Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Αυγουστίνος Καντιώτης: Τα κρίσιμα γεγονότα και οι μεγάλες ημέρες που περιμένουμε…

 

Αυγουστίνος Καντιώτης: Τα κρίσιμα γεγονότα και οι μεγάλες ημέρες που περιμένουμε...

Αυγουστίνος Καντιώτης: Τα κρίσιμα γεγονότα και οι μεγάλες ημέρες που περιμένουμε…

Εγώ από ώρα σε ώρα περιμένω να απέλθω εκ τού κόσμου τούτου· και παρακαλώ το Θεό -και παρακαλέσατε κ᾿ εσείς-, να μού δώσει μετάνοια και να κλείσω την πολύπλαγκτο ζωή μου με το «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθῃς εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23,42).


Για εσάς εύχομαι, να ζήσετε χρόνια μαθουσάλια. Αλλ᾿ είτε ούτως είτε άλλως μας αναμένει η αιωνιότης, η απέραντος αιωνιότης.

Να σταθούν σοβαροί οι Έλληνες. Διότι κάτι μεγάλο θα γίνει. Δεν είμαι προφήτης· αλλά προβλέπω, ότι το έτος αυτό θα είναι σημαντικώτατο έτος για τον κόσμο ολόκληρο και ιδιαιτέρως για τα Βαλκάνια.

Θα έχουμε σημαντικές εξελίξεις.

Και πρέπει όλοι μας να είμεθα έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε με αταραξία παν το οποίον θα συμβεί, με την ακράδαντη πίστη ότι υπεράνω των ισχυρών δυνάμεων τού κόσμου ίσταται η θεία πρόνοια, η οποία κατευθύνει και προστατεύει και ενισχύει τα μικρά έθνη τα οποία αγωνίζονται υπέρ της ελευθερίας.

Μεγάλες ημέρες περιμένουμε, κρίσιμα γεγονότα.

Και πρέπει ν᾿ αφήσουμε τις διασκεδάσεις.

Να μην είμεθα σαν τα ανόητα ζώα που βόσκουν ανύποπτα, αλλά με υψηλό το φρόνημα και γενναία την ψυχή να ατενίζουμε τα επερχόμενα.

Ας ευχηθούμε να μείνουμε εκτός τού κυκλώνος και εκτός της χιονοστιβάδος, στη γωνία αυτή τού κόσμου, υψώνοντας μάτια και ψυχές προς τον παντοδύναμο Θεό.

Ο Θεός μεθ᾿ υμών, διά πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων.

† Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτη

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης, Τά πέντε βαπτίσματα


  6 Ἰανουαρίου

Τὰ ἅγια Θεοφάνεια
Ἡ περίοδος αὐτή, ἀγαπητοί μου, στὴ γλῶσ­σα τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζεται Δωδεκαή­μερον, διότι διαρκεῖ δώδεκα ἡμέρες. Πρώτη ἡμέρα εἶνε τὰ Χριστούγεννα καὶ τελευταία, μὲ τὴν ὁποία κλείνει ὁ κύκλος, εἶνε ἡ σημερινή (ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ χθεσινὴ ἡμέρα, ἡ παραμονή, ποὺ ἦταν νηστεία). Κεντρικὸ πρόσωπο, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο στρέφονται ὅλες αὐτὲς οἱ ἑορτές, εἶνε ὁ Χριστός. Στὶς 25 Δεκεμβρίου τὸν εἴ­δαμε ὡς «ἥλιο τῆς δικαιοσύνης» (ἀπολυτ.) ν᾿ ἀ­νατέλλῃ «ἐξ ὕψους» (Λουκ. 1,78), τὸν εἴδαμε νεογέννη­το νὰ κλαυθμυρίζῃ μέσα στὴ φάτνη. Τὴν 1η Ἰανουαρίου τὸν εἴδαμε ὀκταήμερο βρέφος, νὰ δέχεται περιτομὴ καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ σημαίνει σωτήρ, λυτρωτής. Καὶ σήμερα τὸν βλέπουμε ὄχι πλέον νήπιο, ἀλλὰ ὥριμο, τέλειον ἄνδρα, σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν, νὰ βαπτίζεται στὰ ῥεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου.

* * *
Στὸ σημεῖο ὅμως αὐτὸ ὡρισμένοι ρωτᾶνε· –Καλὰ τὰ ἄλλα χρόνια τῆς ζωῆς του, τὰ πρῶ­τα παιδικὰ καὶ τὰ τελευταῖα ἀνδρικὰ μετὰ τὴ βάπτισι· ἀλλὰ τὰ χρόνια τῆς νεότητος, ἀπὸ δώ­δεκα μέχρι τριάντα, ποῦ ἦταν ὁ Χριστός;… Ἐ­δῶ διάφοροι ὀρθολογισταὶ πλάθουν φαντασί­ες. Ὁ Χριστός, λένε, πῆγε στὶς Ἰνδίες κ᾿ ἐκεῖ διδάχθηκε φιλοσοφία… Αὐτὰ ὅμως εἶνε ἀνυπόστατα· τὰ εὐαγγέλια, ποὺ εἶνε ἡ ἀκριβὴς ἐξ­ιστόρησι τοῦ βίου τοῦ Χριστοῦ, λένε τὰ ἀντίθετα. Ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴ μικρή του ἡλικία ἔ­μεινε στὴ Ναζαρὲτ καὶ ἐργαζόταν ὡς ξυλουργὸς στὸ ἐργαστήριο τοῦ θεωρουμένου πατέρα του, τοῦ Ἰωσήφ. Γι᾿ αὐτὸ ὠνομάστηκε Ναζωραῖ­ος, ὅπως ἔλεγε καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ἐπάνω στὸ σταυ­ρό του· «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος…» (Ἰω. 19,19). Ἔ­τσι ἦταν γνωστός. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια πῆγε στὴν πατρίδα του καὶ μίλη­σε στὸ μικρό του χωριό, ὅλοι ρωτοῦ­σαν κατά­πληκτοι· «Μὰ πῶς αὐτὸς ξέρει γράμ­ματα, ἐνῷ δὲν ἔμαθε;» (Ἰω. 7,15). Ὅταν κάποιος φεύ­γῃ ἀπ᾿ τὸ χωριό του, οἱ χωριανοὶ ξέρουν ποῦ πηγαίνει καὶ τί κάνει. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ὁ Χριστὸς πήγαινε σὲ δασκάλους καὶ σχολές, θὰ τὸ ἤξεραν. Αὐτοὶ ὅμως λένε· «Πῶς τὰ ξέρει αὐτὸς αὐτά;». Αὐτὸ εἶνε μία βεβαίωσις, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἐκεῖ, γνωστὸς ὡς ἐργάτης, ὄχι ὡς διδάσκαλος, ἄσημος μέχρι τὸ τριακοστὸ ἔτος του.
Ἀλλ᾿ ἐνῷ ὁ Χριστὸς ἦταν ἀκόμη ἄσημος, ἀ­νέτειλε στὸν ὁρίζοντα τῆς ἀνθρωπότητος φω­τεινὸ ἀστέρι πρώτου μεγέθους, ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Καὶ ὅπως πρὸ τῆς ἀνατο­λῆς τοῦ ἡλίου ἀνατέλλει ὁ αὐγερινός, ἔτσι πρὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ γεννήθηκε ὁ Πρόδρο­μος, σὰν ἀστέρι ποὺ προμηνύει τὸν ἥλιο.
Ἡ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου εἶνε θαυμαστή. Φυσιογνωμία ἀσκητική, δὲν ἔζησε μέσα στὴ δι­εφθαρμένη κοινωνία. Ἀπὸ μικρὸς πῆγε στὴν ἔρημο, τὴ σχολὴ τῶν φιλοσόφων. Λιτὸς σὲ ὅλα. Φαγητό του ἦταν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριο, ποτό του τὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνου, ῥοῦχο του μιὰ κάπ­πα ἀπὸ τρίχες καμήλου, στρῶμα του ἡ ἄμμος τῆς γῆς, στέγη του τὰ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ. Ἐγ­κρατής, ἔζησε σὰν ἄγγελος ἐπὶ τῆς γῆς.
Εἶχε μιὰ μεγάλη ἀποστολή. Ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα, ἄφησε τὴν ἔρημο καὶ ἦρθε κοντὰ στὸν Ἰορδάνη. Ἐκεῖ ἔστησε τὸ προφητικό του βῆ­μα καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ ἀπηύθυνε διάγγελμα πρὸς τὸν κόσμο, ποὺ ἄρχισε νὰ τρέχῃ κοντά του. Διάγγελμα αἰώνιο, παγκόσμιο, ἱστορικό, ὄχι σὰν τὰ ἀνούσια καὶ γελοῖα διαγγέλματα τῶν διαφόρων ἀρχηγῶν. Διάγγελμα, ποὺ ἐπανέλαβε καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ διάγγελμα αὐτὸ εἶνε μία λέξι πού, ἂν δὲν τὴ νιώ­σῃ καὶ δὲν τὴν ἐφαρμόσῃ ὁ κόσμος, καμμία οὐ­σι­αστικὴ μεταβολὴ δὲν θὰ γίνῃ. Καὶ ἡ λέξι αὐ­τὴ εἶνε τὸ «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 3,2· 4,17)· αὐτὸ ἦταν τὸ κήρυγμά του. «Μετανοεῖτε», δηλαδὴ ἀλλάξτε. Ἀλλάξτε τί; Ὄχι ἁπλῶς πουκάμισο καὶ γρα­βάτα, ἀλλαγὴ ἐξωτερική, εὔκολα πράγματα. Τὸ «Μετανοεῖτε» θὰ πῇ ἀλλαγὴ ποὺ ἀγγίζει τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς· σημαίνει ἀλλάξτε τρόπο ζω­ῆς. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀλλαγή. Τὸ «Μετανοεῖ­τε» τὸ ἀπηύθυνε στὸν αἱμομείκτη βασιλιᾶ Ἡ­ρῴδη, στοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς ἄρ­χον­τες, στοὺς πλουσίους, στὸ λαό, σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Καὶ ὄντως πολλοὶ μετανοοῦσαν. Ἔρχονταν ἐκεῖ στὸν Ἰορδάνη καὶ ἐξωμολογοῦνταν τὶς ἁ­μαρτίες τους. Τὸ ἀκούσατε τί εἶπε τὸ εὐαγγέ­λιο στὶς Ὧρες· «ἐξωμολογοῦντο» (βλ. Ματθ. 3,6. Μᾶρκ. 1,5). Ποῦ εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ ρωτοῦν, ποῦ στηρίζε­ται ἡ ἐξομολόγησις; Ἡ ἐξομολόγησις εἶνε μέσ᾿ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἔρχονταν στὸν Ἰ­ορ­δάνη, βαπτίζονταν κ᾿ ἐξωμολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες τους στὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο.
Ἐκεῖ, ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, ἦρθε καὶ ὁ Χριστός. Κανείς δὲν τὸν γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης ἀντελήφθη, ὅτι ἐνώπιόν του δὲν εἶχε ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο· εἶχε ἐκεῖνον ποὺ λαχταροῦ­σαν οἱ αἰῶνες, εἶχε τὸ Μεσσία, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Καὶ ὑπεκλίθη. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε νὰ τὸν βαπτίσῃ, ὁ Ἰωάννης εἶπε· Εἶμαι ἀν­άξιος, «ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ βαπτισθῶ ἀπὸ σένα» (Ματθ. 3,14). Τέλος, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐπέμενε, ὁ Ἰωάννης ὑπέκυψε καὶ τὸν βάπτισε.
Λέει τὸ εὐαγγέλιο κάτι σπουδαῖο – καὶ μία λέξι του ἔχει μεγάλη σημασία. Ἂν προσέξατε, θ᾿ ἀκούσατε νὰ λέῃ, ὅτιὅταν βαπτίσθηκε ὁ Χριστὸς «ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος», ἀ­μέσως βγῆκε ἀπ᾿ τὸ νερό (ἔ.ἀ. 3,16). Τί σημασία ἔ­χει αὐτό; Σημαίνει τὸ ἑξῆς. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὡς ἁμαρτωλοὶ ποὺ ἦταν, ἔμεναν μέσα στὰ νερά, καὶ ἔτσι ἀπὸ ᾿κεῖ ἐξωμολογοῦνταν τὶς ἁμαρτί­ες τους, καὶ ἄκουγε ὁ Ἰωάννης. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς –μοναδικὸ φαινόμενο– δὲν εἶχε καμμία ἁμαρτία νὰ ἐξομολογηθῇ· γι᾿ αὐτὸ μόλις μπῆκε βγῆ­κε ἀπ᾿ τὰ νερά. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «εὐθύς».
Τότε συνέβη τὸ μέγα μυστήριο. Οἱ ἄπιστοι μπορεῖ ν᾿ ἀμφιβάλλουν. Ἐμεῖς πιστεύουμε· ὁ Χριστιανὸς ἔχει καὶ μία ἄλλη, ἕκτη αἴσθησι, ποὺ λέγεται πίστις. Μὲ τὴν πίστι λοιπὸν πλησι­άζουμε τὸ σημερινὸ μυστήριο, ποὺ ὑπερβαίνει τὴ λογική. Τί συνέβη; Σχίσθηκαν οἱ οὐρανοί, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ οὐρανίου Πατρὸς ποὺ μαρτυροῦσε ὅτι «Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀγαπητός μου Υἱός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (ἔ.ἀ. 3,17), καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο σὲ σχῆμα περιστερᾶς κατῆλθε ἐπάνω στὸ Χριστὸ γιὰ νὰ μαρτυρήσῃ «τοῦ λόγου τὸ ἀ­σφαλές» (ἀπολυτ.). Αὐτὸ εἶνε τὸ μέγα μυστήριο· ὅτι φανερώθηκε ὁ Θεός, ἡ ἁγία Τριάς. Καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρουμε ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ θρησκεύματα, ὅτι ἐμεῖς πιστεύουμε στὴν ἁγία Τριάδα. Πατήρ, Υἱὸς καὶ ἅγιον Πνεῦμα· ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον σου!
* * *
Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἑορτάζουμε σήμερα, ἀγαπητοί μου. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σὲ μία ὁμιλία του στὰ Φῶτα λέει, ὅτι ὑπάρχουν πέντε βαπτίσματα. Γιὰ μᾶς βέβαια τώρα ἕνα βάπτισμα εἶνε τὸ ἀπαραίτητο· γι᾿ αὐτὸ ὁμολο­γοῦμε «ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Σύμβ. πίστ.). Ἱστορικῶς ὅμως καὶ ἁγιογραφικῶς ὑπῆρ­ξαν πέντε βαπτίσματα. Ποιά εἶνε αὐτά; Τὸ ἕ­να εἶνε τῶν Ἰουδαίων, τὸ βάπτισμα τῆς μωσα­ϊκῆς νομοθεσίας (βλ. Α΄ Κορ. 10,2). Τὸ δεύτερο εἶνε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὸν Ἰορδάνη (βλ. Ματθ. 21,25 κ.ἀ.). Τὸ τρίτο εἶνε τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα· «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθη­τε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3,27). Τὸ τέταρτο εἶ­νε τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογή­σεως. Καὶ τὸ πέμπτο, ποὺ κανείς ἀπὸ μᾶς δὲν εἶνε ἄξιος γι᾿ αὐτό, εἶνε τὸ μαρτύριο· οἱ μάρτυρες βαπτίζονται ὄχι πλέον στὰ νερὰ ἀλλὰ μέσα στὸ αἷμα τους. Τὸ βάπτισμα τοῦ αἵματος ὁδηγεῖ μὲ ἀσφάλεια στὴ σωτηρία· διότι μετὰ τὸ μαρτύριο δὲν ὑπάρχει πλέον ἁμαρτία.
Ἐμεῖς ἔχουμε βαπτισθῆ. Ἀλλὰ τελευταίως, μὲ τὴ ῥοπὴ ποὺ ὑπάρχει νὰ ἐκκοσμικεύσουν τὴν πατρίδα μας καὶ νὰ τὴν ἀποκόψουν ἀπὸ τὶς ῥίζες της, ὅπως πλήττουν τὸ γάμο, ἔτσι θέ­λουν νὰ καταργήσουν καὶ τὸ βάπτισμα· θέλουν δηλαδὴ νὰ μὴν παίρνῃ τὸ ὄνομά του ὁ ἄν­θρωπος στὴν ἱερὰ κολυμβήθρα, ἀλλὰ νὰ δη­λώνουμε τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ στὸ ληξι­αρχεῖο, σὲ κοσμικοὺς ἄρχοντας. Ἐμεῖς νὰ παρα­μείνουμε λαὸς ὀρθόδοξος, ποὺ πιστεύει καὶ θρησκεύει. Νὰ κρατήσουμε τὸ βάπτισμα καὶ νὰ τὸ δεχώμαστε ὡς ἱερὸ μυστήριο.
Ἐπειδὴ ὅμως μετὰ τὸ βάπτισμα πέφτουμε σὲ διάφορα ἁμαρτήματα, νὰ μὴ ἀμελοῦμε καὶ τὸ ἄλλο βάπτισμα, τῆς μετανοίας. Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει θεσπίσει τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Ἀκούσαμε στὸν ἑ­σπερινὸ τὸν προφήτη νὰ φωνάζῃ· «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε…» (Ἠσ. 1,16· Ζ΄ ἀνάγν. ἑσπερινοῦ). Νὰ ὑπακούσουμε στὴ φωνὴ αὐτή, νὰ περάσουμε τὸν Ἰορδάνη τῆς ἐξομολογήσεως καὶ νὰ πλυθοῦμε στὸ δάκρυ τῆς μετανοίας.
Εἴθε ὁ Θεός, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, νὰ φωτίσῃ ὅλους μας, ὥστε τὸ νέο αὐτὸ ἔτος νὰ εἶνε ἔ­τος μετανοίας. Μετανοίας τῶν ἀρχόντων μας, τῶν πλουσίων, τῶν πτωχῶν, τῶν ἐργα­τῶν, τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν στρατιωτῶν, τῶν κληρι­κῶν, τῶν ἐπισκόπων, μετανοίας μικρῶν καὶ μεγάλων. Διότι μόνο ἔτσι τὸ ἔθνος μας θὰ εἶνε εὐλογημένο εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Τετάρτη 6-1-1982.

