Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως – Ο Χριστός μας σώζει. Από τι; (†) Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης:

 


«…καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


(†) Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης: Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως – Ο Χριστός μας σώζει. Από τι;

ΠΟΣΟ, ἀγαπητοί μου, πόσο γρήγορα φεύγει ὁ χρόνος! Σὲ λίγο θὰ ἑορτάσουμε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ ὀνομάζε­ται Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως.

* * *

Ἡ ἁ­γία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται σήμερα ὡς εὐ­αγγέλιο ἡ ἀρχή, τὸ 1ο κεφάλαιο, τοῦ πρώτου εὐ­αγγελίου, τοῦ κατὰ Ματθαῖον. Εἶνε ἕνας κα­τάλογος τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ. ―Μὰ εἶχε προγόνους ὁ Χριστός;… Ὡς ἄναρχος Θεός, δὲν εἶχε· πατέρα ἔχει τὸν οὐ­ράνιο Πατέρα. Ἀλλ’ ἀφ᾽ ὅτου παρουσιάστηκε ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ἄνθρωπος τέλει­ος πλὴν τῆς ἁ­μαρτίας, φόρεσε σάρκα ἀπὸ τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ γεννήθηκε κα­τὰ ὑπερφυσικὸ τρόπο· πατέρα ἐπίγειο δὲν ἔ­χει, μητέρα μόνο ἔχει. Μητέρα του εἶνε ἡ Παν­αγία μας. Γονεῖς πάλι τῆς Παναγίας εἶ­­νε ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα, γονεῖς δὲ τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης εἶνε ἄλλοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἔ­τσι σχηματίζεται μεγάλη ἁλυσίδα προγόνων.

Ὁ πρῶτος κρίκος τῆς ἁλυσίδας τῶν προγό­νων τοῦ Χριστοῦ εἶνε μία μεγάλη ἱ­στορικὴ φυ­σιογνωμία, ὁ Ἀβραάμ. Στὸν Ἀβραάμ, ὅπως ἀκούσαμε στὸν ἀπόστολο, δόθηκε ἡ μεγάλη ὑ­πόσχεσι, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του, ἀπ’ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, θὰ γεννηθῇ ὁ Λυτρωτής.

Σύμφωνα μὲ τὸν κατάλογο αὐτόν, ἀπὸ τὸν Ἀ­βραὰμ μέχρι τὸ Δαυῒδ εἶνε 14 γενεές, ἀπ’ τὸ Δαυῒδ μέχρι τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα 14 γενεές, κι ἀπὸ τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα μέχρι τὴ γέννησι τοῦ Χριστοῦ πάλι 14 γενεές (Ματθ. 1,17). Πενήντα περίπου ὀνόματα, τὰ ὁποῖα σ’ ἐμᾶς δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Εἶνε ἑβραϊκὰ καὶ φαίνεται κουραστικὸ ν᾽ ἀκοῦμε «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», ὥσπου κατεβαίνοντας τὴν κλίμακα τῶν προγόνων νὰ φτάσῃ στὴν Παρθένο Μαρία, ἀπὸ τὴν ὁ­ποία γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Τὰ ὀνόματα ὅμως αὐτά, ποὺ ἐμεῖς τώρα τ’ ἀ­­­κοῦμε ἀδιάφορα, στὴν ἐποχή τους δημιουργοῦσαν μεγάλη ἐντύπωσι. Ἀ­π’ αὐτοὺς ἄλλοι ἦ­ταν στρατηγοί, ἄλλοι κυβερ­νῆτες, ἄλλοι προ­φῆ­τες, ἄλλοι πατριάρχες, ἄλ­λοι βασιλεῖς, ἄλ­λοι πλούσιοι, ἄλλοι σοφοί, ὅ­πως ὁ Σολομῶν, ὁ Δαυῒδ κ.ἄ.. Τώρα δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Τί διδάσκει αὐτό; Ὅπως αὐτὰ τὰ ὀνόματα λησμονήθηκαν, ἔτσι καὶ ὅσοι σήμερα ἐντυπω­σιάζουν καὶ ἀκούγονται καὶ προβάλλον­ται, ὕστερα ἀπὸ 50 – 100 χρόνια ποιός θὰ τοὺς θυμᾶται; Κάπου σὲ κάποια σελίδα τῆς Ἱστορί­ας, μὲ ψι­λὰ γράμμα­τα, θά ’νε γραμμένο ὅτι πέρασαν ἀπ’ τὴ γῆ. Σβήνουν ὅπως τὰ πυροτεχνήμα­τα καὶ οἱ πυγο­λαμπίδες. Τὸ συμπέρασμα· «Μα­ταιότης μαται­­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μη­δὲν τὰ πλούτη, τ᾽ ἀξιώματα, μηδὲν ὅλα. Ἕνα μόνο μένει· νὰ ἐκτελῇ κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ὀνόματα τῆς ἰσρα­ηλιτικῆς καὶ τῆς παγκοσμίου ἱστορίας καὶ τῆς συγχρόνου ζωῆς βυθίζονται στὴν ἄβυσσο τοῦ χρόνου, ἕ­να ὄνομα μένει πάντοτε στὴν ἐπικαιρότητα, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων. Ποιό; Εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δόθηκε στὸ Θεῖο βρέφος. Ἄγγελος κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου εἶπε στὸν Ἰωσὴφ τὸν προ­στάτη τῆς Παναγίας· «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21). Τί σημαίνει τὸ ὄ­νο­μα Ἰησοῦς; Δὲν εἶνε ἑλληνικό, εἶνε ἑβραϊκό, καὶ μεταφραζόμενο στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει «Σωτήρ». Τὸ παιδὶ δηλαδὴ ποὺ θὰ γεννηθῇ εἶνε ὁ Σωτήρ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξουμε τὸ ὄνομα αὐτό, «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Γιατί ὠνομάστηκε ὁ Χριστὸς «Σωτήρ»; Πρέπει νὰ δώσουμε μία ἐξήγησι.

* * *

Ἐδῶ στὴ γῆ, ποὺ ζοῦμε ἀφ᾽ ὅτου ὁ ἄν­θρωπος διώχθηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος, ὁ ἄνθρωπος μαστίζεται ἀπὸ ποικιλία δυστυχι­ῶν, ποὺ εἶνε συνέπειες τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ του βί­ου. Πεῖνα, δίψα, ἔλλειψι ἐν­δύματος καὶ στέγης, ἀσθένειες… Αὐτὰ εἶνε δεινά, τὰ κακά, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξαλείψῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν κι ἄλλα. Εἶνε τὰ φυσικὰ κακά. Τέτοια κακὰ εἶνε ὁ σεισμός, ἡ ἀνομβρία, ἡ πλημμύρα, ἡ πυρκαϊά, οἱ ἐπιδημίες, οἱ ἀθερά­πευτες ἀσθένειες ὅπως ὁ καρκίνος, καὶ τέλος ὁ θάνατος. Ὅλα αὐτὰ εἶνε φοβερὰ κακά.

Μὰ δὲ σᾶς εἶπα ἀκόμα τίποτα. Ὑπάρχει κάτι σοβαρώτερο – ὁ Θεὸς ἂς φωτίσῃ νὰ τὸ καταλάβουμε. Τὸ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἕνα κακό, ποὺ ἀ­ποτελεῖ τὴ ῥίζα ὅλου τοῦ κακοῦ, ὅλης τῆς ἀ­θλιότητός μας ―καὶ δυστυχῶς δὲν τοῦ δίνου­με τὴ σημασία ποὺ πρέπει―, στὴ γλῶσσα τῆς ἁ­­γίας Γραφῆς λέγεται ἁμαρτία. Ἀπὸ ᾽κεῖ προ­έρχονται ὅλα τὰ κακά· αἰτία εἶνε ἡ ἁμαρτία. Φρίττουμε ὅταν ἀκοῦμε καρκίνο· ἡ ἁμαρτία ὅ­­­­μως δὲ μᾶς προκαλεῖ φρίκη. Παίζουμε μαζί της, ὅπως τὰ παιδιὰ τὴν πρωτοχρονιὰ μὲ τὰ ἁ­γιοβασιλειάτικα παιχνίδια. Δὲν τὴ θεωροῦμε τί­ποτα, ἐν τούτοις αὐτὴ μαστίζει τὴν ἀνθρωπό­­τητα. Εἴτε ὡς μοιχεία καὶ πορνεία καὶ ἀσέλγεια, εἴτε ὡς λαιμαργία καὶ γαστριμαργία, εἴτε ὡς ζή­λεια καὶ φθόνος, εἴτε ὡς θυμὸς καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἀ­γανάκτησις, εἴτε ὡς κακία καὶ μῖσος καὶ ἐκδίκη­σις καὶ φόνος, ἡ ἁμαρτία, αὐτή εἶνε ἡ πηγὴ ὅ­­λης τῆς ἀθλιότητος. Ἂν μποροῦσε μ’ ἕνα θαῦ­­μα νὰ ξερριζωθῇ, ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος.

Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Κι ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, καὶ οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν· Ἕνας μόνο σῴ­ζει! Ἀνοίγοντας βέβαια τὴν ἱστορία μπορεῖ κάποιος νὰ μετρή­σῃ 155 πρόσωπα, ποὺ οἱ λαοί, γιὰ μικρὲς ὑπηρεσίες ποὺ αὐτοὶ προσέφεραν, τοὺς ὠνόμασαν «σωτῆρες». Μικροὶ σωτῆ­ρες αὐτοί. Σωτήρας εἶνε ἕνας· ὁ Χριστός.

* * *

Ἂν κάποιος σοῦ κάνῃ ἕνα καλό, τὸ θυμᾶ­σαι, τὸν θεωρεῖς εὐ­εργέτη. Στὸ γιατρὸ λ.χ. ποὺ σὲ θεράπευσε ἐκ­φράζεις εὐ­γνωμοσύνη. Παραπάνω ὅμως ἀπ᾽ ὅλους τοὺς εὐεργέτες εἶνε ὁ Χριστός, διότι μᾶς σῴ­ζει ἀπ’ τὸ χειρότερο κακό, τὴν ἁμαρτία. Σῴζει μὲ τὴν Ἐκκλησία του.

Εἶνε ὁ ἀληθινὸς Σωτήρας. Τὸ αἰ­σθανόμεθα; Μόνο ὅποιος νιώθει τὴν ἁμαρτωλό­τητά του καὶ λέει ὅπως ὁ τελώνης «Ὁ Θεός, ἱ­λάσθητί μοι τῷ ἁμαρτω­λῷ» (Λουκ. 18,13), ἢ ὅπως ὁ ἄσωτος «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου» (ἔ.ἀ. 15,18), ἢ ὅ­πως ὁ λῃστὴς «Μνήσθητί μου, Κύ­ριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42), αὐτὸς καταλαβαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Σωτήρας.

Καὶ δὲν ἀρκεῖ βέβαια νὰ πῇς μόνο, ὅτι εἶνε Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων γενικῶς· πρέπει νὰ νιώσῃς ὅτι εἶνε καὶ προσωπικῶς δικός σου σω­τ­ήρας. Αὐτὸ θὰ σὲ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ τὸ αἰ­σθαν­θῇς, ἂν σκύψῃς ἐν μετανοίᾳ καὶ πῇς τὰ ἁ­μαρτήματά σου στὸν πνευματικὸ πατέρα, ἂν ἐξομολογηθῇς. Τότε θὰ νιώσῃς, ὅτι φεύγει ἀ­πὸ πάνω του ἕνα βουνὸ καὶ θὰ αἰσθανθῇς γιὰ τὸ Χριστὸ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη.

Αὐτὸ αἰσθάνθηκε ὁ λῃστὴς στὸ σταυρό, αὐ­τὸ αἰσθάνθηκαν οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες, ὅ­­­λοι οἱ ἅγιοι, ὅπως π.χ. ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας. Ὅταν τὸν ὡ­δη­γοῦσαν στὴ ῾Ρώμη γιὰ τὸν ῥίξουν στὰ θηρία, ἔγραφε γιὰ τὸ Χριστό· «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται», ὁ Χριστὸς δηλαδὴ εἶνε ὁ ἔρως τῆς καρ­διᾶς μου». Μικροὶ ἔρωτες συγκινοῦν σήμερα τὴν σαρκικὴ γενεά μας· μόνο τὸ σέξ. Δὲν τὸ κα­τηγορῶ, ὁ Θεὸς τὸ ἐμφύτευσε· ἀλλ’ ὄχι γιὰ νὰ σβήσῃ ὅλους τοὺς ἄλλους ἔρωτες. Ἡ γενεά μας, γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρων, δὲν γνωρί­ζει ἄλλους ἔρωτες. Ὀρθῶς εἶπε ἕ­νας φιλόσοφος, ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶνε ἀνέραστος. Ἂν δὲν ἀγαπήσῃς τὸ Χριστό, τίποτα δὲν κατάλαβες, ματαίως ἦρθες στὴ γῆ. Ὡραῖοι ἔρωτες εἶ­νε ὁ ἔρως τῆς ἐπιστήμης, ὁ ἔρως τῆς πατρί­δος, μὰ ὑπεράνω ὅλων ὁ ἔρως τοῦ Χριστοῦ.

Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ γλυκύτερο πρᾶγμα. Ἔπαιρνε στὰ γόνα­τά της τὸ μικρὸ παιδάκι ἡ γιαγιά, τὸ μάθαινε νὰ κάνῃ σταυρό του, καὶ ἡ πρώτη λέξι ποὺ μάθαι­νε νὰ λέῃ ἦταν ἡ λέξι Χριστός. Εἶδα τέτοια πα­ραδείγματα. Τώρα δυστυχῶς ὁ θεῖος ἔρως ὄ­χι μόνο ἔχει σβήσει ἀλλὰ μερικὲς φο­ρὲς ἀν­τι­­στρέφεται τελείως σὲ μῖσος σατανικό.

Ὅ­ταν ἤμουν ἱεροκήρυκας στὰ Γρεβενὰ καὶ περι­ώδευα πάνω στὰ ψηλὰ βουνά, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἀκούω ξαφνικὰ μιὰ βλαστήμια. Πρώτη φορὰ ἄκουγα τέτοια βλαστήμια. Πώ πώ! λέω, τί εἶν’ ἐδῶ; δαίμονες κατοικοῦν ἐδῶ πέρα; Πλησίασα λοιπὸν καὶ εἶδα· πίσω ἀπὸ ἕ­να δέντρο καθόταν ἕνας πατέρας, εἶχε στὰ γόνατά του ἕνα ἀγοράκι καὶ τὸ μάθαινε νὰ βλαστημάῃ τὸ Χριστό! Θεέ μου, ἀκόμα δὲν ἔ­γιναν τὰ ἄστρα κεραυνοὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια μας; Ποῦ εἶνε ἡ ἀγάπη στὸ Χριστό;

Ἂς ὑβρίζεται ὅμως καὶ ἂς ἀτιμάζεται ὁ Χριστός· τὸ ὄνομά του θὰ μείνῃ αἰώνιο. Ὅπως τὰ μαῦρα σύννεφα δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ βλαστήμιες δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ μείνῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων.

Εὔχομαι στὸν τόπο μας, νὰ μὴν ἀκούγεται οὔτε μία βλαστήμια, ἀλλὰ μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὅλοι ἀνεξαιρέτως νὰ λέμε· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ δοξασμένο τὸ ὄνομά του· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου τὴν 20-12-1987

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΓ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ «ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ»


«ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
———-

———-
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

    Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου. Ἐκφωνήθηκε ἀπό τὸν Ραδιοφωνικό Σταθμὸ Λαρίσης, στὶς 13.3.1949 Ἐδημοσιεύθη ἀπομαγνητοφωνημένο εἰς τὸ φυλλάδιο τοῦ περιοδικοῦ «Σάπφειρος» της Λάρισας, στις 16.3.1949. Περιέχεται καὶ στὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου «Ἐκ τοῦ Ἀνεσπέρου Φωτός», Ἔκδοση 1950

Ἀγαπητοὶ ἀκροαταί, ἡ Α΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ὀνομάζεται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, γιατί κατ’ αὐτὴ την λαμπρὰ πανήγυρι ἐτελεῖτο καὶ τελεῖται ἀκόμη εἰς ὡρισμένα μέρη τῆς Ὀρθοδοξίας ὅπου ἀκμάζει τὸ πῦρ τῆς νικηφόρου πίστεως. Μετὰ τὴν δοξολογίαν τῆς σημερινῆς ἡμέρας σύμπας ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς κάμνουν ἱερὰν λιτανείαν, ἐξέρχονται τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ὑψώνουν τὸν Τίμιον Σταυρὸν καὶ τὰς Ἱερὰς εἰκόνας, ψάλλουν τὸ ἀπολυτίκιον: «Τὴν ἄχραντον εἰκόνα Σου προσκυνοῦμεν, Ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν Χριστὲ ὁ Θεὸς» καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ἱερᾶς λιτανείας μνημονεύονται τὰ ὀνόματα ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ σύνθημα Ὀρθοδοξία ἤ θάνατος ἠγωνίσθησαν ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῆς Ἐκκλησίας διὰ μέσου τῶν αἰώνων διὰ νὰ κρατήσουν ἀκεραίαν καὶ ἀνόθευτον τὴν πίστιν. Τούτων τῶν ἀναριθμήτων ἡρώων τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν φωτεινὸν νέφος λάμπον ὡς οὐράνιον σέλας εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, τελεῖται τὸ ἱερὸν μνημόσυνον. Τούτους ἀνευφημοῦμεν λέγοντες: «τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων εὐσεβῶν, βασιλέων, ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, αἰωνία ἡ μνήμη». Χάρις εἰς τοὺς ἀτρύτους κόπους καὶ θυσίας τῶν ἀειμνήστων αὐτῶν ἀνδρῶν ἔχομεν ἡμεῖς σήμερον τὸν ἀνεκτίμητον αὐτὸν θησαυρὸν ποὺ λέγεται ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
Δι’ αὐτὴν τὴν Ὀρθοδοξίαν καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες. Ἀλλὰ τὶ εἶνε αὐτὴ ἡ Ὀρθοδοξία ὑπὲρ τῆς ὁποίας ποταμοὺς αἱμάτων ἔχυσε τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων; ― Ἰδοὺ ἐρώτημα, ἰδοὺ θέμα ποὺ ἀξίζει νὰ ἀπασχολήσῃ πάντα Ἕλληνα, διότι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶνε τι τὸ ἀδιάφορον διὰ τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶνε παρονυχίς τις, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὸν πολύτιμον ἀδάμαντα τῆς Ἑλλάδος.
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ! Ποῖος ἐκκλησιαστικὸς ρήτωρ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκφωνήσῃ σήμερον τὸν πανηγυρικόν σου; Θὰ ἔπρεπε ν’ ἀναστηθοῦν σήμερον ἐκ τῶν τάφων ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ ἱερὸς Φώτιος καὶ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς διὰ νὰ σαλπίσουν μὲ τὰς διατόρους σάλπιγγάς των πρὸς ὅλον τὸ Ὀρθόδοξον ποίμνιον τό:«φύλακες γρηγορεῖτε», νὰ ἀφυπνίσουν καὶ εἰς τὰ στήθη τῶν πλέον ἀδιαφόρων σημερινῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων τὴν κοιμωμένην συνείδησιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὤ μακάρια πνεύματα! Πόσον βαθειὰ εἴχατε σεῖς εἰς τὰς καρδίας σας τὴν ἰδέαν τῆς Ὀρθοδοξίας!

