Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

Το πανδοχείο του Θεού Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐ­τὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ» (Λουκ. 10,34)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Το πανδοχείο του Θεού

Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ (Λουκ. 10,25-37)

Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τί εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο; Τὸ πιὸ ὡραῖο βιβλίο. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ στὰ σπίτια, καὶ οἱ γονεῖς καὶ τὰ παιδιὰ νὰ τὸ διαβά­ζουν κάθε μέρα. Τὸ Εὐαγγέλιο περιέχει τὴ ζωή, τὰ λόγια καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ μας.

Ἡ παραβολή, ἀγαπητοί μου, ἡ ὡραία παρα­βολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, διηγεῖται, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐ­τός, τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς προβάλλει μπροστά μας ὡς παράδειγμαὑποβλήθηκε σὲ ἐξαι­ρετικοὺς κόπους γιὰ νὰ σώσῃ τὸν ταλαίπωρο τραυματία, ποὺ οἱ λῃσταὶ τὸν ἄφησαν στὴ μέση τοῦ δρόμου σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση.

Τὸν περι­ποι­ήθηκε ὅσο μποροῦσε· ἔπλυνε τὶς πληγές του μὲ οἶνον (κρασὶ ποὺ περιέχει οἰνόπνευμα καὶ ἀπολυμαίνει τὶς πληγές), τὶς ἄλειψε μὲ ἔ­λαιον (λάδι ποὺ καταπραΰνει καὶ ἐ­πουλώνει τὰ τραύματα), τὶς ἔδεσε πρόχειρα μὲ αὐτοσχέδιους ἐπιδέσμους, καὶ ἔπειτα, ἀ­φοῦ τὸν βοήθησε νὰ ἀνεβῇ στὸ ζῷο του, τὸν ὡ­­δήγησε ὁ ἴδιος σὲ ἕνα πανδοχεῖον (μικρὸ ξενοδοχεῖο ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ὑπῆρχαν τὴν παλιὰ ἐποχὴ σὲ διάφορα σημεῖα τῶν δρόμων, νὰ σταθμεύουν οἱ κουρασμένοι ταξιδιῶτες γιὰ δι­ανυκτέρευση καὶ ἀνεφοδιασμό), ὥστε ἐκεῖ ὁ τραυ­ματίας ν᾽ ἀναπαυθῇ, νὰ λάβῃ τροφή, νὰ θεραπευθῇ, ν᾽ ἀ­νακτήσῃ πάλι τὶς δυνάμεις του καὶ νὰ συνεχίσῃ τὴν πορεία του.

Ἀλλ᾿ ἀφοῦ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Κύριος κάτω ἀ­πὸ τὰ πρόσωπα καὶ πράγματα τῶν παραβο­λῶν του ἔκρυβε μεγάλες ἀλήθειες καὶ σπουδαῖα διδάγματα, ἂς ρωτήσουμε· Ποιό εἶνε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς αὐτῆς; τί εἰκονίζει τὸ πανδοχεῖον ποὺ ἀναφέρει ἡ παραβολή;

* * *

Πανδοχεῖον, ἀγαπητοί μου, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων πατέρων καὶ διδασκάλων μας, εἶνε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἶνε ὁ οὐ­ράνιος σταθμός, τὸν ὁποῖον ἵδρυσε καὶ στερέ­ωσε μέσα στὴν ἔρημο τῆς παρούσης ζω­ῆς ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ. Ἡ θύρα της εἶνε ἀνοιχτὴ γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ἀρκεῖ αὐτὸς νὰ συναι­σθανθῇ ὅτι εἶνε ψυχικὰ τραυματισμένος καὶ ἔ­χει ἀνάγκη τῆς θεραπείας, καὶ νὰ ζητήσῃ μό­νος του, ἐ­λεύθερα, νὰ καταφύγῃ στὸν οἶ­κον τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐξετάζει ἐὰν ἐ­κεῖνος ποὺ καταφεύγει σ᾽ αὐτὴν εἶνε Ἰουδαῖ­­ος ἢ Ἕλληνας, μαῦρος ἢ λευκός, ἄντρας ἢ γυναίκα, ἐπιστήμονας ἢ ἀγράμματος, πλούσιος ἢ φτωχός, βασιλιᾶς ἢ στρατιώτης. «Δεῦ­τε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτι­σμένοι, κἀ­γὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς», ἀκούγεται νὰ λέῃ συνε­χῶς ἡ Ἐκκλησία, ἐπαναλαμβάνον­τας αὐτούσια τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ· «Σ᾽ ἐμένα ἐλᾶτε ὅ­λοι οἱ κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι βάρη, κ᾽ ἐ­γὼ θὰ σᾶς χαρίσω τὴν ἀνάπαυση» (Ματθ. 11,28). Ἐνῷ οἱ διάφορες φιλοσοφικὲς σχολὲς τῆς ἀρ­χαιότητος, ποὺ ὑπόσχονταν τὴν ἠθικὴ ἀνάπλαση τῆς κοινωνίας, δέχονταν ὡρισμένο μόνο ἀ­ριθμὸ μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν καὶ τοὺς ὑπόλοιπους τοὺς ἀπέκλειαν, ἡ Ἐκκλησία ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη της κ᾽ εἶ­νε ἕτοιμη νὰ συμπεριλάβῃ στοὺς κόλπους της καθένα ποὺ θὰ πῇ εἰλικρινὰ στὸ Χριστό· «Κύριε, εἶμαι πληγωμένος, ζητῶ τὴ βοήθειά σου, ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ τὴ δική σου θεραπεία· Κύριε, σῶσε με».

Ἀπὸ τὴ στιγμή, τώρα, ποὺ ὁ ἁμαρτωλὸς θὰ γίνῃ δεκτὸς καὶ θὰ εἰσέλθῃ στὴν Ἐκκλησία, στὸ πανδοχεῖον αὐτὸ τῆς θείας ἀγαθότητος, θὰ ὑποβληθῇ σὲ εἰδικὴ θεραπεία καὶ καθο­ρισμένη δίαιτα. Δὲν θὰ κάνῃ πλέον ὅ,τι θέλει. Ὅ­πως ἕνας ἀσθενὴς ποὺ ἔκανε εἰσαγωγὴ σὲ κάποιο νοσοκομεῖο καὶ ἄρχισε ἐκεῖ τὴ θεραπεία εἶνε ὑ­πο­χρεωμένος ν᾿ ἀκούῃ καὶ ν᾿ ἐκτε­λῇ τὶς ἐντολὲς τῶν γιατρῶν, καὶ παίρνει καὶ τὰ πιὸ ἀηδιαστικὰ φάρμακα καὶ ὑποβάλλεται ἀ­κόμη καὶ σὲ ὀδυνηρὲς ἐγχειρήσεις, ἔτσι καὶ ὁ ἁ­μαρ­τωλός.

Νοσηλεύεται καὶ αὐτὸς στὸ πανδοχεῖον, στὸ ἰατρεῖο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἔμπει­ροι γιατροί, οἱ πνευματικοὶ πατέρες, θὰ τὸν ἐξετάζουν τακτικά, θὰ «ἀκτινοσκοποῦν» τὴν ψυχή του, θὰ κάνουν διάγνωση τῶν παθῶν καὶ τῶν ἐ­λαττωμάτων ἀπὸ τὰ ὁποῖα πάσχει. Ἔτσι θὰ ὁ­ρίζουν τὴν δίαιτά του, τί πρέπει δηλαδὴ νὰ λαμβάνῃ ἡ ψυχή του ὡς πνευματικὴ τροφή, καὶ ποιές ἀκατάλληλες τροφὲς πρέπει ν᾽ ἀποφεύγῃ ποὺ μπορεῖ νὰ δημιουργήσουν ἐπιπλο­κὲς καὶ νὰ προκαλέσουν τὸν ψυχικὸ θάνατο. Οἱ γιατροὶ ἐπίσης θὰ χύνουν ἐπάνω στὶς πλη­γὲς ἔλαιον· μὲ τὴν γλυκυτάτη δηλαδὴ διδασκα­λία τοῦ Χριστοῦ θὰ προσπαθοῦν νὰ παρη­γορήσουν τὴν καρδιά του, ποὺ τραυματισμένη ἀπὸ τὰ πλήγματα τῶν παθῶν θὰ ὑποφέρῃ μὲ τὴν ἀνάμνηση τοῦ προηγουμένου ἁμαρτωλοῦ βίου. Θὰ χύνουν ἀκόμη οἶνον ἐπάνω στὶς πλη­γές· θὰ χρησιμοποιήσουν δηλαδὴ τὸν ἔ­λεγχο καὶ τὴν ἐπιτίμησι, ἂν διακρίνουν ὅτι ἡ ψυχὴ ἀρχίζει νὰ κωφεύῃ στὴν παιδεία τοῦ Κυρίου, νὰ ἀναισθητῇ καὶ νὰ πωρώνεται. Τέλος θὰ κάνουν καὶ ἐγχειρήσεις· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, δὲν θὰ διστάσουν νὰ ὑποδείξουν στὸν ἁμαρτωλὸ ὅτι πρέπει νὰ θυσιάσῃ ἐμπαθεῖς ἀπολαύσεις, νὰ ἀλλάξῃ παγιωμένες συνήθειες, νὰ σπάσῃ μακροχρόνιους δεσμούς, νὰ διακόψῃ φιλίες καὶ σχέσεις μὲ περιβάλ­λον­τα καὶ ἀνθρώπους φαύλους καὶ ἀμετανόητους, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ σαπίσῃ κι αὐτὸς μαζί τους καὶ νὰ πεθάνῃ πνευματικά.