 

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως – Ο Χριστός μας σώζει. Από τι; (†) Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης:

 


«…καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


(†) Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης: Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως – Ο Χριστός μας σώζει. Από τι;

ΠΟΣΟ, ἀγαπητοί μου, πόσο γρήγορα φεύγει ὁ χρόνος! Σὲ λίγο θὰ ἑορτάσουμε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ ὀνομάζε­ται Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως.

* * *

Ἡ ἁ­γία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται σήμερα ὡς εὐ­αγγέλιο ἡ ἀρχή, τὸ 1ο κεφάλαιο, τοῦ πρώτου εὐ­αγγελίου, τοῦ κατὰ Ματθαῖον. Εἶνε ἕνας κα­τάλογος τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ. ―Μὰ εἶχε προγόνους ὁ Χριστός;… Ὡς ἄναρχος Θεός, δὲν εἶχε· πατέρα ἔχει τὸν οὐ­ράνιο Πατέρα. Ἀλλ’ ἀφ᾽ ὅτου παρουσιάστηκε ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ἄνθρωπος τέλει­ος πλὴν τῆς ἁ­μαρτίας, φόρεσε σάρκα ἀπὸ τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ γεννήθηκε κα­τὰ ὑπερφυσικὸ τρόπο· πατέρα ἐπίγειο δὲν ἔ­χει, μητέρα μόνο ἔχει. Μητέρα του εἶνε ἡ Παν­αγία μας. Γονεῖς πάλι τῆς Παναγίας εἶ­­νε ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα, γονεῖς δὲ τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης εἶνε ἄλλοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἔ­τσι σχηματίζεται μεγάλη ἁλυσίδα προγόνων.

Ὁ πρῶτος κρίκος τῆς ἁλυσίδας τῶν προγό­νων τοῦ Χριστοῦ εἶνε μία μεγάλη ἱ­στορικὴ φυ­σιογνωμία, ὁ Ἀβραάμ. Στὸν Ἀβραάμ, ὅπως ἀκούσαμε στὸν ἀπόστολο, δόθηκε ἡ μεγάλη ὑ­πόσχεσι, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του, ἀπ’ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, θὰ γεννηθῇ ὁ Λυτρωτής.

Σύμφωνα μὲ τὸν κατάλογο αὐτόν, ἀπὸ τὸν Ἀ­βραὰμ μέχρι τὸ Δαυῒδ εἶνε 14 γενεές, ἀπ’ τὸ Δαυῒδ μέχρι τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα 14 γενεές, κι ἀπὸ τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα μέχρι τὴ γέννησι τοῦ Χριστοῦ πάλι 14 γενεές (Ματθ. 1,17). Πενήντα περίπου ὀνόματα, τὰ ὁποῖα σ’ ἐμᾶς δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Εἶνε ἑβραϊκὰ καὶ φαίνεται κουραστικὸ ν᾽ ἀκοῦμε «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», ὥσπου κατεβαίνοντας τὴν κλίμακα τῶν προγόνων νὰ φτάσῃ στὴν Παρθένο Μαρία, ἀπὸ τὴν ὁ­ποία γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Τὰ ὀνόματα ὅμως αὐτά, ποὺ ἐμεῖς τώρα τ’ ἀ­­­κοῦμε ἀδιάφορα, στὴν ἐποχή τους δημιουργοῦσαν μεγάλη ἐντύπωσι. Ἀ­π’ αὐτοὺς ἄλλοι ἦ­ταν στρατηγοί, ἄλλοι κυβερ­νῆτες, ἄλλοι προ­φῆ­τες, ἄλλοι πατριάρχες, ἄλ­λοι βασιλεῖς, ἄλ­λοι πλούσιοι, ἄλλοι σοφοί, ὅ­πως ὁ Σολομῶν, ὁ Δαυῒδ κ.ἄ.. Τώρα δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Τί διδάσκει αὐτό; Ὅπως αὐτὰ τὰ ὀνόματα λησμονήθηκαν, ἔτσι καὶ ὅσοι σήμερα ἐντυπω­σιάζουν καὶ ἀκούγονται καὶ προβάλλον­ται, ὕστερα ἀπὸ 50 – 100 χρόνια ποιός θὰ τοὺς θυμᾶται; Κάπου σὲ κάποια σελίδα τῆς Ἱστορί­ας, μὲ ψι­λὰ γράμμα­τα, θά ’νε γραμμένο ὅτι πέρασαν ἀπ’ τὴ γῆ. Σβήνουν ὅπως τὰ πυροτεχνήμα­τα καὶ οἱ πυγο­λαμπίδες. Τὸ συμπέρασμα· «Μα­ταιότης μαται­­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μη­δὲν τὰ πλούτη, τ᾽ ἀξιώματα, μηδὲν ὅλα. Ἕνα μόνο μένει· νὰ ἐκτελῇ κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ὀνόματα τῆς ἰσρα­ηλιτικῆς καὶ τῆς παγκοσμίου ἱστορίας καὶ τῆς συγχρόνου ζωῆς βυθίζονται στὴν ἄβυσσο τοῦ χρόνου, ἕ­να ὄνομα μένει πάντοτε στὴν ἐπικαιρότητα, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων. Ποιό; Εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δόθηκε στὸ Θεῖο βρέφος. Ἄγγελος κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου εἶπε στὸν Ἰωσὴφ τὸν προ­στάτη τῆς Παναγίας· «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21). Τί σημαίνει τὸ ὄ­νο­μα Ἰησοῦς; Δὲν εἶνε ἑλληνικό, εἶνε ἑβραϊκό, καὶ μεταφραζόμενο στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει «Σωτήρ». Τὸ παιδὶ δηλαδὴ ποὺ θὰ γεννηθῇ εἶνε ὁ Σωτήρ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξουμε τὸ ὄνομα αὐτό, «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Γιατί ὠνομάστηκε ὁ Χριστὸς «Σωτήρ»; Πρέπει νὰ δώσουμε μία ἐξήγησι.