Ἡ δὲ ἰδέα, ἡ καρδία τῆς ὀρθοδοξίας, εὑρίσκεται εἰς ἐκεῖνο ποὺ φωνάζει ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ διαπρύσιος κῆρυξ τοῦ χριστιανισμοῦ, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος:« Ἀδελφοί, στήκετε κααὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε ετε διὰ τοῦ λόγου ετε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β Θεσσαλ. 2,15).
Σύμφωνα μὲ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶνε μία ἐφεύρεσις ἀνθρωπίνης διανοίας ἡ ὁποία δύναται νὰ τροποποῆται καὶ ν’ ἀλλοιοῦται ἀνὰ κάθε εἰκοσιτετράωρον. Δὲν εἶνε μία ἁπλῆ φιλοσοφία, ἀπὸ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι λάμπουν εἰς τὸν οὐρανὸν τῆς φιλοσοφίας ὡς φωτεινὰ μετέωρα σκέψεως καὶ ἔπειτα σβύνουν καὶ ἐξαφανίζονται εἰς τὸ ἔρεβος. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶνε κάτι ἀπείρως περισσότερον. Εὶνε δύναμις ὑπερφυσική. Εἶνε ἀποκάλυψις ἑνὸς ὁλοκλήρου κόσμου ἀληθειῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνέλθῃ μόνον του τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα μὲ τὰς πτέρυγας τῆς διανοήσεως. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐκθαμβος πρὸ τοῦ μεγαλείου ποὺ ἔλαμπε ἀπ’ ὅλας τὰς πλευρὰς τῆς ζωῆς τοῦ Θείου Διδασκάλου προέβη εἰς τὴν ὁμολογίαν, ὅτι Σὺ εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεάνθρωπος εἶπε:«Μακάριος εἶ Σίμων-Ἰωνᾶ ὅτι σάρξ καὶ αἶμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς» (Μαθ. 16,17) δηλαδή: Πέτρε ! Σὲ μακαρίζω διότι αὐτὸ ποὺ ὁμολογεῖς, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, δὲν εἶνε κάτι ποὺ σὲ ἐδίδαξαν οἱ ἄνθρωποι, δὲν εἶνε καιρὸς μελέτης καὶ φιλοσοφικῆς σκέψεως, ἀλλὰ ἀποκάλυψις, ἄνωθεν φωτισμός, ποὺ σὲ κάνει νὰ βλέπῃς ὅτ,ι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἰδοῦν ὅλοι οἱ φιλόσοφοι τοῦ κόσμου. Κράτει λοιπὸν καλὰ τὴν ὁμολογίαν σου, τὴν πίστιν σου ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ πίστις θὰ γίνῃ ὁ βράχος ὁ ἀσάλευτος, ἐπάνω εἰς τὸν ὁποῖον θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησίαν μου, καὶ ἡ ἐκκλησία μου, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς πίστεως αὐτῆς, θὰ μείνῃ ἀσάλευτος. Αὑτὴ ἡ ἐκκλησία θὰ πολεμηθῇ μὲ λύσσαν ἀφάνταστον, ἀλλ’ ὅλαι αἱ σκοτειναὶ δυνάμεις ποὺ θὰ ἐκβράσῃ ὁ ἅδης διὰ νὰ τὴν διαλύσουν, θὰ συντριβοῦν ὡς κύματα λυσσαλέα ἐπάνω εἰς τὸν βράχον αὐτόν. Θὰ διαλυθοῦν εἰς ἀφροὺς μίσους, θὰ κονιορτοποιηθοῦν, καὶ ἡ Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ ὁποία θὰ κρατῇ τὴν ὀρθὴν περὶ ἐμοῦ πίστιν, θὰ ὑψώσῃ νικηφόρως τὴν σημαίαν της εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου. «Πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».
Καὶ ἡ ἱστορία 20 αἰώνων, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε διέρρευσαν, ἐπαληθεύει τὴν μεγάλην αὐτὴν προφητείαν τοῦ Κυρίου. Πολέμιοι τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως παρουσιάσθησαν πολλοί, ἀναρίθμητοι, οἱ ὁποῖοι παρ’ ὅλα τὰ ποικίλα μέσα ποὺ ἐχρησιμοποίησαν ἕνα εἶχον κοινὸν ἀντικειμενικὸν σκοπόν: τὴν παντελῆ διάλυσίν της. Μὲ τὸ πῦρ καὶ μὲ τὸν σίδηρον καὶ μὲ φρικτὰ καὶ ἀνομολόγητα μαρτύρια ἠγωνίσθησαν νὰ ἐξαλείψουν τὴν πίστιν τρομοκρατοῦντες καὶ φονεύοντες ἀθρόως τοὺς ὀπαδοὺς τῆς πίστεως αὐτῆς ἀλλ’ οὐδὲν κατώρθωσαν. Ἀλλ’ ὅπου ἔπιπτεν ἕνας ἐκεῖ 1,2,3,50,100,200 ἠγείροντο διὰ νὰ τὴν ὑπερασπίσουν καὶ ἡ Ὀρθοδοξία ἔρριπτε καθημερινῶς τὰς ρίζας της εἰς Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν καὶ ὑψώνετο ὡς δένδρον πάγκαλον καὶ καρποφόρον καὶ ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ μυριάδες ψυχῶν ἐν ἑνίστόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ ὕμνουν καὶ ἐδοξολόγουν τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν καὶ ὁ Χριστιανισμὸς παρουσιάζεται ἡνωμένος· ἡνωμένος μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὡς Μήτηρ φιλόστοργος εἶχε συγκεντρώσει ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὑτῆς ὅλα τὰ τέκνα της. Διὰ τὴν ἔνδοξον αὐτην Ἐκκλησίαν ἠδύνατο ὁ ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς νὰ εἴπῃ:«Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου, Σιών, καὶ ἴδε· ἰδοὺ γὰρ ἥκασί σοι Θεοφεγγεῖς ὡς φωστῆρες ἐκ δυσμῶν καὶ βορρᾶ καὶ θαλάσσης καὶ εώας τὰ τέκνα σου, ἐν σοὶ εὐλογοῦντα Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».
Ἀλλὰ ἀλλοίμονον! Ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐπετέθησαν ἄλλης φύσεως ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι. Αὐτοὶ δὲν ἦσαν δεδηλωμένοι ἐχθροὶ ὅπως οἱ πρῶτοι. Αὐτοὶ μέσα εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν εἶχον γεννηθῇ καὶ γαλουχηθῆ. Εἰς τὸ μητρῷον τῆς ὀρθοδοξίας ἦσαν γραμμένα τὰ ὀνόματά των. Εἰς ὅλας τὰς ἱερὰς συνάξεις ἐλάμβανον μέρος. Ἐκοινώνουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ παραδέχοντο ἀδιστάκτως ὅ,τι ὑπὸ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐδίδασκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ ἦσαν ἕτοιμοι ὑπὲρ αὐτῆς νὰ μαρτυρήσουν. Ἀλλ’ αἴφνης τὰς καρδίας αὐτῶν συνετάραξε τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα τῆς ὑπερηφανείας. Ἤθελον, δηλαδὴ αὐτοὶ ὡς ἀνώτερα δῆθεν πνεύματα, μὲ τὸν πῆχυν τῆς λογικῆς νὰ μετρήσουν τὰ δόγματα, τὰς θεμελιώδεις ἐκείνας ἀληθείας ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἤθελον μὲ τὸ μικρὸν κύπελλον τῆς διανοίας των νὰ ἐκκενώσουν τὸν ἄπειρον ὠκεανὸν τῆς γνώσεως τοῦ ἐν Τριἀδι Θεοῦ. Ἤθελον μὲ τὰς ἀσθενεῖς πτέρυγάς των ὡς ἄλλοι ἴκαροι νὰ διπλεύσουν τὰς ἄχανεῖς ἐκτάσεις τοῦ ἀπείρου καὶ ἔτσι ὑπερήφανοι διὰ τὰς διανοητικάς των πτήσεις εἰς τὸν κόσμον τοῦ μυστηρίου παρουσιάσθησαν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ εἶπον μὲ στόμφον:«Μέχρι χθὲς συνεφωνούσαμεν μαζί σου εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς διδασκαλίας σου. Ἀλλὰ τώρα ὄχι. Αὐτὸ ἐδῶ τὸ σημεῖον τῆς διδασκαλίας σου μᾶς εἶνε ἀκατάληπτον. Τὸ ἄλλο πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὥστε νὰ γίνῃ καταληπτὸν ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην διάνοιαν. Τὸ τρίτον πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ…».
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκάλεσε τὰ τέκνα ποὺ διεφώνησεν μὲ τὴν διδασκαλίαν καὶ προσεπάθησε νὰ τὰ πείσῃ ὅτι ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ εἶνε ἡ γραμμὴ ποὺ ἐχάραξε ὁ Θεάνθρωπος ἱδρυτής της καὶ ὅτι πᾶσα παρέκκλισις ἐστω καὶ ἐλαχίστη ἀπὸ τὴν γραμμὴν αὐτὴν θὰ δημιουργήσῃ ρῆγμα εἰς τὴν παράταξιν τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ κίνδυνον νοθεύσεως τῆς ἐξ ἀποκαλύψεως Θείας διδασκαλίας. Ἀλλ’ αὐτοὶ δυστυχῶς μὲ πεῖσμα ἑωσφόρου ἐπέμενον εἰς τὰς ἑτεροδιδασκαλίας των καὶ παρέσυρον καὶ ἄλλους. Τότε ἡ Ὀρθοδοξία συνεκάλεσε τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους καὶ ἐκεῖ ἐκλήθησαν οἱ ἑτεροφρονοῦντες καὶ ἀνέπτυξαν τὰς ἰδέας των καὶ κατόπιν συζητήσεως καὶ ἐρεύνης πολλῆς καὶ ὑπὸ τὸν φωτισμὸν τοῦ Παναγίου Πνεύματος αἱ ἰδέαι των ὡς προσκρούουσαι εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς μιᾶς Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἀπερρίφθησαν καὶ κατεδικάσθησαν, αὐτοὶ δὲ ἐφόσον μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἐξηκολούθουν ἐπιμένοντες εἰς τὰς ἐσφαλμένας ἰδέας των ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὡς μέλη γαγγραινώδη, ὡς ἀνιάτως νοσήσαντες, διεγράφησαν ἀπὸ τὰ μητρῷα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν ἤρχοντο πλέον εἰς οὐδεμίαν πνευματικὴν ἐπαφὴ μὲ τοὺς καταδικασθέντας ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἐθεωροῦντο πνευματικῶς νεκροί.
Αὐτοὶ οἱ καταδικασθέντες καὶ διαγραφέντες ἐκ τῶν μητρώων τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπετέλεσαν τὰς αἱρετικὰς Ἐκκλησίας αὐταὶ αἱ ὁποῖαι διεφώνησεν καὶ ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὸν κορμὸν τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰς στιγμὰς πνευματικῆς ἀνανήψεως καὶ διὰ στόματος Θεολόγων των ὁμολογοῦν ὅτι τὸ καθαρόν, τὸ διαυγές, τὸ κρυστάλλινον πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ διετηρήθη εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία! Αὑτὴ ἐστάθη ὡς λυδία λίθος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδοκιμάσθησαν καὶ δοκιμάζονται μέχρι σήμερον ὅλαι αἱ ἑτεροδιδασκαλίαι τῶν αἱρετικῶν. Αὐτὴ ὑψώθη ὡς πύργος ἀπόρθητος καὶ ἐδέχθη τὰς μανιωδεστέρας ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὴ προσέφερε καὶ προσφέρει τὰ περισσότερα θύματα εἰς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ Ἀντιχρίστου. Αὐτὴ εἶνε ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἐδέχθη οὐδένα συμβιβασμὸν μὲ τὴν πλάνην. Δὲν ἐπέτρεψε οὔτε ἕνα ἰῶτα νὰ προστεθῇ ἤ ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ σύμβολον τῆς πίστεως. Ἑνθυμηθῆτε πρὸς στιγμὴν τοὺς ἀγῶνας του Μ. Ἀθανασίου, τοῦ ἤρωος, τοῦ προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν. Ὀμοιούσιος τῷ Πατρί, εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστος ― ἐπρότεινον συμβιβαστικῶς οἱ αἱρετικοί. Ὄχι! Ἀπαντᾷ ἡ παράταξις τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ἀρχηγὸν τὸν Μ. Ἀθανάσιον. Δὲν εἶνε ὁ ὁμοιούσιος ἀλλὰ «ὁ ὁμοούσιος τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο». Δὲν ἠθέλησαν νὰ προστεθῇ το ἰῶτα αὐτὸ τῶν αἱρετικῶν. Καὶ δι’ ἕνα ἰῶτα ἐπάλαισε ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπὶ ἥμισυ αἰῶνα καὶ ἐσείσθη Ἀνατολὴ καὶ Δυση. Σχολαστικισμοί! Θὰ πουν σήμερα πολλοὶ ποὺ σκέπτονται ἀπολύτως ὑλιστικὰ καὶ δὲν δύνανται νὰ εἰσδύσουν εἰς τὸ βαθὺ νόημα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι, ἐὰν ἡ Ὀρθοδοξία ἐδέχετο τότε νὰ προστεθῇ τὸ ἰῶτα ἐκεῖνο τῶν ἀρειανῶν, ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Χριστιανισμοῦ ποὺ στηρίζεται ἐπὶ τῆς Θεότητος τοῦ Κυρίου θὰ κατέρρεε εἰς ἐρείπια καὶ ὁ Χριστιανισμὸς θὰ ἐξεφυλίζετο εἰς μίαν ἁπλῆν φιλοσοφίαν, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξεν ἄνθρωπος καὶ ὄχι Θεός.
Ἡ Ὀρθοδοξία, ἀγαπητοί, ὁμοιάζει μὲ ἕνα θαυμάσιον οἰκοδόμημα, τοῦ ὁποίου οἱ διάφοροι λίθοι εἶνε μαζὶ μὲ τὸν θεμέλιον λίθον κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνδεδεμένοι, ὥστε καὶ ἕνα λιθαράκι ἐὰν άφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ὅλον οἰκοδόμημα, κινδυνεύει νὰ καταρρεύσῃ ὅλη ἡ οἰκοδομή. Περίεργον ἀλλ’ ἀληθές. Ἀρκεῖ νὰ ρίψητε ἕνα βλέμμα εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν ὀρθοδόξων οἱ ὁποῖοι ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῆς ὀρθοδοξίας μας. Σήμερον ἀπορρίπτουν τὴν νηστείαν. Αὐριον τὰςἀκολουθίας. Μεθαύριον θὰ περιφρονήσουν τὰς ἱερὰς εἰκόνας καὶ τὰ σεπτὰ σύμβολα τῆς πίστεως καὶ οὕτω θυσιάζοντες καθημερινῶς εἰς τὸν βωμὸν τοῦ μοδερνισμοῦ «τὰ μικρὰ καὶ ἐλάχιστα δόγματα» θὰ φθάσουν εἰς τὸ θλιβερὸν σημεῖον νὰ μὴ κρατοῦν πλέον μαζί των ἀπὸ τὸν θησαυρὸν τῆς Ὀρθοδοξίας τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Ὀρθοδόξου. Κλαύσατε, ἀδελφοί, καὶ θρηνήσατε τοὺς Ὀρθοδόξους αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἕνα πνεῦμα σνομπισμοῦ τοῦ αἰῶνος μας, ἀνεπαισθήτως πολάκις, ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὰς βάσεις καὶ τὰ θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ περιπλανῶνται εἰς τὰς Σαχάρας τῶν διαφόρων αἱρέσεων καὶ εἶνε σήμερον λίγο ἀπ’ ὅλα. Μόνον Ὀρθόδοξοι δὲν εἶνε καὶ ἄς φωνάζουν καὶ ἄς διαμαρτύρωνται ὅτι εἶνε ὀρθόδοξοι.
Ἀλλὰ ἐὰν ὡρισμένοι Ἕλληνες ἔγιναν θύματα τῶν διαφόρων προπαγανδῶν καὶ ἀπελάκτισαν τὴν Μητέρα αὑτῶν Ἐκκλησίαν, τὴν σωτήριον Κιβωτὸν τοῦ ἔθνους ἐν ἡμέραις δουλείας, εὐτυχῶς ἡ μεγίστη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ παραμένει Ὀρθόδοξος. Μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ τιμία αὐτὴ λέξις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ δὲν ἔχει συνειδητοποιηθεῖ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων ὅπως θὰ ἔπρεπε. Δὲν ἐδιδάχθη δυστυχῶς ὁ λαός μας τὶ σημαίνει Ὀρθοδοξία. Εἰς τοῦτο βεβαίως πταίουν πολλοί. Δὲν ἔχομεν ὥραν οὔτε εἶνε ὁ καιρὸς κατάλληλος διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ποικίλα ατια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Ὀρθοδοξία μὲ τὰ 4 Πατριαρχεῖα δὲν ἔχει πλέον τὴν λάμψιν τῶν ἐνδόξων χρόνων. Ἴσως ἄλλοτε τὸ θέμα αὐτὸ νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, διότι, ὡς επομεν καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας, ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ὁ πολύτιμος, ὁ ἀνεκτίμητος ἀδάμας τῆς Ἑλλάδος μας καὶ οὐαὶ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἀπολέσῃ τὸν ἀδάμαντα αὐτόν. Θ’ ἀπολέσῃ τότε τὴν ψυχήν της.
Ἀλλ’ ὄχι! Ἡ Ἑλλὰς δὲν θ’ ἀπολέσῃ τὸν ἀδάμαντα. Σήμερον Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας μετὰ συγκινήσεως καὶ ἱερωτάτων παλμῶν καρδίας ἀναπολοῦμεν τοὺς χιλιετεῖς ἀγῶνας τοῦ Βυζαντίου, τὰς ἡρωϊκὰς μορφὰς τῶν Ἀθανασίων, τῶν Φωτίων, τῶν Μάρκων Εὐγενικῶν τῶν Γρηγορίων Παλαμᾶ τὰς ἑκατοντάδας τῶν Ἱερῶν Θυμάτων, τὰ ὁποῖα προσέφερε διὰ νὰ μείνῃ ἡ γωνιὰ αὕτη Ὀρθόδοξος, καὶ ἐμπνεεόμενοι ἀπὸ τὸ παράδειγμα τούτων πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες ὁπουδήποτε τῆς ὑφηλίου καὶ ἐὰν εὑρισκώμεθα ἄς εμεθα πάντοτε ἐν ἐγρηγόρσει καὶ ἐν ἐπιφυλακῇ, ἄς ἔχωμεν τὰ μάτια μας δεκατέσσαρα διὰ νὰ μὴ μᾶς ἐξαπατήσουν αἱ διάφοροι προπαγάνδαι ποὺ ὀργιάζουν δυστυχῶς σήμερον εἰς τὴν πολυπαθῆ μας πατρίδα καὶ ἀνταλλάξωμεν τὸν γνήσιον θησαυρὸν τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὰ εὐτελῆ καὶ κίβδηλα νομίσματα τῶν αἱρέσεων τὰ ὁποῖα λάμπουν ἐξωτερικῶς ὡς καθαρὸς χρυσός, ἀλλὰ ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτῶν τὸ χρυσὸν ἐπίχρισμα οὐδὲν ἄλλο μένει ἤ σκωρία καὶ μόλυβδος». Χρυσὸς καθαρὸς 24 καρατίων εἶνε μόνον ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ.
Ἀδελφοὶ Ἕλληνες! Δὲν μισοῦμεν οὐδένα ἀλλόθρησκον καὶ ἑτερόδοξον. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ περιφρονήσωμεν τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην μας. Καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ ὅτι εμεθα Ὀρθόδοξοι ἀνήκοντες εἰς τὴν παλαιὰν μαρτυρικὴν καὶ ἔνδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Κατ’ ἐξοχὴν σήμερον ἡμέραν τῆς Ὀρθοδοξίας ἄς ἀνανεώσωμεν τὴν ἀπόφασίν μας διὰ νὰ ζήσωμεν καὶ ἀποθάνωμεν ὡς ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἔχοντες ὡς σύνθημα τὸ σύνθημα: ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ἤ ΘΑΝΑΤΟΣ.

ΠΡΟΦΗΤΕΥΩ· Η ΕΟΚ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Μητρ. π. Αυγ. 6.2.1972

«Οι σκοτεινες δυναμεις εχουν βραχυκυκλωσει το ταλαιπωρον Εθνος μας και ειναι σαν αετος στο κλουβι…»
Ἐπισημαίνουμε τρία ἀποσπάσματα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀγωνιστοῦ ἱεράρχου τῆς Φλώρινας π. Αὐγουστίνου·
α) «Η ΕΟΚ θὰ γίνη ὁ τάφος τῆς Ἑλλαδος»
Αὐτὸ τὸ ἔχουν καταλάβει ὅλοι οἱ Ἕλληνες).

β) «Ὁ παπισμός θηρίο τῆς Ἀποκαλύψεως, μπῆκε στὴν Ἑλλάδα καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ δοῦμε στὴ Μητρόπολη τῶν Αθηνῶν, -ἐγώ δὲν πηγαίνω στὴ Μητρόπολη-, θὰ δῆτε τὴν ἐπίσημη ἑορτή τῆς 25 Μαρτίου, μπροστά-μπροστά, πρῶτον… σὰν κόκορα, μὲ τὰ φτερά του τὰ κολωτά, ἕναν καρδινάλιο νὰ στέκεται δίπλα στον πρωθυπουργό, δὲν ξέρω ποιός θὰ εἶνε τότε».
Αὐτὸ πραγματοποιήθηκε στὴν δοξολογία τῆς Πρωτοχρονιᾶς, στὸ Μητροπολιτικὸ ναό τῶν Ἀθηνῶν, μετὰ ἀπὸ 45 χρόνια, στὶς 1.1.2017! Δέστε φωτογραφίες στὴν παρακάτω ἀνάρτηση. Τὸ συνέδριο τῆς Κρήτης στὸ Κολυμπάρι, τοὺς ἄναψε τὸ κόκκινο σατανικὸ παπικό φῶς)!

    γ) Ἀν δὲν ξυπνήσουμε, σὲ 50 χρόνια καὶ λιγότερο δὲν θὰ ὑπαρχουν Ὀρθοδοξοι Ἑλληνες στὴν Ἑλλάδα.
    Σ’ αὐτὴ τὴν δραματικὴ περίοδο βρισκόμεθα καὶ ὁ κίνδυνος νὰ πραγματοποιηθοῦν καὶ τὰ παραπάνω λόγια φαίνονται πολὺ κοντά μας. Πολιτικοὶ καὶ θρησκευτικοὶ ἡγέται τῆς Ἑλλάδος συνεργάζονται μὲ τὶς σκοτεινὲς δυνάμεις γιὰ νὰ ἐξαφανίσουν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τοὺς  Ἕλληνες ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα.

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΟΙ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΘΑ ΔΙΩΧΘΟΥΝ. ΟΙ ΠΟΝΗΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΗΤΕΣ (ΟΙ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ) ΘΑ ΠΡΟΚΟΨΟΥΝ ΕΠΙ ΤΩ ΧΕΙΡΟΝ, ΠΛΑΝΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΩΜΕΝΟΙ

 


Πονηροί δὲ ἄνθρωποι και γόητες προκόψουσιν ἔπι τῷ χεῖρον πλανῶντες και πλανώμενοι (B΄ Tιμ. 3,13)

Απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

π. A. εφ.

Ἀδελφοί μου, θ’ ήθελα μόνο νὰ σᾶς δείξω τὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ, τῆς προφητείας τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος εἶπε, ὅτι ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις, ὅταν πλησιάζῃ πλέον νὰ σημάνῃ τὸ μεγάλο σήμαντρο τῆς δευτέρας παρουσίας, ὅτι τότε, λέει, οἱ μὲν εὐσεβεῖς θὰ διωχθοῦν, οἱ δὲ πονηροὶ καὶ γόητες καὶ ἀπατεῶνες θὰ προκόψουν.