Πανδοχεῖον, ἰατρεῖο καὶ θεραπευτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Ὅποιος ἐπισκέπτε­ται τὰ μεγάλα νοσοκομεῖα, θαυμάζει τὴν δι­οργάνωση τους, τὴ λειτουργία τῶν τμημάτων τους καὶ τὴ συν­εργασία τῶν ὑπηρεσι­ῶν τους. Διοικητικὰ στελέχη μεριμνοῦν καὶ κατευθύνουν ὅλο τὸν ὀργανισμό. Γιατροὶ ὅλων τῶν εἰ­δικοτήτων βρίσκονται ἐκεῖ ἕ­τοιμοι νὰ ἐξετάσουν καὶ ν᾽ ἀντιμετωπίσουν κά­θε περίπτω­­ση ἀ­σθενείας. Ἐκπαιδευμένο νοσηλευτι­κὸ προσω­πικὸ ὑπηρετεῖ ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο τοὺς ἀσθενεῖς ἀγρυπνώντας κοντά τους, καὶ μάλιστα στοὺς νοσηλευομένους σὲ εἰ­δικὲς μονάδες ἐντατικῆς θεραπείας. Ποικίλο ἄλλο βοηθη­τικὸ καὶ τεχνικὸ προσωπικὸ καλύπτει τὶς συ­ναφεῖς ἀ­νάγκες σὲ φάρμακα, ὑλικὸ νοσηλείας, ἐργαστή­ρια, σίτιση, καθαριότητα, ἠ­λεκτρικὴ ἐνέργεια, καύσιμα κ.τ.λ.. Θάλαμοι, κλῖ­νες, λουτρά, ὅλα εἶνε ἐν τάξει. Καταβάλλεται κάθε προσπάθεια ὥστε ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς νὰ θεραπευθοῦν καί, εἰ δυνατόν, κανείς νὰ μὴ βγῇ νεκρὸς ἀπὸ ἐκεῖ. Στὰ νοσοκομεῖα αὐτὰ διεξάγεται πράγματι ἕνας ἔντονος καὶ συστη­ματικὸς ἀγώνας κατὰ τῶν διαφόρων νόσων τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ.

Ἀλλ᾿ ἐὰν εἶνε ἀξιοθαύμαστη ἡ διοργάνωσι τῶν νοσοκομείων αὐτῶν, πολὺ πιὸ θαυμαστὴ εἶνε ἡ διοργάνωση τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ψυχικοῦ αὐτοῦ θεραπευτηρίου τοῦ κόσμου. Εἶνε ἀνώτερη ἡ διοργάνωση τῆς Ἐκκλησίας· διότι τὰ μὲν νοσοκομεῖα καὶ τὰ ἄσυλα τῶν νοσούν­των τὰ διοργανώνει ἡ ἀτελὴς καὶ πεπερασμέ­νη διάνοια τῶν ἀνθρώπων, τὴν Ἐκκλησία ὅ­μως τὴν ἵδρυσε, τὴν διοργανώνει καὶ τὴν συν­το­νίζει καθημερινῶς ὄχι κάποιος ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἡ ἴδια ἡ ἁ­γία Τριάς. Μέσα στὸ οὐράνιο αὐτὸ νοσοκομεῖο ἡ Θεία Πρόνοια γιὰ τὴν θεραπεία τῶν ψυχικῶν νοσημάτων χρησιμοποιεῖ τέτοια καὶ τόσο μεγά­λα μέσα, ὥστε μένουν ἔκθαμβα τὰ μάτια ὄ­χι πλέον τῶν πιστῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὰ μάτια καὶ αὐ­τῶν ἀκόμη τῶν ἀγγέλων καθὼς παρακολουθοῦν τὴν μεγαλειώδη καὶ «πολυποίκιλη» ἐργασία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν σωτηρία ψυχῶν.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς, ποὺ ὄχι μόνο θεραπεύθηκε στὸ θεραπευτήριο τῆς Ἐκκλησί­ας ἀλλ᾽ ἐν συνεχείᾳ ἔγινε καὶ θεραπευτὴς ἄλ­­λων μέσα σ᾽ αὐτό, εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος. Αὐτὸς γράφει γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ὅτι κάνει καὶ τοὺς ἀγγέλους στὰ ἐπουράνια νὰ θαυμάζουν γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ θεραπείας μὲ τὴν πολυποίκιλη σοφία τοῦ Θεοῦ· «…ἵνα γνωρισθῇ», λέει, «νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 3,10).

* * *

Ὅταν, ἀγαπητέ μου, ἀσθενήσῃς ἀπὸ κάποια σοβαρὴ ἀσθένεια, φροντίζεις νὰ εἰσαχθῇς σὲ νοσοκομεῖο ποὺ ἔχει καλὴ φήμη ὅτι περιποιεῖται τοὺς ἀσθενεῖς, ἔ­χει καλοὺς ἐπιστήμονες, διαθέτει τὰ καλύτερα μηχανήματα, κάνει ἐπιτυχημένες ἐγχειρή­σεις καὶ προσ­φέρει ἀποτελεσματικὴ θεραπεία. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖς, ὅτι καὶ ἡ ψυχή σου ἀσθενεῖ. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο ποὺ καὶ ἄλ­λο­τε εἴπαμε· ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶνε ἡ χειρότερη ἀσθένειαποὺ γεμί­ζει μὲ τραύματα, μὲ ἕλκη καὶ κακοήθεις ὄγ­κους τὴν ταλαίπωρη ψυχή μας. Πληγωμένη, ἡλ­κωμένη, ἐλεεινὴ καὶ ἀξιοθρήνητη ἡ ψυχή μας ζητάει θεραπεία, ζητάει θεραπευτήριο. Ποῦ θὰ τὴν ὁδηγήσουμε; Ἡ Ἐκκλησία, νά τὸ αἰώνιο θεραπευτήριο τῶν ψυ­χῶν μας.

Εἴθε στὸ θεραπευτήριο αὐτό, ὅσο τὸ δυνα­τὸν συντομώτερα, ἐκεῖ νὰ ὁδηγήσουμε τὶς ψυ­χές μας, ὅπως ὁ καλὸς Σαμαρείτης ὡδήγη­σε τὸν τραυματία του στὸ πανδοχεῖον, ὅ­που ὁ τραυματίας ἀναπαύθηκε, ἀνέλαβε δυνάμεις καὶ σώθηκε.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἄρθρο ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ τῆς ἱ. μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός»
(Μεσολόγγι, φ. 224-225/12-11-1939, σ. 118).

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Αν δεν έχουμε πίστη… Παρασκευή Σπυρίδου

 

κάνω κομποσκοίνι Αν δεν έχουμε πίστη

Αν δεν έχουμε πίστη, τα χάνουμε μια για πάντα

Αν δεν έχουμε πίστη, δεν μπορούμε να τα συλλάβουμε όλα αυτά και τα χάνουμε μια για πάντα. Τα βλέπουμε δια της Πίστεως, στον άλλο κόσμο θα τα δούμε καθαρά. Ένας θαυμάσιος άνθρωπος έλεγε: Όταν φτάσω στην Βασιλεία των ουρανών, τρία πράγματα αξιοθαύμαστα θα μου κάνουν κατάπληξη.

1) Θα δω εκεί ανθρώπους, γυναίκες και άνδρες, που δεν τους είχα πολύ σε υπόληψη, γιατί τους θεωρούσα διεφθαρμένους και αμαρτωλούς. Το είπε ο Χριστός «τελώναι και πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλεία των ουρανών». Προχθές ήρθε στην Μητρόπολη ένας μαλιούρας και μέσα μου διατέθηκα δυσμενώς απέναντί του. Τον πήρα στο γραφείο και με την συζήτηση ανεκάλυπτα συνεχώς μαργαριτάρια σ’ αυτόν.


2) Δεν θα δω στην Βασιλεία των ουρανών πολλούς που θα περίμενα οπωσδήποτε να τους βρω εκεί. Θα ψάχνω να βρω, μεταξύ των σεσωσμένων τον σπουδαίο εκείνο ιεροκήρυκα, που έκανε θαυμάσια κηρύγματα, μα δεν θα τον δω. Θα προσπαθώ να βρω τον επίσκοπο εκείνον, που τόσος λόγος γινόταν και αγωνιζόταν για την Βασιλεία του Θεού και έγραφε γι’ αυτήν, μα δεν θα τον βρω. Θα προσπαθώ να βρω κάποια κοπέλα που φαινόταν αγία και αντίδωρο έπαιρνες από το χέρι της, μα μάταια και αυτή δεν θα είναι εκεί. Και άλλα πολλά πρόσωπα που είχα μεγάλη ιδέα γι’ αυτά, δεν θα τα δω εκεί.

3) Αλλά το πιο θαυμαστό θα είναι, αν σε μια άκρη του Παραδείσου δω τον εαυτό μου, αν μ’ αξιώσει ο Θεός. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, λέει ο Απόστολος Πέτρος για όλα τ’ υλικά αγαθά, που μου χάρισες, αλλά προπαντός για το ότι μας ετοίμασες Βασιλεία ουράνια, κόσμο ολόκληρο. Και σεις που βρίσκεσται εδώ, δεν πρέπει να έχετε τα πόδια σας κολλημένα στην γη.

Αν άλλοι άνθρωποι κοσμικοί κάπου κάπου νοσταλγούν τον ουρανό, πολύ περισσότερο εσείς πρέπει να απογειωθείτε από την γη στον ουρανό και να πετάτε στον κόσμο εκείνο των πνευμάτων. Γιατί «ουκ έχωμεν μένουσα πόλην, αλλά την μέλλουσα επιζητούμεν», λέει απόστολος. Και όπως λένε οι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας. Αν υποθέσουμε ότι κάνετε μια εκδρομή, σ’ έναν ξένο τόπο και περνάτε σαν οδοιπόροι από μια πόλη, θα κάνετε καμιά αγορά εκεί; Θα αγοράσετε κανένα σπίτι ή κανένα χωράφι; Όχι αλλά θα περάσετε και θα φύγετε. Οδοιπόροι είστε, δεν θα μείνετε εκεί.

Όπως λοιπόν στον ξένο τόπο δεν κάνετε καμιά πράξη αγοράς, αλλά μεταφέρετε μαζί σας μόνο πράγματα ευμετακόμιστα, γιατί επείγεστε να φτάσετε στο τέρμα του ταξιδίου, έτσι και μεις οδοιπόροι, οδεύουμε, ταξιδεύουμε συνεχώς και όσο πλησιάζει το πλοίο που ταξιδεύουμε, η Αγία μας Εκκλησία, στις ακτές της ουράνιας Βασιλείας, τόσο πιο έτοιμοι πρέπει να είμαστε. Εντός ολίγου θα φτάσουμε, γι’ αυτό το νου μας εκεί πρέπει να έχουμε στραμμένο, ειδάλως η υπόθεση θα είναι τραγική. Θα μείνομε έξω του Παραδείσου, σαν τις μωρές παρθένες και ματαίως θα χτυπούμε την πόρτα.