* * *

Ἐδῶ στὴ γῆ, ποὺ ζοῦμε ἀφ᾽ ὅτου ὁ ἄν­θρωπος διώχθηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος, ὁ ἄνθρωπος μαστίζεται ἀπὸ ποικιλία δυστυχι­ῶν, ποὺ εἶνε συνέπειες τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ του βί­ου. Πεῖνα, δίψα, ἔλλειψι ἐν­δύματος καὶ στέγης, ἀσθένειες… Αὐτὰ εἶνε δεινά, τὰ κακά, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξαλείψῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν κι ἄλλα. Εἶνε τὰ φυσικὰ κακά. Τέτοια κακὰ εἶνε ὁ σεισμός, ἡ ἀνομβρία, ἡ πλημμύρα, ἡ πυρκαϊά, οἱ ἐπιδημίες, οἱ ἀθερά­πευτες ἀσθένειες ὅπως ὁ καρκίνος, καὶ τέλος ὁ θάνατος. Ὅλα αὐτὰ εἶνε φοβερὰ κακά.

Μὰ δὲ σᾶς εἶπα ἀκόμα τίποτα. Ὑπάρχει κάτι σοβαρώτερο – ὁ Θεὸς ἂς φωτίσῃ νὰ τὸ καταλάβουμε. Τὸ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἕνα κακό, ποὺ ἀ­ποτελεῖ τὴ ῥίζα ὅλου τοῦ κακοῦ, ὅλης τῆς ἀ­θλιότητός μας ―καὶ δυστυχῶς δὲν τοῦ δίνου­με τὴ σημασία ποὺ πρέπει―, στὴ γλῶσσα τῆς ἁ­­γίας Γραφῆς λέγεται ἁμαρτία. Ἀπὸ ᾽κεῖ προ­έρχονται ὅλα τὰ κακά· αἰτία εἶνε ἡ ἁμαρτία. Φρίττουμε ὅταν ἀκοῦμε καρκίνο· ἡ ἁμαρτία ὅ­­­­μως δὲ μᾶς προκαλεῖ φρίκη. Παίζουμε μαζί της, ὅπως τὰ παιδιὰ τὴν πρωτοχρονιὰ μὲ τὰ ἁ­γιοβασιλειάτικα παιχνίδια. Δὲν τὴ θεωροῦμε τί­ποτα, ἐν τούτοις αὐτὴ μαστίζει τὴν ἀνθρωπό­­τητα. Εἴτε ὡς μοιχεία καὶ πορνεία καὶ ἀσέλγεια, εἴτε ὡς λαιμαργία καὶ γαστριμαργία, εἴτε ὡς ζή­λεια καὶ φθόνος, εἴτε ὡς θυμὸς καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἀ­γανάκτησις, εἴτε ὡς κακία καὶ μῖσος καὶ ἐκδίκη­σις καὶ φόνος, ἡ ἁμαρτία, αὐτή εἶνε ἡ πηγὴ ὅ­­λης τῆς ἀθλιότητος. Ἂν μποροῦσε μ’ ἕνα θαῦ­­μα νὰ ξερριζωθῇ, ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος.

Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Κι ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, καὶ οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν· Ἕνας μόνο σῴ­ζει! Ἀνοίγοντας βέβαια τὴν ἱστορία μπορεῖ κάποιος νὰ μετρή­σῃ 155 πρόσωπα, ποὺ οἱ λαοί, γιὰ μικρὲς ὑπηρεσίες ποὺ αὐτοὶ προσέφεραν, τοὺς ὠνόμασαν «σωτῆρες». Μικροὶ σωτῆ­ρες αὐτοί. Σωτήρας εἶνε ἕνας· ὁ Χριστός.

* * *

Ἂν κάποιος σοῦ κάνῃ ἕνα καλό, τὸ θυμᾶ­σαι, τὸν θεωρεῖς εὐ­εργέτη. Στὸ γιατρὸ λ.χ. ποὺ σὲ θεράπευσε ἐκ­φράζεις εὐ­γνωμοσύνη. Παραπάνω ὅμως ἀπ᾽ ὅλους τοὺς εὐεργέτες εἶνε ὁ Χριστός, διότι μᾶς σῴ­ζει ἀπ’ τὸ χειρότερο κακό, τὴν ἁμαρτία. Σῴζει μὲ τὴν Ἐκκλησία του.

Εἶνε ὁ ἀληθινὸς Σωτήρας. Τὸ αἰ­σθανόμεθα; Μόνο ὅποιος νιώθει τὴν ἁμαρτωλό­τητά του καὶ λέει ὅπως ὁ τελώνης «Ὁ Θεός, ἱ­λάσθητί μοι τῷ ἁμαρτω­λῷ» (Λουκ. 18,13), ἢ ὅπως ὁ ἄσωτος «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου» (ἔ.ἀ. 15,18), ἢ ὅ­πως ὁ λῃστὴς «Μνήσθητί μου, Κύ­ριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42), αὐτὸς καταλαβαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Σωτήρας.

Καὶ δὲν ἀρκεῖ βέβαια νὰ πῇς μόνο, ὅτι εἶνε Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων γενικῶς· πρέπει νὰ νιώσῃς ὅτι εἶνε καὶ προσωπικῶς δικός σου σω­τ­ήρας. Αὐτὸ θὰ σὲ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ τὸ αἰ­σθαν­θῇς, ἂν σκύψῃς ἐν μετανοίᾳ καὶ πῇς τὰ ἁ­μαρτήματά σου στὸν πνευματικὸ πατέρα, ἂν ἐξομολογηθῇς. Τότε θὰ νιώσῃς, ὅτι φεύγει ἀ­πὸ πάνω του ἕνα βουνὸ καὶ θὰ αἰσθανθῇς γιὰ τὸ Χριστὸ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη.

Αὐτὸ αἰσθάνθηκε ὁ λῃστὴς στὸ σταυρό, αὐ­τὸ αἰσθάνθηκαν οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες, ὅ­­­λοι οἱ ἅγιοι, ὅπως π.χ. ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας. Ὅταν τὸν ὡ­δη­γοῦσαν στὴ ῾Ρώμη γιὰ τὸν ῥίξουν στὰ θηρία, ἔγραφε γιὰ τὸ Χριστό· «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται», ὁ Χριστὸς δηλαδὴ εἶνε ὁ ἔρως τῆς καρ­διᾶς μου». Μικροὶ ἔρωτες συγκινοῦν σήμερα τὴν σαρκικὴ γενεά μας· μόνο τὸ σέξ. Δὲν τὸ κα­τηγορῶ, ὁ Θεὸς τὸ ἐμφύτευσε· ἀλλ’ ὄχι γιὰ νὰ σβήσῃ ὅλους τοὺς ἄλλους ἔρωτες. Ἡ γενεά μας, γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρων, δὲν γνωρί­ζει ἄλλους ἔρωτες. Ὀρθῶς εἶπε ἕ­νας φιλόσοφος, ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶνε ἀνέραστος. Ἂν δὲν ἀγαπήσῃς τὸ Χριστό, τίποτα δὲν κατάλαβες, ματαίως ἦρθες στὴ γῆ. Ὡραῖοι ἔρωτες εἶ­νε ὁ ἔρως τῆς ἐπιστήμης, ὁ ἔρως τῆς πατρί­δος, μὰ ὑπεράνω ὅλων ὁ ἔρως τοῦ Χριστοῦ.

Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ γλυκύτερο πρᾶγμα. Ἔπαιρνε στὰ γόνα­τά της τὸ μικρὸ παιδάκι ἡ γιαγιά, τὸ μάθαινε νὰ κάνῃ σταυρό του, καὶ ἡ πρώτη λέξι ποὺ μάθαι­νε νὰ λέῃ ἦταν ἡ λέξι Χριστός. Εἶδα τέτοια πα­ραδείγματα. Τώρα δυστυχῶς ὁ θεῖος ἔρως ὄ­χι μόνο ἔχει σβήσει ἀλλὰ μερικὲς φο­ρὲς ἀν­τι­­στρέφεται τελείως σὲ μῖσος σατανικό.

Ὅ­ταν ἤμουν ἱεροκήρυκας στὰ Γρεβενὰ καὶ περι­ώδευα πάνω στὰ ψηλὰ βουνά, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἀκούω ξαφνικὰ μιὰ βλαστήμια. Πρώτη φορὰ ἄκουγα τέτοια βλαστήμια. Πώ πώ! λέω, τί εἶν’ ἐδῶ; δαίμονες κατοικοῦν ἐδῶ πέρα; Πλησίασα λοιπὸν καὶ εἶδα· πίσω ἀπὸ ἕ­να δέντρο καθόταν ἕνας πατέρας, εἶχε στὰ γόνατά του ἕνα ἀγοράκι καὶ τὸ μάθαινε νὰ βλαστημάῃ τὸ Χριστό! Θεέ μου, ἀκόμα δὲν ἔ­γιναν τὰ ἄστρα κεραυνοὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια μας; Ποῦ εἶνε ἡ ἀγάπη στὸ Χριστό;

Ἂς ὑβρίζεται ὅμως καὶ ἂς ἀτιμάζεται ὁ Χριστός· τὸ ὄνομά του θὰ μείνῃ αἰώνιο. Ὅπως τὰ μαῦρα σύννεφα δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ βλαστήμιες δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ μείνῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων.