―Ναί, καλὰ αὐτά, θὰ πῇς, πάτερ μου. Ἀλλὰ ἡμεῖς είμεθα ρεαλισταί, ἐμεῖς εἴμεθα πραγματισταί. Ἐμεῖς δὲ᾿ ζοῦμε στὰ ὄνειρα· ἐμεῖς βλέπουμε τὴν πραγματικότητα. Τί νὰ τὴν κάνω τὴν ἀρετή; τί νὰ τὴν κάνω τὴν τιμιότητα; τί νὰ τὸ κάνω νὰ εἶνε κανεὶς εὐσεβὴς καὶ νὰ πηγαίνῃ στὴν ἐκκλησία καὶ ν᾿ ἀνάβῃ τὸ κερί του καὶ νὰ πιστεύῃ εἰς τὸν Χριστό, τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία βλέπομεν τὸ κακὸν νὰ στεφανώνεται εἰς τὸν κόσμον; Δὲ᾿ βλέπεις, σοῦ λέγει, δὲ᾿ βλέπεις; Βλέπεις ἐκεῖνον τὸν νέον τὸν ἀλήτη, ὁ ὁποῖος ποτέ του δὲν κάθησε πάνω στὸ θρανίο νὰ μαλλιάσῃ ἡ καρέκλα νὰ γίνῃ ἐπιστήμων, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος ἔγινε ἕνας δονζουὰν καὶ περιφέρεται μέσ᾿ στὰ σοκάκια τοῦ Κολωνακίου; Δὲν τὸν βλέπεις αὐτὸν ὅτι παντρεύτηκε καὶ πῆρε τὴν πλουσιώτερη κόρη τῆς πόλεώς μας; Καὶ δὲ᾿ βλέπεις ἐκείνη τὴν ἄλλη τὴν ξετσίπωτη, ἡ ὁποία ποτέ της δὲ᾿ γνώρισε ἀρετὴ καὶ κακίαν, παρ᾿ ὅλο ποὺ εἶνε ἀντροχωρίστρα, δὲν τὴ βλέπεις αὐτὴ ποὺ τρέχει· ποτέ της δὲν ἔπιασε στὰ χέρια της μέσ᾿ στὸ σπίτι πιάτο νὰ καθαρίσῃ καὶ νὰ σκουπίσῃ, ἀλλὰ τὴ βλέπεις μὲ τὰ νύχια της· δὲν τὴ βλέπεις αὐτὴ πῶς κατώρθωσε, ἡ ξετσίπωτη αὐτή, νὰ πάρῃ τὸν καλύτερο ἄντρα τῆς πόλεώς μας; Καὶ δὲ᾿ βλέπεις τὸν ἄλλο, ὁ ὁποῖος ξεκίνησε ἕνας μικρὸς στὸ χωριό του καὶ τώρα ἔχει, μὲ τὶς ἀπάτες καὶ τὶς ἀδικίες, μὲ τὶς κλοπὲς καὶ τὶς πλαστογραφίες καὶ μὲ τὰς φοροδιαφυγὰς καὶ μὲ ὅλα τὰ μέσα τὰ ἄτιμα, δὲ᾿ βλέπεις ὅτι ἔχει κατάστημα μέσα εἰς στὸ κέντρο τῆς ὁδοῦ Αἰόλου καὶ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ; Δὲ᾿ βλέπεις τὸν ἄλλον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ τὰ ψεύδη καὶ τὶς ἀπάτες κατώρθωσε νὰ ἀνέβῃ εἰς τὰ ὕψιστα ἐκκλησιαστικὰ ἢ πολιτικὰ ἀξιώματα; Δὲ᾿ βλέπεις λοιπὸν ὅλα αὐτά;

Τὰ βλέπω, τὰ βλέπω, ἀδελφοί μου. Ἀλλὰ «μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω» (Ἰωάν. 14,27) Προσέξτε. Ὤ λόγια τοῦ Παύλου, ὤ λόγια τῆς Γραφῆς! Προσέξατε· οὔτε ἕνα γιῶτα δὲν θὰ διαψευσθῇ.

―ὅλα ἔχουν τὴν ἐφαρμογή τους―, οὔτε μιὰ τελεία δὲν θὰ ἐκπέσῃ (Ματθ. 5,18). Τί λέγει; Γιά προσέξτε. Θὰ προκόψουν, λέγει· ἀλλὰ πῶς λέει; «ἐπὶ τὸ χεῖρον» (Β΄ Τιμ. 3,13). Θὰ προκόψουν ―δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία―, θὰ παρουσιάσουν μίαν πρόοδο. Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ πρόοδος ἔχει καὶ ἄλλη ὄψι. Πρέπει νὰ δῇς καὶ τὸ ἄλλο φύλλο. Νὰ μὴ δῇς μόνο τὴν πρόοδό τους τὴν κοσμική, ἀλλὰ νὰ γυρίσῃς νὰ δῇς καὶ τὴν ἄλλη ὄψι. Ὅπως τὸ φύλλο, ὅπως τὸ ὕφασμα ἔχει δυὸ ὄψεις, ἔτσι κατὰ παρόμοιον τρόπον πρέπει νὰ δῇς ὅτι καὶ πίσω ἀπὸ τὴν πονηρία ὑπάρχει καὶ κάποια ἄλλη ἐπιφάνεια. Ποιά ἐπιφάνεια; Δὲ᾿ βλέπεις, δὲν ξέρεις, δὲν ἀκοῦς; Ὅτι ἐκεῖνο ποὺ λέγανε οἱ ἀρχαῖοι; «Μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε».

«Οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται»

Ἄσ᾿ τονε, ἄσ᾿ τονε. Τὸν βλέπεις τώρα νὰ προοδεύῃ. Ἐκεῖ ποὺ βλέπεις τὸν οὐρανὸ καὶ εἶνε πεντακάθαρος, ξαφνικὰ παρουσιάζεται ὁ κεραυνός. Δὲ᾿ βλέπεις; ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι φαίνονται τώρα νὰ προοδεύουν, θὰ ἔρθῃ μιὰ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσῃ ἐπάνω τους ὁ κεραυνός. Ναί, θὰ ἔρθῃ ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τιμωρηθοῦν καὶ αὐτοί.
Ἤτανε γλυκὰ τὰ χρήματα ὅταν στὰ χέρια του ὁ Ἰούδας ἔπαιρνε τὰ τριάκοντα ἀργύρια καὶ τὰ μετροῦσε καὶ τὰ ξαναμετροῦσε καὶ τὰ χάιδευε.Ὅταν ἔπαιρνε τὰ χρήματα αὐτά, εἶχε χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν. Ἀλλὰ δὲς τὸ τέλος του. Ἐκρεμάστηκε ἀπὸ ἕνα κλαδὶ συκιᾶς.

Δὲ᾿ βλέπεις τὸν Κάϊν; Εὐχαριστοῦνταν τὴν ὥρα ποὺ ἔβλεπε κάτω τὸν ἀδελφό του νὰ σπαρταράῃ. Ἀλλὰ Ἐντὸς ὀλίγου ὅμως αὐτὸς ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· Κάϊν, «στένων καὶ τρέμων ἔσῃ ἐπὶ τῆς γῆς» (Γέν. 4,12). Ὅπως τὸ φύλλο σείεται ἐπάνω εἰς τὸ δένδρο, ἔτσι καὶ αὐτὸς ἐσείετο μέσα εἰς τὸν κόσμον.

Δὲ᾿ βλέπεις αὐτοὺς τοὺς ἄλλους οἱ ὁποῖοι καυχῶνται καὶ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὴ δημοκρατία τους, καὶ ἔρχεται κατόπιν ἡ στιγμὴ ποὺ εἶνε αὐτοὶ οἱ μεγαλοὶ δικτάτορες;

Ποῦ εἶνε αὐτοὶ οἱ μεγάλοι στρατηγοί, οἱ ὁποῖοι πατήσανε ἐπάνω σὲ πτώματα καὶ ἀνῆλθαν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα;

Ποῦ εἶνε ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς πονηρίες καὶ ἀπάτες κ.λπ. ἔγιναν μεγάλοι καὶ τρανοί; «Μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε». Εἶνε γεγονός, σᾶς τὸ δίνω γραμμένο, ὅτι ἡ πρόοδος αὐτῶν εἶνε φαινομενική. Εἶνε πρόοδος «ἐπὶ τὸ χεῖρον», ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος, καὶ ὄχι ἐπὶ τὸ βέλτιον. Εἶνε γεγονὸς αὐτὸ τὸ ὁποῖο λέγει ἡ ἁγία Γραφή. Τί λέγει ἡ ἁγία Γραφή; «Οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται» (Ψαλμ. 36,9). Δὲ᾿ μπορεῖ νὰ ἀλλάξῃ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ· «οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται».
Διαβάστε τὴν ἱερὰν ἱστορίαν, διαβάστε τὴν παγκόσμιο ἱστορία, ῥίψατε κ᾿ ἕνα βλέμμα μέσα εἰς τὴν κοινωνία. Ἔχετε ὑπομονὴ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, καὶ θὰ δῆτε τὸ τέλος τῶν πονηρῶν. Εἶνε ἄθλιο. Εἶνε τέλος Ἰούδα, εἶνε τέλος Κάϊν, εἶνε τέλος ὅλων τῶν προδοτῶν καὶ ὅλων τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Ὄχι, ἀδελφοί! καὶ ἂν ἀκόμα ὁ διάβολος, μᾶς στρώσῃ τὴν γῆν μὲ χρυσάφι, καὶ νὰ μᾶς δώσῃ ὁλόκληρον τὴν γῆν, ὄχι ποτέ, ποτέ ἐμεῖς νὰ μὴ συνθηκολογήσουμε μὲ τὸν διάβολο. Νὰ μείνουμε σταθεροί, ἀκλόνητοι. «Στῶμεν καλῶς». Ἐσύ, κοπέλλα μου, μὴ βλέπεις τὴν ξετσίπωτη γυναῖκα. Κ᾿ ἐσύ, νέε μου, μὴ βλέπεις τὸν ἀλήτη ὁ ὁποῖος προοδεύει. Κ᾿ ἐσὺ ὁ ἄλλος, ὁ ἐργατικός, μὴ βλέπεις τὸν ἄλλον ὁ ὁποῖος ἀνέβη στὰ ἀξιώματα. Ὄχι, παιδί μου· προτιμότερο νὰ εἶσαι στρατιώτης, δεκανέας τίμιος, παρὰ στρατηγὸς ἄτιμος· προτιμότερο εἶνε νὰ εἶσαι νεωκόρος εὐσεβὴς παρὰ πατριάρχης ἄτιμος. Προτιμότερο εἶνε νὰ εἶσαι φτωχαδάκι, παρὰ πλούσιος μπουζουὰς ἀτιμάζων τὰ πάντα, προτιμότερο νὰ εἶσαι μία κυρία μετὰ τῶν μεγάλων καὶ ὑψηλῶν. Προτιμότερο εἶνε νὰ εἶσαι πτωχὸς μὲ τὸ Χριστό, παρὰ πλούσιος μὲ τὸν διάβολο. Προτιμότερο εἶνε νὰ ζήσῃς μὲ τὴ πτωχεία, μὲ τὴν τιμιότητα, μὲ τὴν εὐσέβειαν μέσα εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, μὲ τὸ μέτωπο καθαρό, νὰ εἶσαι τίμιος καὶ εἰλικρινής, παρὰ νὰ εἶσαι δόλιος καὶ ὑποκριτής. Διότι οἱ «πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται» (ἔ.ἀ.), «πονηροὶ δὲ καὶ γόητες ἄνθρωποι προκόψουσι ἐπὶ τὸν χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β΄ Τιμ. 3,13).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

ΣΤΑΘΕΙΤΕ ΟΡΘΙΟΙ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΠΛΑΝΗΣ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 

Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου, ἀπό τὴν ἐρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Β΄Θεσ. 2,15), σε κύκλο ἀνδρῶν στὴν Μητρόπολη, το 1976

ΤΡΕΧΕΤΕ ΑΓΩΝΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ισ

Σὲ μιὰ ἰταλικὴ πόλι, τὴν Πομπηΐα, ποὺ χάθηκε ἀπὸ τὴν ἔκρηξι ἡφαιστείου, κάνανε ἀνασκαφὲς καὶ βρῆκαν τοὺς κατοίκους ἀπολιθωμένους· τὸν ἕνα τὴν ὥρα ποὺ πήγαινε νὰ κλέψῃ, τὸν ἄλλο τὴν ὥρα ποὺ ἔδινε μπουνιὲς σ᾿ ἕναν ἄλλο μέσα σὲ ψωμάδικο, τὸν ἄλλο τὴν ὥρα ποὺ πόρνευε (καὶ ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται αὐτὰ τὰ αἴσχη ὑπάρχει ἀπ᾿ἔξω ἐπιγραφή, «ἀπαγορεύεται ἡ είσοδος»). Ἔτσι ἀποτόμως ἐξερράγη ὁ Βεζούβιος καὶ τοὺς βρῆκε ἡ συμφορά. Τί τὸ πέρασες; ἔτσι; δὲν ἔχει ἀφέντη αὐτὸς ὁ κόσμος;
Λένε λοιπὸν ὅτι, ὅταν ἐξερράγη ὁ Βεζούβιος, ἕνας στρατιώτης, μὲ τὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος, φύλαγε τὴν Πομπηΐα. Καὶ ὅμως δὲν ἄφησε τὴ θέσι του. Δὲν κουνήθηκε καθόλου. Τὸν βρῆκαν στὴ στάσι αὐτή. Σημεῖο μεγάλο. Πιστὸς στὸ παράγγελμα, τὸ ῥωμαϊκὸ παράγγελμα «στήκετε».

Ἀλλὰ γιατί νὰ πᾶμε στὸ Βεζούβιο; Ἐμεῖς ποὺ ζήσαμε τὰ φρικτὰ χρόνια τοῦ πολέμου, ἔχουμε πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ περιστατικὰ γιὰ νὰ διηγηθοῦμε. Αὐτὴ ἡ νεολαία δὲν ξέρει τίποτε ἀπ᾿ αὐτά. Κοιτᾷ μόνο τὸ μαλλάκι της καὶ τὸ ἀμερικάνικο σύστημα διατροφῆς. Γιά πηγαίνετε στὴ Βουλγαρία, στὴν Ἀλβανία, στὴ Μόσχα· ἐκεῖ οἱ νέοι εἶνε κουρεμένοι, καὶ μαθαίνουν γράμματα δεκαπλάσια ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐδῶ. Αὐτοὶ ἐδῶ δὲν ἔχουν τὸ νοῦ στὰ γράμματα. Τὸ βράδυ ποὺ πᾶνε νὰ κοιμηθοῦνε, τοὺς τραβᾷ ὁ διάβολος ἀπὸ τὰ σεντόνια. Δὲ᾿ φταῖνε τὰ παιδιά, ἀλλὰ οἱ μεγάλοι.
Χθὲς ἕνας Ἄγγλος φιλόσοφος δημοσίευσε ἕνα φοβερὸ ἄρθρο γιὰ τὴν τηλεόρασι. Γράφει ἐκεῖ, ὅτι «μέσα ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν τηλεόρασι θὰ βγῇ ἕνας καινούργιος ἄνθρωπος, ἄνθρωπος χωρὶς ἰδανικά».
Πῆγα στὴν Πτολεμαΐδα καὶ ἐπισκέφθηκα ἕνα σπίτι. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα μέσα. Ἦταν ἕνα ὀρφανὸ παιδάκι ποὺ δὲ᾿ μᾶς πῆρε εἴδησι. Καθόταν, σὰν ἀπολιθωμένο, μπροστὰ στὴν τηλεόρασι. Στὰ ἑβδομήντα μου χρόνια πρώτη φορὰ εἶδα, πῶς εἶνε ἡ τηλεόρασι. Τὸ πλησίασα καὶ τοῦ εἶπα· «Τί κάνεις ἐδῶ, παιδάκι μου;». Εἶχε ξεχάσει καὶ μαθήματα καὶ τὰ πάντα. Κατόπιν ἦλθε καὶ ἡ ἀδελφούλα του, ἀπὸ τὴ δουλειά. Ἕνα ὀρφανὸ κορίτσι, ἔρημο, ποὺ ἔχασε καὶ τὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα ―φοβερὸ πρᾶγμα― καὶ δούλευε στὴ ΛΙ.ΠΤΟΛ. καὶ προστάτευε τὸ ἄλλο παιδί. «Τί νὰ τὸ κάνω, πάτερ μου», μοῦ λέει· «αὐτὴ ἡ τηλεόρασι τὸ ἔχει τρελλάνει. Τὴν ἔχει συνεχῶς ἀνοιχτὴ καὶ κάθεται καὶ βλέπει σὰ᾿ χαζός».
Ἐγὼ σᾶς εἶπα τί λέει ὁ Ἄγγλος φιλόσοφος· ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν τηλεόρασι καὶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ ῥαδιόφωνο θὰ βγῇ ἕνας καινούργιος ἄνθρωπος, χωρὶς ἰδανικά. Δὲν θὰ σέβεται οὔτε μάνα οὔτε πατέρα οὔτε τίποτε. Γιατὶ οἱ ἀπατεῶνες ἀπὸ τὴν τηλεόρασι αὐτά σερβίρουν, γιὰ νὰ διαλύσουν τὸν κόσμο – ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τηλεόρασι τῆς Μόσχας, ποὺ δείχνει καθαρῶς ἀγροτικὰ ἐπιστημονικὰ καὶ ἄλλα τέτοια θέματα. Ἀλλὰ κ᾿ ἐκεῖ δὲν μποροῦν νὰ τοὺς κρατήσουν. Ποιός μπορεῖ νὰ ἐλέγξῃ αὐτὰ ποὺ βλέπουν. Ἀνοίγουν τὸ κουμπὶ τῆς τηλεοράσεως καὶ βλέπουν ξένους σταθμούς. Ἔχουν ὑποστῆ καὶ αὐτοὶ τὴ διαφθορά. Γιατὶ ἕνα παγκόσμιο πνεῦμα πλάνης κυριαρχεῖ στὸν κόσμο. Δὲν μπορεῖ νὰ κρατηθῇ ἡ «γρίππη» ἔξω ἀπὸ τὰ ῥωσικὰ σύνορα. Εἶνε παγκόσμια ἡ διαφθορά.
«Στήκετε», λέει ἐδῶ ὁ ἀπόστολος. Καὶ γιατί νὰ πάρουμε παραδείγματα ξένα; Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶδα, στοὺς φοβεροὺς πολέμους ποὺ ὑπέστη ἡ πατρίδα μας, τὴ λεβεντιὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν μας. Ἂν ἤξεραν ἐκεῖνα τὰ ἡρωϊκὰ παιδιὰ ποὺ σκοτώθηκαν, ὅτι θὰ ἐρχόταν μιὰ τέτοια νέα γενεά, μιὰ γενεὰ ποὺ δὲν σκέπτεται τὴ λευτεριά, ἀλλὰ μόνο τὸ σὲξ καὶ τὸ διάβολό τους, δὲν θά ᾿χυναν τὸ αἷμα τους. Ἐκεῖνα ἦταν παιδιὰ ἡρωϊκά, παιδιὰ λεβέντικα. Ἐμεῖς τὰ κοινωνήσαμε πρὶν πέσουν στὴ μάχη. Μερόνυχτα εἶχαν νὰ κοιμηθοῦν. Ἔμεναν μὲ τὰ ἄρβυλά τους. Καὶ μάλιστα μερικὰ φυλάγανε σκοποί, διπλοσκοποί, ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀπὸ ἀριστερά. Γιατὶ δὲν ὑπῆρχε μέτωπο. Ἀπ᾿ ὅπου νά ᾿νε μπορεῖ νὰ τοὺς ἔρχονταν οἱ σφαῖρες. Φυλάγανε μέρα – νύχτα. Καὶ γιὰ νὰ μὴν τοὺς πάρῃ ὁ ὕπνος εἶχαν καρφίτσες καὶ κεντοῦσαν τὰ κορμιά τους!
Τώρα ἡ σημερινὴ γενεὰ δὲ᾿ σκέπτεται τὴ λευτεριά, ἀλλὰ τὸ σὲξ καὶ τὰ γλέντια. Φταῖνε ὅμως οἱ γονεῖς, ποὺ τοὺς κάνουν ὅλα τὰ χατίρια καὶ δὲν τοὺς λένε ποτὲ ὄχι. Ἀλλὰ ἔννοια σας, θὰ ἔρθῃ ὥρα, ὅπως σᾶς εἶπα. Ἀφοῦ δὲν θέλουν ν᾿ ἀκούσουν γιὰ λευτεριὰ καὶ γιὰ μεγάλα ἰδανικά, θὰ γίνουν δοῦλοι κάτω ἀπὸ τὸ μεγάλο «ῥινόκερω» τῶν ἀθέων· καὶ τότε θὰ ποῦν ἀμάν! Ἀλλὰ θὰ εἶνε ἀργά. Αὐτὸς ὁ ἐκφυλισμὸς ἐκεῖ ὁδηγεῖ.
Λοιπόν,

«στήκετε». Ὅταν ὁ στρατιώτης στέκεται στὴ θέσι του καὶ φωνάζει «Φύλακες, γρηγορεῖτε», τότε φυλάει ἄγρυπνος τὴν πατρίδα. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἔτσι φύλαγαν τὰ φρούρια. Γύρω – γύρω ἦταν στρατιῶτες καὶ φύλαγαν σκοπιὰ ὅλη τὴ νύχτα. Καὶ γιὰ νὰ μὴν κοιμηθοῦν φώναζε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον· «Φύλακες, γρηγορεῖτε».
Σὰν τὸν στρατιώτη λοιπόν, ποὺ πρέπει νὰ στέκεται στὴ θέσι του ἄγρυπνος ὁ φρουρός, γιατὶ δὲν ξέρει ποιά ὥρα θὰ τοῦ κάνῃ αἰφνιδιασμὸ ὁ ἐχθρός.
Αὐτὰ πάθαμε στὸ Ἀμύνταιο. Θὰ ἤμασταν τώρα στὸ Μοναστήρι, καὶ πιὸ πέρα ἀπ᾿ αὐτό. Ἦταν Ὀκτώβριος μήνας, καὶ ἦταν ἐκεῖ στὸ Ἀμύνταιο συγκεντρωμένος ὁ στρατός μας. Πῆγαν ἐπὶ σκοποῦ κάποιοι, ποὺ «μᾶς ἀγαπᾶνε πολύ», καὶ κερνοῦσαν τοὺς στρατιῶτες μας κρασί, ἀπὸ τὸ κρασὶ τοῦ Ἀμυνταίου ποὺ φημίζεται. Καὶ τοὺς μέθυσαν. Εἰδοποίησαν κατόπιν τοὺς ἐχθρούς, κ᾿ ἐκεῖνοι ἔκαναν αἰφνιδιασμό. Ὁ στρατός μας δὲν μπόρεσε ν᾿ ἀντισταθῇ. Ἔφτασε πανικόβλητος μέχρι τὸν Ἁλιάκμονα. Κοντέψαμε νὰ χάσουμε τὴ μάχη.
Τὸ ἴδιο πάθαμε καὶ στὴ Μικρὰ Ἀσία. Γλεντοῦσαν οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ στὸ Ἀφιὸν Καραχισάρ, μὲ τὶς πόρνες. Καὶ τὴ νύχτα ἔκανε ἐπίθεσι ὁ Κεμάλ. Τοὺς ἔπιασε στὸν ὕπνο καὶ τελείωσε ἡ ἱστορία.
Μάλιστα, ἀγαπητέ μου. Εἶσαι στρατιώτης; θὰ ἐκτελέσῃς τὸ καθῆκον σου. Ἂν δὲν τὸ ἐκτελέσῃς, θὰ καταστραφῇς.