Να μελετούμε βιβλία για να αποκτήσουμε τους τηλεσκοπικούς οφθαλμούς της Πίστεως, για ν’ αγναντεύουμε τις κορυφές της απεράντου χαράς και ευδαιμονίας. Να έχουμε προπαντός ταπείνωση σαν τον απόστολο Παύλο, που έλεγε. O Χριστός ήρθε στον κόσμο για να σώσει τους αμαρτωλούς και πρώτος αμαρτωλός είμαι εγώ. Χωρίς ταπείνωση δεν γίνεται τίποτε. Μακάρι ο Θεός ν’ ανάψει μέσα στις καρδιές σας φωτιά για την Bασιλεία του Θεού.

† O Mητροπολίτης Φλωρίνης π. Aυγουστίνος Kαντιώτης

Aπόσπασμα από ιεραποστολική συγκέντρωση γυναικών
Έγινε στο Οικοτροφείο της «Aγάπης» στη Φλώρινα, το Πάσχα του 1976

Η σημασία των εθνικών εορτών Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Μόνο ἐχθροὶ τῆς πατρίδος ἀποστρέφονται καὶ μισοῦν τὶς ἐθνικὲς ἐπετείους. Κρυφὴ ἐπιθυμία τους εἶνε αὐτὲς νὰ καταργηθοῦν”…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Η σημασία των εθνικών εορτών

Τὰ ἔθνη, ἀγαπητοί μου, ἔχουν ἱστορίαὍ­πως ἱστορία ἔχουν καὶ τὰ ἄτομα. Κάθε ἄν­θρωπος γράφει τὴν ἱστορία του πάνω στὴ γῆ. Κλείνει μέσα του θεϊκὲς δυνάμεις, ποὺ ἡ καλλιέργειά τους δημιουργεῖ μιὰ ποικι­λία ἔργων, δημιουργεῖ πολιτισμό. Μικρὸς θε­ὸς ἀναδεικνύεται ὁ ἄνθρωπος ἀναπτύσσον­τας τὸ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γέν. 1,26) ποὺ ἔλαβε.

Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ ἄνθρωπος παραμελήσῃ τὴν καλ­λιέργεια τῶν θεϊκῶν στοιχείων του καὶ θάψῃ τὰ τάλαντά του στὸν τάφο τῆς ὀ­κνηρίας καὶ πονηρίας, τότε καταν­τᾷ ἕνα ἁπλὸ βιολογικὸ ὄν, μὲ φυσικὲς μόνο ἀ­νάγκες, ἕνας πεπτικὸς σωλήνας ποὺ ἀκα­τάπαυστα γεμίζει καὶ ἀδειάζει, ἕνα ζῷο ποὺ βόσκει. Ἀλλ᾽ εἶνε δυνατὸν νὰ σβηστῇ τελείως ὁ σπινθήρας τῆς θεϊκῆς του προελεύσεως; Ὅσοι ἄνθρωποι ζοῦν σὰν τὰ κτήνη, μὲ ἔμβλημα τὸ ἐπικούρειο «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔ­ριον γὰρ ἀ­ποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13. Α´ Κορ. 15,32), αὐτοὶ ποὺ ἔπνιξαν τὸ πνεῦμα στὴν ὕλη, δὲν γράφουν ἱστορία, ἀφοῦ ἱστορία εἶνε ἡ ἐξιστόρησι εὐγενῶν καὶ ὑψηλῶν πράξεων.

Λαοὶ μὲ ἐπικούρεια νοοτροπία, χωρὶς ἀνατάσεις, δὲν γράφουν ἱστορία. Ἡ διάβασί τους δὲν ἀφήνει ἴχνη. Πράξεις ἀξιομνημόνευτες γιὰ τοὺς ἀπογόνους τους δὲν ὑπάρχουν. Σὰν ἀγέλες ἔρ­χονται καὶ παρέρχονται, ἔστω κι ἂν ἡ ζωή τους ἀριθμῇ χιλιετίες. Καμμία λάμψι. Σκοτά­δι καὶ ἔ­ρεβος ἡ ζωή τους. Πνεῦμα σ᾿ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει «διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας» (Γέν. 6,3).

* * *

Τὸ δικό μας ἔθνος, ἀγαπητοί μου, δὲν ὑπάγεται σ᾽ αὐτοὺς τοὺς λαούς. Ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια, διακρίθηκε. Ἀνέπτυξε τέχνες καὶ ἐπιστῆμες, δημιούργησε ἕναν ἰδιαίτερο πολιτισμό, ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἔγινε πρότυπο γιὰ ἄλλους λαούς. Ἀγωνίστηκε «ὑπὲρ βω­­μῶν καὶ ἑστιῶν». Ἀγωνίστηκε κατὰ τῆς βαρβα­ρότητος, ποὺ ἔτεινε νὰ κατακλύσῃ τὴν ἀνθρω­πότητα. Τὸ μικρὸ τοῦτο ἔθνος κατέπληξε τὸν κόσμο μὲ πράξεις ἀφθάστου μεγαλείου.

Αὐτὸς ποὺ μελετᾷ τὴν ἱστορία μας διακρίνει τὸν δάκτυλο τῆς θείας πρόνοιας, ἡ ὁποία ἀνέ­θεσε στὴν Ἑλλάδα ἐξαιρετικὴ ἀποστολή· νὰ εἶνε φῶς γνώσε­ως καὶ ἐπιστήμης, πρόδρομος τοῦ Χριστιανισμοῦ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν, κήρυκας καὶ ἀπόστολος καὶ ὑπερασπι­στὴς τῆς Χριστιανικῆς πίστεως στὰ ἔθνη, σκεῦ­ος ἐκλογῆς καὶ δεύτερος Ἰσραὴλ στὸν κόσμο.

Ἡ ἱστορία τοῦ μικροῦ τούτου ἔθνους εἶνε ἀ­πὸ τὶς συγκινητικότερες καὶ διδακτικώτερες. Ἂν καταρτιζόταν καὶ δημοσιευόταν ἕνας χρονολογικὸς πίνακας ὅλων τῶν σπουδαίων ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου, σημειώνον­τας σὲ παράλληλες στῆλες τὰ ἐπιτεύγματα τῶν διαφόρων ἐθνῶν, ποιά στή­λη θὰ ἦταν ἡ πλουσιώτερη; Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ τὸ ποῦμε ἐμεῖς, τὸ φωνάζει ἡ Ἱστο­ρία. Καὶ «οἱ λίθοι κεκράξονται» (πρβλ. Λουκ. 19,40). Ἕνας ἱστορι­κὸς ἡμεροδείκτης τῆς πα­τρίδος μας, ποὺ θὰ συνέτασσαν εἰδήμονες, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, στὸ φύλλο τῆς κάθε ἡμέ­ρας θὰ σημείωνε ὄχι μία μόνο ἀ­ξιοθαύμαστη πρᾶξι τῶν προγόνων μας ἀλλὰ πολλές. Ἄλλων ἐθνῶν οἱ ἱστορικοὶ ἡμεροδεῖ­κτες θὰ εἶχαν τὰ περισσότερα φύλλα τους λευκά· ὁ ἡμεροδείκτης τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦταν κατάμεστος. Δὲν ὑπάρχει ἡμέρα τοῦ ἔτους κα­τὰ τὴν ὁποία ἡ Ἑλλάδα δὲν παρουσίασε διὰ τῶν εὐγενῶν της τέκνων, τῶν ἡρώων καὶ ἁγίων της, μία ἀξιομνημόνευτη πρᾶξι. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο ὅλες αὐτὲς οἱ πράξεις νὰ πανηγυρίζωνται στὴν ἐπέτειό τους, ἡ Ἑλλάδα θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ διαρκῆ σημαιοστολισμό.

* * *

Ἀπ᾿ ὅλες τὶς χρονολογίες τοῦ ἱστορικοῦ ἡ­μεροδείκτη τῆς Ἑλλάδος μερικὲς διακρίνον­ται, ὅπως λ.χ. ἡ σημερινή. Εἶνε οἱ ἐπέτειοι μεγά­λων γεγονότων, ποὺ μποροῦν νὰ ὀνομασθοῦν ὁρόσημα τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, δεῖ­κτες ποὺ δείχνουν πρὸς ποιές κατευθύνσεις πρέπει νὰ πορεύεται τὸ γένος μας.

Ὅταν ὑπὸ τὴν ἔνδοξη ἡγεσία τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ὁ Ἰσραὴλ κατὰ θαυμαστὸ τρόπο πέρασε τὸν Ἰορδάνη καὶ μπῆκε στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ὁ Κύριος διέταξε νὰ στήσουν 12 λίθους, ὅσες καὶ οἱ φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ διατηρῆ­ται ζωηρὴ ἡ ἀνάμνησι τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος, στὸ ὁποῖο γιὰ μία ἀκόμη φορὰ φάνηκε ἡ θεία πρόνοια. «Γιὰ νὰ τοὺς ἔχετε αὐτοὺς σὰν σημάδι ποὺ θὰ μένῃ ἐκεῖ γιὰ πάντα, ὥστε ὅταν σὲ ρωτάῃ αὔριο ὁ γυιός σου καὶ λέῃ, Γιατί τοὺς ἔχουμε αὐτοὺς τοὺς λίθους; ἐσὺ θὰ ἐξηγήσῃς στὸ γυιό σου καὶ θὰ πῇς· Ἐπειδὴ σταμάτησε ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς ἐμπρὸς στὴν κιβωτὸ τῆς δι­αθήκης τοῦ Κυρίου ὅλης τῆς γῆς, ὅταν τὸν περ­νοῦσε· καὶ θὰ σᾶς εἶνε αὐτοὶ οἱ λίθοι ὑπενθύμισι γιὰ τοὺς Ἰσραηλῖτες αἰωνίως» (Ἰησ. Ναυ. 4,6-7).