Εὔχομαι στὸν τόπο μας, νὰ μὴν ἀκούγεται οὔτε μία βλαστήμια, ἀλλὰ μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὅλοι ἀνεξαιρέτως νὰ λέμε· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ δοξασμένο τὸ ὄνομά του· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου τὴν 20-12-1987

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΓ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ «ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ»


«ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
———-

———-
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

    Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου. Ἐκφωνήθηκε ἀπό τὸν Ραδιοφωνικό Σταθμὸ Λαρίσης, στὶς 13.3.1949 Ἐδημοσιεύθη ἀπομαγνητοφωνημένο εἰς τὸ φυλλάδιο τοῦ περιοδικοῦ «Σάπφειρος» της Λάρισας, στις 16.3.1949. Περιέχεται καὶ στὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου «Ἐκ τοῦ Ἀνεσπέρου Φωτός», Ἔκδοση 1950

Ἀγαπητοὶ ἀκροαταί, ἡ Α΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ὀνομάζεται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, γιατί κατ’ αὐτὴ την λαμπρὰ πανήγυρι ἐτελεῖτο καὶ τελεῖται ἀκόμη εἰς ὡρισμένα μέρη τῆς Ὀρθοδοξίας ὅπου ἀκμάζει τὸ πῦρ τῆς νικηφόρου πίστεως. Μετὰ τὴν δοξολογίαν τῆς σημερινῆς ἡμέρας σύμπας ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς κάμνουν ἱερὰν λιτανείαν, ἐξέρχονται τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ὑψώνουν τὸν Τίμιον Σταυρὸν καὶ τὰς Ἱερὰς εἰκόνας, ψάλλουν τὸ ἀπολυτίκιον: «Τὴν ἄχραντον εἰκόνα Σου προσκυνοῦμεν, Ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν Χριστὲ ὁ Θεὸς» καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ἱερᾶς λιτανείας μνημονεύονται τὰ ὀνόματα ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ σύνθημα Ὀρθοδοξία ἤ θάνατος ἠγωνίσθησαν ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῆς Ἐκκλησίας διὰ μέσου τῶν αἰώνων διὰ νὰ κρατήσουν ἀκεραίαν καὶ ἀνόθευτον τὴν πίστιν. Τούτων τῶν ἀναριθμήτων ἡρώων τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν φωτεινὸν νέφος λάμπον ὡς οὐράνιον σέλας εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, τελεῖται τὸ ἱερὸν μνημόσυνον. Τούτους ἀνευφημοῦμεν λέγοντες: «τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων εὐσεβῶν, βασιλέων, ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, αἰωνία ἡ μνήμη». Χάρις εἰς τοὺς ἀτρύτους κόπους καὶ θυσίας τῶν ἀειμνήστων αὐτῶν ἀνδρῶν ἔχομεν ἡμεῖς σήμερον τὸν ἀνεκτίμητον αὐτὸν θησαυρὸν ποὺ λέγεται ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
Δι’ αὐτὴν τὴν Ὀρθοδοξίαν καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες. Ἀλλὰ τὶ εἶνε αὐτὴ ἡ Ὀρθοδοξία ὑπὲρ τῆς ὁποίας ποταμοὺς αἱμάτων ἔχυσε τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων; ― Ἰδοὺ ἐρώτημα, ἰδοὺ θέμα ποὺ ἀξίζει νὰ ἀπασχολήσῃ πάντα Ἕλληνα, διότι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶνε τι τὸ ἀδιάφορον διὰ τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶνε παρονυχίς τις, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὸν πολύτιμον ἀδάμαντα τῆς Ἑλλάδος.
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ! Ποῖος ἐκκλησιαστικὸς ρήτωρ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκφωνήσῃ σήμερον τὸν πανηγυρικόν σου; Θὰ ἔπρεπε ν’ ἀναστηθοῦν σήμερον ἐκ τῶν τάφων ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ ἱερὸς Φώτιος καὶ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς διὰ νὰ σαλπίσουν μὲ τὰς διατόρους σάλπιγγάς των πρὸς ὅλον τὸ Ὀρθόδοξον ποίμνιον τό:«φύλακες γρηγορεῖτε», νὰ ἀφυπνίσουν καὶ εἰς τὰ στήθη τῶν πλέον ἀδιαφόρων σημερινῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων τὴν κοιμωμένην συνείδησιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὤ μακάρια πνεύματα! Πόσον βαθειὰ εἴχατε σεῖς εἰς τὰς καρδίας σας τὴν ἰδέαν τῆς Ὀρθοδοξίας!