Θὰ ἤμασταν τώρα πάνω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἀλλὰ μόλις καὶ μετὰ βίας κατωρθώσαμε νὰ κρατήσουμε τὴ Φλώρινα. Καὶ αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε στὸν προκάτοχό μου, τὸν ἀείμνηστο Πολύκαρπο, ποὺ ἦταν ἕνας εὐφυέστατος δεσπότης. Ἔστειλε τὴ νύχτα πρὸς τὰ κάτω ἕνα παπᾶ καὶ εἰδοποίησε. Ἔτσι ἕνας λόχος, μὲ 10 – 20 ἱππεῖς, καλπάζοντας ἔφτασαν στὴ Φλώρινα. Μόλις καὶ πρόλαβαν, γιὰ πέντε λεπτά, καὶ παραδόθηκε ἡ πόλι στοὺς Ἕλληνες. Ἰδού τί παθαίνεις, ὅταν εἶσαι στρατιώτης καὶ δὲν φυλᾷς καλά.
Κοντέψαμε, ἐξ αἰτίας τῆς τροπῆς τοῦ πολέμου ἐδῶ, νὰ χάσουμε τὴ Θεσσαλονίκη. Διότι ἐδιχάσθη ὁ στρατός μας. Ὅταν χάναμε στὴ Φλώρινα, διατάζει ὁ Βενιζέλος τὸν Κω᾿σταντῖνο, ἐνῷ βαδίζαμε μ᾿ ὅλη τὴ στρατιὰ γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, νὰ ἀλλάξῃ πορεία καὶ νὰ πάῃ πρὸς τὴ Φλώρινα. Παρ᾿ ὅτι ὁ Βενιζέλος ἦταν μεγάλος πολιτικός, δὲν ἦταν ὅμως καὶ στρατιωτικός. ―Ὄχι, λέει ὁ Κω᾿σταντῖνος, δὲν πᾶμε· ἔχω ἐμπιστοσύνη, θὰ κρατηθῇ ἡ Φλώρινα.
Ἡ Κοζάνη εἶχε ἀδειάσει ἀπὸ στρατό. Πῆγαν πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη. Καὶ ἔγιναν ἐκεῖ μυθώδη πράγματα. Ὁ Κω᾿σταντῖνος καλεῖ ἕνα συνταγματάρχη, διοικητὴ τῶν εὐζώνων, καὶ τοῦ λέει· «Ἐν ὀνόματι τῆς αἰωνίας μας πατρίδος, ἀπόψε θὰ περάσῃς τὸ Βέρμιο!». Ἦρθε λοιπὸν αὐτὸς τὰ μεσάνυχτα, μὲ ἡρωϊκὰ παιδιά ―ὄχι σὰν τὰ σημερινὰ μαμμόθρεφτα―, μπρατσωμένα καὶ ἰσχυρά, βοσκοὺς καὶ τσοπαναραίους, τρέχανε μὲ τὰ ἄλογά τους ὅλη νύχτα, καὶ φτάσανε στὴν Κέλλη. Μόλις τοὺς εἶδαν οἱ ἀντίπαλοι, σηκώθηκαν κ᾿ ἔφυγαν ὅλοι.
Μὲ τέτοιους ἡρωϊσμοὺς καὶ θυσίες, ποὺ ἀγνοεῖ ἡ σημερινὴ νεολαία, κρατήσαμε τὴν πατρίδα μας ἐλεύθερη. Ἐδῶ στὴ Φλώρινα ἔχουμε τὸ μεγαλύτερο νεκροταφεῖο. Εἶνε ἐνταφιασμένοι 500 – 600 στρατιῶτες, τὰ καλύτερα παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἄλλοι 500 ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά (στὴν Καστοριά). Παιδιά ἄριστα, ἰδανικὰ παιδιά.
Πρέπει νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι στὶς ἐπάλξεις, ὅπως ὁ στρατιώτης πρέπει νὰ εἶνε πάντοτε ἕτοιμος.
Στὴ Μικρὰ Ἀσία πιάστηκαν ὅλοι αἰχμάλωτοι. Γιατὶ κουράζονταν καὶ κάθονταν γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν. Καὶ κράπ κράπ, τοὺς ἔπιαναν οἱ Τουρκαλᾶδες. Ἕνα μόνο σύνταγμα δὲν μπόρεσαν νὰ πιάσουν, τοῦ Πλαστήρα. Ἀλλὰ αὐτὸς ἀγαποῦσε πολὺ τὰ παιδιά. Εἶχε 3.000 στρατιῶτες. Καὶ τοὺς εἶπε· Ἀκοῦστε με, ἂν θέλετε νὰ πᾶμε στὴν πατρίδα μας· θὰ μὲ ἀκολουθᾶτε παντοῦ. Ἅμα κοιμηθῶ ἐγώ, θὰ κοιμηθῆτε κ᾿ ἐσεῖς… Εἶχε ἕνα καρφὶ καὶ γιὰ νὰ μὴ κοιμηθῇ κεντοῦσε τὸ σῶμα του· τὸ εἶχε γεμίσει πληγές.
Τώρα, μέσα ἀπὸ τὴν τηλεόρασι καὶ μέσα ἀπὸ τὴν καλοπέρασι, δὲν ὑπάρχει τίποτε. Χθὲς στὴν Πτολεμαΐδα μοῦ ἔλεγε ἕνας πατέρας· Τί νὰ κάνω, πάτερ μου; Μοῦ πέταξε τὸ παιδί μου τὸ πιάτο στὸ κεφάλι. Κι ὅταν θυμᾶμαι, ὅτι στὴν Κοζάνη τὴν κατοχὴ τρώγαμε φασόλια μὲ ζουμί, δὲν ξέρεις πῶς γίνομαι… Αὐτὸς ὁ ἐκφυλισμὸς καὶ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης διαδόθηκε. Δυστυχὴς σήμερα ὅποιος εἶνε παπᾶς καὶ δάσκαλος καὶ καθηγητής.
«Κρατῆτε», λέει ὁ ἀπόστολος, σταθῆτε ἀκλόνητοι στὴ θέσι σας. Μὴ ὑποχωρήσετε οὔτε βῆμα ποδός.
Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀντίστασι τῆς Ἑλλάδος σὲ δύο κολοσσοὺς τὸ ᾿40, γράψανε οἱ ξένοι· «Προσέχετε, μὴ περνᾶτε, καὶ σᾶς δοῦνε οἱ Ἕλληνες».

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

 

090634b9b49e9b3e4c9bc943

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ   giannis.kotzampassis@gmail.com


Η πίστη δεν είναι θεωρία, φιλοσοφία ζωής, αλλά προσωπική σχέση με τον Θεό. Σχετικά με το πώς πρέπει να είναι η σχέση αυτή ο ίδιος ο Θεός μας διδάσκει. Ακολουθώντας την μυστηριακή ζωή της εκκλησίας. Και όσα είπε ο ίδιος παραδόθηκαν με την Αγία Γραφή και την Αγία Παράδοση στην Εκκλησία. Την Μία, Αγία και Αποστολική Εκκλησία που εδώ και χιλιάδες χρόνια κράτησαν οι πατέρες της Εκκλησίας ανόθευτη και ο πιστός λαός αποδέχθηκε.
Κάποιοι πλανήθηκαν και έπεσαν σε αιρέσεις, με αποτέλεσμα να αποκοπούν από το σώμα της Εκκλησίας και με τον τρόπο αυτό απομακρύνθηκαν από τον χώρο όπου μπορεί ο άνθρωπος να συνεργάζεται με τον Θεό για την σωτηρία του.
Το μυστήριο με το οποίο εισάγεται ο άνθρωπος στην Εκκλησία και ανοίγει ο δρόμος για την σωτηρία, είναι το Άγιο βάπτισμα, καθώς ομολογείται στην Αγία Γραφή. Στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο λέγεται καθαρά «Και είπεν αυτοίς· Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει.
Ο πιστεύσας και βαπτισθείς, σωθήσεται· ο δε απιστήσας κατακριθήσεται.( Μάρκου, 16, 15-16). Και τους είπε, Πηγαίνετε σε όλον τον κόσμο και κηρύξατε το Ευαγγέλιον σε όλη την κτίση. Εκείνος που θα πιστέψει και θα βαπτισθεί, θα σωθεί. Εκείνος που δεν θα πιστέψει, θα κατακριθεί. Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο , ότι σύμφωνα με τον λόγο του Σωτήρα Χριστού, το σωτήριο βάπτισμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την γνήσια ορθόδοξη πίστη, η οποία κηρύχθηκε από τους Αγίους Αποστόλους και από τους Αγίους πατέρες της Εκκλησίας.
Οι αιρετικοί διαψεύδουν με πολλούς τρόπους το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, που ενέπνευσε την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση! Μερικοί υποστηρίζουν ότι το βάπτισμα των παπικών είναι έγκυρο, διότι το βάπτισμα γίνεται «στο όνομα της Αγίας Τριάδος». Σε τι είδος Αγία Τριάδα πιστεύουν όμως αυτοί; Οι παπικοί για παράδειγμα, πιστεύουν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, όχι μόνο εκ του Πατρός όπως ο ίδιος ο Χριστός μας το λέει: όταν δε έλθη ο παράκλητος όν εγώ πέμψω υμίν παρά του πατρός , το Πνεύμα της αληθείας ό παρά του πατρός εκπορεύεται, εκείνος μαρτυρήσει περί εμού.( Ιωάννου. 15 , 26) .
Οι παπικοί, αλλά και οι Διαμαρτυρόμενοι, δεν πιστεύουν στο έργο του Θεού στον κόσμο μέσω των ακτίστων ενεργειών και με αυτό το σκεπτικό δεν πιστεύουν ούτε στο έργο του Αγίου Πνεύματος μέσα στο Μυστήριο του βαπτίσματος. Άρα το βάπτισμα των αιρετικών είναι ψευδές, όπως και ολόκληρη η πίστη τους. Δυσφημούν την Αγία Τριάδα, διδάσκουν πολλά αναληθή για τον Θεό και την σχέση του με τον άνθρωπο.
Επειδή το βάπτισμα των αιρετικών θεωρείται ψευδοβάπτισμα και δεν είναι έγκυρο, κατά την ορθόδοξη παράδοση και διδαχή, οι ιεροί κανόνες ορίζουν την καθαίρεση των κληρικών, που θεωρούν έγκυρο το βάπτισμά τους και κάθε « μυστήριο» που τελείται από αυτούς( Αποστ: 46, 47, 68, Οικουμενική 2: 7, Εν Τρούλω6 : 84, Οικουμενική 6: 95, Καρθαγένης 1, Βασίλειος: 1, 20, 47, 2, Καρθαγένης: 6, 15).
Πρέπει να χρίονται μόνον οι χριστιανοί , που απέρριψαν την αληθινή πίστη, πηγαίνοντας στους αιρετικούς, εφ’ όσον μετανοήσουν και επιστρέψουν από την αίρεση στην ορθοδοξία. Αυτοί ήταν μέλη της ορθοδόξου Εκκλησίας, βαπτισμένοι με ορθόδοξο βάπτισμα, αλλά λόγω του ότι ασπάσθηκαν αιρετικές διδασκαλίες απέκοψαν τον εαυτό τους από το σώμα της Εκκλησίας. Αυτοί επιστρέφουν στην Εκκλησία με ομολογία της αμαρτίας της αιρέσεως και της άρνησης της πίστεως. Αυτούς τους ορθοδόξους που επιστρέφουν από την αίρεση η Αγία μας Εκκλησία δέχεται στους κόλπους της δια του Μυστηρίου του Χρίσματος, με το οποίο ο άνθρωπος ανακαινίζεται δια του Αγίου Πνεύματος και δια της Θείας Μεταλήψεως. Με τον τρόπο αυτό ενώνονται ξανά πλήρως με το Σώμα του Χριστού , που είναι η Εκκλησία.
Η πρακτική του χρίσματος των αποκοπέντων πιστών, που επιστρέφουν στην Ορθοδοξία, δείχνει πόσο σοβαρή αμαρτία είναι η αίρεση. Για οποιαδήποτε άλλη αμαρτία δεν θεωρείται αναγκαία η ανανέωση του έργου του Αγίου Πνεύματος μέσω του Μυστηρίου του Χρίσματος. Παρά τις αποδείξεις που υπάρχουν στην Αγία Γραφή και στην Παράδοση, ορισμένοι κληρικοί σήμερα δεν βαπτίζουν τους αιρετικούς, αλλά μόνο τους χρίουν. Είναι σαφές όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα ανανέωσης δια του Μυστηρίου του Χρίσματος διότι δεν ενήργησε το Άγιο Πνεύμα διά μέσω των μυστηρίων και διότι ποτέ δεν ήταν μέλη της Εκκλησίας.
Κάποιοι επικαλούνται, την άποψη του να δεχόμαστε τους παπικούς με το χρίσμα δίχως βάπτισμα, τον Αποστολικό κανόνα που απαγορεύει την επανάληψη του βαπτίσματος( Αποστ. Διατ 47) « ξεχνώντας» ότι ο ίδιος κανόνας λέγει να καθαιρείται ο κληρικός, που δεν βαπτίζει τον « βαπτισμένο» των αιρετικών! Με άλλα λόγια, ερμηνεύοντας τον κανόνα αυτόν, απαγορεύει την επανάληψη του έγκυρου βαπτίσματος ορθοδόξου, που πιστεύει στην Αγία Τριάδα όπως αναφέρεται στο σύμβολο της πίστεως των ορθοδόξων. Ακόμη στην ορθόδοξη Εκκλησία το βάπτισμα γίνεται με την τριπλή κατάδυση του βαπτιζομένου στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Και όπως δείξαμε παραπάνω, οι αιρετικοί δεν πιστεύουν ορθόδοξα την Αγία Τριάδα, αλλά έχουν εσφαλμένη πίστη. Επιπλέον, ούτε την μορφή του βαπτίσματος κρατάνε, «βαπτίζοντας » δια ραντισμού και όχι με τριπλή κατάδυση. Η λέξη βαπτίζω σημαίνει καταδύω, βουτάω στο νερό.
Ορισμένες τοπικές εκκλησίες βαπτίζουν διάφορες κατηγορίες αιρετικών, που οι άλλες τοπικές εκκλησίες τους δέχονται μόνο με το χρίσμα. Αν και πρέπει να καταστεί σαφές, ότι η αποδοχή των αιρετικών με το χρίσμα είναι μια ανοησία και ότι κάθε αιρετικός πρέπει να βαπτιστεί. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η ύπαρξη αυτής της ανομοιομορφίας στην Εκκλησία δείχνει ότι δεν είναι σαφές ποιος θα πρέπει να βαπτισθεί και ποιος πρέπει να χριστεί μόνο. Και από αυτό εξάγουν το επιχείρημα για την διατήρηση της τρέχουσας πρακτικής, που ορισμένοι βαπτίζουν και άλλοι χρίουν. Αλλά ακόμη και αυτό το ψευδές επιχείρημα καταρρίπτεται από την Ιερά Παράδοση! Οι κανόνες λένε ότι, «όταν δεν είναι σαφές, εάν ένα πρόσωπο βαπτίστηκε, πρέπει να βαπτίζεται, ώστε να μην στερηθεί την σωτηρία» (Οικουμενική 6: 84). Πρόκειται για μία λογική επιλογή με βάση την μέγιστη επιφύλαξη, την οποία αν και δεν την ορίζουν ρητά οι κανόνες της Εκκλησίας, υποδεικνύει όμως η κοινή λογική και η φροντίδα για την σωτηρία των πλησίων μας .
Άλλοι υποστηρίζουν πως, η αποδοχή στην ορθοδοξία των βαπτισμένων στους αιρετικούς μόνο με το χρίσμα, έγινε πλέον μια ευρέως διαδιδομένη πρακτική και θα πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή. Όμως υπήρξαν στιγμές όπου κάποια αίρεση είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις μέσα στην Εκκλησία, αλλά αυτό δεν ήταν εν πάση περιπτώσει, ένα επιχείρημα για την αντικατάσταση της αληθινής πίστης με την αίρεση. Αντίθετα ο Θεός έχει αναθέσει σε ορισμένους ανθρώπους την πάλη κατά της αιρέσεως και αυτοί νίκησαν, διότι το Άγιο Πνεύμα το ίδιο υποστήριξε τους λίγους, ενώ οι πολλοί πλανήθηκαν. Επίσης οι ειδωλολάτρες είναι περισσότεροι από τούς ορθοδόξους. Θα πρέπει να γίνουμε ειδωλολάτρες, υποκύπτοντας στο επιχείρημα της πλειοψηφίας;
Η Αγία Τριάδα δεν έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό Της και δεν μας άφησε ανεπαρκή μέσα σωτηρίας, που πρέπει να αναθεωρηθούν, έτσι ώστε οι άνθρωποι σε διαφορετικούς καιρούς να έχουν περισσότερη ή λιγότερη « ευκαιρία» για να σωθούν. Η σωτηρία του ανθρώπου εξαρτάται από τα Άγια Μυστήρια και η διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τα Μυστήρια είναι σαφής και δεν πρόκειται να αναθεωρηθεί και να προσαρμοστεί. Τέτοιες προσπάθειες δείχνουν την άγνοια και την απιστία όσων προτείνουν τέτοιες « αναθεωρήσεις» και « προσαρμογές».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ

ΟΛΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΙΒΩΤΟΝ «῞Ωσπερ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε….»

 

«Γρηγορειτε»


«Καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησε. Καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ῥήματος ᾿Ιησοῦ» (Ματθ. 26 74,75)

Ε Κ Δ Ι Δ Ε Τ Α Ι
῾Υπὸ ἱεροκήρυκος ᾿Ι. Μητροπόλεως Καρυστίας-Σκύρου ἀρχιμανδρίτου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου καὶ διανέμεται δωρεὰν πρὸς χριστιανικὸν διαφωτισμὸν τοῦ λαοῦ.

ΟΛΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΙΒΩΤΟΝ

«῞Ωσπερ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε….»

Grig.-11

᾿Ενθυμεῖσθε, ἀγαπητοί, τὴν σχετικὴν διήγησιν τῆς ῾Αγίας Γραφῆς; ῾Η γενεὰ ἡ ὁποία ἔζη ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε, παρεσύρθη ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ κακοῦ, κατεπάτησε τὸν ἠθικὸν Νόμον, ἔπνιξε τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεως καὶ ἔζη ὡς ἄθεος ἐν τῷ κόσμῳ. ᾿Αποτέλεσμα τῆς ὑλιστικῆς αὐτῆς ἀντιλήψεως ἦτο ἡ παγκόσμιος διαφθορά. ῾Η ἀνθρωπότης ἐπεδόθη εἰς τὴν λαγνείαν, τὴν ἰκανοποίησιν τῶν ἁμαρτωλῶν ὀρέξεων καὶ ἐπιθυμιῶν. Πίστις, ἀγάπη, ἐλπίς, δικαιοσύνη ἐξέλιπον. ῾Η εἰκὼν τοῦ Θεοῦ ἐξηφανίσθη. ῾Η ὕλη ἐκυριάρχησε. Κτῆνος δίπουν κατήντησεν ὁ ἄνθρωπος, σάρξ χωρὶς πνευματικὴν ἰκμάδα. ῞Οπως γράφει χαρακτηριστικῶς ἡ Γραφή «ἡ γῆ ἐπλήσθη ἀδικίας»
῾Η γῆ, ἡ κατοικία τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινεν ἀκάθαρτος. Οἱ δρόμοι, αἱ πλατεῖαι, τὰ σπίτια, τὰ βουνά, οἱ κάμποι, τὰ πάντα ἐμολύνθησαν, ὁ κόσμος ἐβρώμισεν καὶ εἶχεν ἀνάγκην ἑνὸς γενικοῦ καθαρμοῦ. ῾Ο κόσμος«προσώζεσε καὶ ἐσάπησε» κατὰ τὸν ψαλμῳδόν, ἦτο μία πληγή, ἡ ὁποία ἐγέμισεν ἀπὸ πῦον, ἀπὸ ἀκαθαρσίαν, καὶ ὁ ἱατρὸς ἔπρεπε νὰ πάρη τὸ νυστέρι ν’ ἀνοίξη τὸ ἀπόστημα, νὰ καυτηριάση, νὰ καθαρίση τὸν ἄνθρωπον. Καὶ ὁ Πάνσοφος καὶ ὁ Δίκαιος Θεὸς ἔκαμε τὴν ἔγχείρησιν, τὸν καθαρμόν. Τὸν ἔκαμε διὰ τοῦ κατακλυσμοῦ. Τὰ ἐκατομμύρια ἐκεῖνα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔγιναν σάρκες δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ ζήσουν. ᾿Αρκετὰ ἐμόλυναν τὴν γῆν. ᾿Εκ τοῦ πλήθους ἐκείνου μόνον ὁ Νῶε μετὰ τῆς οἰκογενείας του ἐσώθη. ᾿Εσώθη διὰ τὴν πίστιν του εἰς τὸν Θεόν. ᾿Εσώθη δὲ διὰ τῆς κιβωτοῦ, τὴν ὁποῖαν κατεσκεύασεν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ. ῞Οτε ἐπρόκειτο ν’ ἀνοίξουν οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ διὰ νὰ βρέχουν 40 ἡμέρας καὶ νύκτας, Κύριος ὁ Θεός εἶπε πρὸς τὸν Νῶε· εἴσελθε σὺ καὶ πᾶς ὁ οἶκός σου εἰς τὴν κιβωτόν. ῾Ο Νῶε εἰσῆλθε καὶ ἐσώθη. Οἱ ἐκτὸς τῆς κιβωτοῦ, ἄπαντες κατεστράφησαν. ῾Η γῆ ἐκαθαρίσθη ἀπὸ τὰ αἶσχη τῶν ἀνθρώπων.
Αὐτὸ ἦτο τὸ τραγικὸν τέλος τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ὅστις εἶχεν ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεόν. ᾿Αλλὰ καὶ ἡ σημερινή μας ἐποχὴ ἔχει πολλὰς ὀμοιότητας μὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ Νῶε. ῾Ο Κύριος προφήτευσεν ὅτι θὰ καταντήσωμεν εἰς μίαν τοιαύτην ἐποχήν. «῞Ωσπερ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε»! ῾Η διαφθορὰ ἀτόμων, οἰκογενειῶν, κοινωνικῶν καὶ λαῶν ἔχει αὐξηθῆ εἰς τὸ κατακόρυφον.

