναναία» (Ματθ. 15,22). Δὲν εἶ­νε τοῦτο τὸ μικρό της προσωπικὸ ὄνομα· εἶνε τὸ ἐ­θνικὸ ὄ­νομά της (ὅπως π.χ. ἡ γυναίκα τῆς Φλωρίνης λέγεται Φλωρινιώτισσα), δηλώνει ὅμως καὶ τὸ θρή­σκευμά της· καταγόταν ἀπὸ χαναανιτικὰ φῦ­λα, ἀπὸ χώρα ὅ­που ἐπικρατοῦσε ἡ χαναανιτι­κὴ θρησκεία, ἡ πλήρης εἰδωλολατρίας καὶ ὀργίων.

* * *

Αὐτή, ἀγαπητοί μου, προβάλλεται ὡς παρά­δειγμα μεγάλης πίστεως. Πῶς; Ἀκοῦστε.

Εἶχε φθάσει ὣς τὴν πατρίδα της μία φήμη· ἔμαθε, ὅ­­τι στὴν Ἁ­γία Γῆ ἐμφανίσθηκε ἕνας ὑπέροχος ἄνδρας ποὺ λέγεται Ἰησοῦς, μὲ ἔκτακτη ἠθικὴ δύναμι καὶ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν ἔν­δοξη οἰκογέ­νεια τοῦ βασιλέως Δαυΐδ. Καὶ τώρα λοιπὸν ὁ Χριστός, γι᾽ αὐτὴν τὴ μία ψυχή, βαδίζει χιλιόμε­τρα καὶ φθάνει στὰ σύνορα τῆς χώρας της· ἄφησε τὴν Ἰουδαία, ὅπου τὸν περιφρονοῦσαν, καὶ ἦρθε στὰ σύνορα μὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ «μέρη Τύρου καὶ Σιδῶ­νος» (ἔ.ἀ. 15,21). Μόλις τό ᾽μαθε ἡ Χαναναία περνάει τὰ σύνορα καὶ τρέχει νὰ τὸν συναντήσῃ. Νιώθει ἐλπίδα· πιστεύει, ὅτι αὐ­τὸς μπορεῖ νὰ τὴ σώ­σῃ. Ἀπὸ τί; Ἀπὸ ἕνα δρᾶμα.

Εἶχε ἕνα δυστυχισμένο κορίτσι ποὺ ἔπασχε ἀπὸ φοβερὴ ἀσθένεια, εἶχε δαιμόνιο. Ἦταν ὑ­πο­χείριο δαιμονικῶν δυνάμεων – ὅπως καὶ πολλοὶ σήμερα. Ἄφριζε ἀπ᾽ τὸ στόμα, ἔτριζε τὰ δόν­τια, ἔπεφτε στὴ φωτιὰ καὶ στὸ νερό, κινδύνευε νὰ βρῇ θάνατο σὲ φλόγες, γκρεμούς, πέτρες. Ἡ μητέρα μεταχειρίστηκε ὅλα τὰ μέσα· καὶ σὲ γιατροὺς καὶ σὲ μάγους, παντοῦ τὴν πῆγε. Ἀλ­λὰ ματαίως. Τὸ δαιμόνιο κυριαρχοῦσε.

Γι᾽ αὐτὸ τώρα τρέχει κοντὰ στὸ Χριστό. Καὶ μόλις τὸν ἀντικρύζει ἀκούγεται διαπεραστι­κὴ ἡ φωνή της· «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ»· «Κύριε, ἐλέησόν με» (Ματθ. 15,22). Προσέξτε τὸ «Κύριε ἐλέησόν με»· διότι καὶ μία λέξι ἔχει σημα­σία. Νὰ τὴν ἐλεήσῃ; Ἔπασχε ἡ ἴ­δια; Ὄχι. Ἀλλὰ τὸ πάθημα τῶν παιδιῶν εἶ­νε πάθημα τῶν γονέων. Ἡ φιλόστοργη μάνα προ­τιμᾷ χίλιες φορὲς νὰ πάσχῃ ἡ ἴδια. Πόσες φο­ρὲς ἡ μάνα, κον­τὰ στὸ κρεβάτι τοῦ ἀρρώστου παιδιοῦ, λέει· Θεέ μου, πάρε τὴν ἀσθένεια ἀπ᾽ τὸ παιδί μου καὶ δός την σ᾽ ἐμένα. Ὤ στοργὴ μάνας! «Ἐλέησέ με», λέει, ἂν καὶ αὐτὴ εἶνε ὑγιής· τὸ πάθημα τῆς θυγατέρας τὸ νιώθει δι­κό της καὶ παρακαλεῖ· «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυ­ΐδ· ἡ θυγά­τηρ μου κακῶς δαιμονίζεται» (ἔ.ἀ.).