Καὶ ἐμεῖς, ὅπως ὁ Ἰσραήλ, πρέπει νὰ ἀναζωο­γονοῦμε στὴ μνήμη τῶν νεωτέρων τὴν ἀνάμνη­σι τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος μὲ κάθε τρόπο· ν᾽ ἀνοικοδομήσουμε, ὅπως ὁ Σολομῶν καὶ ὁ Ἰ­ουστινιανός, ναὸ περίλαμπρο μὲ πέτρες ἀπ᾽ ὅλη τὴ γῆ τῆς Ἑλλάδος, γιὰ νὰ ἐκπληρώσουμε ἱερὸ τάμα τῶν προγόνων μας· νὰ στήνουμε μνημεῖα, ἀναμνηστικὲς στῆλες καὶ προτομὲς ἡρώων· νὰ ἐκδίδουμε βιβλία· νὰ κάνουμε ὁμιλίες καὶ διαλέξεις· νὰ παρουσιάζουμε στὴ νεολαία κινηματογραφικὰ ἔργα καὶ θεατρικὲς παραστάσεις, μὲ τὶς ὁποῖες θ᾽ ἀναπαριστάνωνται ζωηρὰ ἱστορικὲς στιγμὲς τοῦ ἔθνους.

Μόνο ἐχθροὶ τῆς πατρίδος ἀποστρέφονται καὶ μισοῦν τὶς ἐθνικὲς ἐπετείουςΚρυφὴ ἐπιθυμία τους εἶνε αὐτὲς νὰ καταργηθοῦν. Ὀπαδοὶ αὐτοὶ νέων κοσμοθεωριῶν, ξένοι πρὸς τὴν ἱστορία μας, θὰ ἤθελαν νὰ ἑορτάζουμε ἄλλες ἐπετείους… Τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς (1941-1944) οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελαν νὰ ἑορ­τάζεται ἡ 25η Μαρτίου. Ἔτρεμαν μήπως ἡ ἀ­νάμνησί της ξεσηκώσῃ τοὺς Ἕλληνες καὶ σπά­σουν τὰ νέα δεσμά. Οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος μας εἶνε ὅπως ἐκεῖνος ὁ Ἀντίγονος πού, ὅταν κατέκτησε διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου τὸν Ἰσρα­ήλ, ἀπηγόρευσε τὶς ἑορτὲς καὶ πανηγύρεις του. Τὸ διάταγμά του ἦταν· «οὔτε νὰ τηροῦν τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαββάτου οὔτε νὰ κρατοῦν τὶς πατρο­παράδοτες ἑορτὲς οὔτε κἂν νὰ ὁμολογοῦν ὅ­τι εἶνε Ἰουδαῖοι» (Β΄ Μακκ. 6,6), ἀλλὰ νὰ ἑορτάζουν τὴν …ἡμέρα τῶν γενεθλίων τοῦ τυράννου τους μὲ διονυσιακὲς ἐκδηλώσεις. Οἱ γενναῖοι ὅμως Μακκαβαῖοι περιφρόνησαν τὸ διάταγμα, ἀντιστάθηκαν καὶ ἑώρταζαν τὶς ἑορτές τους στὰ βουνά, καὶ ἔτσι διέσῳζαν τὴ μνήμη τοῦ παρελ­θόντος τους. Στὰ αὐτιὰ τῶν γενναίων ἐκεί­νων παιδιῶν ἔφθανε ἡ φωνὴ τοῦ προφήτου· «Ἑόρταζε, Ἰούδα, τὶς ἑορτές σου, ἀνάπεμψε τὶς προσευχές σου» (Ναούμ 2,1).

Καὶ σύ, πατρίδα μας Ἑλλάδα, ἑόρταζε τὶς ἑορτές σου, ἀνάπεμψε τὶς προσ­ευχές σου, γιὰ νὰ δοξολογῆται ὁ Θεός, γιὰ νὰ μνημονεύονται μὲ εὐγνωμοσύνη οἱ ἥρωές σου, γιὰ νὰ εὐφραίνεται ὁ λαός σου, γιὰ νὰ χαίρωνται οἱ φίλοι σου καὶ νὰ λυποῦνται οἱ ἐχθροί σου.

* * *

Ἡ Ἑλλάδα, ἀγαπητοί μου, δὲν συμπλήρωσε τὴν ἱστορία της. Στὸ βιβλίο της μένουν ἀκόμη πολλὲς ἄγραφες σελίδες. Τί θὰ φέρῃ ἡ ἑπομέ­νη ἡμέρα εἶνε ἄγνωστο· ἀνεξιχνίαστες οἱ βου­λὲς τοῦ Θεοῦ. Δέος κυριεύει τὶς ψυχές μας, ἀλλὰ καὶ κάποια γλυκειὰ ἐλπίδα τὶς ζωογονεῖ, ὅταν ἀναλογιζώμαστε ὅτι ἡ Ἑλλάδα, ποὺ βρέθηκε καὶ ἄλλοτε μπροστὰ στὸ χεῖλος τῆς καταστροφῆς, σώθηκε μὲ τὸν ἰσχυρὸ βραχίονα τοῦ Ὑψίστου. Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ποὺ δὲν ἐγ­κατέλειψε τὴν πατρίδα μας. Καὶ νὰ ἡ Ἑλλάδα, ἀνάμεσα σὲ ὑφάλους καὶ σκοπέλους, ἀνάμεσα σὲ κλυδωνισμοὺς, ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικούς, συνεχίζει τὴν πορεία της. Τὸ μέλλον της, με­τὰ τὸ Θεό, ἐμπιστεύεται στὰ παιδιά της ποὺ νιώ­θουν πίστι στὸν Κύριο καὶ ἀγάπη στὴν πατρίδα, τὸ ἐμπιστεύεται στὶς νέες γενιὲς ποὺ ἔρχον­ται. Ἂς μὴ λησμονοῦν οἱ νεώτεροι ὅτι χίλια χρόνια ἀγώνων καὶ θυσιῶν δὲν ἀρκοῦν γιὰ τὴν ἀνάστασι καὶ δημιουργία ἑνὸς ἔθνους, ἐνῷ μιὰ στιγμὴ ἀπροσεξίας, ἀφροσύνης καὶ ἐγκλη­ματικότητος μπορεῖ νὰ τὸ καταστρέψῃ.

Μοιραῖες ὀνομάζουν κάποιοι ἱστορικοὶ τέτοιες στιγμές. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει μοῖρα καὶ τύ­χη καὶ μοιραῖα γεγονότα. Ἡ Θεία Πρόνοια διέπει τὰ ἀνθρώπινα. Ὁ Θεὸς δικάζει τὰ ἔθνη, ὑψώνει καὶ ταπεινώνει. Ἡ «μοιραία» στιγμὴ εἶ­νε ἀ­ποτέλεσμα πνευματικῆς καταπτώσεως, διαβρώσεως τοῦ ἁγνοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐ­θνι­κοῦ βίου. Καί, γιὰ νὰ μιλήσουμε μὲ τὴ γλῶσ­σα τῆς Γραφῆς, οἱ συμφορὲς ἢ ἡ καταστροφὴ ἑνὸς ἔθνους εἶνε τὸ ἀποτέλεσμα ἁμαρτιῶν ἀρχόν­των καὶ ἀρχομένων. Διότι «ἡ δικαιοσύνη ἀνυψώνει ἕνα ἔθνος, ἐνῷ οἱ ἁμαρτίες ἐ­λαττώνουν τὶς φυλές»· καὶ «ὃ ἐὰν σπείρῃ ἄν­θρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει», ὅ,τι θὰ σπείρῃ κανεὶς αὐτὸ καὶ θὰ θερίσῃ (Παρ. 14, 34. Γαλ. 6,7).

Εἴθε νὰ μὴν κυριεύσῃ τὶς νέες γενεὲς τῶν Ἑλλήνων ἡ λησμονιά, ἀλλὰ ἡ μνήμη τοῦ παρελθόντος νὰ διατηρῆται ζωηρή, κίνητρο γιὰ μεγαλουργία, γιὰ τὴν ὁποία καὶ πλάστηκαν οἱ νέοι. Εἴθε οἱ νέοι μας, ἐνθουσιαζόμενοι ἀπὸ ἱε­ρὲς ἐπιθυμίες καὶ φλογεροὺς πόθους, νὰ γρά­ψουν νέες σελίδες τιμῆς καὶ δόξης καὶ νὰ ἐπα­ναλάβουν τὸ τραγούδι τῶν νέων τῆς ἀρχαίας Σπάρτης· «Ἐμεῖς θὰ γίνουμε πολὺ καλύτεροι».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Πρόλογος βιβλίου ποὺ γράφτηκε τὴν 24-2-1970

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 = Α΄ Πέτρ. 1,16)

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 = Α΄ Πέτρ. 1,16)


Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Δώστε μου έναν άγιο!

Εορτὴ σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἄντρες γυναῖ­κες καὶ παιδιά. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἔχει κάθε μέρα ἑορτή, κάποιον ἅγιο ἑορτάζει. Τρι­ακόσες ἑξήντα πέντε μέρες ἔχει τὸ ἔτος, τρι­ακόσες ἑξήντα πέντε ἑορτὲς ὑπάρχουν. Καὶ ἄλλοτε μὲν ἑορτάζει ἕνας ἅγιος, ἄλλοτε ἑ­­ορτάζουν δύο, ἄλλοτε τρεῖς, ἄλ­λοτε σαράντα, ἄλ­λοτε ἑκατό, ἄλλοτε χίλιοι, ἄλλοτε δυὸ χιλιάδες – τρεῖς χιλιάδες ἅγιοι τῆς πίστεώς μας. Εἶ­νε δη­λαδὴ ἀμέτρητοι σὰν τὰ ἄστρα τ᾽ οὐρανοῦ.