Εἶνε ἀδύνατον εἰς τὸν μικρὸν τοῦτον χῶρον νὰ ἀναφέρωμεν στατιστικάς, παραδείγματα, νὰ περιγράψωμεν λεπτομερῶς τὴν ἠθικὴν καὶ κοινικὴν ἔκλυσιν τῆς κοινωνίας. Τόσον μόνον γράφομεν, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ὁ κόσμος καταπάτησεν τὰς ἐντολὰς τῆς Θεότητος ὅσον σήμερον. ῾Ως πρὸς δὲ τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἐγκληματικότητα ἡ ἐποχή μας ὑπερέβη τὴν ἐποχὴν τοῦ Νῶε. Μὲ φρίκην αἱ μέλλουσαι γενεαὶ θὰ διαβάζουν τὰ ἐγκλήματα τὰς ἁδικίας τοῦ 20 αἰῶνος. ῾Η γῆ, παρὰ τ’ ἀναρίθμητα σχολεῖα, Πανεπιστήμια καὶ ᾿Ακαδημίας, «ἐπλήσθη ἀδικίας».
Αἱ ἡμέραι μᾶς κυλοῦν «ὥσπερ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε! Οἱ κήρυκες τοῦ Θείου Λόγου, οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν μετάνοιαν καὶ ἐπιστροφὴν, ἐμπαίζονται καὶ χλευάζονται, ὅπως ἐνεπαίζετο καὶ ἐχλευάζετο ὁ Νῶε συνιστῶν μετάνοιαν εἰς τοὺς συγχρόνους του. 120 ἔτη προθεσμίαν εἶχε δώσει ὁ Κύριος διὰ νὰ μετανοήση ἡ γενεὰ τοῦ Νῶε. ᾿Εν τούτοις οὔτε ἕνας μετενόησεν. ῾Η προθεσμία παρῆλθεν ἄπαρκτος διὰ τοὺς ἀνθρῴπους ἐκείνους.
᾿Αδελφοί μου συναμαρτωλοί! ῎Ας τὸ ἐννοήσωμεν, ὅτι συμφώνως μὲ τὴν προφητείαν τοῦ Κυρίου, αἱ ἡμέραι μας εἶνε ὥσπερ αἱ ἡμέραι Νῶε. Δὲν πηγαίνομεν καθόλου καλά. Τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν ηὐξήθησαν, ὁ διεθνὴς ὁρίζων θολοῦται, μαῦρα σύννεφα συμπυκνώνονται, κεραυνοὶ πίπτουν, ἀστραπταὶ φαίνονται, ἐκροαὶ πολέμων ἀκούονται, τὰ ἔθνη ἀνάστατα, νομίζεις ὅτι ἀπὸ στιγμὴν εἰς στιγμὴν θ’ ἀνοίξουν οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ διὰ νὰ ρίξουν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνόμων, ὅλων μας, ὄχι πλέον ὕδωρ, ἀλλὰ πῦρ ποὺ θὰ καίη χιλιάκις τοῦ ἡλίου…’Ολίγος καιρὸς μᾶς δίδεται ὡς προθεσμία. Τὶ πρέπει νὰ κάμωμεν; Νὰ ἀκούσωμεν τὴν φωνὴν τῆς σωτηρίας. Ποία ἡ φωνή; Εἶνε ἡ φωνή, ἡ ὀποία εἶπε εἰς τὸν Νῶε· «εἴσελθε σὺ καὶ πᾶς ὁ οἷκος σου εἰς τὴν κιβωτόν». ‘Η ἰδία φωνὴ λέγει τώρα καὶ πρὸς ἡμᾶς τούς χριστιανοὺς ῞Ελληνας· ῞Ελληνες! Εἰσέλθετε τὸ ταχύτερον εἰς τὴν κιβωτόν. ᾿Ιδοὺ ἔρχεται παγκόσμιος θύελλα διὰ νὰ σαρώση τὸν κόσμον. — Κιβωτὸς δέ, ὅπως ἀπεδείχθη καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις τῆς φυλῆς μας, εἶνε ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Αὐτὴ εἶνε τὸ πλοῖον ποὺ ὅποιος εἰσέλθη ἐγκαίρως θὰ σωθῆ. Τὸ πλοῖον αὐτὸ ταξειδεύει 20 αἰῶνας. Δὲν φοβεῖται τρικυμίας καὶ θύελλας. Κατάρτι εἶνε ὁ Τίμιος Σταυρός. ῎Αγκυρα ἡ ἐλπίς. Τιμόνι τὸ Εὐαγγέλιον, οἱ Κανόνες, ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων. Καὶ πλοίαρχος ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, ποὺ ζῆ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. ῾Η Κιβωτός!…
᾿Αδελφέ! Τὶ κάθεσαι; Πρὶν ἀνοίξουν οἱ καταρράκται, πίστευσον εἰς τὸν Χριστόν, εἴσελθε σὺ καὶ ἡ οἰκογένειά σου εἰς τὴν κιβωτὸν καὶ θὰ σωθῆς. ῎Εξω αὐτῆς δὲν ὑπάρχει σωτηρία.

ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ «ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ»
Εἰδικὰ μαθήματα κατηχήσεως·
1— Διὰ τὰ ἐργαζόμενα παιδιὰ-Κυριακὴν ὥραν 7.30-8 μ.μ. εἰς τὸν ῞Αγ. ᾿Αθανάσιον
2— Διὰ τὰς νέας(ΧΕΝ)-Κυριακὴν 11-12 εἰς τὸν ῞Αγιον Αθανάσιον
3— Διὰ τὰς μητέρας- Πέμπτην 5-6 » »
4— Διὰ τοὺς ἄνδρας-Τρίτην 7.30-8 » »

Θ Ε Ι Ο Ν Κ Η Ρ Υ Γ Μ Α

Αὔριον Κυριακὴ τῶν ᾿Απόκρεω (4 Μαρτίου) ὁ ἱεροκῆρυξ τὸ πρωΐ κατὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν θὰ ὁμιλήση εἰς τὸν ῾Ι. Ν.τῶν Παναγίας ) τὸ δὲ ἀπόγευμα ὥραν 5 εἰς τὸν Μητροπ. Ναὸν τοῦ ῾Αγίου ᾿Αθανασίου.

-ΟΛΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ-

Μῆ σχίζετε τὸ φυλλάδιον. ᾿Αλλὰ δίδετέ το καὶ εἰς ἄλλους πρὸς μελέτην.

ΤΥΠΟΙΣ-ΙΩ. ΚΑΛΛΙΑΝΟΥ-ΚΥΜΗ

Θα περασουμε μεγαλη θυελλα Απο βιβλιο του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστινου Καντιωτου «ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ», σελ. 54

 

σωσιβιο ζωης

«…Παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ ἰσχυροποιηθῆτε. Γιατὶ θὰ περάσωμε μεγάλη θύελλα. Θὰ περάσῃ μεγάλη θύελλα ἡ πατρίδα μας. Τὰ λέμε αὐτὰ καὶ δὲν τὰ αἰσθανόμεθα, καὶ δὲν ἐνθυμούμεθα τοὺς μάρτυρες τῆς Ἀλβανίας καὶ τῶν ἄλλων ἀθέων καθεστώτων τί τραβοῦνε, τί ὑποφέρουνε. Δὲν ἔχομε κ᾿ ἐμεῖς αὐτὴν τὴν πίεσιν ποὺ αἰσθάνονται ἄλλοι· ἀπολαμβάνομε τὰ ἀγαθὰ μιᾶς δημοκρατικῆς ζωῆς. Θὰ τὰ ἔχωμε πάντοτε αὐτά;

Mακάρι ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀξιώσῃ καὶ μαρτυρίου. Εἴδατε τί ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός; «Χριστέ μου», ἔλεγε, «ὅπως ἐσὺ ἔχυσες τὸ αἷμα σου γιὰ μένα, ἀξίωσε με κ᾿ ἐμένα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ σένα». Αὐτὸ τὸ πνεῦμα νὰ ἔχωμε.

Ποθος μαρτυριου

Ἐμεῖς, ποὺ λέμε ὅτι ἀγαποῦμε τὸν Χριστὸν καὶ ψάλλουμε ὕμνους εἰς αὐτόν, πρέπει νὰ ἔχουμε τὴν διάθεσιν αὐτὴ τοῦ μαρτυρίου ποὺ εἶχε καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· νὰ ἐπιθυμοῦμε κ᾿ ἐμεῖς νὰ χύσουμε τὸ αἷμα μας γιὰ τὸ Xριστό, ὅπως ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα του γιὰ μᾶς, καὶ κάθε περιπέτεια νὰ τὴν ὑποστοῦμε.
Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω χαρὰ αὐτὲς τὶς ἡμέρες. Πολλοὶ μοῦ γράφουν γράμματα καὶ ἐκφράζουν τὴ λύπη τους ποὺ θὰ μὲ δικάσουν γιατὶ δὲν ὑπογράφω τὸ αὐτόματο διαζύγιο. Ἐγὼ ὅμως χαίρομαι. Δὲν ξέρω πῶς σκέπτονται αὐτοὶ οἱ μεγάλοι, γιατί ἔχουν τρομερὴ λύσσα ἐναντίον μου καὶ θέλουν ὁπωσδήποτε νὰ μὲ δικάσουν καὶ νὰ μὲ καταδικάσουν. Δὲν ξέρω τί θὰ κάνουν. Μακάρι νὰ πάω στὸ δικαστήριο καὶ νὰ καταδικαστῶ ὄχι γιὰ πορνεῖες, γιὰ μοιχεῖες, γιὰ κλοπὲς καὶ ἁρπαγές, γιὰ πλεονεξίες, ἀλλὰ νὰ δικαστῶ καὶ νὰ καταδικαστῶ γιατὶ ὑποστηρίζω τὴν χριστιανικὴ οἰκογένεια, ποὺ εἶνε τὸ θεμέλιο τῆς πατρίδος, γιατὶ ὑποστηρίζω τὰ ἤθη τὰ χρηστά, τοὺς ἱεροὺς κανόνες, τὴν πίστι τῶν πατέρων μας. Mακάρι νὰ δικαστῶ γι᾿ αὐτά· θὰ αἰσθανθῶ μεγάλη χαρά. Ἀλλὰ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ δὲν εἶμαι ἄξιος ἑνὸς τέτοιου προνομίου. Nὰ ἔχω τέλος στὴ φυλακή, ὅπως εἶχε ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος καὶ ἄλλοι μεγάλοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἀνώτερο πρᾶγμα.
Tέτοια τέλη νὰ ἔχουμε, αὐτὴ τὴ διάθεσι τοῦ μαρτυρίου νὰ καλλιεργοῦμε.

Θυμᾶμαι παλαιότερα, ὅταν ἤμουν ἱεροκήρυκας, εἶχα κάποιον κοντά μου. Κάποιον, ποὺ ἔγινε σὲ νεαρὰ ἡλικία ἐπίσκοπος – δὲν σᾶς λέω τὸ ὄνομα. Τοῦ χάρισα ἕνα βιβλίο μου, ποὺ μόλις εἶχε κυκλοφορήσει, καὶ μοῦ ζήτησε νὰ τοῦ γράψω ἀφιέρωσι. Τοῦ ἔγραψα τότε τὴν ἑξῆς ἀφιέρωσι.
«Τῷ ἀγαπητῷ τάδε, ἵνα διὰ τοῦ αἵματός του μαρτυρήσῃ ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος».
Μόλις εἶδε τὴν εὐχή, κράπ, τὸ πέταξε.
—Βρὲ πάτερ μου, λέει, τέτοια εὐχὴ μοῦ δίνεις;
―Ὑπάρχει, τοῦ ἀπαντῶ, παιδάκι μου – πατέρα μου – ἀδελφέ μου, ἄλλη εὐχὴ μεγαλύτερη ἀπ᾿ αὐτήν, ἀπὸ τὸ νὰ χύσῃ κανεὶς τὸ αἷμα του γιὰ τὸ Χριστό;
Βλέπετε τώρα πῶς ἔχουν ἀλλάξει τὰ πράγματα. Θέλουμε τὰ εὔκολα. Θέλουμε νὰ ἔχουμε τὴ θέσι μας, τὸ μισθό μας, τὴ σύνταξί μας, τὰ μέγαρά μας, τὶς μητροπόλεις μας, τὶς ἀπολαύσεις μας καὶ ὅλες τὶς ἀνέσεις μας, καὶ ὅταν μᾶς συμβοῦν μερικὰ δυσάρεστα πράγματα ἀναστατωνόμεθα. Ἂν συγκρίνουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, εἴμεθα μηδέν.

Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ῾Ριζωμενοι στην πiστι

 

῾Ριζωμενοι στην πiστι

τρυκιμ.-θαλασσα-ιστΣήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ πρώτη τοῦ νέ­ου ἔτους. Κανονικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία δὲν εἶνε ἡ πρώτη τοῦ ἔτους. Γιὰ τὸ ἐκκλησιαστι­κὸ ἡμερολόγιο πρώτη τοῦ ἔτους εἶνε ἡ 1η Σεπτεμβρίου. Ἀλλὰ ἡ 1η Ἰανουαρίου, πρώτη τοῦ πολιτικοῦ ἡμερολογίου, ἐπικράτησε.
Νέο ἔτος χαιρετίζουμε, ποὺ ἀνέτειλε στὸν ὁρίζοντα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε μὲ ἁπλᾶ λόγια νὰ διατυπώσω μερικὲς πρακτικὲς σκέψεις.