Καὶ ὁ Χριστός; Περίεργο, σιωπᾷ! Γιατί σιω­πᾷ αὐτὸς ποὺ εἶνε ὅλο ἀγάπη καὶ στοργή; Ἔ­χει τὸ σκοπό του, σκοπὸ παιδαγωγικό. Θέλει νὰ δοκιμάσῃ τὴν πίστι της. Σιωπᾷ, ἐνῷ ἐκείνη ἐπιμένει νὰ λέῃ «Ἐλέησόν με, Κύριε…». Ἐμεῖς δὲν ἐπιμένουμε· μιὰ φορὰ λέμε τὸ «Κύριε, ἐ­λέησον» κι αὐτὴν ἀνόρεχτα. Τὸ δικό της «Κύριε, ἐλέησον» ἦταν πύρινο καὶ ὄχι μιὰ φορά· τὸ ἔλεγε συνεχῶς. Ὁ Κύριος ὅμως ἐξακολου­θεῖ νὰ κάνῃ πὼς κωφεύει. Ἐπεμβαίνουν οἱ μα­θηταὶ καὶ λένε· –Κύριε, κάνε της αὐτὸ ποὺ ζητάει, γιατὶ εἶνε ἐνοχλητικὴ μὲ τὶς φωνές της. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ ν᾽ ἀκούῃ κι αὐτή· –«Οὐκ ἀ­πεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ»· δὲν ἦρθα γιὰ ἄλλους, γιὰ εἰδωλολάτρες, ἦρθα μόνο γιὰ τὰ χαμένα πρόβατα τοῦ Ἰσραήλ, τοὺς συμπατριῶτες μου Ἰου­δαίους (ἔ.ἀ. 15,24). Τί νόημα ἔχει αὐτό; Ὄχι ὅτι ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶνε ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου· ἦλθε γιὰ ὅλα τὰ ἔθνη, ἀλλὰ τὸ λέει σκοπίμως, γιὰ νὰ κεντήσῃ βαθύτερα τὰ σπλάχνα της καὶ νὰ βγῇ ὁ χρυσός. Καὶ πράγματι αὐτή, χωρὶς ν᾽ ἀπογοητευθῇ, ἔρχεται μπροστὰ καὶ πέφτον­τας στὰ πόδια του παρακαλεῖ· –«Κύριε, βοήθει μοι» (ἔ.ἀ. 15,25). Ὁ Χριστὸς τὴ δοκιμάζει ἀκόμη πιὸ σκληρὰ μὲ νέο σκόλοπα, νέα ψυχρολουσία, ποὺ θ᾽ ἀπογοήτευε καθέναν ἀπὸ μᾶς. –Δὲν εἶνε καλό, ἀπαντᾷ, νὰ πάρω τὸ ψωμὶ πού ᾽νε γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ νὰ τὸ δώσω στὰ σκυλιά… Ὅποιοσδήποτε ἄλλος, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, θὰ θεωροῦσε προσβολὴ τὸν λόγο αὐτὸν καὶ θά ᾽φευγε. «Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ μὲ πῇ σκύλο…». Αὐτὴ ὅμως δὲν ἔφυγε· πῆρε μάλιστα τὸν λόγο αὐ­τὸν καὶ τὸν ἔκανε ὅπλο καὶ μ᾽ αὐτὸ νίκησε τὸ Χριστό – ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασι· μὲ τὴ μεγάλη ἐπιμονή της πῆρε τὰ «ὄχι» τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἔκανε «ναί». –Σκύλο μὲ εἶπες, Κύριε· ἀλ­λὰ καὶ τὰ σκυλάκια, λέει, κάθονται κάτω ἀπ᾽ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους καὶ τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν. Κ᾽ ἐγὼ δὲν σοῦ ζητῶ πολλὰ πράγματα· ἕνα ψίχουλο!