Μεταξὺ τῶν ἁγίων, σὰν ἀστέρι πρώτου μεγέ­θους, λάμπει στὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ σημερινὸς ἅγιος, ὁ ἅγιος Δημήτριος. Ἀλλὰ προτοῦ νὰ ποῦμε γιὰ τὸν ἅγιο Δημήτριο ἂς ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα, τί εἶνε ἅγιος; Ἅγιος θὰ πῇ καθαρός, καθα­ρὸς ἀπὸ κάθε μο­λυσμό, μο­λυσμὸ ἁμαρτίας, γιατὶ αὐτή εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἀκαθαρσία.

Οἱ ἅ­γιοι εἶνε καθαροὶ ἀπὸ ἁμαρτία σὲ σχετι­­κὸ βα­θμό· στὸν ἀπόλυτο βαθμὸ ἕνας μό­νο εἶ­νε καὶ λέ­γεται ἅγιος ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ Θεάνθρω­πος Ἰησοῦς Χριστός. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰ­ησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀ­μήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.). Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀπολύτως Ἅγιος.

Ἅγιοι σὲ σχετικὸ βαθμὸ ἔγιναν ἄν­θρωποι ἀπὸ κάθε τάξι καὶ ἐπάγγελμα, καὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά. Ἅγιοι δὲν εἶνε μόνο καλό­γεροι καὶ κληρικοί· κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνῃ ἅγιος. Αὐτὸ εἶνε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ βλέπουμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων. Ἅ­γιοι π.χ. ἦταν βοσκοί, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ ἄ­κουσαν τὴ νύχτα τῆς Γεννήσεως τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη…» (Λουκ. 2,14) κι ὅπως ὁ ἅγιος Σπυρίδων· ἅ­γιοι ἦταν γεωργοὶ ὅπως ὁ ἅγιος Τρύφων, ῥάφτες, οἰκοδό­μοι, ἀρτοποιοὶ καὶ τόσοι ἄλλοι ἀπὸ κάθε ἐπάγ­γελμα. Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστιανισμοῦ· δέχεται τοὺς ταπεινοὺς τῆς γῆς. Ἔχω γράψει ἕνα βιβλίο «Ἅγιοι ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα»· σᾶς συνιστῶ νὰ τὸ διαβάσετε.

Δὲν ὑπάρχει, ἀγαπητοί μου, τάξις ἀπ᾽ τὴν ὁ­­­ποία νὰ μὴν ἀναδείχθηκε κάποιος ἅγιος. Καὶ ἀπόδειξις ὁ σημερινὸς ἅγιος, ὁ ἅγιος Δημήτρι­ος. Τί ἦταν; Δὲν ἦταν παπᾶς οὔτε καλόγερος, δὲν ἔ­ζησε σὲ ἀσκητήρια καὶ σπηλιές, δὲν κρατοῦ­σε κομποσχοίνια. Ἦταν λαϊκός, ζοῦσε μέσα στὴ διεφθαρμένη εἰδωλολατρικὴ κοινωνία τῆς Θεσσαλονίκης ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ ῥω­μαϊκοῦ στρατοῦ, καὶ μὲ τὴν ἀνδρεία του εἶχε ἀνεβῆ ὅλους τοὺς βαθμοὺς καὶ εἶχε φθάσει στὸ ἀξίωμα τοῦ χιλιάρχου, εἶχε γίνει δηλα­δὴ στρατηγός. Ἀλλὰ στὴν καρδιά του, χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν οἱ ἄλλοι, εἶχε τὸ Χριστό. Ὅταν ὅμως κηρύχθηκε διωγμὸς ἐναντίον τῶν Χριστια­νῶν, τὸν κατήγγειλαν ὅτι εἶνε Χριστιανὸς καὶ συν­ελήφθη. Ὡμολόγησε τὴν πίστι του στὸ Χριστό, τὸν καθαίρεσαν ἀπὸ τὸ ἀξίωμα καὶ τὸν ἔρριξαν δεμένο στὴ φυλακή. Ἐκεῖ ἔμεινε ἕως ὅ­του ἦρθε ἡ εὐλογημένη ὥρα ποὺ μὲ λόγχες μαρτύρησε γιὰ τὸν Κύριο. Αὐτὸς μὲ συντομία εἶνε ὁ βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ καλεῖ κ᾽ ἐμᾶς νὰ τὸν μιμηθοῦμε.

Σήμερα ἂν μᾶς ποῦν, Πιστεύεις στὸ Χριστό; δὲν στοι­χίζει τίποτα νὰ ποῦμε Πιστεύω. Τότε στοίχιζε· ἂν ἔ­λεγες Πιστεύω, μαρτυροῦσες.

* * *

Κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, καλούμεθα νὰ γίνουμε ἅ­γιοι. Κι ἀλλοίμονό μας ἂν δὲν γίνου­με, δι­ότι εἶνε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ· «Ἅ­γιοι γίνεσθε, ὅτι ἐ­γὼ ἅ­γιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 = Α΄ Πέτρ. 1,16). Καλούμεθα νὰ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νὰ δεχτοῦ­με τὴ θεία χάρι, γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο. Οἱ πολλοὶ νιώθουν μόνο τὴ σωματικὴ ἀκαθαρ­σία, γιὰ τὴν πνευματικὴ δὲν φροντίζουν.

Ὅλοι πρέπει ν᾽ ἀποκτή­σουμε τὴν ἁ­γιότητα. Μὰ πῶς; θὰ πῆτε· ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ Γραφὴ λέει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, καὶ μιὰ μέρα ἀ­κόμα νά ᾽νε ἡ ζωή του, θὰ ῥυπωθῇ (βλ. Ἰὼβ 14,4-5). Ὑπάρχει τρόπος;

Ὑπάρχει· μὲ τὴν ἐξομολόγησι. Συνάντησα μιὰ φορὰ κάποιον ἀ­νώτερο ὑ­πάλληλο τοῦ κρά­τους· ἦταν ἑξήντα χρονῶν, εἶ­χε πάθει ἔμφρα­γμα καὶ κινδύνευε ἀ­πὸ ὥρα σὲ ὥρα νὰ πεθά­νῃ. Τὸν ρώτη­σα· –Ἔ­χεις βαπτι­σθῆ; –Πῶς, λέει, βε­βαίως. –Ἔχεις ἐξομολογηθῆ; –Ὄχι. –Οὔ­τε ὅ­ταν ἤσουν παιδί; –Πο­τέ. –Ξέρεις λοιπὸν πῶς μοιάζεις τώρα; σὰ νὰ μὴν ἔχῃς πλύνει ποτέ τὰ ροῦχα σου, σὰ νὰ φο­ρᾷς μιὰ ζωὴ ἄπλυτο τὸ ἴ­­διο πουκάμισο… Εἴδατε; κάθε βδομάδα ἀλλάζουμε καὶ πλένουμε τὰ ροῦχα μας· κανείς δὲν φοράει συνεχῶς τὸ ἴδιο ροῦχο. Γιά φανταστῆ­­τε ἕναν ἄνθρωπο νά ᾽χῃ τὸ πουκάμισό του τρι­­άντα χρό­νια ἄπλυτο· θὰ βρωμάῃ, δὲν θὰ μπο­ρῇ νὰ τὸν πλησιάσῃ κανείς. Ὅπως λοιπὸν τὰ ροῦχα μας τὰ ῥίχνουμε στὸ πλυν­τήριο καὶ τὰ πλένουμε καὶ χαιρόμαστε ποὺ φοροῦμε κα­θαρά, ἔτσι θέλει καὶ ἡ ψυχή μας. Εἶνε ἀκάθαρτη, πρέπει νὰ τὴν πλύνουμε. Καὶ μὲ ποιό τρόπο πλέ­­νεται; μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογή­σεως. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματα, ὁ ἄνθρωπος καθαρίζεται καὶ γίνεται ἅγιος.

Ἀκούω ὅμως ἀντιρρήσεις· Ἅγιοι γίνονταν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»… Λάθος. Ἡ ἁγιότης εἶνε βέβαια θαῦμα. Ἄν­θρωπος θνητός, ποὺ ζῇ μέσα στὸν κόσμο σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ ἐκτελεῖ τὶς ἐν­­τολὲς τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔχει μέσα του ἀ­γάπη στὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον κ᾽ εἶνε ἕτοιμος καὶ τὴ ζωή του νὰ δώσῃ γιὰ τὸ Χριστό, ἕ­νας τέτοιος ἄν­θρωπος εἶνε ἕνα θαῦμα, μεγά­λο θαῦμα. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν ἔ­παυσε νὰ θαυμα­τουργῇ· συνεχίζει. Ὄχι μόνο στὴν ἐ­ποχὴ τῶν ἀ­ποστόλων, στὴν ἐποχὴ τῶν διω­γμῶν καὶ τῶν μαρτύρων, στὴν ἐποχὴ τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν ὁ­σίων· καὶ μέχρι σήμερα ἀναδεικνύ­ει ἁγίους. Οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν τὴ μεγαλύτερη ἀπόδειξι ὅ­τι ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας.

Καὶ σήμερα, στὸν αἰῶνα μας, ὄχι «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», καὶ παντοῦ πάνω στὴ γῆ ὑπάρχουν ἅ­γιοι. Στὶς ἡμέρες μας ἐδῶ στὴν πατρίδα μας ἁγίασε ὁ ἅγιος Νεκτάριος· στὸν πιὸ διεφθαρμέ­νο αἰῶνα κάνει θαύματα. Καὶ μόνο στὴν Ἑλ­λάδα; Καὶ στὴ ῾Ρωσία, στὸ διάστημα τῶν ἑ­βδομήντα ἐτῶν ποὺ ἄθεοι κυβερνῆται δίωκαν ἐ­κεῖ τὴν Ἐκκλησία, πλῆθος ἄντρες καὶ γυναῖ­κες ἁγίασαν μέσα σὲ στρατόπεδα, ὀρυχεῖα ἢ ψυχιατρεῖα· φυλακίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν, μαρτύρησαν γιὰ τὸ Χριστό, καὶ τώρα ποὺ δόθηκε ἐλευθερία θ᾽ ἀνακηρυχθοῦν νέοι ἅγιοι.