* * *

Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε ὅπως τὰ ζῷα. Τὸ ζῷο ζῇ μόνο γιὰ τὶς ἀνάγκες καὶ ἡ­δονὲς τῆς στιγμῆς. Ὁ ἄνθρωπος ἁπλώνει τὶς ῥί­ζες του βαθειά· στηρίζεται στὸ παρελθόν, ζῇ τὸ παρόν, καὶ στρέφεται μὲ ἐλπίδα πρὸς τὸ μέλλον.
1. Εἶπα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος στηρίζεται στὸ παρελθόν. Τέτοιες ἰδίως μεγάλες ἡμέρες, ὅπως ἡ σημερινή, εἶνε ἡμέρες ἱερῶν ἀναμνήσεων. Θυ­μᾶται τὰ παιδικά του χρόνια, ὅταν ζοῦσε σὰν ἄγγελος μέσα στὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον. Θυμᾶται τοὺς καλούς του γονεῖς, ποὺ δὲν ζοῦν πλέον. Θυμᾶται τοὺς δασκάλους του, ποὺ τοῦ ἔμαθαν τὰ πρῶτα γράμματα, νὰ συλλαβίζῃ καὶ νὰ διαβάζῃ. Θυμᾶται ζωηρὰ τοὺς πνευματικούς του πατέρες – ἱερεῖς, ποὺ τὸν δίδαξαν νὰ πιστεύῃ στὸ Θεό. Θυμᾶται ἀκόμη τοὺς προγό­νους –εἴμαστε ἔθνος μὲ ἱστορία–, ἐκείνους ποὺ κοπίασαν καὶ θυσιάστηκαν γιὰ νὰ ζοῦμε ἐ­μεῖς σὲ ἐλεύθερη πατρίδα. Θυμᾶται τοὺς προσ­φιλεῖς νεκρούς, καὶ δάκρυα ἔρχονται στὰ μάτια του. Αὐτοὶ δὲν βρίσκονται κοντά μας, δὲν θὰ καθήσουν σήμερα στὸ τραπέζι μας. Ἀπουσι­ά­ζουν. Ὑπάρχουν κάπου ἀλλοῦ, πέρα ἀπὸ τὰ ἄ­στρα καὶ τοὺς γαλαξίες, κοντὰ στὸ Θεό, ἐκεῖ ὅ­που δὲν ὑπάρχει μεταβολὴ καὶ ἀλλοίωσις. Ὅ­λους αὐτοὺς ἐνθυμούμεθα σήμερα, κι ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς λέμε· «Αἰωνία αὐτῶν ἡ μνήμη» καὶ «Μνησθείη αὐτῶν ὁ Θεὸς ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ».
2. Ἀλλὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ περνάει μπροστά μας σὰν ταινία καὶ ὅλη ἡ ζωή μας. Μέσα στὰ 20, 30, 50, 60, 80 χρόνια, ὅσο ἔχουμε ζήσει, διακρί­νουμε μερικὰ σημεῖα, μερικὰ ὁρόσημα, ἔκ­τακτα γεγονότα, στιγμὲς ἢ ἡμέρες, κατὰ τὶς ὁποῖ­ες ἦ­ταν ὅ­λα μαῦρα καὶ σκοτεινά, ὅλοι μᾶς ἀ­πελπί­ζανε, δὲν ὑπῆρχε καμμιά διέξοδος, καὶ ξα­­φνικὰ ἕνα χέρι, τὸ παντοδύναμο χέρι τοῦ Θεοῦ, ἁπλώθηκε πάνω μας, πάνω στὸ σπίτι καὶ τὴν οἰ­κογένειά μας, καὶ μᾶς ἔσωσε. Ὅλοι στὴ ζωὴ ἔχουμε δεῖ κάποιο θαῦμα, ὅπου φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ μᾶς ὑ­πενθυμίζει τὶς θεῖες εὐεργεσίες, ἔκτακτες καὶ τακτικές, καὶ λέμε μαζὶ μὲ τὸ Δαυΐδ· «Εὐ­λό­γει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον…» (Ψαλμ. 102,1).
3. Ὅταν ὅμως σήμερα ῥίχνουμε τὸ βλέμμα στὸ παρελθόν, ἐνθυμούμεθα καὶ κάτι δυσάρε­στο. Εἶνε τὸ λυπηρότερο ἀπὸ ὅλα. Ἐσεῖς ποιό θεωρεῖτε ὡς τὸ θλιβερώτερο στὸν κόσμο; Εἶ­νε ἡ ἀγιάτρευτη ἀρρώστια, ἡ οἰκονομικὴ χρεωκοπία, ἡ πυρκαϊά, τὸ ναυάγιο στὴ θάλασσα, ὁ σεισμός, ποιό ἀπ᾿ ὅλα αὐτά; Ὁ Μέγας Βασί­λειος, ποὺ ἑορτάζει σήμερα, ἔχει μιὰ ὁμιλία σχε­τική. Τὸ μεγαλύτερο δυστύχημα τῆς ζωῆς, λέει, εἶνε τὰ ἁμαρτήματά μας. Ὤ τὰ ἁμαρτήματά μου καὶ τὰ ἁμαρτήματά σας! «Οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου», «ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑ­περ­­ῇραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βα­ρὺ ἐ­βαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ» (Ψαλμ. 37,4-5).
Ἂν θέλετε νὰ δῆτε πόσο βαρὺ πρᾶγμα εἶ­νε ἡ ἁμαρτία, διαβάστε στὸ Ψαλτήρι τὸν πεν­τηκοστὸ (50ό) ψαλμὸ τῆς μετανοίας. Θὰ δῆτε ἐκεῖ ἕνα βασιλιᾶ μὲ στέμμα, νὰ μὴν κοιμᾶται τὴ νύχτα, ἀλλὰ νὰ πέφτῃ στὰ γόνατα καὶ νὰ παρακαλῇ τὸ Θεὸ νὰ τὸν πλύνῃ καὶ νὰ τὸν καθαρίσῃ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά του. Ξέρεις τί θὰ πῇ νὰ σὲ κεντήσῃ ὁ σκορπιὸς τῆς συνειδήσε­ως; Ἕνα σχετικὸ γεγονὸς ἀνέγραψαν οἱ ἐφημερίδες. Ὁ ἀεροπόρος, ποὺ ἔρριξε στὴ Χιροσίμα τὴν ἀτομικὴ βόμβα καὶ θέρισε τόσες χιλιάδες ἀνθρώπους, ἐπέστρεψε μετὰ στὴν πα­τρίδα του. Τὸν ὠνόμασαν ἐθνικὸ ἥρωα, τὸν στε­φάνωσαν, τοῦ ἔδωσαν σύνταξι στρατηγοῦ. Μέ­σα του ὅμως αὐτὸς εἶχε τύψεις. Θυμόταν τὴν ὥρα ποὺ ἔσπειρε τὴν καταστροφὴ σὲ ὁλόκληρη πολιτεία, καὶ δὲν ἡσύχαζε. Στὸ τέλος διεσαλεύθη ἡ διάνοιά του καὶ κατέληξε σὲ ψυχιατρεῖο.
Τὰ ἁμαρτήματά μας, αὐτὰ ποὺ ὅλοι ἔχουμε διαπράξει, τέτοιες μέρες ἅγιες ἔρχονται καὶ ῥίχνουν σκιὰ λύπης μέσα στὴ χαρά μας. Μᾶς κεντοῦν. Κάποιος ἀδέκαστος κριτὴς φωνάζει μέσα μας· Εἶσαι ἔνοχος!… Γι᾿ αὐτό, ἀδελφοί μου, σήμερα, πρώτη τοῦ ἔτους, ἂς πάρουμε τὴν εὐλογημένη ἀπόφασι. Ἐὰν κάποιος δὲν ἔ­χῃ σκεφθῆ ὣς τώρα τὰ ἁμαρτήματά του, τὸν παρακαλῶ ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τὸ ἔτος αὐτὸ νὰ τὰ ἐξομολογηθῇ σὲ κατάλλη­λο πνευματικὸ πατέρα. Ξέρουμε ἄλλωστε πόσο θὰ ζήσουμε; Τέτοια μέρα πέρυσι 60.000 πε­ρίπου γιώρτασαν μαζί μας, καὶ τώρα αὐτοὶ δὲν εἶνε ἀνάμεσά μας. Γι᾿ αὐτὸ νὰ κάνουμε σή­μερα ἕναν ἀπολογισμό, νὰ ἐρευνήσουμε τὴ συνείδησί μας, νὰ καλέσουμε δικαστὰς τοὺς ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους, καὶ νὰ ἐξοφλήσουμε τὰ γραμμάτιά μας. Πῶς ἐξοφλοῦν­ται τὰ γραμμάτια τῶν ἁμαρτημάτων; Ὤ, ἕνα δάκρυ πραγματικῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως φτάνει! Τί ἀξίζει τὸ δάκρυ αὐτό; Δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὸ ζυγίσῃς. Ἕνα τέτοιο δάκρυ, λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, σὰν τὸ δάκρυ τῆς πόρνης καὶ τοῦ λῃστοῦ, εἶνε διαμάντι, εἶ­νε Ἰορδάνης ποταμὸς ποὺ πλένει τὸν ἁμαρτωλό.
4. Νέο ἔτος! Ῥίξαμε τὸ βλέμμα στὸ παρελθὸν καὶ εἴδαμε τοὺς νεκρούς μας, εἴδαμε τοὺς εὐεργέτες μας, εἴδαμε καὶ τ᾿ ἁμαρτήματά μας. Ἀλλ᾿ ὅπως εἴπαμε, ὁ ἄνθρωπος δὲν ζῇ μόνο γιὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρόν· ζῇ προπαντὸς γιὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα μᾶς στρέ­φει καὶ πρὸς τὸ μέλλον. Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· Τί θὰ συμβῇ ἆραγε στὸν κόσμο κατὰ τὸ νέο ἔτος;
Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, παρὰ τὴν πρόοδο τῶν ἐπιστημῶν, εἶνε ὁ δυστυχέστερος ποὺ ἔ­ζησε ποτὲ στὴ γῆ. Γιατὶ πάνω ἀπ᾿ τὸ κεφάλι του κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστὴ ἡ ῥομφαία τῆς καταστροφῆς. Σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ ὁρίζον­τος ὑπάρχουν ἑστίες πυρός, ἡφαίστεια ἕτοιμα νὰ ἐκραγοῦν, ζῶνες ἐπικίνδυνες. Τὰ μεγά­λα ἔθνη θὰ συμφωνήσουν ἆραγε μεταξύ τους, θὰ βροῦν τρόπο συμβιβασμοῦ τῶν διαφορῶν; Ὅλοι τὴν ἅγια τούτη μέρα μὲ τὴ φωνὴ τῆς Ἐκ­κλησίας εὐχόμεθα στὸ Θεὸ «ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου» (θ. Λειτ.). Ἄμποτε ἡ εἰρήνη ν᾿ ἁπλώσῃ τὰ φτερά της σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο! Ἀλλὰ αὐτὸ εἶνε μιὰ εὐχὴ τῶν Χριστια­νῶν, ποὺ εἶνε μειοψηφία. Μήπως ὅμως… –τρέμει ὁ λογισμὸς καὶ δὲν θέλω νὰ προχωρήσω–, καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἐμεῖς ὀργιάζουμε χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε οὔτε Θεὸ οὔτε συνείδησι, μήπως πλησιάζει ἡ ἡμέρα ἡ φρικτὴ τῆς τιμωρίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ κληθοῦμε νὰ πληρώσουμε μὲ τόκο καὶ ἐπιτόκιο ὅλα τὰ ἁμαρτήματα καὶ τὰ αἴ­σχη μας, τὶς πορνεῖες καὶ τὶς μοιχεῖες, τὶς βλα­σφημίες καὶ τὶς ψευδορκίες κ.τ.λ.; Μήπως πλησι­άζει ὁ Ἁρμαγεδὼν τῆς Ἀποκαλύψεως (Ἀπ. 16,16); Ζοῦμε σὲ μία καμπὴ τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, σὲ μία κοσμογονικὴ περίοδο.
Αὐτὲς τὶς φοβερὲς ἡμέρες ποιά ἡ θέσι τῶν Χριστιανῶν; Εἶνε ἡ θέσι τοῦ δειλοῦ, τοῦ ἀπογο­ητευμένου, τοῦ μελαγχολικοῦ; Ὅπως ὁ στρατιώτης ἐν καιρῷ πολέμου βρίσκεται σὲ ἐ­πιφυλακή, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς. «Γρηγορεῖτε», «γρηγορεῖτε», φωνάζει ὁ Κύριος (Ματθ. 24,42· 25,13 κ.ἀ.). Καὶ ὁ ἀπόστολος σήμερα λέει «Βλέπετε» (Κολ. 2,8), ἀ­νοῖξτε δηλαδὴ τὰ μάτια σας! Ὁ καθένας μας νὰ βρίσκεται σὲ ἐγρήγορσι, νὰ εἶνε στὰ ὅπλα. Καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὅπλα νὰ ἔχουμε ἕνα. Ποιό εἶν᾿ αὐτό; Ἡ πίστις.
Ὦ πίστις ἁγία, πίστις ὀρθόδοξος, πίστις ἀ­κράδαντος. Πίστις στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Πίστις, ὅτι τὸ ἀγαθὸ θὰ νικήσῃ τὸ κακό. Κι ἂν ἀκόμη τὰ ἄνω γίνουν κάτω, ἐμεῖς πρέπει νὰ μείνουμε πιστοί. Ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ μᾶς λέει· «Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία, μηδὲ δειλιάτω» (Ἰω. 14,27), «πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε» (ἔ.ἀ. 14,1). Αὐτὴ τὴν πίστι ἂς τὴν κρατήσουμε.

* * *

Ἀδελφοί μου! Τὶς ἡμέρες αὐτὲς κάπου εἶδα μία κάρτ – ποστὰλ μὲ μιὰ εἰκόνα πολὺ διδακτι­κή. Εἰκονίζει ἕνα μεγάλο δέντρο, κι ἀπὸ κάτω ἔχει δυὸ στροφὲς ἑνὸς ἐκλεκτοῦ ποιητοῦ τῆς πατρίδος μας, τοῦ Ἰωάννου Πολέμη·
«…Μὴ φοβηθῇς τὸ δένδρο π᾿ ἅπλωσε
τὶς ῥίζες του βαθειὰ στὸ χῶμα·
κι ἂς σπάσῃ τὴν κορφή του ὁ ἄνεμος
καὶ τὰ πυκνὰ κλαδιά του ἀκόμα.
Μὴ φοβηθῇς αὐτὸν ποὺ ἐστήριξε
στὴν πίστι ἐπάνω τὴν ἐλπίδα·
τὸν εἶδα στὴ ζωὴ νὰ μάχεται,
μὰ πάντα ἀνίκητο τὸν εἶδα».
Σὰν τὸ δέντρο ἂς μείνουμε κ᾿ ἐμεῖς ῥιζωμένοι καὶ ἀκλόνητοι στὴν ὀρθόδοξο πίστι. Καὶ τότε, ὅ,τι κι ἂν συμβῇ, μὴ φοβηθῆτε.
Εὔχομαι, ὅλοι τὸ ἔτος αὐτὸ νὰ δώσουμε τὴ μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ μὲ ἔργα ἀγαθά, ἔργα πίστεως, συνεπεῖς στὸ λόγο τοῦ Κυρίου· «Γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» (Ἀπ. 2,10)· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ν. Ἁγ. Ἐλευθερίου Γκύζη – Ἀθηνῶν τὴν 1-1-1961.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 22α΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868)

Οι ημερες εινε «πονηρες»Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστινου Καντιώτου

 

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΣΤ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2249

Νέο πολιτικὸ ἔτος – Πρωτοχρονιὰ
Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019 μεσονύκτιον
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστινου Καντιώτου

Οι ημερες εινε «πονηρες»

«Ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν» (Ἐφ. 5,16)

Μασονια copyΟἱ ἄνθρωποι, ἀγαπητοί μου, ἐκτιμοῦν τὴν ἀ­ξία τοῦ χρήματος. Ἀλλὰ τὴν ἀξία τοῦ χρόνου πόσοι τὴν ἐκτιμοῦν ὅπως πρέπει; Καὶ ὅμως ὁ χρόνος, ποὺ τρέχει ἀσταμάτητα, σὰν τὸ ῥεῦμα τοῦ πο­ταμοῦ, καὶ μᾶς φέρνει γρήγο­ρα ἀπὸ τὴ νηπιακὴ στὴν παιδικὴ ἡλικία, κι ἀπὸ τὴν παιδικὴ στὴν ἐφηβικὴ κι ἀπὸ τὴν ἐφηβικὴ στὴν ἀνδρικὴ κι ἀπὸ τὴν ἀνδρικὴ στὴ γεροντικὴ καὶ τέλος μᾶς ἁρπάζει καὶ μᾶς ῥίχνει στὴν αἰωνιότητα, εἶνε πολύτιμος. Εἶνε χρῆμα ἀνεκτίμητο. Ἀξίζει ἀσυγκρίτως περισσότερο ἀπὸ βουνὰ χρυσοῦ. Καὶ ἂν τώρα δὲν τὸν ἐκτιμοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ τὸν ἀφήνουν καὶ διαρρέει ἄσκοπα, μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι θά ᾽ρθῃ καιρὸς ποὺ θὰ κλάψουν πικρὰ γιὰ τὸ χαμένο χρόνο, καὶ θ᾽ ἀναζητήσουν λίγο χρόνο, λίγες μέρες, λίγες ὧ­ρες –τί λέω–, λίγα λεπτά, μὰ δὲν θὰ τὰ ἔχουν. Ὁ χρόνος φεύγει ἀνεπιστρεπτεί, σὰν τὸ ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ ποὺ δὲν γυρίζει πίσω. Καὶ ὅμως πόσο ἀπερίσκεπτα τὸν μεταχειρίζονται οἱ ἄνθρωποι!

* * *

Μία παραφροσύνη. Κάποτε, λένε, ἄνοιξε τὸ παράθυρο ἑνὸς ἀρ­χοντικοῦ, βγῆκε κάποιος ποὺ κρα­τοῦσε ἕνα σάκκο γεμᾶτο χρυσᾶ νομίσματα κι ἄρ­χισε ἕνα – ἕνα νὰ τὰ πετάῃ ἔξω, μέχρι ποὺ τὰ ἔρριξε ὅλα κι ὁ σάκκος ἄδειασε. Ἔτρεξε κόσμος καὶ μάζευε τὰ νομίσματα… Τί εἶχε συμβῆ· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶχε τρελλαθῆ καὶ δὲν ἤξερε τί κάνει.

Σπάνιο, πολὺ σπάνιο, θὰ πῆτε, νὰ συμβῇ κάτι τέτοιο. Ἀλλὰ τὸ σπάνιο, ἄνθρωπος ποὺ παραφρο­νεῖ καὶ πετάει τὰ χρήματά του καὶ γελάει καὶ διασκεδάζει, αὐτὴ ἡ ἀπίθανη περίπτωσι, εἶνε παράδει­γμα – εἰκόνα μιᾶς πραγματικότητος στὴν ὁ­ποία ζῇ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἀνθρωπότητος. Δὲν εἶνε βέβαια ὅλοι αὐτοὶ παράφρονες, εἶνε λογικοί. Καὶ ὅμως αὐτοὶ οἱ λογικοί, ποὺ δὲν ἀποκλείεται νά ᾽νε καὶ ἐπιστήμονες καὶ διεθνοῦς φήμης, διαπράτ­τουν μιὰ ἀφροσύνη χειρότερη ἀπὸ τοῦ παράφρονος ποὺ εἴπαμε. Γιατὶ σᾶς ἐρωτῶ· τί εἴμαστε ὅλοι ἐδῶ στὴ γῆ; ἰδιοκτῆτες; αἰώνιοι κάτοικοι; Ὄχι, ἀλ­λὰ «πάροικοι καὶ παρεπίδημοι» (Α΄ Πέτρ. 2,11). Λίγο θὰ μεί­νουμε. Ἡ Γῆ εἶνε ἕνα μεγάλο ξενοδοχεῖο, ἕνα ἀρχοντικό, ποὺ μένουμε προσωρινά. Δόθηκε στὸν καθένα μας ὡρισμένος χρόνος. Αὐτὸς ὁ χρόνος εἶνε ὅπως ὁ σάκκος μὲ τὰ χρυσᾶ νομίσματα τοῦ παράφρονος. Χρυσᾶ νομίσματα εἶνε οἱ ὧρες τῆς παρούσης ζωῆς. Ἄνθρωπε θνητέ, μὲ μία καὶ μόνο ὥρα, ἂν τὴν χρησιμοποιήσῃς σωστά, ἀγοράζεις τὸν Οὐρανό! Πρόσ­εξε λοιπὸν πῶς θὰ χρησιμοποιήσῃς τὶς ὧρες τῆς ζωῆς σου. Ἀλλὰ τί βλέπουμε; Οἱ ἄνθρωποι, ἀντὶ νὰ κάνουν καλὴ χρῆσι τοῦ χρόνου τους, τὸν σπαταλοῦν ἀπερίσκεπτα. Ἀνοίγουν κι αὐτοὶ τὸν σάκκο τῶν χρυ­σῶν νομισμάτων, καὶ πετοῦν πρὸς τὰ ἔξω ἀσκόπως ὅλο τὸν πλοῦτο τους.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ σπαταλάει ἄσκοπα καὶ μάταια τὸ χρῆμα, λέγεται ἄσωτος. Ὅλοι τὸν κακίζουν. Ἀκοῦς ἐκεῖ τὸν ἄθλιο! λένε, νὰ κληρονομή­σῃ ἀπ᾽ τὸν πατέρα του τόσες λίρες καὶ νὰ τὶς σπαταλήσῃ! αὐτὸς θέλει κρέμασμα… Ἀλλὰ μεγαλύτερος ἄσωτος καὶ ἄξιος μεγάλης τιμωρίας εἶνε ἐ­κεῖνος ποὺ σπαταλάει μάταια ὄχι χρῆμα ἀλλὰ τὸ χρόνο. Διότι χρῆμα ποὺ ἔχασες μπορεῖς νὰ τὸ ξαναποκτήσῃς, ἀλλὰ χρόνο ποὺ ἔφυγε σὲ ματαιότητες καὶ τρέλλες, εἶνε ἀδύνατον. Ἄνθρωποι, μὴν κλαῖτε τὰ χρήματα ποὺ χάσατε· κλάψτε πικρὰ τὸ χρόνο ποὺ σπαταλήσατε. Σεῖς, οἱ σπάταλοι τοῦ χρόνου, εἶστε οἱ μεγαλύτεροι ἄσωτοι.

* * *

Ὄχι ἀνεμοδεῖκτες καὶ χαμαιλέοντες. Τὴν ἀξία τοῦ πολυτίμου χρόνου ὑπογραμμίζει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τὰ λόγια «Ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι» (Ἐφ. 5,16). Τί σημαίνει τὸ «ἐξαγοραζόμενοι»; Ὄχι, ὅπως τὸ ἑρμηνεύουν οἱ ἰδιοτελεῖς καὶ καιροσκόποι, νὰ κάνουμε δηλαδὴ ἀβαρίες στὴ συνείδησί μας, συμβιβασμοὺς μὲ τὴν ἀδικία καὶ τὴν παρανομία, νὰ προσ­ποιούμεθα καὶ νὰ ὑποκρινώμαστε, νὰ γινώμαστε ἀνεμοδεῖκτες σὲ κάθε πνοὴ ἀνέμου γιὰ νὰ τὰ βολεύουμε καὶ νὰ περνᾶμε καλὰ τὴ ζωή μας, ἀπολαμβάνοντας τὰ ἀγαθὰ μὲ ἄνεσι καὶ εἰρήνη γιὰ πολλὰ χρόνια μὲ εὐτυχία. Ὄχι. Δὲν μᾶς θέλει ὁ Θεὸς νὰ εἴμαστε «ποικίλοι καὶ παντοδαποί», ὅπως ὁ χαμαιλέων, τὰ γνωστὸ ἑρπετὸ ποὺ ἀλλάζει χρῶ­μα ἀνάλογα μὲ τὸ ἔδαφος ποὺ βρίσκεται. «Ἐξαγο­ραζόμενοι τὸν καιρὸν» σημαίνει, νὰ μὴν κοιμώμα­στε, νὰ εἴμαστε πάντα σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορσι, νὰ μένουμε ἄγρυπνοι φύλακες τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς, καὶ πνευματικὰ πάνοπλοι νὰ κατοπτεύ­ουμε τὸν περίγυρό μας, νὰ βλέπουμε «τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν» (Ματθ. 16,3), νὰ κάνουμε φρόνιμη καὶ συνετὴ χρῆσι τοῦ χρόνου.
Ἂς ἐξηγήσουμε λίγο πιὸ ἀναλυτικά, ποιές εἶνε οἱ «πονηρὲς ἡμέρες».
Καθὼς ὁ χρόνος κυλάει, φέρνει εὐκαιρίες γιὰ πνευματικὴ πρόοδο, γιὰ ἐκτέλεσι καλῶν ἔργων. Γίνεται π.χ. στὴν πόλι μας κήρυγμα; περνάει ἀπ᾽ τὸ χωριό μας ἱεροκήρυκας ἢ πνευματικὸς ποὺ μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησι; βρίσκον­ται περιπτώσεις ἀσθενῶν καὶ φτωχῶν ἀδελφῶν μας ποὺ χρειάζονται ὑλικὴ καὶ ἠθικὴ βοήθεια; ἢ ὑπάρχει κάποια ἐργασία ποὺ πρέπει νὰ τὴν κάνου­με πάσῃ θυσίᾳ; Αὐτὰ εἶνε εὐ­και­ρίες· προσοχὴ μὴ μᾶς ξεφύγουν. Ὅπως ὁ κυνηγὸς προσέχει καλὰ τὶς ἐ­πο­χὲς ποὺ περνᾶνε ἀπὸ τὰ νησιὰ καὶ τ᾽ ἀκρω­τήρια τὰ πουλιὰ καὶ τρέχει ἐγκαίρως στὰ περάσματα αὐτά, ἔτσι κι ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ κυνηγάῃ τὶς εὐκαιρίες καὶ ἄγρυπνος νὰ ἐκμεταλλεύεται ὅλα ἐκεῖνα ποὺ συν­τελοῦν στὴν πνευματική του πρόοδο καὶ στὸ καλὸ τοῦ πλησίον· νὰ γίνῃ κυνηγὸς ἄγρυπνος ποὺ θὰ περιμένῃ τὸ θεϊκὸ κυνήγι, καὶ ὄχι κυνηγὸς ἀμελὴς ποὺ κοιμᾶται κάτω ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ δέντρου τὴν ὥρα ποὺ ἀπὸ πάνω του περνοῦν ὁλόκληρα κοπάδια πουλιῶν.
Ἀλλὰ ὁ χρόνος δὲν φέρνει μόνο εὐκαιρί­ες γιὰ τὸ καλό· παρουσιάζει καὶ σκάνδαλα καὶ δυσ­τυχίες καὶ τραγικότητες. Ὄχι ὅτι φταίει ὁ χρόνος γιὰ τὰ σκάνδαλα, τὶς δυστυχίες καὶ τραγικότητες τῆς ζω­ῆς· ὄχι. Τὸ κακὸ δὲν τὸ φέρνει ὁ χρόνος, δὲν ὑ­πάρ­χουν «ἀποφράδες» ἡμέρες καὶ ὧρες ποὺ πρέπει κανεὶς ν᾿ ἀποφεύγῃ. Δημιουργὸς τῶν κακῶν δὲν ­εἶνε ὁ χρόνος, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὸς μὲ τὶς κα­λὲς ἢ τὶς κακὲς πράξεις του κάνει καλὲς ἢ κα­κὲς τὶς ἡμέρες. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ καὶ τὴν πιὸ λαμ­πρὴ ἡμέρα τοῦ χρόνου, τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, νὰ τὴ μεταβάλῃ μὲ τὰ κακουργήματά του σὲ ἡμέρα συμφορᾶς καὶ δυστυχίας. Αὐτὸς δίνει περιεχόμενο στὸ χρόνο καὶ τὸν γεμίζει ἢ μὲ ἀρετὴ ἢ μὲ τὴν κακία του. Καὶ ἂν σὲ μία περίδο οἱ κακοί, οἱ ἀ­σεβεῖς καὶ παραβάτες τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἔ­χουν αὐξη­θῆ κι ἀποτελοῦν τὴν πλειονότητα τῆς κοινωνίας καὶ κυριαρχοῦν σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, καὶ κατατρέ­χουν κάθε εὐσεβῆ καὶ ἐνάρετο, τότε ἡ ἐποχή, οἱ ἡ­μέρες ποὺ τὸ κακὸ θριαμβεύει στὸν κόσμο, λέγον­ται «ἡμέραι πονηραί». Τότε τὸ πεδίο δράσεως τοῦ καλοῦ περιορίζεται· τὸ καλό, ἡ πίστι καὶ ἡ ἀρετή, κα­ταδιώκεται, ἔχουμε διω­γμοὺς εὐ­σεβῶν καὶ αἵματα μαρτύρων καὶ σταυροὺς καὶ κρεμάλες δικαίων.
Νὰ φυλάξουμε τὴν πίστι. Σὲ περίοδο τέτοιων πονηρῶν ἡμερῶν ἂς προσέξουν οἱ πιστοὶ γιὰ νὰ «ἐξ­αγοράζουν τὸν καιρό». Πῶς; Κάνοντας φρόνιμη (=μυαλωμένη) καὶ συνετὴ (=σοφή) χρῆσι τοῦ χρό­νου κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «Γίνεσθε φρό­νιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀ­κέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» (Ματθ. 10,16). Ἡ φρόνησις τοῦ φιδιοῦ ὅταν τὸ χτυπή­σουν εἶνε νὰ προφυλάξῃ τὸ κεφάλι του, καὶ ἡ φρόνησις τοῦ πιστοῦ σὲ καιρὸ διωγμοῦ εἶνε νὰ προφυλάξῃ τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅλα, αὐτὸ ποὺ ἂν τὸ χάσῃ ἔχασε τὸ πᾶν· καὶ αὐτὸ εἶνε ἡ πίστις του. Τὴν πίστι του δὲν θὰ τὴν προδώσῃ ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ· θὰ τὴν φυλάξῃ μὲ κάθε θυσία. Καὶ ὅπως ὅ­ταν πιάσῃ φωτιὰ σ᾽ ἕνα σπίτι καὶ καίγωνται τὰ πάν­τα, ὁ ἰδιοκτήτης θὰ προσπαθήσῃ νὰ σώσῃ ὅ,τι εἶνε τὸ πολυτιμότερο ἀδιαφορώντας γιὰ τὰ ἄλλα, ἔτσι καὶ ὁ πιστός. Ὅταν ὁ διάβολος βάλῃ φωτιὰ καὶ καίει τὰ πάντα, ὁ πιστὸς θὰ κρατήσῃ τὴν πίστι του καὶ θὰ διαφύγῃ μέσ᾽ ἀπ᾽ τὶς φλόγες τοῦ κόσμου τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀπιστίας ποὺ καίγεται. Καὶ ὅπως ὅταν κάποιος ληστὴς μπῇ μέσα σ᾽ ἕνα σπίτι καὶ ἀπειλήσῃ μὲ θάνατο τὸ νοικοκύρη, αὐτὸς γιὰ νὰ σώσῃ τὴ ζωή του τοῦ παραδίδει ὅλα τὰ χρήματα, ἔτσι καὶ ὅταν ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν ὅλων μας κακοποιοὶ καὶ ἀσεβεῖς καὶ ἄπιστοι κυριαρχοῦν καὶ ἐξουσιάζουν, τότε ὅλα μποροῦμε νὰ τοὺς τὰ δώσουμε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πίστι καὶ τὴν ἀρετή. Αὐτὸ συμβουλεύει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός·
«Τοῦτο σᾶς λέγω καὶ σᾶς παραγγέλλω· κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβῃ κάτω, κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβῃ ἐπάνω, κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάσῃ, καθὼς μέλλει νὰ χαλάσῃ, σήμερον – αὔριον, μὴ σᾶς μέλῃ τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ Θεός. Τὸ κορμί σας ἂς τὸ καύσουν, ἂς τὸ τηγανίσουν· τὰ πράγματά σας ἂς τὰ πάρουν· μὴ σᾶς μέλει· Δώσατέ τα· δὲν εἶνε ἰδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζονται. Αὐτὰ τὰ δύο, ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέσῃ ἐπάνω σας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρῃ, ἐκτὸς καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ φυλάγετε, νὰ μὴ τὰ χάσετε… Τώρα χρειάζεται ἡ πίστις. Διὰ τοῦτο, ἀδελφοί μου, καλότυχοι καὶ τρισμακάριοι οἱ χριστιανοὶ ὁποὺ πιστεύουν τώρα, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἀπίστους. Καλύτερα ἂν μὴ εἶχον γεννηθῆ εἰς τὸν κόσμον» (βλ. ἡμέτ. βιβλ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Διδ. Δ΄, ἔκδ. «Σταυρός», Ἀθῆναι 201331, σσ. 180-181).