Ὤ τὸ ψίχουλο ἀπ᾽ τὸ τραπέζι τοῦ Χριστοῦ τί μεγάλο πρᾶγμα εἶνε! Θέλετε νὰ τὸ δῆτε; Εἶ­νε μέσα στὸ ἅγιο βῆμα πάνω στὴν ἁγία τράπε­ζα. Ἐκεῖ εἶνε τὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων, ἡ θεία εὐχαριστία. Ἐ­κεῖ καὶ τὸ ἐλάχιστο ψίχουλο ἀξίζει παραπάνω ἀπ᾽ ὅλο τὸ σύμπαν, ἀστέρια, ἥ­λιους, γαλα­ξίες· εἶνε ὅλος ὁ Χριστός. Πιστεύεις; ἔλα στὴν ἐκκλησία· δὲν πιστεύεις; μὴν πατή­σῃς, δὲ σ᾽ ἔχει ἀνάγκη ὁ Χριστός. Τὸ αἰσθάνε­σαι; τότε κοινώνα τῶν ἀχράντων μυστηρίων.

Τὸ αἰσθάνθηκα αὐτὸ ἐγώ. Ἂν μὲ ρωτήσετε, πότε κοινώνησα ἀνθρώπους μὲ συν­αίσθησι, εἶνε ἡ περίοδος τοῦ πολέμου, ὅταν ὑπηρε­τοῦ­σα ὡς στρατιωτικὸς ἱερεύς. Εἶδα τὰ παιδιὰ τῆς πατρίδος, παραμονὲς ἱστορικῶν μαχῶν, νὰ τελοῦμε θεία λειτουργία στὰ ψηλὰ βουνὰ καὶ νὰ πλησιάζουν νὰ κοινωνήσουν· καὶ ἐνῷ κοινωνοῦσαν τὰ δάκρυά τους ἔπεφταν μέσα στὸ δισκοπότηρο! Αὐτὸ δὲν τὸ ξαναεῖδα. Τὰ «ψίχου­λα» ἐκεῖ­να ἐξήγειραν μέσα τους κύματα ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα στὸ προσ­­κλητήριο τοῦ λόχου ἄκουγες· «Ἀπών», «ἀπών», «ἀπών»… ἔπεσε ὑπὲρ πίστεως καὶ πα­τρίδος! Τί μεγαλεῖο ἔχει ἡ πατρίδα μας συνδε­δεμένη μὲ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς πίστεώς μας!

Ἕνα ψίχουλο ζητῶ, λέει λοιπὸν ἡ Χαναναία. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς θαύμασε καὶ εἶπε· «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!…» (Ματθ. 15,28). Μεγάλο δῶ­ρο ἡ πίστις. Δῶστε μου, δῶστε μου ἕ­να μόριο ἀ­πὸ τὴν πίστι ποὺ εἶχαν οἱ πρόγονοί μας, οἱ ἀ­θάνατοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι, οἱ ὅσιοι καὶ οἱ μάρτυρες! Δὲν εἶνε ψέμα ἡ θρησκεία μας, εἶνε ἀλήθεια ὁλοζώντανη. Τὴν πιστεύεις; ἔλα στὴν ἐκκλησία· δὲν πιστεύεις; μεῖνε στὸ σπίτι σου καὶ παῖζε καμπολόϊ, κάνε ὅ,τι θέλεις. Ἔχει μεγαλεῖο ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ μας.