Ἡ δὲ ἰδέα, ἡ καρδία τῆς ὀρθοδοξίας, εὑρίσκεται εἰς ἐκεῖνο ποὺ φωνάζει ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ διαπρύσιος κῆρυξ τοῦ χριστιανισμοῦ, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος:« Ἀδελφοί, στήκετε κααὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε ετε διὰ τοῦ λόγου ετε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β Θεσσαλ. 2,15).
Σύμφωνα μὲ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶνε μία ἐφεύρεσις ἀνθρωπίνης διανοίας ἡ ὁποία δύναται νὰ τροποποῆται καὶ ν’ ἀλλοιοῦται ἀνὰ κάθε εἰκοσιτετράωρον. Δὲν εἶνε μία ἁπλῆ φιλοσοφία, ἀπὸ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι λάμπουν εἰς τὸν οὐρανὸν τῆς φιλοσοφίας ὡς φωτεινὰ μετέωρα σκέψεως καὶ ἔπειτα σβύνουν καὶ ἐξαφανίζονται εἰς τὸ ἔρεβος. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶνε κάτι ἀπείρως περισσότερον. Εὶνε δύναμις ὑπερφυσική. Εἶνε ἀποκάλυψις ἑνὸς ὁλοκλήρου κόσμου ἀληθειῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνέλθῃ μόνον του τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα μὲ τὰς πτέρυγας τῆς διανοήσεως. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐκθαμβος πρὸ τοῦ μεγαλείου ποὺ ἔλαμπε ἀπ’ ὅλας τὰς πλευρὰς τῆς ζωῆς τοῦ Θείου Διδασκάλου προέβη εἰς τὴν ὁμολογίαν, ὅτι Σὺ εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεάνθρωπος εἶπε:«Μακάριος εἶ Σίμων-Ἰωνᾶ ὅτι σάρξ καὶ αἶμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς» (Μαθ. 16,17) δηλαδή: Πέτρε ! Σὲ μακαρίζω διότι αὐτὸ ποὺ ὁμολογεῖς, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, δὲν εἶνε κάτι ποὺ σὲ ἐδίδαξαν οἱ ἄνθρωποι, δὲν εἶνε καιρὸς μελέτης καὶ φιλοσοφικῆς σκέψεως, ἀλλὰ ἀποκάλυψις, ἄνωθεν φωτισμός, ποὺ σὲ κάνει νὰ βλέπῃς ὅτ,ι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἰδοῦν ὅλοι οἱ φιλόσοφοι τοῦ κόσμου. Κράτει λοιπὸν καλὰ τὴν ὁμολογίαν σου, τὴν πίστιν σου ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ πίστις θὰ γίνῃ ὁ βράχος ὁ ἀσάλευτος, ἐπάνω εἰς τὸν ὁποῖον θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησίαν μου, καὶ ἡ ἐκκλησία μου, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς πίστεως αὐτῆς, θὰ μείνῃ ἀσάλευτος. Αὑτὴ ἡ ἐκκλησία θὰ πολεμηθῇ μὲ λύσσαν ἀφάνταστον, ἀλλ’ ὅλαι αἱ σκοτειναὶ δυνάμεις ποὺ θὰ ἐκβράσῃ ὁ ἅδης διὰ νὰ τὴν διαλύσουν, θὰ συντριβοῦν ὡς κύματα λυσσαλέα ἐπάνω εἰς τὸν βράχον αὐτόν. Θὰ διαλυθοῦν εἰς ἀφροὺς μίσους, θὰ κονιορτοποιηθοῦν, καὶ ἡ Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ ὁποία θὰ κρατῇ τὴν ὀρθὴν περὶ ἐμοῦ πίστιν, θὰ ὑψώσῃ νικηφόρως τὴν σημαίαν της εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου. «Πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».
Καὶ ἡ ἱστορία 20 αἰώνων, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε διέρρευσαν, ἐπαληθεύει τὴν μεγάλην αὐτὴν προφητείαν τοῦ Κυρίου. Πολέμιοι τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως παρουσιάσθησαν πολλοί, ἀναρίθμητοι, οἱ ὁποῖοι παρ’ ὅλα τὰ ποικίλα μέσα ποὺ ἐχρησιμοποίησαν ἕνα εἶχον κοινὸν ἀντικειμενικὸν σκοπόν: τὴν παντελῆ διάλυσίν της. Μὲ τὸ πῦρ καὶ μὲ τὸν σίδηρον καὶ μὲ φρικτὰ καὶ ἀνομολόγητα μαρτύρια ἠγωνίσθησαν νὰ ἐξαλείψουν τὴν πίστιν τρομοκρατοῦντες καὶ φονεύοντες ἀθρόως τοὺς ὀπαδοὺς τῆς πίστεως αὐτῆς ἀλλ’ οὐδὲν κατώρθωσαν. Ἀλλ’ ὅπου ἔπιπτεν ἕνας ἐκεῖ 1,2,3,50,100,200 ἠγείροντο διὰ νὰ τὴν ὑπερασπίσουν καὶ ἡ Ὀρθοδοξία ἔρριπτε καθημερινῶς τὰς ρίζας της εἰς Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν καὶ ὑψώνετο ὡς δένδρον πάγκαλον καὶ καρποφόρον καὶ ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ μυριάδες ψυχῶν ἐν ἑνίστόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ ὕμνουν καὶ ἐδοξολόγουν τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν καὶ ὁ Χριστιανισμὸς παρουσιάζεται ἡνωμένος· ἡνωμένος μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὡς Μήτηρ φιλόστοργος εἶχε συγκεντρώσει ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὑτῆς ὅλα τὰ τέκνα της. Διὰ τὴν ἔνδοξον αὐτην Ἐκκλησίαν ἠδύνατο ὁ ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς νὰ εἴπῃ:«Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου, Σιών, καὶ ἴδε· ἰδοὺ γὰρ ἥκασί σοι Θεοφεγγεῖς ὡς φωστῆρες ἐκ δυσμῶν καὶ βορρᾶ καὶ θαλάσσης καὶ εώας τὰ τέκνα σου, ἐν σοὶ εὐλογοῦντα Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».
Ἀλλὰ ἀλλοίμονον! Ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐπετέθησαν ἄλλης φύσεως ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι. Αὐτοὶ δὲν ἦσαν δεδηλωμένοι ἐχθροὶ ὅπως οἱ πρῶτοι. Αὐτοὶ μέσα εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν εἶχον γεννηθῇ καὶ γαλουχηθῆ. Εἰς τὸ μητρῷον τῆς ὀρθοδοξίας ἦσαν γραμμένα τὰ ὀνόματά των. Εἰς ὅλας τὰς ἱερὰς συνάξεις ἐλάμβανον μέρος. Ἐκοινώνουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ παραδέχοντο ἀδιστάκτως ὅ,τι ὑπὸ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐδίδασκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ ἦσαν ἕτοιμοι ὑπὲρ αὐτῆς νὰ μαρτυρήσουν. Ἀλλ’ αἴφνης τὰς καρδίας αὐτῶν συνετάραξε τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα τῆς ὑπερηφανείας. Ἤθελον, δηλαδὴ αὐτοὶ ὡς ἀνώτερα δῆθεν πνεύματα, μὲ τὸν πῆχυν τῆς λογικῆς νὰ μετρήσουν τὰ δόγματα, τὰς θεμελιώδεις ἐκείνας ἀληθείας ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἤθελον μὲ τὸ μικρὸν κύπελλον τῆς διανοίας των νὰ ἐκκενώσουν τὸν ἄπειρον ὠκεανὸν τῆς γνώσεως τοῦ ἐν Τριἀδι Θεοῦ. Ἤθελον μὲ τὰς ἀσθενεῖς πτέρυγάς των ὡς ἄλλοι ἴκαροι νὰ διπλεύσουν τὰς ἄχανεῖς ἐκτάσεις τοῦ ἀπείρου καὶ ἔτσι ὑπερήφανοι διὰ τὰς διανοητικάς των πτήσεις εἰς τὸν κόσμον τοῦ μυστηρίου παρουσιάσθησαν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ εἶπον μὲ στόμφον:«Μέχρι χθὲς συνεφωνούσαμεν μαζί σου εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς διδασκαλίας σου. Ἀλλὰ τώρα ὄχι. Αὐτὸ ἐδῶ τὸ σημεῖον τῆς διδασκαλίας σου μᾶς εἶνε ἀκατάληπτον. Τὸ ἄλλο πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὥστε νὰ γίνῃ καταληπτὸν ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην διάνοιαν. Τὸ τρίτον πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ…».
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκάλεσε τὰ τέκνα ποὺ διεφώνησεν μὲ τὴν διδασκαλίαν καὶ προσεπάθησε νὰ τὰ πείσῃ ὅτι ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ εἶνε ἡ γραμμὴ ποὺ ἐχάραξε ὁ Θεάνθρωπος ἱδρυτής της καὶ ὅτι πᾶσα παρέκκλισις ἐστω καὶ ἐλαχίστη ἀπὸ τὴν γραμμὴν αὐτὴν θὰ δημιουργήσῃ ρῆγμα εἰς τὴν παράταξιν τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ κίνδυνον νοθεύσεως τῆς ἐξ ἀποκαλύψεως Θείας διδασκαλίας. Ἀλλ’ αὐτοὶ δυστυχῶς μὲ πεῖσμα ἑωσφόρου ἐπέμενον εἰς τὰς ἑτεροδιδασκαλίας των καὶ παρέσυρον καὶ ἄλλους. Τότε ἡ Ὀρθοδοξία συνεκάλεσε τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους καὶ ἐκεῖ ἐκλήθησαν οἱ ἑτεροφρονοῦντες καὶ ἀνέπτυξαν τὰς ἰδέας των καὶ κατόπιν συζητήσεως καὶ ἐρεύνης πολλῆς καὶ ὑπὸ τὸν φωτισμὸν τοῦ Παναγίου Πνεύματος αἱ ἰδέαι των ὡς προσκρούουσαι εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς μιᾶς Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἀπερρίφθησαν καὶ κατεδικάσθησαν, αὐτοὶ δὲ ἐφόσον μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἐξηκολούθουν ἐπιμένοντες εἰς τὰς ἐσφαλμένας ἰδέας των ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὡς μέλη γαγγραινώδη, ὡς ἀνιάτως νοσήσαντες, διεγράφησαν ἀπὸ τὰ μητρῷα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν ἤρχοντο πλέον εἰς οὐδεμίαν πνευματικὴν ἐπαφὴ μὲ τοὺς καταδικασθέντας ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἐθεωροῦντο πνευματικῶς νεκροί.
Αὐτοὶ οἱ καταδικασθέντες καὶ διαγραφέντες ἐκ τῶν μητρώων τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπετέλεσαν τὰς αἱρετικὰς Ἐκκλησίας αὐταὶ αἱ ὁποῖαι διεφώνησεν καὶ ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὸν κορμὸν τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰς στιγμὰς πνευματικῆς ἀνανήψεως καὶ διὰ στόματος Θεολόγων των ὁμολογοῦν ὅτι τὸ καθαρόν, τὸ διαυγές, τὸ κρυστάλλινον πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ διετηρήθη εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία! Αὑτὴ ἐστάθη ὡς λυδία λίθος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδοκιμάσθησαν καὶ δοκιμάζονται μέχρι σήμερον ὅλαι αἱ ἑτεροδιδασκαλίαι τῶν αἱρετικῶν. Αὐτὴ ὑψώθη ὡς πύργος ἀπόρθητος καὶ ἐδέχθη τὰς μανιωδεστέρας ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὴ προσέφερε καὶ προσφέρει τὰ περισσότερα θύματα εἰς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ Ἀντιχρίστου. Αὐτὴ εἶνε ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἐδέχθη οὐδένα συμβιβασμὸν μὲ τὴν πλάνην. Δὲν ἐπέτρεψε οὔτε ἕνα ἰῶτα νὰ προστεθῇ ἤ ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ σύμβολον τῆς πίστεως. Ἑνθυμηθῆτε πρὸς στιγμὴν τοὺς ἀγῶνας του Μ. Ἀθανασίου, τοῦ ἤρωος, τοῦ προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν. Ὀμοιούσιος τῷ Πατρί, εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστος ― ἐπρότεινον συμβιβαστικῶς οἱ αἱρετικοί. Ὄχι! Ἀπαντᾷ ἡ παράταξις τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ἀρχηγὸν τὸν Μ. Ἀθανάσιον. Δὲν εἶνε ὁ ὁμοιούσιος ἀλλὰ «ὁ ὁμοούσιος τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο». Δὲν ἠθέλησαν νὰ προστεθῇ το ἰῶτα αὐτὸ τῶν αἱρετικῶν. Καὶ δι’ ἕνα ἰῶτα ἐπάλαισε ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπὶ ἥμισυ αἰῶνα καὶ ἐσείσθη Ἀνατολὴ καὶ Δυση. Σχολαστικισμοί! Θὰ πουν σήμερα πολλοὶ ποὺ σκέπτονται ἀπολύτως ὑλιστικὰ καὶ δὲν δύνανται νὰ εἰσδύσουν εἰς τὸ βαθὺ νόημα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι, ἐὰν ἡ Ὀρθοδοξία ἐδέχετο τότε νὰ προστεθῇ τὸ ἰῶτα ἐκεῖνο τῶν ἀρειανῶν, ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Χριστιανισμοῦ ποὺ στηρίζεται ἐπὶ τῆς Θεότητος τοῦ Κυρίου θὰ κατέρρεε εἰς ἐρείπια καὶ ὁ Χριστιανισμὸς θὰ ἐξεφυλίζετο εἰς μίαν ἁπλῆν φιλοσοφίαν, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξεν ἄνθρωπος καὶ ὄχι Θεός.
Ἡ Ὀρθοδοξία, ἀγαπητοί, ὁμοιάζει μὲ ἕνα θαυμάσιον οἰκοδόμημα, τοῦ ὁποίου οἱ διάφοροι λίθοι εἶνε μαζὶ μὲ τὸν θεμέλιον λίθον κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνδεδεμένοι, ὥστε καὶ ἕνα λιθαράκι ἐὰν άφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ὅλον οἰκοδόμημα, κινδυνεύει νὰ καταρρεύσῃ ὅλη ἡ οἰκοδομή. Περίεργον ἀλλ’ ἀληθές. Ἀρκεῖ νὰ ρίψητε ἕνα βλέμμα εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν ὀρθοδόξων οἱ ὁποῖοι ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῆς ὀρθοδοξίας μας. Σήμερον ἀπορρίπτουν τὴν νηστείαν. Αὐριον τὰςἀκολουθίας. Μεθαύριον θὰ περιφρονήσουν τὰς ἱερὰς εἰκόνας καὶ τὰ σεπτὰ σύμβολα τῆς πίστεως καὶ οὕτω θυσιάζοντες καθημερινῶς εἰς τὸν βωμὸν τοῦ μοδερνισμοῦ «τὰ μικρὰ καὶ ἐλάχιστα δόγματα» θὰ φθάσουν εἰς τὸ θλιβερὸν σημεῖον νὰ μὴ κρατοῦν πλέον μαζί των ἀπὸ τὸν θησαυρὸν τῆς Ὀρθοδοξίας τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Ὀρθοδόξου. Κλαύσατε, ἀδελφοί, καὶ θρηνήσατε τοὺς Ὀρθοδόξους αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἕνα πνεῦμα σνομπισμοῦ τοῦ αἰῶνος μας, ἀνεπαισθήτως πολάκις, ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὰς βάσεις καὶ τὰ θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ περιπλανῶνται εἰς τὰς Σαχάρας τῶν διαφόρων αἱρέσεων καὶ εἶνε σήμερον λίγο ἀπ’ ὅλα. Μόνον Ὀρθόδοξοι δὲν εἶνε καὶ ἄς φωνάζουν καὶ ἄς διαμαρτύρωνται ὅτι εἶνε ὀρθόδοξοι.
Ἀλλὰ ἐὰν ὡρισμένοι Ἕλληνες ἔγιναν θύματα τῶν διαφόρων προπαγανδῶν καὶ ἀπελάκτισαν τὴν Μητέρα αὑτῶν Ἐκκλησίαν, τὴν σωτήριον Κιβωτὸν τοῦ ἔθνους ἐν ἡμέραις δουλείας, εὐτυχῶς ἡ μεγίστη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ παραμένει Ὀρθόδοξος. Μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ τιμία αὐτὴ λέξις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ δὲν ἔχει συνειδητοποιηθεῖ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων ὅπως θὰ ἔπρεπε. Δὲν ἐδιδάχθη δυστυχῶς ὁ λαός μας τὶ σημαίνει Ὀρθοδοξία. Εἰς τοῦτο βεβαίως πταίουν πολλοί. Δὲν ἔχομεν ὥραν οὔτε εἶνε ὁ καιρὸς κατάλληλος διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ποικίλα ατια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Ὀρθοδοξία μὲ τὰ 4 Πατριαρχεῖα δὲν ἔχει πλέον τὴν λάμψιν τῶν ἐνδόξων χρόνων. Ἴσως ἄλλοτε τὸ θέμα αὐτὸ νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, διότι, ὡς επομεν καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας, ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ὁ πολύτιμος, ὁ ἀνεκτίμητος ἀδάμας τῆς Ἑλλάδος μας καὶ οὐαὶ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἀπολέσῃ τὸν ἀδάμαντα αὐτόν. Θ’ ἀπολέσῃ τότε τὴν ψυχήν της.
Ἀλλ’ ὄχι! Ἡ Ἑλλὰς δὲν θ’ ἀπολέσῃ τὸν ἀδάμαντα. Σήμερον Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας μετὰ συγκινήσεως καὶ ἱερωτάτων παλμῶν καρδίας ἀναπολοῦμεν τοὺς χιλιετεῖς ἀγῶνας τοῦ Βυζαντίου, τὰς ἡρωϊκὰς μορφὰς τῶν Ἀθανασίων, τῶν Φωτίων, τῶν Μάρκων Εὐγενικῶν τῶν Γρηγορίων Παλαμᾶ τὰς ἑκατοντάδας τῶν Ἱερῶν Θυμάτων, τὰ ὁποῖα προσέφερε διὰ νὰ μείνῃ ἡ γωνιὰ αὕτη Ὀρθόδοξος, καὶ ἐμπνεεόμενοι ἀπὸ τὸ παράδειγμα τούτων πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες ὁπουδήποτε τῆς ὑφηλίου καὶ ἐὰν εὑρισκώμεθα ἄς εμεθα πάντοτε ἐν ἐγρηγόρσει καὶ ἐν ἐπιφυλακῇ, ἄς ἔχωμεν τὰ μάτια μας δεκατέσσαρα διὰ νὰ μὴ μᾶς ἐξαπατήσουν αἱ διάφοροι προπαγάνδαι ποὺ ὀργιάζουν δυστυχῶς σήμερον εἰς τὴν πολυπαθῆ μας πατρίδα καὶ ἀνταλλάξωμεν τὸν γνήσιον θησαυρὸν τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὰ εὐτελῆ καὶ κίβδηλα νομίσματα τῶν αἱρέσεων τὰ ὁποῖα λάμπουν ἐξωτερικῶς ὡς καθαρὸς χρυσός, ἀλλὰ ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτῶν τὸ χρυσὸν ἐπίχρισμα οὐδὲν ἄλλο μένει ἤ σκωρία καὶ μόλυβδος». Χρυσὸς καθαρὸς 24 καρατίων εἶνε μόνον ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ.
Ἀδελφοὶ Ἕλληνες! Δὲν μισοῦμεν οὐδένα ἀλλόθρησκον καὶ ἑτερόδοξον. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ περιφρονήσωμεν τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην μας. Καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ ὅτι εμεθα Ὀρθόδοξοι ἀνήκοντες εἰς τὴν παλαιὰν μαρτυρικὴν καὶ ἔνδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Κατ’ ἐξοχὴν σήμερον ἡμέραν τῆς Ὀρθοδοξίας ἄς ἀνανεώσωμεν τὴν ἀπόφασίν μας διὰ νὰ ζήσωμεν καὶ ἀποθάνωμεν ὡς ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἔχοντες ὡς σύνθημα τὸ σύνθημα: ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ἤ ΘΑΝΑΤΟΣ.