* * *

Ἐκεῖ εἶνε ἡ πατρίδα μας. Κανείς, ἀγαπητοί μου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ζοῦμε σὲ ἡμέρες πονηρές. Τὸ κακὸ ἔχει ὑψώσει τὸ κεφάλι μὲ θράσος. Μεγάλα πολιτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ σκάνδαλα συν­ταράσσουν τὸν τόπο. Ἡ πατρίδα σείεται ἐκ θε­μελίων. Καὶ μόνο ἡ Ἑλλάδα; Ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη συνταράσσεται. Οἱ πιστοὶ ἀνὰ τὸν κόσμον ἀποτελοῦν μία ἐλάχιστη μειονότητα.
Ἂς προσέχουν λοιπὸν πολύ. Ἂς προσέχουμε νὰ μὴν ἀφομοιωθοῦμε μὲ τὸν κόσμο, ἀλλά, διατηρώντας ἄφθορη τὴ συνείδησί μας μὴ παύσουμε νὰ ἀγωνιζώμαστε. Κάθε εὐκαιρία ποὺ παρουσιάζε­ται ὑπὲρ τοῦ καλοῦ ἂς τὴν ἁρπάζουμε. Ἂς γίνου­με ἔμπειροι ψαρᾶδες καὶ κυνηγοὶ τῶν θειοτέρων πρα­γμάτων. Ἔστω καὶ ἂν μᾶς μισοῦν, μᾶς χτυποῦν, μᾶς διώκουν καὶ μᾶς σταυρώνουν ἀκόμα, μὴ χάσουμε τὸ θάρρος. Ἂς ἐξαγοράζουμε κάθε στιγμή, κάνοντας καλή, θεάρεστη χρῆσι τοῦ χρόνου.
Νὰ ἔχουμε πίστι στὸν Κύριο. Οἱ πονηρὲς ἡμέρες θὰ τελειώσουν ὁπωσδήποτε. Λαμπρὲς ἡμέρες θὰ ἔρθουν, ἂν ὄχι ἐδῶ στὴ γῆ, ἀσφαλῶς ἐκεῖ στὸν οὐρανό. Μὴ λησμονοῦμε ποτέ ὅτι εἴμαστε «ξένοι καὶ παρεπίδημοι ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἑβρ. 11,13. Γέ. 23,4). Μὴν περιορίσουμε μόνο ἐδῶ, στὰ στενὰ ὅρια τοῦ παρόντος βίου, τοὺς πόθους μας γιὰ ἕνα καλύτερο αὔριο, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε βεβαίως χρέος νὰ ἐργαζώμεθα· ἂς ἀτενίζουμε μὲ τὴν πίστι μακριά, πολὺ μακριά, καὶ ἂς λέμε κ᾽ ἐμεῖς ὅ,τι ἔλεγε καὶ ὁ ἀρ­χαῖος φιλόσοφος Ἀναξίμανδρος δείχνοντας τὰ ἀστέρια· «Ἐκεῖ εἶνε ἡ πατρίδα μου».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

― περιοδικὸ «Σταυρός», φ. 59/Ἰαν. 1966, σσ. 1-4
«Κυριακὴ» 2249/2019 Οἱ ἡμέρες εἶνε «πονηρές» (Ἐφ. 5,16)

"ΑΝΤΙΚΑΝΤΙΩΤΙΚΑ"

ΠΡΟΦΗΤΕΥΩ· Η ΕΟΚ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Μητρ. π. Αυγ. 6.2.1972

Η ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΟΚ

ΠΡΟΦΗΤΕΥΩ ΑΠΟ ΤΗΣ ΘΕΣΕΩΣ ΤΑΥΤΗΣ, ΘΑ ΓΙΝΕΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

(Απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου. Η ομιλία έγινε στην Αθήνα, στις 6-7-1972. Και σήμερα  βλέπουν τα λόγια του να πραγματοποιούνται μέχρι κεραίας, ακούστε τον·)

_

_

«…Oυαί και αλοίμονο· Η ένταξή μας στην ΕΟΚ όχι απλώς εμπορική, αλλά ιδεολογική, ηθική, οικογενειακή, προφητεύω από της θέσεως ταύτης, ότι θα γίνει ο τάφος της Ελλάδος και της ορθοδοξίας [στο Εθνος μας] και η εξομοίωσή μας προς τα άλλα έθνη τα μακράν ημών.
Τί είναι το Έθνος μας; Θα το πω με όλη την σημασία της λέξεως και διαμαρτύρομαι μέχρι του ουρανού και μέχρι τ” άστρα· Το έθνος το δικό μας δεν είναι πλέον ιεραποστολικό, αλλά μασονικό. Αυτές οι σκοτεινές δυνάμεις έχουν βραχυκυκλώση το ταλαίπωρον Έθνος μας και είναι σαν αετός στο κλουβί…. Εμπρός να σπάσουμε την φυλακήν αυτή και ο αετός να πετάξει πάλι ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι τα άστρα του ουρανού…..

ΠΑΠΙΣΜΟΣ

Εδώ στην Ελλάδα εκτός των άλλων κακών… θέλουν να μας φέρουν ένα καινούργιο φρούτο! Τον παπισμό…..
Ο παπισμός είναι θηρίο της Αποκαλύψεως….Τί εστί παπισμός; Σύνολο αιρέσεων. Και  φοβούμαι δυστυχώς, ότι θα δούμε στη Μητρόπολη [των Αθηνών], -εγώ δεν πηγαίνω στη Μητρόπολη-, θα δείτε την επίσημη εορτή της 25 Μαρτίου…, μπροστά-μπροστά, πρώτον …σαν κόκορα, με τα φτερά του τα κολωτά να στέκεται δίπλα στον πρωθυπουργό, δεν ξέρω ποιος θα είναι τότε, ένας καρδινάλιος. Από ώρα σε ώρα ετοιμάζουν να μας φέρουν καρδινάλιο, για να φορέσουμε κουστούμι!
Η Ελλάς τους μοιρίζει χωριατίλα και θέλουν να μας φορέσουν Ευρωπαϊκό κουστούμι!… Μα, χίλιες φορές  με φουστανέλα, χωριάτες, με χωριάτικο κουστούμι και Ελλάδα στην καρδιά…Θέλει η κυβέρνηση να μας αλλάξει την φορεσιά μας! Θέλει να μας φορέσει το κουστούμι που ονομάζεται ΕΟΚ. Να γίνουμε Ευρωπαίοι. Να μιλούμε όπως οι Ευρωπαίοι, να ζούμε όπως οι Ευρωπαϊοι, να διώχνουμε τις γυναίκες όπως οι Ευρωπαίοι, να κάνουμε τα όργια των Ευρωπαίων!…..Εμείς όμως θέλουμε να μείνουμε Ελληνες και μόνον Ελληνες, Ορθόδοξοι Χριστιανοί..

Αλλά όπως πάμε αδέλφια μου, παρ” όλες τις διαμαρτυρίες του ευσεβούς Ελληνικού λαού, που δυστυχώς, είναι αδιοργάνωτος και γι” αυτό δεν φταίει ο λαός, φταίνε οι πνευματικοί ηγέτες, που τον αφήσαν  αδιοργάνωτο, εις τρόπον ώστε οι αρουραίοι να ροκανίζουν τας ρίζας του δένδρο της Ορθοδοξίας….Όπως πηγαίνουμε στην ευλογημένη πατρίδα μας…σε 50 χρόνια και λιγότερο, θα υπάρχουν όλων των λογιών καρύδια, μόνο έλληνες ορθόδοξοι δεν θα υπάρχουν. Μάλιστα, αυτού θα καταντήσουμε εαν δεν δημιουργήσουμε ένα ρεύμα αντιστάσεως….

ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΠΑΤΩ ΑΛΛΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΔΕΝ ΤΟ ΠΑΤΩ

 



Ἀπόσπασμα ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου, 8 μῆνες μετὰ τὴν χειροτονία εἰς ἐπίσκοπο. Ἡ δικτατορία τοῦ ἔστειλε ἀπόρρητη ἐπιστολή γιὰ νὰ δέχθη 3 ψυχιάτρους και ἐκεῖνος δὲν τοὺς δέχθηκε. Τὴν ἐπομένη ἡμέρα κτύπησε τὶς καμπάνες καὶ τὸ ἀνακοίνωσε στὸ ποιμνιό του. Ἀκοῦστε τὴν γενναία ἀπάντησή του.

«Αν δεν επίστευα στο Ευαγγέλιο, θα προτιμούσα να είμαι λούστρος, να γυαλίζω παπούτσια στους δρόμους της πόλεως. Πιστεύω στο Ευαγγέλιο, πιστεύω στην Ορθοδοξία, και παίζω κορώνα – γράμματα τη ζωή μου για την Ελλάδα…
Εδώ δίδεται μια μάχη, η μάχη του Χριστού κατά του σατανά. Πρέπει να νικήσει ο Χριστός, και μόνον ο Χριστός.
Μου είπαν οι αρχιερείς, «Πάτερ μου, συμβιβασμό».
-Είμαι έτοιμος για κάθε συμβιβασμό. Αντέστε στο νομάρχη. Και αν ο νομάρχης θέλει να συμμορφωθεί με το αιώνιον Ευαγγέλιο, και αν υποταχθούν οι άρχοντες στο αιώνιον Ευαγγέλιο, εγώ θα τους αγκαλιάσω εδώ μέσα στην εκκλησία.
Εάν όμως δεν θέλουν, εγώ είμαι ασυμβίβαστος. Δεν υποχωρώ ούτε ένα γιώτα από το Ευαγγέλιο του Χριστού.
(διακόπτεται ἀπὸ χειροκροτήματα). -Αυτά τα χειροκροτήματα θα τα πληρώσετε.

Για τοὺς καταδότες

Αν και γνωρίζω, ὅτι μέσα στο ναό δεν είστε μόνο πνευματικά μου τέκνα αν και γνωρίζω, ότι εδώ υπάρχουν και κατάσκοποι, αν και γνωρίζω ότι υπάρχουν και Ιουδαίοι, που θα σπεύσουν να μεταφέρουν τα λόγια μου… Θεέ μου, συγχώρεσε τους εχθρούς μου, οι οποίοι έφθασαν μέχρι τοιούτου σημείου ώστε να με φορέσουν ζουρλομανδύα για να με κλείσουν στο «Δρομοκαϊτειο». Συγχώρεσε τους.

Σείς δε, ευλογημένα μικρά παιδιά, αρνάκια του Χριστού μου, γονατίστε απόψε μπροστά στον Εσταυρωμένο, για να φυλάει τη γλυκειά μας Πατρίδα, να φυλάει και τον Ἐπίσκοπο σας.
Δεν ξέρω πόσες ημέρες θα μείνω στη Φλώρινα ίσως και να μη με ξανακούσετε. Εσείς δε, αγαπητοί μου, μείνετε πιστοί στην πατρίδα μας, μείνετε πιστοί στα ιδεώδη μας, μείνετε πιστοί είς την μνήμη των πατέρων μας.
Εκάθησα οχτώ μήνες στη μητρόπολη και έκανα ότι δεν έκαναν άλλοι σε σαράντα χρόνια…
Ο λόγος μου ήταν ειρηνικός και κατευναστικός. Θα τηλεγραφήσουν τώρα κάτω στην Αθήνα και θα πουν, για να με εξοντώσουν, ότι ο Αυγουστίνος εκήρυξε επανάσταση. Δεν κήρυξα επανάσταση αλλά ειρήνη, συνδιαλλαγή και αγάπην προς όλον τον λαό. Θέλω ο λαός μας, από τον νομάρχη μέχρι τον τελευταίο πολίτη και από τον διοικητή του Σώματος μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη, θέλω τον λαό μου να είναι κάτω από την ευλογία Ιησού του Ναζωραίου όν, παίδες, ευλογείτε και υπερυψούτε είς πάντας τους αιώνας.
Αν νομίζετε ότι είμαι αναγκαίος και χρήσιμος στην πόλη, να είστε θαρραλέοι. Να είστε θαρραλέοι, διότι και ο πρωθυπουργός της χώρας είπε στους αγρότες να είναι θαρραλέοι. Λοιπόν μη φοβείσθε κανέναν. Να τηλεγραφήσετε στην Ιεράν Σύνοδον, ότι θέλουμε τον επίσκοπον μας είς την έδραν του» (αποσπάσματα ομιλίας τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου ἀπὸ τὸ 1968).



Στην Εκκλησια του Χριστου ειδε εκπληκτη η ανθρωποτης το θαυμα της ενοτητος & ο αποστολος Παυλος γεματος χαρα γραφει· Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου


ΣΧΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΡΑΦΟ ΧΙΤΩΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

«Οὐκ ἔνι (=δὲν ὑπάρχει πλέον) Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρ­σεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3,28). Ὅλοι ἐσεῖς δηλαδή, λέει ὁ Παῦλος, ποὺ προηγουμένως ἤσασταν δι­ῃ­ρημένοι καὶ ἀποξενωμένοι, τώρα εἶστε ὅλοι ἑνωμένοι· σᾶς ἕνωσε ὁ Χριστὸς μὲ τὸν αἰώνιο δεσμὸ τῆς ἀγάπης του.

Αὐτὸ το ἀκοῦμε στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Κυριακῆς.
–Ἀλλὰ νά, θὰ μᾶς ποῦν πολλοί, ἡ ἀνθρωπότης ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερα νὰ εἶνε διῃρημένη. Ποῦ εἶνε λοιπὸν αὐτὸ ποὺ λέτε; Ἐμεῖς δὲν βλέπουμε ἑνότητα· βλέπουμε μεγάλες δι­ακρίσεις, ἀποστάσεις, διαφορές, διαίρεσι….
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, οὔτε ἐμεῖς τὸ ἀρνούμεθα· ἐκεῖνο ὅ­μως ποὺ ἂν προσέξῃ κανεὶς τὸ διαπιστώνει καὶ ὀφείλουμε νὰ τὸ διακηρύξου­με παντοῦ εἶ­­­νε ποιό· ὅτι ἡ ἀνθρωπότης βρίσκεται σήμερα δι­ῃρημένη – γιατί;