Ἁγιότης! αὐτὴ εἶνε ἡ μεγάλη ἀνάγκη τοῦ κόσμου. Πρὶν διακόσα – τριακόσα χρόνια εἴχαμε σκλαβιά. Οἱ πρόγονοί μας δὲν εἶχαν σπίτια σὰν τὰ σημερινά· ἦρθε τότε καὶ περιώδευσε στὴ Μακεδονία μας ἕνας ξένος καὶ τοὺς εἶδε νὰ κατοικοῦν μέσα σὲ καλύβες. Δὲν εἶχαν ῥαδιόφωνα, πλυντήρια, τηλεοράσεις, τὰ μέσα αὐτὰ τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ. Τί εἶχαν ὅμως; εἶχαν ἁγιότητα, ἦταν ἅγιοι ἄνθρωποι. Τὸ διαζύγιο ἐπὶ ἑκατὸ χρόνια στὴ Μακεδονία ἦταν ἄγνωστο, ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία προκαλοῦ­σαν φρίκη, οὔτε ἕνας δὲ βλαστημοῦσε. Τώρα πέ­σαμε σὲ ἄβυσσο κακίας, σὲ ἐγκλήματα τρομε­ρὰ καὶ ἀπαίσια. Γιατί; Διότι ἔφυγε ἡ ἁγιότης.

* * *

Ξέρετε, ἀγαπητοί μου, γιατί ἀναστενάζουμε ὅλοι; Γιατὶ δὲν εἴμαστε ἅγιοι, εἴμαστε ἁμαρ­τωλοί· αὐτὸς εἶνε ὁ μεγάλος ἀναστενα­­­γμός μας. Τὸ καταλαβαίνουμε. Ἀνοίγουμε τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς μας, ῥίχνουμε ἕνα βλέμμα καὶ διαπιστώνουμε, ὅτι ἀπ᾽ τὰ μικρά μας χρόνια μέχρι τώρα δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο ἀπ᾽ τὸ νὰ ἁ­μαρτάνουμε, ἄλλος μὲ τὸν ἕνα καὶ ἄλλος μὲ τὸν ἄλλο τρόπο· τὰ πάθη μᾶς δυναστεύουν.

Παιδί μου, νὰ γίνῃς ἅγιος. Μεγάλο πρᾶγμα! Κόσμε ἁμαρτωλέ, κόσμε τῆς «ἐπιστήμης» καὶ τῶν «γραμμάτων», δῶστε μου ἕναν ἅγιο! Ὅσο ἀξίζει ἕνας ἅγιος, δὲν ἀξίζει ὅλος ὁ ντουνιᾶς. Ἅγιοι νὰ γίνουμε. Ἅγια τὰ παιδιά, ἅγι­ες οἱ γυναῖκες, ἅγιοι οἱ ἄντρες, ἅγιοι μικροὶ καὶ μεγάλοι. Καὶ τότε δῶστε μου μιὰ ψυχή, μιὰ οἰκογένεια, ἕνα χωριὸ ἢ μιὰ πόλι ποὺ νὰ ὑ­πάρχῃ ἁ­γιότης· ἐκεῖ θὰ βασιλεύῃ ἡ εὐτυχία. Ἂς μὴν ἔ­χουν τὰ δολλάρια τῶν Ἀμερικάνων καὶ τὶς λί­ρες τῶν Ἄγγλων καὶ τὰ ῥούβλια τῶν Ρώσων, ἂς μὴν ἔχουν χρυσὸ καὶ ἄργυρο· ὅσο ἀξίζει ἕνα δράμι, ἕνα γραμμάριο ἁγιότητος, δὲν ἀξίζει ὁ κόσμος ὅλος.

Ἂς ἐπιδιώξουμε τὴν ἁγιότητα. Ἀπὸ μᾶς ἐξ­αρτᾶται. Ἂς πᾶμε στὸ πλυντήριο, στὴν ἱερὰ ἐξ­ομολόγησι. Ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν πέρασε ἀ­πὸ τὸ βάπτισμα δὲν εἶνε Χριστιανός, ἔτσι κι αὐ­­τὸς ποὺ δὲν περνάει ἀπὸ τὸ δεύτερο βάπτισμα, τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησι, δὲν εἶ­νε Χριστιανός. Δὲν θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεὸς διότι ἁμαρτάνουμε, τὸ ἁμαρτάνειν εἶνε ἀνθρώπι­νο· θὰ μᾶς δικάσῃ διότι δὲν μετανοοῦμε. Καὶ ὅλοι μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ μετανοήσουμε. Μόνο ἕνας δὲν μετανοεῖ, ὁ σατανᾶς.

Παρακαλῶ λοιπὸν ὅλους νὰ πᾶτε στὸν πνευ­­ματικὸ πατέρα. Ἕνα δάκρυ, ποὺ πέφτει ἀπὸ τὰ μάτια τὴν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως, γίνεται Ἰ­ορδάνης ποταμὸς μέσα στὸν ὁποῖο πλένεται ὁ ἄνθρωπος καὶ γίνεται ἅγιος. Νὰ πᾶτε ὅλοι, ἀπ᾽ τὰ μικρὰ παιδιὰ μέχρι τὸν ἀσπρομάλλη γέ­ροντα. Κι ὅταν βγῆτε ἀπὸ τὴν ἐξομολόγησι, θὰ αἰσθανθῆτε χαρὰ καὶ ἀνακούφισι, ἕνα βουνὸ θὰ φύγῃ ἀπὸ πάνω σας. Ἔτσι θὰ ἐκπληρώσετε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Δημητρίου Κ. Καλλινίκης – Φλωρίνης τὴν Πέμπτη 26-10-1989

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Οι σκοτεινές δυνάμεις έχουν βραχυκυκλώσει το ταλαίπωρο Έθνος μας

 


Οι σκοτεινές δυνάμεις έχουν βραχυκυκλώσει το ταλαίπωρο Έθνος μας

Οι σκοτεινές δυνάμεις έχουν βραχυκυκλώσει το ταλαίπωρο Έθνος μας

«…Εάν είστε δειλοί, να το θυμάστε· να το θυμάστε και γράψατέ το…, θα επικρατήσουν οι άθεοι. Εάν εμείς οι χριστιανοί δεν ξυπνήσουμε και δε γίνουμε ήρωες, θα χάσουμε και την πατρίδα και τα σπίτια και τα πάντα. Ανδρείοι να είστε και να κοιτάτε ψηλά, προς τον ουρανό. Μόνον έτσι θα κατορθώσουμε να κυβερνήσουμε τον τόπο, να καθαρίσουμε την Εκκλησία από τα ανάξια στελέχη της και να βαδίσουμε ψηλά προς έναν μεγάλο προορισμό που έχει η Εκκλησία και η φυλή μας…».

«Οι σκοτεινές δυναμεις έχουν βραχυκυκλώσει το ταλαίπωρο Έθνος μας και είναι σαν αετός στο κλουβί… Εμπρός να σπάσουμε τη φυλακή αυτή και ο αετός να πετάξει πάλι ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι τ’ άστρα του ουρανού…».

Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

† Αυγ. Καντιώτης, † Νικ. Σωτηρόπουλος, Αισθητή η απουσία των δύο συγχρόνων προμάχων της Ορθοδοξίας από την Στρατευομένην Εκκλησίαν Τοῦ κ. Χρήστου Κων. Λιβανοῦ

 


῎Ηλεγξαν καὶ κατήγγειλαν δημοσίως πρόσωπα ὑπεροχικά, ἄρχοντες ἰσχυρούς, πολιτικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικούς, γιὰ δημόσια σκάνδαλα καὶ παρεκτροπές τους...

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


† Αυγ. Καντιώτης, † Νικ. Σωτηρόπουλος, Αισθητή η απουσία των δύο συγχρόνων προμάχων της Ορθοδοξίας από την Στρατευομένην Εκκλησίαν

Τοῦ κ. Χρήστου Κων. Λιβανοῦ

“..Τὸ κήρυγμα ἀμφοτέρων ἦταν προφητικό, εἶχε δηλαδὴ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ποὺ περιεῖχε τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ἐκτὸς βεβαίως τοῦ Μεσσιακοῦ καὶ τῆς κατ᾿ ἔμπνευσι τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος προφητείας. ῎Ηλεγξαν καὶ οἱ δύο, ὅπως οἱ Προφῆτες, τὴν ἁμαρτία, τὴν παρανομία, τὴν πλάνη καὶ τὴν ἀσέβεια τῆς ἐποχῆς τους, ὅπου καὶ ἂν τὶς συνάντησαν. ῎Ηλεγξαν καὶ κατήγγειλαν δημοσίως πρόσωπα ὑπεροχικά, ἄρχοντες ἰσχυρούς, πολιτικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικούς, γιὰ δημόσια σκάνδαλα καὶ παρεκτροπές τους. Κήρυξαν στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀκίνδυνη ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπικίνδυνη, γι᾿ αὐτὸ καὶ μισήθηκαν καὶ διώχθηκαν. Κήρυξαν καὶ οἱ δύο μετάνοια, μιὰ λέξι καὶ ἀρετή, ποὺ ἀγνόησαν ἢ λησμόνησαν οἱ περισσότεροι κληρικοὶ καὶ θεολόγοι στὶς ἡμέρες μας. Προειδοποίησαν τέλος γιὰ τὰ δεινὰ καὶ τὶς συμφορές, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν, ἐὰν ἡ ἀφηνιασμένη καὶ λακτίζουσα κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀνθρωπότητα δὲν μετανοήσῃ γιὰ τὰ ἁμαρτωλά της ἔργα καὶ τὴν ἀποστασία της..”

 «Καὶ δώσω τοῖς δυσὶ μάρτυσί μου καὶ προφητεύσουσιν ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα περιβεβλημένοι σάκκους» (Ἀποκ. 11, 3). Θὰ δώσω, λέγει ὁ Χριστὸς στὴν ῾Ιερὰ ᾿Αποκάλυψι τοῦ ᾿Ιωάννου, δύναμι στοὺς δύο μάρτυρές μου (κήρυκές μου), γιὰ νὰ προφητεύσουν (κηρύξουν) χίλιες διακόσιες ἡμέρες φορώντας σάκκους (πένθιμα ἐνδύματα). Πρόκειται βεβαίως γιὰ τοὺς δύο προφῆτες (κήρυκες), οἱ ὁποῖοι θὰ προφητεύσουν (θὰ κηρύξουν) στὸν κόσμο μὲ ἀπαράμιλλη παρρησία καὶ δύναμι θεόσδοτη κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ ᾿Αντιχρίστου, καὶ οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατέστερη γνώμη τῶν Πατέρων, θὰ εἶναι οἱ Προφῆτες ᾿Ηλίας καὶ ᾿Ενώχ.