ΠΡΟΦΗΤΕΥΩ· Η ΕΟΚ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Μητρ. π. Αυγ. 6.2.1972

«Οι σκοτεινες δυναμεις εχουν βραχυκυκλωσει το ταλαιπωρον Εθνος μας και ειναι σαν αετος στο κλουβι…»
Ἐπισημαίνουμε τρία ἀποσπάσματα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀγωνιστοῦ ἱεράρχου τῆς Φλώρινας π. Αὐγουστίνου·
α) «Η ΕΟΚ θὰ γίνη ὁ τάφος τῆς Ἑλλαδος»
Αὐτὸ τὸ ἔχουν καταλάβει ὅλοι οἱ Ἕλληνες).

β) «Ὁ παπισμός θηρίο τῆς Ἀποκαλύψεως, μπῆκε στὴν Ἑλλάδα καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ δοῦμε στὴ Μητρόπολη τῶν Αθηνῶν, -ἐγώ δὲν πηγαίνω στὴ Μητρόπολη-, θὰ δῆτε τὴν ἐπίσημη ἑορτή τῆς 25 Μαρτίου, μπροστά-μπροστά, πρῶτον… σὰν κόκορα, μὲ τὰ φτερά του τὰ κολωτά, ἕναν καρδινάλιο νὰ στέκεται δίπλα στον πρωθυπουργό, δὲν ξέρω ποιός θὰ εἶνε τότε».
Αὐτὸ πραγματοποιήθηκε στὴν δοξολογία τῆς Πρωτοχρονιᾶς, στὸ Μητροπολιτικὸ ναό τῶν Ἀθηνῶν, μετὰ ἀπὸ 45 χρόνια, στὶς 1.1.2017! Δέστε φωτογραφίες στὴν παρακάτω ἀνάρτηση. Τὸ συνέδριο τῆς Κρήτης στὸ Κολυμπάρι, τοὺς ἄναψε τὸ κόκκινο σατανικὸ παπικό φῶς)!

    γ) Ἀν δὲν ξυπνήσουμε, σὲ 50 χρόνια καὶ λιγότερο δὲν θὰ ὑπαρχουν Ὀρθοδοξοι Ἑλληνες στὴν Ἑλλάδα.
    Σ’ αὐτὴ τὴν δραματικὴ περίοδο βρισκόμεθα καὶ ὁ κίνδυνος νὰ πραγματοποιηθοῦν καὶ τὰ παραπάνω λόγια φαίνονται πολὺ κοντά μας. Πολιτικοὶ καὶ θρησκευτικοὶ ἡγέται τῆς Ἑλλάδος συνεργάζονται μὲ τὶς σκοτεινὲς δυνάμεις γιὰ νὰ ἐξαφανίσουν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τοὺς  Ἕλληνες ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα.

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΟΙ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΘΑ ΔΙΩΧΘΟΥΝ. ΟΙ ΠΟΝΗΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΗΤΕΣ (ΟΙ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ) ΘΑ ΠΡΟΚΟΨΟΥΝ ΕΠΙ ΤΩ ΧΕΙΡΟΝ, ΠΛΑΝΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΩΜΕΝΟΙ

 


Πονηροί δὲ ἄνθρωποι και γόητες προκόψουσιν ἔπι τῷ χεῖρον πλανῶντες και πλανώμενοι (B΄ Tιμ. 3,13)

Απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

π. A. εφ.

Ἀδελφοί μου, θ’ ήθελα μόνο νὰ σᾶς δείξω τὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ, τῆς προφητείας τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος εἶπε, ὅτι ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις, ὅταν πλησιάζῃ πλέον νὰ σημάνῃ τὸ μεγάλο σήμαντρο τῆς δευτέρας παρουσίας, ὅτι τότε, λέει, οἱ μὲν εὐσεβεῖς θὰ διωχθοῦν, οἱ δὲ πονηροὶ καὶ γόητες καὶ ἀπατεῶνες θὰ προκόψουν.

―Ναί, καλὰ αὐτά, θὰ πῇς, πάτερ μου. Ἀλλὰ ἡμεῖς είμεθα ρεαλισταί, ἐμεῖς εἴμεθα πραγματισταί. Ἐμεῖς δὲ᾿ ζοῦμε στὰ ὄνειρα· ἐμεῖς βλέπουμε τὴν πραγματικότητα. Τί νὰ τὴν κάνω τὴν ἀρετή; τί νὰ τὴν κάνω τὴν τιμιότητα; τί νὰ τὸ κάνω νὰ εἶνε κανεὶς εὐσεβὴς καὶ νὰ πηγαίνῃ στὴν ἐκκλησία καὶ ν᾿ ἀνάβῃ τὸ κερί του καὶ νὰ πιστεύῃ εἰς τὸν Χριστό, τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία βλέπομεν τὸ κακὸν νὰ στεφανώνεται εἰς τὸν κόσμον; Δὲ᾿ βλέπεις, σοῦ λέγει, δὲ᾿ βλέπεις; Βλέπεις ἐκεῖνον τὸν νέον τὸν ἀλήτη, ὁ ὁποῖος ποτέ του δὲν κάθησε πάνω στὸ θρανίο νὰ μαλλιάσῃ ἡ καρέκλα νὰ γίνῃ ἐπιστήμων, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος ἔγινε ἕνας δονζουὰν καὶ περιφέρεται μέσ᾿ στὰ σοκάκια τοῦ Κολωνακίου; Δὲν τὸν βλέπεις αὐτὸν ὅτι παντρεύτηκε καὶ πῆρε τὴν πλουσιώτερη κόρη τῆς πόλεώς μας; Καὶ δὲ᾿ βλέπεις ἐκείνη τὴν ἄλλη τὴν ξετσίπωτη, ἡ ὁποία ποτέ της δὲ᾿ γνώρισε ἀρετὴ καὶ κακίαν, παρ᾿ ὅλο ποὺ εἶνε ἀντροχωρίστρα, δὲν τὴ βλέπεις αὐτὴ ποὺ τρέχει· ποτέ της δὲν ἔπιασε στὰ χέρια της μέσ᾿ στὸ σπίτι πιάτο νὰ καθαρίσῃ καὶ νὰ σκουπίσῃ, ἀλλὰ τὴ βλέπεις μὲ τὰ νύχια της· δὲν τὴ βλέπεις αὐτὴ πῶς κατώρθωσε, ἡ ξετσίπωτη αὐτή, νὰ πάρῃ τὸν καλύτερο ἄντρα τῆς πόλεώς μας; Καὶ δὲ᾿ βλέπεις τὸν ἄλλο, ὁ ὁποῖος ξεκίνησε ἕνας μικρὸς στὸ χωριό του καὶ τώρα ἔχει, μὲ τὶς ἀπάτες καὶ τὶς ἀδικίες, μὲ τὶς κλοπὲς καὶ τὶς πλαστογραφίες καὶ μὲ τὰς φοροδιαφυγὰς καὶ μὲ ὅλα τὰ μέσα τὰ ἄτιμα, δὲ᾿ βλέπεις ὅτι ἔχει κατάστημα μέσα εἰς στὸ κέντρο τῆς ὁδοῦ Αἰόλου καὶ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ; Δὲ᾿ βλέπεις τὸν ἄλλον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ τὰ ψεύδη καὶ τὶς ἀπάτες κατώρθωσε νὰ ἀνέβῃ εἰς τὰ ὕψιστα ἐκκλησιαστικὰ ἢ πολιτικὰ ἀξιώματα; Δὲ᾿ βλέπεις λοιπὸν ὅλα αὐτά;

Τὰ βλέπω, τὰ βλέπω, ἀδελφοί μου. Ἀλλὰ «μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω» (Ἰωάν. 14,27) Προσέξτε. Ὤ λόγια τοῦ Παύλου, ὤ λόγια τῆς Γραφῆς! Προσέξατε· οὔτε ἕνα γιῶτα δὲν θὰ διαψευσθῇ.

―ὅλα ἔχουν τὴν ἐφαρμογή τους―, οὔτε μιὰ τελεία δὲν θὰ ἐκπέσῃ (Ματθ. 5,18). Τί λέγει; Γιά προσέξτε. Θὰ προκόψουν, λέγει· ἀλλὰ πῶς λέει; «ἐπὶ τὸ χεῖρον» (Β΄ Τιμ. 3,13). Θὰ προκόψουν ―δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία―, θὰ παρουσιάσουν μίαν πρόοδο. Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ πρόοδος ἔχει καὶ ἄλλη ὄψι. Πρέπει νὰ δῇς καὶ τὸ ἄλλο φύλλο. Νὰ μὴ δῇς μόνο τὴν πρόοδό τους τὴν κοσμική, ἀλλὰ νὰ γυρίσῃς νὰ δῇς καὶ τὴν ἄλλη ὄψι. Ὅπως τὸ φύλλο, ὅπως τὸ ὕφασμα ἔχει δυὸ ὄψεις, ἔτσι κατὰ παρόμοιον τρόπον πρέπει νὰ δῇς ὅτι καὶ πίσω ἀπὸ τὴν πονηρία ὑπάρχει καὶ κάποια ἄλλη ἐπιφάνεια. Ποιά ἐπιφάνεια; Δὲ᾿ βλέπεις, δὲν ξέρεις, δὲν ἀκοῦς; Ὅτι ἐκεῖνο ποὺ λέγανε οἱ ἀρχαῖοι; «Μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε».

«Οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται»

Ἄσ᾿ τονε, ἄσ᾿ τονε. Τὸν βλέπεις τώρα νὰ προοδεύῃ. Ἐκεῖ ποὺ βλέπεις τὸν οὐρανὸ καὶ εἶνε πεντακάθαρος, ξαφνικὰ παρουσιάζεται ὁ κεραυνός. Δὲ᾿ βλέπεις; ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι φαίνονται τώρα νὰ προοδεύουν, θὰ ἔρθῃ μιὰ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσῃ ἐπάνω τους ὁ κεραυνός. Ναί, θὰ ἔρθῃ ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τιμωρηθοῦν καὶ αὐτοί.
Ἤτανε γλυκὰ τὰ χρήματα ὅταν στὰ χέρια του ὁ Ἰούδας ἔπαιρνε τὰ τριάκοντα ἀργύρια καὶ τὰ μετροῦσε καὶ τὰ ξαναμετροῦσε καὶ τὰ χάιδευε.Ὅταν ἔπαιρνε τὰ χρήματα αὐτά, εἶχε χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν. Ἀλλὰ δὲς τὸ τέλος του. Ἐκρεμάστηκε ἀπὸ ἕνα κλαδὶ συκιᾶς.

Δὲ᾿ βλέπεις τὸν Κάϊν; Εὐχαριστοῦνταν τὴν ὥρα ποὺ ἔβλεπε κάτω τὸν ἀδελφό του νὰ σπαρταράῃ. Ἀλλὰ Ἐντὸς ὀλίγου ὅμως αὐτὸς ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· Κάϊν, «στένων καὶ τρέμων ἔσῃ ἐπὶ τῆς γῆς» (Γέν. 4,12). Ὅπως τὸ φύλλο σείεται ἐπάνω εἰς τὸ δένδρο, ἔτσι καὶ αὐτὸς ἐσείετο μέσα εἰς τὸν κόσμον.