ἀκριβῶς δι­ότι, παρ᾽ ὅλο ὅτι πέρασαν τόσοι αἰῶνες χριστιανικοῦ κηρύ­γματος καὶ καλλιεργείας τοῦ χριστιανικοῦ βίου, μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Γῆς ζῇ μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστό. Δὲν ἄκουσε ἕως τώρα τὸ μήνυμα τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου –ἢ τὸ ἄκουσε ἀλλοιωμένο καὶ νοθευμένο ἀπὸ τὶς πλά­νες τῆς Δύσεως– καὶ γι᾽ αὐ­τὸ δυστυχῶς δὲν ἔ­­βαλε ἀκόμη ὡς θε­μέ­λιο τῆς ζωῆς του τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· καί, ἐφ᾿ ὅ­σον δὲν θέτει τὸν Χριστὸ ὡς θεμέλιο, ἡ ἀν­θρωπό­της θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εἶ­νε θλιβερὰ δι­ῃρημένη, νὰ σπαράσσεται, καὶ τὰ διάφορα τρομακτικὰ γεγονότα θὰ ἔρχων­ται κάθε τόσο καὶ θὰ τῆς ὑπενθυμίζουν καθημερι­νῶς τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια.
Ἀδελφοί, κηρύξτε καὶ διαλαλῆστε το παν­τοῦ· ὁ Χριστὸς ἑνώνει, ὁ κόσμος διαιρεῖ.
Ποιός ἄλλος παράγων, ποιό ἄλλο στοιχεῖο, μπορεῖ ν᾽ ἀποτελέσῃ ἰσχυρὸ ἑνωτικὸ κρίκο καὶ δεσμὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους;
Δὲν βλέπετε; Τὸ χρῆμα, ὁ «μαμωνᾶς» (Ματθ. 6,24. Λουκ. 16,13), δὲν ἔχει τὴ δύναμι νὰ μᾶς ἑνώσῃ. Θέλετε ἀ­πόδειξι; Ἰδού· συνεταιρισμοὶ καὶ ἑταιρεῖ­ες, ποὺ συνάπτον­ται μὲ στόχο τὸ ὑλικὸ κέρδος, μόνο καὶ μό­­νο γιὰ τὸ χρῆμα, κάποια στι­γμὴ διαλύον­ται, κ᾽ ἐκεῖνοι ποὺ προ­ηγουμένως ἦ­ταν συν­­εταῖροι, ἔπειτα γίνον­­ται ἐ­χθροί, δι­άδικοι, συχνοὶ πε­λάτες τῶν δικαστη­ρίων, ἕτοιμοι καὶ μὲ αἷμα νὰ ἐπιβεβαιώσουν, ὅτι τὸ χρῆ­μα, τὸ ὑλικὸ συμφέρον, διαλύει καὶ τὶς καλύτερες συνεργασίες, καὶ τοὺς ἰσχυρότερους δε­σμούς, καὶ τοὺς πιὸ ὠργανωμένους συλλο­γικοὺς φορεῖς καὶ σωματεῖα.
Δὲν μᾶς ἑνώνει τὸ χρῆμα· μὰ μήπως μᾶς ἑ­νώνει τὸ αἷμα, ἡ συγγένεια καὶ οἱ οἰκογενειακοὶ δεσμοί; Ἡ πεῖρα καὶ πάλι διδάσκει, ὅτι μπο­ρεῖ νὰ εἴμαστε ἀδέρφια, νὰ καταγώμαστε ἀπὸ τὸν ἴδιο πατέρα καὶ τὴν ἴδια μητέρα, καὶ ὅ­μως νὰ εἴμαστε διῃρημένοι καὶ ἕτοιμοι νὰ ἐ­παναλάβουμε τὸ δρᾶμα τοῦ Κάϊν.
Γιὰ νὰ μὴν πολυλογοῦμε λέμε, ὅτι ὅλα τὰ μέ­σα, ὅσα δοκίμασε καὶ δοκιμάζει ἡ ἀνθρωπότης γιὰ νὰ ἑνωθῇ καὶ ν᾽ ἀποτελέση μία οἰ­κογένεια, ἀποδεικνύονται ἀσθενῆ, ἀνίσχυρα, μηδαμινά. Γιατὶ ἁπλούστατα εἶνε μέσα ἐξωτε­ρικά. Δὲν συνδέουν τὴν καρδιὰ τοῦ ἑνὸς ἀν­θρώπου μὲ τὴν καρδιὰ τοῦ ἄλλου. Δὲν ἑνώνουν βαθειὰ καὶ πραγματικά, ἀλλὰ ἐπιφανειακά, ψεύτικα.
Ἐφ᾿ ὅσον μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ζῇ ἡ ἁμαρτία, οἱ δεσμοὶ αὐτοὶ εἶνε εὔ­θραυ­στοι. Ἡ ἁμαρτία, ποὺ χώρισε τὸν πρῶτο ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, αὐτὴ ποὺ ἔσπρω­ξε τὸν Κάιν στὴν ἀ­δελφοκτονία, αὐτὴ θὰ χωρίζῃ τοὺς ἀνθρώπους, τὶς οἰκογένειες καὶ τὰ ἔθνη, αὐτὴ θὰ θραύῃ ὅλους τοὺς ἐξωτερικοὺς δεσμούς, μὲ τοὺς ὁποίους ἡ κοσμικὴ σοφία θὰ προσπαθῇ νὰ συναδελφώσῃ καὶ νὰ ἑνώσῃ τοὺς λαούς.
Γιὰ νὰ συναδελφωθοῦν τὰ ἔθνη, γιὰ νὰ ἐ­πέλθῃ ἡ ποθητὴ ἑνότης, πρέπει ὅλοι οἱ ἄν­θρωποι ν᾿ ἀποβάλουμε τὸν «παλαιὸν ἄνθρωπον», τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες, καὶ νὰ ντυθοῦμε τὸν «καινὸν ἄνθρωπον», τὸν «νέον» (῾Ρωμ. 6,6. Ἐφ. 4,22. Κολ. 3,9), τὸν «Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν» (῾Ρωμ. 13,14. Γαλ. 3,27). Τότε θὰ ἐκλείψουν οἱ καταστρεπτικὲς διαιρέσεις. Διότι τότε ὅλοι μας θὰ ἔχουμε ἕ­να ἔν­δυμα, τὴν ἀρετὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι θὰ ἔ­χουμε μία σημαία, τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ὅ­­λοι θὰ ἔχουμε ἕναν ἀρχηγό, τὸ Χριστό. Ὅ­λοι θὰ ἔχουμε ἕνα νόμο, τὸ νόμο τοῦ Εὐαγγε­λίου. Ὅλοι θὰ ἔχουμε ἕνα πόθο, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ὅλοι θὰ ἀγαποῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, γιατὶ στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου, καὶ τοῦ πιὸ ταπεινοῦ, θὰ βλέπουμε τὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ. Πῶς τότε νὰ μὴν εἴμαστε ἑνωμένοι; πῶς νὰ μὴ γίνουμε ὅλοι ἕνα «ἐν Χριστῷ» (Γαλ. 3,28);
Ἀλλὰ ἡ εὐλογημένη ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἀνθρωπότης θὰ βρῇ τὴν ἑνότητά της ἐν τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ, ἡ ἡμέρα ποὺ θὰ γίνουμε ὅλοι ἕνα «ἐν Χριστῷ», φαίνεται ὅτι εἶνε μακριά, πολὺ μακριά…

* * *

Ἐμεῖς ὅμως οἱ Χριστιανοὶ ἂς μὴ παύσουμε, ἀγαπητοί μου, στὶς ἰδιωτικές, στὶς οἰκογενειακὲς καὶ τὶς δημόσιες προσευχές μας, νὰ παρακαλοῦμε θερμὰ τὸν Κύριο, ἡ «ἐν Χριστῷ» ἑνότης ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα νὰ κατακτᾷ ἔδαφος, καὶ ἀπὸ τοὺς μικρότερους κύκλους νὰ ἐπεκτείνεται στοὺς μεγαλύτερους, ἕως ὅτου συμπεριλάβῃ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα πρὸς δόξαν τῆς παναγίας Τριάδος.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἄρθρο στὸ περιοδικὸ Μεσολογγίου τῆς ἱ. μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», τ. 245/1-7-1940, σ. 84

“ZAKXAIOI, ΞΥΠΝΗΣΤΕ!” Toῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου


Αποτέλεσμα εικόνας για Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ

Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 19,1-10) – 

Toῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Ὅταν ὁ Κύριος, ἀγαπητοί μου, ἐκήρυττε στὰ παράλια τῆς Τιβεριάδος, στὰ χωριὰ καὶ στὶς πόλεις τῆς Παλαιστίνης, στὸ βουνὸ ἢ στὴ συναγωγή, πλήθη ἄκουγαν. Πόσοι ὅμως τὸν ἄκουγαν καὶ μὲ τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς; Πόσοι δέχονταν τὸ φῶς του στὴν καρδιά τους καὶ δο­νοῦνταν ψυχικά; Πόσοι ἄλλαζαν; Ὤ, λίγοι ἦταν οἱ θαυμασταὶ τοῦ κηρύγματος ποὺ δὲν ἔμεναν ἁπλῶς στὸ θαυμασμὸ ἀλλὰ ἔκαναν πρᾶξι καὶ ζωὴ τὰ λόγια του. Γιατί οἱ περισσότεροι ἔ­φευγαν χωρὶς μεταβολή, χωρὶς ψυχικὸ συγ­κλονισμό; Τὴν ἀπάντησι στὸ τρομακτικὸ αὐτὸ ἐρώτημα δίδει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο; Τὸ προσέξατε;

 

* * *

Περνοῦσε ὁ Χριστὸς μέσ᾿ ἀπὸ μιὰ ὡραία πόλι, τὴν Ἰεριχώ. Στὸ ἄκουσμα ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰ­ησοῦς, γιὰ τὸν ὁποῖο τόσα διαδίδονταν, οἱ κά­τοικοι ἄφησαν τὰ σπίτια τους καὶ πετάχτηκαν ἔξω. Ἀπ᾿ ὅλον αὐτὸ τὸ συρφετὸ ἔνιωσε ἆραγε κανεὶς τὸ Χριστό; αἰσθάνθηκε στὴν καρδιά του τὸ θεϊκὸ ῥεῦμα τῆς ἀγάπης του, συγκλονί­­στηκε ἡ ψυχή του, ἦρθαν στὸ μυαλό του νέες σκέψεις; Ὤ, κλεισμένες οἱ καρδιὲς τῶν κα­τοίκων τῆς Ἰεριχοῦς· μπετὸν ἀρμέ! Δὲν ἄνοιξαν μπροστὰ στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ· τὰ πάθη δὲν πα­ραμέρισαν διόλου. Μία περιέργεια νὰ δοῦν τοὺς τράβηξε στὸ δρόμο, τίποτε περισσότερο. Λοι­πὸν ἔτσι ἄκαρπη θὰ ἔμενε αὐτὴ ἡ ὁδοιπορία τοῦ Χριστοῦ στὴν ὄμορφη αὐτὴ πόλι; Ὄχι.

Μέσα στὸν κόσμο ποὺ κατέκλυσε τοὺς δρό­μους καὶ μῆλο νὰ ἔρριχνες δὲν ἔπεφτε, κάποιος ἔνιωσε τὸ Χριστό· μιὰ καρδιὰ δέχθηκε τὸ φῶς του, τὴν διαπέρασε τὸ ἠλεκτρικὸ ῥεῦ­μα τῆς ἀγάπης του. Αὐτὸς μόνο κατάλαβε τὸ Χριστὸ ᾿κείνη τὴ μέρα. Ποιός ἦταν;

Ἦταν, ἀγαπητοί μου, ἕνας μεγάλος κλέφτης! Ὄχι ἀπ᾿ τοὺς κλέφτες ποὺ ζοῦν στὰ βουνά, ἀλλ᾿ ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν στὶς πόλεις καὶ κλέβουν καὶ λῃστεύουν μὲ τὸ γάντι. Τέτοιος κλέφτης ἦταν ὁ Ζακχαῖος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Ἦταν «ἀρχιτελώνης» (Λουκ. 19,2), δηλαδὴ γενικὸς εἰσπράκτωρ τῶν φόρων. Καὶ σὰν τέτοιος, διεφθάρη ἀπὸ τὸ χρῆμα. Ἔκλεψε, λῄστεψε, ἅρπαξε οἰκονομίες φτωχῶν, πάτησε ἐπὶ πτωμάτων, καὶ ἔτσι πλούτισε.

Ἀλλὰ ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ ἐλέγχου τῆς συνειδή­­σεως. Ἡ φωνούλα αὐτή, ποὺ ἔβαλε μέσα μας ὁ Θεός, ἐλέγχει τοὺς ἐνόχους. Ἐλέγχει τὸν κλέφτη, τὸ φονιᾶ, τὸ διεφθαρμένο. Αὐτὴ ἡ φω­νὴ ἤλεγξε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, τὸν Κάϊν, τὸν Ἰούδα, τὸν Ἀνανία καὶ τὴ Σαπφείρα. Αὐτὴ τώρα ἐλέγχει καὶ τὸ Ζακχαῖο. «Ζακχαῖε,» τοῦ λέει, «εἶσαι ἕνας κλέφτης, ἕνας λῃστής· ἔκανες νὰ πεινάσουν ὀρφανά, νὰ κλάψῃ ἡ χήρα μάνα, νὰ πονέσῃ ὁ τίμιος ἐργάτης, νὰ κλέψῃ ὁ μικρὸς βιοπαλαιστὴς γιὰ νὰ ζήσῃ. Ζακχαῖε, εἶ­σαι ἔνοχος, εἶσαι ἁμαρτωλός». Ἡ συνείδησι λοιπὸν τὸν ἔκανε νὰ ξυπνήσῃ, νὰ νιώσῃ τὴ θέ­σι του, νὰ πεταχτῇ στὸ δρόμο, νὰ ζητάῃ πάσῃ θυσίᾳ νὰ δῇ τὸν Ἰησοῦ· ἐκεῖνον ποὺ γαληνεύει τὶς συνειδήσεις, ἐκεῖνον ποὺ σῴζει.
Καὶ τὸν εἶδε τὸν Ἰησοῦ. Μὰ πῶς τὸν εἶδε, ἀ­φοῦ ἦταν κοντὸς καὶ τόσοι ἄνθρωποι εἶχαν κάνει τοῖχο μπροστά του; Ὤ! ὅταν θέλῃς νὰ πλησιάσῃς τὸ Χριστό, τὰ ἐμπόδια ὑπερπηδοῦν­ται. Καὶ ὁ Ζακχαῖος ὑπερπήδησε τὰ ἐμπό­δια τοῦ ἀναστήματος. Ἀνέβηκε σ᾿ ἕνα δέν­τρο, σὲ μιὰ συκομορέα, κι ἀπὸ ᾿κεῖ ἀντίκρυσε τὸ μεγαλεῖο τῆς Θεότητος τοῦ Ἰησοῦ. Γιὰ νὰ δῇς ἕνα πανόραμα, τὴ θάλασσα λ.χ. μὲ τὶς ἀ­κτές της, τὰ χωριουδάκια μὲ τὰ κάτασπρα σπι­τάκια ἢ τὶς πολιτεῖες μὲ τὶς καμινάδες τῶν ἐρ­γοστασίων, πρέπει ν ᾿ ἀνεβῇς κάπου ψηλά, στὸ βουνό· καὶ γιὰ νὰ δῇς τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, νὰ αἰσθανθῇς τὴ θεϊκή του δύναμι, πρέπει νὰ ὑψωθῇς πάνω ἀπ᾿ τὸ χῶμα, πάνω ἀπ᾿ τὴν ὕλη, πάνω ἀπ᾿ τὸν κόσμο τῆς φθορᾶς, ἡ σκέψι σου νὰ πετάξῃ ψηλότερα, ν᾽ ἀγγίξῃ τὰ ἄστρα, νὰ κατοπτεύσῃ τὴν αἰωνιότητα. Τότε θὰ νιώσῃς ἐντός σου τὸ μεγαλεῖο τὴς Θεότη­τος. Ὁ Ζακχαῖος, λοιπόν, στὴ συκομορέα, μετέωρος μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Καὶ ἡ συκομορέα εἶνε ἕνας τύπος, γιὰ νὰ καταλάβουμε, ὅτι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἡ σκέψι του ἀνέβηκε ὑ­ψηλότερα.

Ἀντίκρυσε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, εἶδε τὸ ὕψος Του. Ἦταν ὁ προστάτης τῶν ὀρφα­νῶν καὶ τῶν χηρῶν, ἐκεῖνος ποὺ διήρχετο «εὐ­ερ­γε­τῶν καὶ ἰώμενος» τοὺς ἀνθρώπους (Πράξ. 10,38), ποὺ δὲν εἶχε μιὰ δραχμὴ στὴν τσέπη, ποὺ δὲν εἶχε «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20. Λουκ. 9,58), καὶ αὐτὴ ἡ ἰδανικὴ ζωή του τὸν ἠλέκτρισε. Ἀ­πὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶδε τὴ δική του ἀθλιότητα. Ἦταν ἕ­νας κλέφτης τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν χηρῶν, ποὺ καθημερινῶς ἀδικοῦσε δεκάδες ἀνθρώπους. Τὰ χρήματά του ἄφθονα, ἡ κατοικία του καλλιμάρμαρο μέγαρο. Αὐτὴ ἡ τρομακτικὴ ἀν­­τίθεσι τῆς ζωῆς του πρὸς τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ τὸν συγκλόνισε. Ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἄ­ρωμα, ἡ δική του ζωὴ δυσωδία.

Ἀπὸ ᾿δῶ καὶ πέρα ἀρχίζει ἡ μεταβολή. Ἂν ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ βγῆκαν νὰ δοῦν τὸ Χριστὸ ἐ­πέστρεψαν στὰ σπίτια τους χωρὶς ὠφέλεια, αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἀντίκρυσαν μόνο τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ δοῦν καὶ τὴ δική τους ἀθλιότητα. Ὁ Ζακχαῖος ὠφελήθηκε, μετεβλήθη ψυχικά, γιατὶ ἔρριξε τὸ βλέμμα του πρὸς τὰ πάνω ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ κάτω. Γι᾿ αὐτὸ μετεβλήθη. Κ᾿ εἶνε ἀληθινὴ ἡ μεταβολή του. Δὲν ἀκοῦτε; Προηγουμένως, τὸ χέρι νὰ τοῦ ἔκοβες, δὲν ἔπαιρνες δραχμή· τώρα λέει· «Τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δί­δωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάν­τησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν» (Λουκ. 19,8)· τὰ μισὰ ἀπ᾿ τὰ ὑπάρχοντά μου δίνω στοὺς φτωχούς, καὶ σ᾿ ὅποιον ἔγινε φτωχὸς ἐξ αἰτίας μου, ἐ­πειδὴ τὸν ἀδίκησα ἐγώ, σ᾿ αὐτὸν θὰ ἐπιστρέψω τετραπλάσια. Τί μεταβολὴ ἀλήθεια! Ὁ κλέ­φτης, ὁ λῃστής, ὁ ἄσπλαχνος, τώρα ἐλεήμων, δίκαιος, σπλαχνικός. Τὸν ἑλκύει τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ. Ὦ Χριστὲ ἀστείρευτη, ἀνεξάν­τλητη ἡ δύναμί σου νὰ μεταβάλλῃς τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἐκθρονίζῃς τὰ πάθη καὶ νὰ ἐγκαθιστᾷς τὴν ἀρετή, τὴν ἀγάπη, τὴ δικαιοσύνη.

Μέγα θαῦμα συντελέσθηκε στὴν Ἰεριχώ, ἡ μετάνοια τοῦ φιλαργύρου Ζακχαίου. Νά λοι­πὸν ποὺ δὲν πῆγε χαμένη ἡ ὁδοιπορία τοῦ Χριστοῦ· κέρδισε ἕνα μεγάλο ἁμαρτωλό.

* * *

Καὶ σήμερα, ἀγαπητοί μου, περιοδεύει ὁ Χριστός. Μιὰ Ἰεριχὼ εἶνε καὶ ἡ κοινωνία μας. Πολλοὶ ἔχουν τὴν περιέργεια νὰ τὸν δοῦν. Οἱ περισσότεροι ὅμως Χριστιανοὶ τὸν πλησιάζουν τυπικά, ἀπὸ μιὰ συνήθεια. Ἀκοῦνε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μένουν μόνο ἐκεῖ, χωρὶς καμμιά ὠφέλεια, χωρὶς ἀλλαγή.

Στὴ ζωή μας οἱ περισσότεροι μοιάζουμε ἀ­σφαλῶς μὲ τὸ Ζακχαῖο. Μήπως ἔλειψαν σήμε­ρα ἐκεῖνοι ποὺ τρῶνε καὶ κλέβουν τὸ ψωμὶ τῆς χήρας καὶ τοῦ ὀρφανοῦ; ἐκεῖνοι ποὺ κατακρα­τοῦν τὸ μισθὸ τοῦ ἐργαζομένου, τοῦ ὑπαλλή­λου; Μήπως οἱ σημερινοὶ πλούσιοι πλούτισαν μὲ τὸν τίμιο ἱδρῶτα τους; Μὲ κλεψιές, ἀτιμίες καὶ ἁρπαγὲς ἔκαναν τὰ μέγαρά τους. Ζακχαῖ­οι καὶ σήμερα πολλοί. Γιατί ὅμως δὲν βλέπου­με κανένα νὰ πλησιάζῃ τὸν Ἰησοῦ, νὰ ὑψώνεται πάνω ἀπὸ τὴν ὕλη, νὰ σκαρφαλώνῃ στὴ συ­κομορέα, νὰ συγκλονίζεται ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, νὰ βλέπῃ τὴ δική του ἀθλιότητα καὶ νὰ παίρνῃ ἀπόφασι ἀλλαγῆς;

Ζακχαῖοι τῆς ἐποχῆς μας, ξυπνῆστε! Κάνατε τὸ χρῆμα θεὸ καὶ ἁμαρτήσατε διπλᾶ· ὄχι μόνο κλέψατε, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ κλεμμένα ἀσωτεύσατε· ἁρπάξατε, καὶ μετὰ ξωδέψατε τὰ κλεμμένα στὸ γλέντι· κάνατε θύματά σας πρῶ­τα ὅσους λῃστέψατε καὶ μετὰ ὅσους ἀποπλανήσατε καὶ διαφθείρατε μὲ τὰ κλεμμένα.

Ἐλᾶτε στὸ Χριστὸ νὰ σωθῆτε. Ἀκολουθῆ­στε τὸ παράδειγμα τοῦ ὁμοίου σας, τοῦ Ζακχαίου. Δῶστε κ᾿ ἐσεῖς «τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόν­των» σας, γιὰ νὰ σταματήσουν μερικὰ κλάματα, νὰ σκορπίσῃ ἡ χαρὰ σὲ κάποια φτωχόσπιτα. Ὑπάρχει κανεὶς Ζακχαῖος ἀνάμεσά μας, ποὺ αἰ­σθάνεται τὴν ἁμαρτία νὰ τὸν πιέζῃ; Ἔλα, Ζακχαῖε μου, στὸ Χριστό, ν᾿ ἀκούσῃς κ᾿ ἐσὺ «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο» (ἔ.ἀ. 19,9).

* * *

Ἀλλὰ νά, βλέπω κάποιον Ζακχαῖο ποὺ ἔρ­χεται, ἀνεβαίνει στὴ συκομορέα, κι ἀπὸ ᾿κεῖ ἀ­πολαμβάνει τὸ μεγαλεῖο. Ἀλλὰ συγχρόνως τί βλέπω· στὴ ῥίζα τῆς συκομορέας πλῆθος τσεκούρια, ἕτοιμα νὰ τὴν κόψουν καὶ νὰ ῥίξουν τὸν Χριστιανὸ κάτω, νὰ τὸν παραδώσουν καὶ πάλι στὴν παλιά του ζωή.

Χριστιανὲ Ζακχαῖε μου, μεῖνε στὴ συκομορέα! Ἂν εἶσαι σταθερός, χίλια τσεκούρια νὰ χτυποῦν, θὰ σπάσουν. Ἂν ὅμως εἶσαι ἀστα­θὴς καὶ πηγαίνῃς πότε μὲ τὸ Χριστὸ – πότε μὲ τὸν κόσμο, μὲ τό ᾿να χέρι κρατᾷς τὸ σταυρὸ καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο κλέβῃς, τότε μὲ τὶς πρῶτες τσεκουριὲς θὰ πέσῃς σὰν σάπιο δέντρο, θὰ σὲ πά­ρῃ πάλι ὁ κόσμος. Μεῖνε, Ζακχαῖε μου, στὴ συκομορέα· ψηλὰ ἀπ᾿ τὸ χῶμα, πάνω ἀπ᾿ τὴ σαπίλα, γιὰ ν᾿ ἀκούσῃς μιὰ μέρα τὸ «Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» (Ματθ. 25,21,23).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ζωοδ. Πηγῆς τοῦ χωρίου Ἅγιος Ἀθανάσιος – Θεσσαλονίκης τὴν 26-1-1958.

πηγή: http://www.augoustinos-kantiotis.gr/ μέσω Σημαία Καιρών