᾿Εκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀντιχρίστου, ἡ ὁποία, ὅπως δείχνουν τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, φαίνεται νὰ πλησιάζῃ μὲ καλπάζουσα ταχύτητα, καὶ ἄλλοτε ὁ Χριστὸς ἔδωσε καὶ δίνει δύναμι στοὺς κήρυκές του νὰ κηρύττουν στὸ λαό του κήρυγμα προφητικό, κήρυγμα πεπαρρησιασμένο, κήρυγμα ἐλεγκτικό, κήρυγμα ποὺ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὸ Θεό.

Γιὰ δύο τέτοιους κήρυκες θὰ κάνωμε λόγο στὸ παρὸν ἄρθρο μας, ποὺ ἔζησαν στὴν ἐποχή μας καὶ κράτησαν ὡς καλὸς ἀξιωματικὸς ὁ πρῶτος καὶ ὡς καλὸς στρατιώτης ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ὁ δεύτερος τὴ σημαία τῆς ᾿Ορθοδοξίας ὑψηλά, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ πολλοὶ ἐπιτελάρχες καὶ ἀξιωματικοί της τὴν ὑποστέλλουν καὶ τὴν προδίδουν. ᾿Αφορμὴ γι᾿ αὐτὸ τὸ ἄρθρο ἐλάβαμε ἀπὸ τὴν συμπλήρωσι τὴν 28η Αὐγούστου 2015 πέντε ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμησι τοῦ ἀγωνιστικωτέρου ἐπισκόπου τῆς ἐποχῆς μας, τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου καὶ ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τὴν κοίμησι τοῦ γνησιωτέρου πνευματικοῦ του τέκνου, τοῦ ἀειμνήστου θεολόγου καὶ ἀγωνιστοῦ καὶ ὁμολογητοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας Νικολάου Σωτηροπούλου. Τριακόσες ἑξῆντα πέντε ἡμέρες ἔχει τὸ ἔτος. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ἐπέλεξε τὴν ἡμέρα αὐτὴ γιὰ νὰ καλέσῃ, μὲ διαφορὰ τεσσάρων ἐτῶν, καὶ τοὺς δύο αὐτοὺς πιστοὺς καὶ ἀφωσιωμένους δούλους του κοντά του καὶ νὰ τοὺς ἀναπαύσῃ ἀπὸ τοὺς κόπους, τὶς ἀσθένειες, τὶς θλίψεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς διωγμούς, ποὺ ὑπέστησαν γιὰ τὸ ὄνομά του καὶ γιὰ τὴν ᾿Ορθόδοξη μαρτυρία τους ἐν μέσῳ μιᾶς γενεᾶς ἄπιστης καὶ διεστραμμένης, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγε ὁ Ν. Σ., πυρετωδῶς προετοιμάζει τὸ ἔδαφος γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ᾿Αντιχρίστου.

Τυχαῖαι συμπτώσεις ἢ θεοσημεῖαι;

Νὰ ἦταν ἆραγε σύμπτωσι ἡ κοίμησι τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν τὴν ἰδία ἡμέρα; Νὰ ἦταν σύμπτωσι καὶ τὸ ὅτι αὐτὴ τὴν ἡμέρα τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ᾿Ορθοδόξου Χριστιανικοῦ κόσμου ἑορτάζει τὴν Κοίμησι τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι τὴν αὐτὴ ἡμέρα τὸ 430 μ.Χ. εἶχε κοιμηθῆ καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ἐπίσκοπος ῾Ιππῶνος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἔφερε ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης, τὸ δὲ 1959 τὴν αὐτὴ ἡμέρα εἶχε κοιμηθῆ καὶ ὁ συντοπίτης του ἐκ Λευκῶν τῆς Πάρου καταγόμενος μακαριστὸς Γέροντας ᾿Ιωσὴφ ὁ ῾Ησυχαστής; Νὰ ἦταν τέλος σύμπτωσι τὸ ὅτι τὴν 29η Αὐγούστου, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία μας πενθεῖ μὲ αὐστηρὴ νηστεία γιὰ τὴν ἀποτομὴ τῆς κεφαλῆς τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου καὶ ἀκούομε στοὺς ναούς, ὅτι οἱ μαθηταί του «ἦραν τὸ πτῶμα αὐτοῦ καὶ ἔθηκαν ἐν μνημείῳ» (Μάρκ. 6, 29), τὴν ἰδία ἡμέρα συγγενεῖς, ἀδελφοὶ ἐν Χριστῷ καὶ συνεργάτες νὰ ἐνταφιάζουν τὸ σῶμα ἑνὸς συγχρόνου μιμητοῦ τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος ἤλεγξε μὲ Προδρομικὴ παρρησία αἱρέσεις, ἁμαρτίες καὶ φαυλότητες; ῎Ηλεγξε ὁ ᾿Ιωάννης τὸν Ἡρώδη καὶ ἀποκεφαλίστηκε· ἤλεγξε καὶ ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος πλάνες καὶ αἱρέσεις οἰκουμενιστῶν ἀρχιερέων καὶ ἀφωρίστηκε!

Σὲ ἀντίθεσι πρὸς τὸν κόσμο, ποὺ πιστεύει στὴν τύχη, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ποὺ πιστεύουμε στὴν πρόνοια καὶ πανσοφία τοῦ Θεοῦ, φρονοῦμε, ὅτι οἱ συμπτώσεις αὐτὲς δὲν ἦταν τυχαῖες, ἀλλὰ ἀποτελοῦν σημεῖα οὐράνια, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Θεὸς θέλησε νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐαρέσκειά του πρὸς τοὺς δύο δούλους του, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν ζῆλο, τὴν ἀφοσίωσί τους καὶ τοὺς ἀγῶνες τους εὐαρέστησαν στὸν Κύριό τους ὅσον ὀλίγοι ἄνθρωποι στὴν ἐποχή μας, συγχρόνως δὲ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐκείνους, ποὺ οἱ φθονεροὶ καὶ μοχθηροὶ ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν καὶ διώκουν, αὐτὸς τοὺς τιμᾶ, δικαιώνει καὶ δοξάζει.

Προφητικαὶ μορφαί

Οἱ δύο αὐτὲς μεγάλες μορφὲς τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καὶ Θεολογίας, ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ τὸ κατὰ πάντα ἄξιο τέκνο του, ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης καὶ ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος, ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Θεὸ πολλὰ χαρίσματα, σπουδαιότερο τῶν ὁποίων ἦταν ἡ παρρησία, ἀρετὴ δυσεύρετη στὴν ᾿Ορθοδοξία σήμερα. Καὶ τὸ χάρισμα αὐτὸ καλλιέργησαν καὶ ἀνέπτυξαν σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε θύμισαν στοὺς πιστοὺς μεγάλα πνευματικὰ ἀναστήματα περασμένων ἐποχῶν, Προφῆτες τῆς Π.Δ., ᾿Αποστόλους καὶ μεγάλους Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας. Ποιός ἄλλος ἀλήθεια σύγχρονος ἐπίσκοπος ἔδειξε τόσο θαυμαστὴ παρρησία, ὅσον ὁ Αὐγουστῖνος Καντιώτης; Καὶ ποιός ἄλλος σύγχρονος θεολόγος ἀγωνίστηκε μὲ τόση τόλμη, θάρρος καὶ ἀνδρεία ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ κατὰ τῶν αἱρέσεων, ὅσον ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος;

Τὸ κήρυγμα ἀμφοτέρων ἦταν προφητικό, εἶχε δηλαδὴ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ποὺ περιεῖχε τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ἐκτὸς βεβαίως τοῦ Μεσσιακοῦ καὶ τῆς κατ᾿ ἔμπνευσι τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος προφητείας. ῎Ηλεγξαν καὶ οἱ δύο, ὅπως οἱ Προφῆτες, τὴν ἁμαρτία, τὴν παρανομία, τὴν πλάνη καὶ τὴν ἀσέβεια τῆς ἐποχῆς τους, ὅπου καὶ ἂν τὶς συνάντησαν. ῎Ηλεγξαν καὶ κατήγγειλαν δημοσίως πρόσωπα ὑπεροχικά, ἄρχοντες ἰσχυρούς, πολιτικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικούς, γιὰ δημόσια σκάνδαλα καὶ παρεκτροπές τους. Κήρυξαν στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀκίνδυνη ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπικίνδυνη, γι᾿ αὐτὸ καὶ μισήθηκαν καὶ διώχθηκαν. Κήρυξαν καὶ οἱ δύο μετάνοια, μιὰ λέξι καὶ ἀρετή, ποὺ ἀγνόησαν ἢ λησμόνησαν οἱ περισσότεροι κληρικοὶ καὶ θεολόγοι στὶς ἡμέρες μας. Προειδοποίησαν τέλος γιὰ τὰ δεινὰ καὶ τὶς συμφορές, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν, ἐὰν ἡ ἀφηνιασμένη καὶ λακτίζουσα κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀνθρωπότητα δὲν μετανοήσῃ γιὰ τὰ ἁμαρτωλά της ἔργα καὶ τὴν ἀποστασία της. Καὶ ἀρκετοὶ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι, ποὺ ἄκουσαν τὰ κηρύγματά τους, μετανόησαν. Οἱ περισσότεροι ὅμως καταφρόνησαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ «οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν» (᾿Αποκ. 16, 11). Καὶ τὰ δεινὰ ἦλθαν. Κρίσι οἰκονομική, ἀνεργία, φτώχεια, ἀνέχεια, συσσίτια, χρεωκοπίες, αὐτοκτονίες, φυγὴ τῶν νέων στὸ ᾿Εξωτερικό, λαθρομετανάστευσι, ὑποδούλωσι τῆς Πατρίδος στοὺς δανειστές της· Καὶ ὅλα δείχνουν, ὅτι ἔρχονται καὶ χειρότερα.