Δὲ᾿ βλέπεις αὐτοὺς τοὺς ἄλλους οἱ ὁποῖοι καυχῶνται καὶ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὴ δημοκρατία τους, καὶ ἔρχεται κατόπιν ἡ στιγμὴ ποὺ εἶνε αὐτοὶ οἱ μεγαλοὶ δικτάτορες;

Ποῦ εἶνε αὐτοὶ οἱ μεγάλοι στρατηγοί, οἱ ὁποῖοι πατήσανε ἐπάνω σὲ πτώματα καὶ ἀνῆλθαν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα;

Ποῦ εἶνε ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς πονηρίες καὶ ἀπάτες κ.λπ. ἔγιναν μεγάλοι καὶ τρανοί; «Μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε». Εἶνε γεγονός, σᾶς τὸ δίνω γραμμένο, ὅτι ἡ πρόοδος αὐτῶν εἶνε φαινομενική. Εἶνε πρόοδος «ἐπὶ τὸ χεῖρον», ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος, καὶ ὄχι ἐπὶ τὸ βέλτιον. Εἶνε γεγονὸς αὐτὸ τὸ ὁποῖο λέγει ἡ ἁγία Γραφή. Τί λέγει ἡ ἁγία Γραφή; «Οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται» (Ψαλμ. 36,9). Δὲ᾿ μπορεῖ νὰ ἀλλάξῃ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ· «οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται».
Διαβάστε τὴν ἱερὰν ἱστορίαν, διαβάστε τὴν παγκόσμιο ἱστορία, ῥίψατε κ᾿ ἕνα βλέμμα μέσα εἰς τὴν κοινωνία. Ἔχετε ὑπομονὴ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, καὶ θὰ δῆτε τὸ τέλος τῶν πονηρῶν. Εἶνε ἄθλιο. Εἶνε τέλος Ἰούδα, εἶνε τέλος Κάϊν, εἶνε τέλος ὅλων τῶν προδοτῶν καὶ ὅλων τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Ὄχι, ἀδελφοί! καὶ ἂν ἀκόμα ὁ διάβολος, μᾶς στρώσῃ τὴν γῆν μὲ χρυσάφι, καὶ νὰ μᾶς δώσῃ ὁλόκληρον τὴν γῆν, ὄχι ποτέ, ποτέ ἐμεῖς νὰ μὴ συνθηκολογήσουμε μὲ τὸν διάβολο. Νὰ μείνουμε σταθεροί, ἀκλόνητοι. «Στῶμεν καλῶς». Ἐσύ, κοπέλλα μου, μὴ βλέπεις τὴν ξετσίπωτη γυναῖκα. Κ᾿ ἐσύ, νέε μου, μὴ βλέπεις τὸν ἀλήτη ὁ ὁποῖος προοδεύει. Κ᾿ ἐσὺ ὁ ἄλλος, ὁ ἐργατικός, μὴ βλέπεις τὸν ἄλλον ὁ ὁποῖος ἀνέβη στὰ ἀξιώματα. Ὄχι, παιδί μου· προτιμότερο νὰ εἶσαι στρατιώτης, δεκανέας τίμιος, παρὰ στρατηγὸς ἄτιμος· προτιμότερο εἶνε νὰ εἶσαι νεωκόρος εὐσεβὴς παρὰ πατριάρχης ἄτιμος. Προτιμότερο εἶνε νὰ εἶσαι φτωχαδάκι, παρὰ πλούσιος μπουζουὰς ἀτιμάζων τὰ πάντα, προτιμότερο νὰ εἶσαι μία κυρία μετὰ τῶν μεγάλων καὶ ὑψηλῶν. Προτιμότερο εἶνε νὰ εἶσαι πτωχὸς μὲ τὸ Χριστό, παρὰ πλούσιος μὲ τὸν διάβολο. Προτιμότερο εἶνε νὰ ζήσῃς μὲ τὴ πτωχεία, μὲ τὴν τιμιότητα, μὲ τὴν εὐσέβειαν μέσα εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, μὲ τὸ μέτωπο καθαρό, νὰ εἶσαι τίμιος καὶ εἰλικρινής, παρὰ νὰ εἶσαι δόλιος καὶ ὑποκριτής. Διότι οἱ «πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται» (ἔ.ἀ.), «πονηροὶ δὲ καὶ γόητες ἄνθρωποι προκόψουσι ἐπὶ τὸν χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β΄ Τιμ. 3,13).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

ΣΤΑΘΕΙΤΕ ΟΡΘΙΟΙ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΠΛΑΝΗΣ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 

Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου, ἀπό τὴν ἐρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Β΄Θεσ. 2,15), σε κύκλο ἀνδρῶν στὴν Μητρόπολη, το 1976

ΤΡΕΧΕΤΕ ΑΓΩΝΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ισ

Σὲ μιὰ ἰταλικὴ πόλι, τὴν Πομπηΐα, ποὺ χάθηκε ἀπὸ τὴν ἔκρηξι ἡφαιστείου, κάνανε ἀνασκαφὲς καὶ βρῆκαν τοὺς κατοίκους ἀπολιθωμένους· τὸν ἕνα τὴν ὥρα ποὺ πήγαινε νὰ κλέψῃ, τὸν ἄλλο τὴν ὥρα ποὺ ἔδινε μπουνιὲς σ᾿ ἕναν ἄλλο μέσα σὲ ψωμάδικο, τὸν ἄλλο τὴν ὥρα ποὺ πόρνευε (καὶ ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται αὐτὰ τὰ αἴσχη ὑπάρχει ἀπ᾿ἔξω ἐπιγραφή, «ἀπαγορεύεται ἡ είσοδος»). Ἔτσι ἀποτόμως ἐξερράγη ὁ Βεζούβιος καὶ τοὺς βρῆκε ἡ συμφορά. Τί τὸ πέρασες; ἔτσι; δὲν ἔχει ἀφέντη αὐτὸς ὁ κόσμος;
Λένε λοιπὸν ὅτι, ὅταν ἐξερράγη ὁ Βεζούβιος, ἕνας στρατιώτης, μὲ τὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος, φύλαγε τὴν Πομπηΐα. Καὶ ὅμως δὲν ἄφησε τὴ θέσι του. Δὲν κουνήθηκε καθόλου. Τὸν βρῆκαν στὴ στάσι αὐτή. Σημεῖο μεγάλο. Πιστὸς στὸ παράγγελμα, τὸ ῥωμαϊκὸ παράγγελμα «στήκετε».

Ἀλλὰ γιατί νὰ πᾶμε στὸ Βεζούβιο; Ἐμεῖς ποὺ ζήσαμε τὰ φρικτὰ χρόνια τοῦ πολέμου, ἔχουμε πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ περιστατικὰ γιὰ νὰ διηγηθοῦμε. Αὐτὴ ἡ νεολαία δὲν ξέρει τίποτε ἀπ᾿ αὐτά. Κοιτᾷ μόνο τὸ μαλλάκι της καὶ τὸ ἀμερικάνικο σύστημα διατροφῆς. Γιά πηγαίνετε στὴ Βουλγαρία, στὴν Ἀλβανία, στὴ Μόσχα· ἐκεῖ οἱ νέοι εἶνε κουρεμένοι, καὶ μαθαίνουν γράμματα δεκαπλάσια ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐδῶ. Αὐτοὶ ἐδῶ δὲν ἔχουν τὸ νοῦ στὰ γράμματα. Τὸ βράδυ ποὺ πᾶνε νὰ κοιμηθοῦνε, τοὺς τραβᾷ ὁ διάβολος ἀπὸ τὰ σεντόνια. Δὲ᾿ φταῖνε τὰ παιδιά, ἀλλὰ οἱ μεγάλοι.
Χθὲς ἕνας Ἄγγλος φιλόσοφος δημοσίευσε ἕνα φοβερὸ ἄρθρο γιὰ τὴν τηλεόρασι. Γράφει ἐκεῖ, ὅτι «μέσα ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν τηλεόρασι θὰ βγῇ ἕνας καινούργιος ἄνθρωπος, ἄνθρωπος χωρὶς ἰδανικά».
Πῆγα στὴν Πτολεμαΐδα καὶ ἐπισκέφθηκα ἕνα σπίτι. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα μέσα. Ἦταν ἕνα ὀρφανὸ παιδάκι ποὺ δὲ᾿ μᾶς πῆρε εἴδησι. Καθόταν, σὰν ἀπολιθωμένο, μπροστὰ στὴν τηλεόρασι. Στὰ ἑβδομήντα μου χρόνια πρώτη φορὰ εἶδα, πῶς εἶνε ἡ τηλεόρασι. Τὸ πλησίασα καὶ τοῦ εἶπα· «Τί κάνεις ἐδῶ, παιδάκι μου;». Εἶχε ξεχάσει καὶ μαθήματα καὶ τὰ πάντα. Κατόπιν ἦλθε καὶ ἡ ἀδελφούλα του, ἀπὸ τὴ δουλειά. Ἕνα ὀρφανὸ κορίτσι, ἔρημο, ποὺ ἔχασε καὶ τὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα ―φοβερὸ πρᾶγμα― καὶ δούλευε στὴ ΛΙ.ΠΤΟΛ. καὶ προστάτευε τὸ ἄλλο παιδί. «Τί νὰ τὸ κάνω, πάτερ μου», μοῦ λέει· «αὐτὴ ἡ τηλεόρασι τὸ ἔχει τρελλάνει. Τὴν ἔχει συνεχῶς ἀνοιχτὴ καὶ κάθεται καὶ βλέπει σὰ᾿ χαζός».
Ἐγὼ σᾶς εἶπα τί λέει ὁ Ἄγγλος φιλόσοφος· ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν τηλεόρασι καὶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ ῥαδιόφωνο θὰ βγῇ ἕνας καινούργιος ἄνθρωπος, χωρὶς ἰδανικά. Δὲν θὰ σέβεται οὔτε μάνα οὔτε πατέρα οὔτε τίποτε. Γιατὶ οἱ ἀπατεῶνες ἀπὸ τὴν τηλεόρασι αὐτά σερβίρουν, γιὰ νὰ διαλύσουν τὸν κόσμο – ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τηλεόρασι τῆς Μόσχας, ποὺ δείχνει καθαρῶς ἀγροτικὰ ἐπιστημονικὰ καὶ ἄλλα τέτοια θέματα. Ἀλλὰ κ᾿ ἐκεῖ δὲν μποροῦν νὰ τοὺς κρατήσουν. Ποιός μπορεῖ νὰ ἐλέγξῃ αὐτὰ ποὺ βλέπουν. Ἀνοίγουν τὸ κουμπὶ τῆς τηλεοράσεως καὶ βλέπουν ξένους σταθμούς. Ἔχουν ὑποστῆ καὶ αὐτοὶ τὴ διαφθορά. Γιατὶ ἕνα παγκόσμιο πνεῦμα πλάνης κυριαρχεῖ στὸν κόσμο. Δὲν μπορεῖ νὰ κρατηθῇ ἡ «γρίππη» ἔξω ἀπὸ τὰ ῥωσικὰ σύνορα. Εἶνε παγκόσμια ἡ διαφθορά.
«Στήκετε», λέει ἐδῶ ὁ ἀπόστολος. Καὶ γιατί νὰ πάρουμε παραδείγματα ξένα; Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶδα, στοὺς φοβεροὺς πολέμους ποὺ ὑπέστη ἡ πατρίδα μας, τὴ λεβεντιὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν μας. Ἂν ἤξεραν ἐκεῖνα τὰ ἡρωϊκὰ παιδιὰ ποὺ σκοτώθηκαν, ὅτι θὰ ἐρχόταν μιὰ τέτοια νέα γενεά, μιὰ γενεὰ ποὺ δὲν σκέπτεται τὴ λευτεριά, ἀλλὰ μόνο τὸ σὲξ καὶ τὸ διάβολό τους, δὲν θά ᾿χυναν τὸ αἷμα τους. Ἐκεῖνα ἦταν παιδιὰ ἡρωϊκά, παιδιὰ λεβέντικα. Ἐμεῖς τὰ κοινωνήσαμε πρὶν πέσουν στὴ μάχη. Μερόνυχτα εἶχαν νὰ κοιμηθοῦν. Ἔμεναν μὲ τὰ ἄρβυλά τους. Καὶ μάλιστα μερικὰ φυλάγανε σκοποί, διπλοσκοποί, ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀπὸ ἀριστερά. Γιατὶ δὲν ὑπῆρχε μέτωπο. Ἀπ᾿ ὅπου νά ᾿νε μπορεῖ νὰ τοὺς ἔρχονταν οἱ σφαῖρες. Φυλάγανε μέρα – νύχτα. Καὶ γιὰ νὰ μὴν τοὺς πάρῃ ὁ ὕπνος εἶχαν καρφίτσες καὶ κεντοῦσαν τὰ κορμιά τους!
Τώρα ἡ σημερινὴ γενεὰ δὲ᾿ σκέπτεται τὴ λευτεριά, ἀλλὰ τὸ σὲξ καὶ τὰ γλέντια. Φταῖνε ὅμως οἱ γονεῖς, ποὺ τοὺς κάνουν ὅλα τὰ χατίρια καὶ δὲν τοὺς λένε ποτὲ ὄχι. Ἀλλὰ ἔννοια σας, θὰ ἔρθῃ ὥρα, ὅπως σᾶς εἶπα. Ἀφοῦ δὲν θέλουν ν᾿ ἀκούσουν γιὰ λευτεριὰ καὶ γιὰ μεγάλα ἰδανικά, θὰ γίνουν δοῦλοι κάτω ἀπὸ τὸ μεγάλο «ῥινόκερω» τῶν ἀθέων· καὶ τότε θὰ ποῦν ἀμάν! Ἀλλὰ θὰ εἶνε ἀργά. Αὐτὸς ὁ ἐκφυλισμὸς ἐκεῖ ὁδηγεῖ.
Λοιπόν,