Γι᾽ αὐτὸ ἡ ἀγράμματη αὐτὴ γυναίκα, ἡ Χαναναία, προβάλλεται σήμερα ὡς παράδειγμα πίστεως, θερμῆς προσευχῆς καὶ μεγάλης ταπεινώσεως. Ἁγία ψυχή. «Καὶ ἰάθη», λέει, αὐ­τοστιγμεὶ ἡ κόρη της ἀπὸ τὸ δαιμόνιο (ἔ.ἀ.).

* * *

Μᾶς φωνάζει σήμερα, ἀδελφοί μου, ἡ γυναί­κα αὐ­τὴ μέσα στὴ σύγχυσι τῆς πλάνης· Πιστεύ­ετε στὸ Χριστό. Βουλῶστε τ᾽ αὐτιά σας στὶς φω­νὲς τῶν σειρήνων, τῶν ἀντιχρίστων τοῦ αἰ­ῶνος τού­του. Νά ᾽χετε πίστι ἀκράδαντη. Νὰ ἦστε φι­λεύσπλαχνοι καὶ ἐλεήμονες. Καὶ συνεχῶς τὰ στόματά σας νὰ μιλοῦν στὸ Θεό. – Δὲν ζητάει πολλὲς προσευχές. Τὸ «Κύριε, ἐ­λέησον» νὰ εἶνε ἡ διάπυρη προσευχή μας.

Θὰ προσθέσω καὶ τοῦτο. Ἡ Χανα­ναία μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ σύμβολο τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως αὐτὴ ὑπέφερε γιὰ τὸ δαιμονιζόμενο παιδί της, ἔτσι καὶ ἡ πατρίδα μας. Σήμερα ὄχι ἕνα ἀλλὰ χίλια δαιμόνια ταλαιπωροῦν τὰ παιδιά της, χει­ρότερα ἀπὸ τὴν κόρη τῆς γυναί­κας αὐτῆς· δαι­μόνια ἀπιστίας, ἀθεΐας, σεξουα­λισμοῦ, αἰσχροτήτων, ναρκωτικῶν, ἀλκοολισμοῦ, κάθε κακίας. Γεμᾶτα ἀ­πὸ δαιμόνια εἶνε ἡ τηλεόρασι, τὸ ῥαδιόφωνο, ὁ τύπος, ὅλα τὰ μέ­σα, καὶ παγιδεύουν τοὺς νέους. Ποῦ εἶ­νε ἡ ἐποχὴ ποὺ ὅλα τὰ παιδιὰ ἦταν μέσα στὴν ἐκκλησία! Τώρα ἐλάχιστα ἐκκλησιάζονται. Κάθονται μέχρι τὶς πρω­ινὲς ὧρες καὶ παρακολουθοῦν σταθμούς. Δυσ­τυχισμένοι κ᾽ ἐγκαταλελειμμένοι γονεῖς! Μοῦ λέει μιὰ γυναίκα στὴν Ἀθήνα· Τό ᾽χασα τὸ παιδί μου, ἔγινε ναρκομανής. Μιὰ ἄλλη μοῦ εἶπε, ὅτι ἀπὸ ναρκωτικὰ πέθανε τὸ παιδί της ἔξω ἀ­πὸ τὸ σπίτι, στὰ παγκάκια. Μέχρι τὴ Φλώρινα ἔφτασαν τὰ δαιμόνια αὐτά· μαθηταὶ σχολείων εἶνε θύματα ναρκωτικῶν. Ὅλοι ἔχουν εὐθύνη.

Σήμερα, ποὺ ἀκοῦμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτό, ἂς ἀναπέμψουμε θερμὴ προσευχή· Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον τὴν ἀγαπη­μένη μας πατρίδα, τὰ παιδιά της, τὸ μέλλον της, γιὰ νὰ δῇ πάλι καλυτέρες ἡμέρες ἐν Χριστῷ Ἰ­ησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, τῷ αἰωνίῳ Θεῷ καὶ νομο­θέτῃ ἡμῶν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης τὴν 12-2-1989.