Προφητικὸν κήρυγμα –Προφητικὸν τέλος

Προφητικὲς λοιπὸν μορφὲς ὁ πνευματικὸς πατέρας, ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος, ἀλλὰ καὶ ὁ πνευματικὸς υἱός του, ὁ θεοφώτιστος θεολόγος Νικόλαος. Καὶ ὅπως «ἐπαναπέπαυται τὸ πνεῦμα ᾿Ηλιοὺ ἐπὶ ᾿Ελισαιέ» (Δ´ Βασ. 2, 15), τοιουτοτρόπως, κατ᾿ ἀναλογίαν, ἀναπαύθηκε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ π. Αὐγουστίνου στὸ Νικόλαο. ῎Αλλα πνευματικὰ τέκνα ὑποβάσταζαν ἐπὶ μακρὸν τὸ γηρασμένο σῶμα τοῦ ὑπεραιωνοβίου ἐπισκόπου στὴ Φλώρινα, στὸν δὲ Νικόλαο ὁ Θεὸς εἶχε ἀναθέσει νὰ κρατήσῃ τὸ ἀγωνιστικὸ καὶ μαχητικὸ πνεῦμα του καὶ μὲ αὐτὸ νὰ ἀγωνισθῇ «ἄχρι θανάτου» ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Καὶ αὐτὸ ἔπραξε ὁ τίμιος καὶ ἀνιδιοτελὴς αὐτὸς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, προκαλώντας μὲ τὴ θεάρεστη δρᾶσι του τὸν φθόνο καὶ τὴν μῆνι ἐμπαθῶν καὶ φθονερῶν ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐδίωξαν καὶ τελικῶς τὸν ἀφώρισαν ἀδίκως καὶ παρανόμως, ἄνευ δίκης καὶ ἀπολογίας! Προφητικὸ λοιπὸν τὸ κήρυγμά του, προφητικὸ καὶ τὸ τέλος του. Διότι, ὅπως οἱ περισσότεροι Προφῆτες φονεύθηκαν ἀπὸ τοὺς προφητοκτόνους ᾿Ιουδαίους, ἔτσι καὶ ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος καταδικάστηκε, μὲ τὸν ἄδικο καὶ ἀντικανονικὸ ἀφορισμό, σὲ πνευματικὸ θάνατο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰωνία Κόλασι καὶ ἀπώλεια. ῎Ετσι βέβαια νόμισαν οἱ ἐχθροί του. ῾Ο Θεὸς ὅμως, ὅπως ἔδειξε μὲ διάφορα σημεῖα, τὸν δικαίωσε, καταισχύνοντας τοὺς κακοδόξους διῶκτες του καὶ εὐφραίνοντας τοὺς πιστοὺς καὶ εὐσεβεῖς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀγάπησαν, τὸν ἐκτίμησαν, τὸν ὑποστήριξαν καὶ ἀκούουν καὶ σήμερα τὰ κηρύγματά του, μελετοῦν τὰ φωτισμένα συγγράμματά του καὶ τὸν ἐπικαλοῦνται στὶς ταπεινές τους προσευχές. «Παιδάκι μου, ὁ Νικολάκης μὲ τὸν ἀφορισμὸ αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τώρα μὲ τὸ ἕνα πόδι στὸν Παράδεισο», εἶχε εἰπῆ στὸν γράφοντα ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους καὶ χαρισματούχους Γέροντες τῶν ἡμερῶν μας. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἄλλωστε καὶ ἡ πίστι καὶ πεποίθησι τῆς ᾿Εκκλησίας γιὰ κάθε ἀδίκως καὶ παρανόμως ἀφωρισμένο τέκνο της.

Κηρύττουν καὶ ἀπὸ τοὺς τάφους των

Στὰ κοιμητήρια τῶν ἱερῶν μονῶν ῾Αγ. Αὐγουστίνου στὴ Φλώρινα καὶ Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Μυρτιᾶς στὴν Τριχωνίδα, ὅπου ἀναπαύονται τὰ σκηνώματα τῶν δύο αὐτῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν, ἐπικρατεῖ, ὅπως σὲ ὅλα τὰ κοιμητήρια, σιγὴ νεκροταφείου. Παρόμοια σιγὴ θέλησαν νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ μέσα στὴν ᾿Εκκλησία ὅσοι πολέμησαν τοὺς δύο αὐτοὺς ἀγωνιστές, ὥστε νὰ μὴ ἐλεγχθοῦν οἱ κακοδοξίες τους καὶ τὰ πονηρά τους ἔργα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπέτυχαν. Διότι οἱ δύο αὐτοὶ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου κήρυξαν τὴν ἀλήθεια, ἀφύπνισαν τὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν καὶ τηροῦν, ἀκόμη καὶ μέσα ἀπὸ τοὺς τάφους των, σὲ ἐγρήγορσι χιλιάδες ᾿Ορθοδόξους χριστιανοὺς μὲ τὴν ἀνεκτίμητη πνευματικὴ παρακαταθήκη, ποὺ τοὺς κληροδότησαν.

Στὰ δύο προαναφερθέντα κοιμητήρια ὁ Αὐγουστῖνος Καντιώτης καὶ ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος συνεχίζουν νὰ κηρύττουν σήμερα ὄχι πλέον μὲ τὰ πύρινα καὶ βροντερὰ ἐκεῖνα κηρύγματά τους, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐκκωφαντικὴ σιωπή τους. «῎Ακρα τοῦ τάφου σιωπή», ὅπως λέγει καὶ ὁ ἐθνικός μας ποιητὴς Διονύσιος Σολωμός. Καὶ ὅμως τὸ κήρυγμά τους εἶναι τώρα πιὸ πειστικὸ καὶ ἀποτελεσματικό. Διότι εἶναι κήρυγμα ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα καὶ μόνο πωρωμένες καὶ διεστραμμένες ψυχὲς μποροῦν νὰ μείνουν ἀσυγκίνητες, ἀδιάφορες καὶ ἀμετανόητες μπροστὰ στὸ κήρυγμα αὐτό, μπροστὰ στὸ θάνατο, τὰ φέρετρα, τοὺς τάφους. «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον»! Μακάριοι, εὐτυχεῖς ὅσοι πιστεύουν στὸ λακωνικὸ αὐτὸ κήρυγμα καὶ μετανοοῦν καὶ ἀγωνίζονται ὄχι γιὰ τὰ ἀνθρώπινα, τὰ πρόσκαιρα, τὰ «μάταια καὶ ψευδῆ», ἀλλὰ γιὰ τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια ἀγαθά, ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκε ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας, σταυρωθεὶς καὶ ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν Χριστός, ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν. Δυστυχεῖς δὲ ὅσοι ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴ σωτηρία τους, παραμένουν ἀμετανόητοι, καταφρονοῦν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ (τὸ χειρότερο) πολεμοῦν καὶ διώκουν τοὺς δικαίους, τοὺς εὐσεβεῖς, τοὺς ἱεραποστόλους καὶ τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ. Οἱ τελευταῖοι, οἱ διῶκτες τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου, σύμφωνα μὲ τὸν ἀδιάψευστο λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ τιμωρηθοῦν σκληρότερα καὶ ἀπὸ τοὺς Σοδομῖτες (Ματθ. 10, 15). ᾿Ακουέτωσαν ταῦτα καὶ οἱ διῶκτες τοῦ μακαριστοῦ Νικολάου Σωτηροπούλου, τὴν δημοσία καὶ ἔμπρακτη συγγνώμη τῶν ὁποίων ἀναμένει ὁ κοιμηθεὶς θεολόγος, ἡ ᾿Εκκλησία καὶ ὁ πολυέλεος, ἀλλὰ καὶ δίκαιος Θεός.

Τοῦ μακαριστοῦ ἐπισκόπου Αὐγουστίνου καὶ τοῦ ἀειμνήστου θεολόγου Νικολάου, ἡ ἀπουσία τῶν ὁποίων στὶς ἐπάλξεις τῆς ἀγωνιζομένης ᾿Ορθοδοξίας εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ αἰσθητή, ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2020

Το «Κύριε ελέησον» κάνει θαύματα…


Το «Κύριε ελέησον» κάνει θαύματα...
Το «Κύριε ελέησον» κάνει θαύματα…
…Το συνιστώ κ’ εγώ σ’ εσάς. Δεν κάνεις μεγάλες προσευχές, δεν είσαι διαρκώς στην εκκλησία; Λέγε, εκεί που είσαι, το «Κύριε, ελέησον».

Κάθεσαι να φας, «Κύριε, ελέησον».
Βράδιασε, «Κύριε, ελέησον».
Ξημέρωσε, «Κύριε, ελέησον».
Πας στη δουλειά, «Κύριε, ελέησον».
Σκάβεις τη γη «Κύριε, ελέησον».
Βόσκεις τα ζώα, «Κύριε, ελέησον».
Είσαι εργάτης, «Κύριε, ελέησον».
Είσαι αξιωματικός, «Κύριε, ελέησον».
Είσαι στρατιώτης, «Κύριε, ελέησον».
Είσαι αμαρτωλός, «Κύριε, ελέησον».
Το «Κύριε, ελέησον» κάνει θαυματα. Αυτό που ζητούμε θα μας το δώσει ο Θεός, γιατί είναι πατέρας.
Λέει ο Χριστός· «Ποιος πατέρας ζητεί το παιδί του ψωμί, και του δίνει πέτρα; ή ζητεί ψάρι, και του δίνει φίδι;» (Mατθ. 7,9-10· Λουκ. 11,11).
Αν ο επίγειος πατέρας ενδιαφέρεται για τα παιδιά του, πολύ περισσότερο εκείνος που του λέμε «Πάτερ ημών…». Θα μας τα δώσει αυτά ο Θεός, εάν πιστεύουμε πραγματικά, εάν είμεθα Χριστιανοί· αμήν.
† Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνος
Απόσπασμα ομιλίας 1 Φεβρουαρίου 1987