«στήκετε». Ὅταν ὁ στρατιώτης στέκεται στὴ θέσι του καὶ φωνάζει «Φύλακες, γρηγορεῖτε», τότε φυλάει ἄγρυπνος τὴν πατρίδα. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἔτσι φύλαγαν τὰ φρούρια. Γύρω – γύρω ἦταν στρατιῶτες καὶ φύλαγαν σκοπιὰ ὅλη τὴ νύχτα. Καὶ γιὰ νὰ μὴν κοιμηθοῦν φώναζε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον· «Φύλακες, γρηγορεῖτε».
Σὰν τὸν στρατιώτη λοιπόν, ποὺ πρέπει νὰ στέκεται στὴ θέσι του ἄγρυπνος ὁ φρουρός, γιατὶ δὲν ξέρει ποιά ὥρα θὰ τοῦ κάνῃ αἰφνιδιασμὸ ὁ ἐχθρός.
Αὐτὰ πάθαμε στὸ Ἀμύνταιο. Θὰ ἤμασταν τώρα στὸ Μοναστήρι, καὶ πιὸ πέρα ἀπ᾿ αὐτό. Ἦταν Ὀκτώβριος μήνας, καὶ ἦταν ἐκεῖ στὸ Ἀμύνταιο συγκεντρωμένος ὁ στρατός μας. Πῆγαν ἐπὶ σκοποῦ κάποιοι, ποὺ «μᾶς ἀγαπᾶνε πολύ», καὶ κερνοῦσαν τοὺς στρατιῶτες μας κρασί, ἀπὸ τὸ κρασὶ τοῦ Ἀμυνταίου ποὺ φημίζεται. Καὶ τοὺς μέθυσαν. Εἰδοποίησαν κατόπιν τοὺς ἐχθρούς, κ᾿ ἐκεῖνοι ἔκαναν αἰφνιδιασμό. Ὁ στρατός μας δὲν μπόρεσε ν᾿ ἀντισταθῇ. Ἔφτασε πανικόβλητος μέχρι τὸν Ἁλιάκμονα. Κοντέψαμε νὰ χάσουμε τὴ μάχη.
Τὸ ἴδιο πάθαμε καὶ στὴ Μικρὰ Ἀσία. Γλεντοῦσαν οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ στὸ Ἀφιὸν Καραχισάρ, μὲ τὶς πόρνες. Καὶ τὴ νύχτα ἔκανε ἐπίθεσι ὁ Κεμάλ. Τοὺς ἔπιασε στὸν ὕπνο καὶ τελείωσε ἡ ἱστορία.
Μάλιστα, ἀγαπητέ μου. Εἶσαι στρατιώτης; θὰ ἐκτελέσῃς τὸ καθῆκον σου. Ἂν δὲν τὸ ἐκτελέσῃς, θὰ καταστραφῇς.

Θὰ ἤμασταν τώρα πάνω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἀλλὰ μόλις καὶ μετὰ βίας κατωρθώσαμε νὰ κρατήσουμε τὴ Φλώρινα. Καὶ αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε στὸν προκάτοχό μου, τὸν ἀείμνηστο Πολύκαρπο, ποὺ ἦταν ἕνας εὐφυέστατος δεσπότης. Ἔστειλε τὴ νύχτα πρὸς τὰ κάτω ἕνα παπᾶ καὶ εἰδοποίησε. Ἔτσι ἕνας λόχος, μὲ 10 – 20 ἱππεῖς, καλπάζοντας ἔφτασαν στὴ Φλώρινα. Μόλις καὶ πρόλαβαν, γιὰ πέντε λεπτά, καὶ παραδόθηκε ἡ πόλι στοὺς Ἕλληνες. Ἰδού τί παθαίνεις, ὅταν εἶσαι στρατιώτης καὶ δὲν φυλᾷς καλά.
Κοντέψαμε, ἐξ αἰτίας τῆς τροπῆς τοῦ πολέμου ἐδῶ, νὰ χάσουμε τὴ Θεσσαλονίκη. Διότι ἐδιχάσθη ὁ στρατός μας. Ὅταν χάναμε στὴ Φλώρινα, διατάζει ὁ Βενιζέλος τὸν Κω᾿σταντῖνο, ἐνῷ βαδίζαμε μ᾿ ὅλη τὴ στρατιὰ γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, νὰ ἀλλάξῃ πορεία καὶ νὰ πάῃ πρὸς τὴ Φλώρινα. Παρ᾿ ὅτι ὁ Βενιζέλος ἦταν μεγάλος πολιτικός, δὲν ἦταν ὅμως καὶ στρατιωτικός. ―Ὄχι, λέει ὁ Κω᾿σταντῖνος, δὲν πᾶμε· ἔχω ἐμπιστοσύνη, θὰ κρατηθῇ ἡ Φλώρινα.
Ἡ Κοζάνη εἶχε ἀδειάσει ἀπὸ στρατό. Πῆγαν πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη. Καὶ ἔγιναν ἐκεῖ μυθώδη πράγματα. Ὁ Κω᾿σταντῖνος καλεῖ ἕνα συνταγματάρχη, διοικητὴ τῶν εὐζώνων, καὶ τοῦ λέει· «Ἐν ὀνόματι τῆς αἰωνίας μας πατρίδος, ἀπόψε θὰ περάσῃς τὸ Βέρμιο!». Ἦρθε λοιπὸν αὐτὸς τὰ μεσάνυχτα, μὲ ἡρωϊκὰ παιδιά ―ὄχι σὰν τὰ σημερινὰ μαμμόθρεφτα―, μπρατσωμένα καὶ ἰσχυρά, βοσκοὺς καὶ τσοπαναραίους, τρέχανε μὲ τὰ ἄλογά τους ὅλη νύχτα, καὶ φτάσανε στὴν Κέλλη. Μόλις τοὺς εἶδαν οἱ ἀντίπαλοι, σηκώθηκαν κ᾿ ἔφυγαν ὅλοι.
Μὲ τέτοιους ἡρωϊσμοὺς καὶ θυσίες, ποὺ ἀγνοεῖ ἡ σημερινὴ νεολαία, κρατήσαμε τὴν πατρίδα μας ἐλεύθερη. Ἐδῶ στὴ Φλώρινα ἔχουμε τὸ μεγαλύτερο νεκροταφεῖο. Εἶνε ἐνταφιασμένοι 500 – 600 στρατιῶτες, τὰ καλύτερα παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἄλλοι 500 ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά (στὴν Καστοριά). Παιδιά ἄριστα, ἰδανικὰ παιδιά.
Πρέπει νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι στὶς ἐπάλξεις, ὅπως ὁ στρατιώτης πρέπει νὰ εἶνε πάντοτε ἕτοιμος.
Στὴ Μικρὰ Ἀσία πιάστηκαν ὅλοι αἰχμάλωτοι. Γιατὶ κουράζονταν καὶ κάθονταν γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν. Καὶ κράπ κράπ, τοὺς ἔπιαναν οἱ Τουρκαλᾶδες. Ἕνα μόνο σύνταγμα δὲν μπόρεσαν νὰ πιάσουν, τοῦ Πλαστήρα. Ἀλλὰ αὐτὸς ἀγαποῦσε πολὺ τὰ παιδιά. Εἶχε 3.000 στρατιῶτες. Καὶ τοὺς εἶπε· Ἀκοῦστε με, ἂν θέλετε νὰ πᾶμε στὴν πατρίδα μας· θὰ μὲ ἀκολουθᾶτε παντοῦ. Ἅμα κοιμηθῶ ἐγώ, θὰ κοιμηθῆτε κ᾿ ἐσεῖς… Εἶχε ἕνα καρφὶ καὶ γιὰ νὰ μὴ κοιμηθῇ κεντοῦσε τὸ σῶμα του· τὸ εἶχε γεμίσει πληγές.
Τώρα, μέσα ἀπὸ τὴν τηλεόρασι καὶ μέσα ἀπὸ τὴν καλοπέρασι, δὲν ὑπάρχει τίποτε. Χθὲς στὴν Πτολεμαΐδα μοῦ ἔλεγε ἕνας πατέρας· Τί νὰ κάνω, πάτερ μου; Μοῦ πέταξε τὸ παιδί μου τὸ πιάτο στὸ κεφάλι. Κι ὅταν θυμᾶμαι, ὅτι στὴν Κοζάνη τὴν κατοχὴ τρώγαμε φασόλια μὲ ζουμί, δὲν ξέρεις πῶς γίνομαι… Αὐτὸς ὁ ἐκφυλισμὸς καὶ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης διαδόθηκε. Δυστυχὴς σήμερα ὅποιος εἶνε παπᾶς καὶ δάσκαλος καὶ καθηγητής.
«Κρατῆτε», λέει ὁ ἀπόστολος, σταθῆτε ἀκλόνητοι στὴ θέσι σας. Μὴ ὑποχωρήσετε οὔτε βῆμα ποδός.
Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀντίστασι τῆς Ἑλλάδος σὲ δύο κολοσσοὺς τὸ ᾿40, γράψανε οἱ ξένοι· «Προσέχετε, μὴ περνᾶτε, καὶ σᾶς δοῦνε οἱ Ἕλληνες».