Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

Κυριακὴ τῶν ἁγ. Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συν. 14 Ἰουλίου 2019 ἑσπέρας Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου Φλογερα, αλλα και σφενδoνη

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ. ΠΑΙΖΟΥΝ ΦΛΟΓΕΡΑ ΟΤΑΝ ΤΑ ΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΑΤΑ ΚΑΤΑΣΠΑΡΑΣΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΥΚΟΥΣ-ΒΟΣΚΟΙ ΛΥΚΟΙ! Αυτοι κατα τον αποστο­λο Παυλο ειναι οι φοβερωτεροι εχθροι της Εκ­κλη­σιας, δεν «φειδονται του ποιμνιου» (Πραξ. 20,29). Κολακευουν & κολακευ­ονται. Βλεπουν αδικιες & εγκληματα, & τα προσπερνουν. Ενα θρησκευτικο ψεμα επιπλεει επανω στην κοινωνικη αβυσσο.


(Πρὶν ἀπὸ 70 σχεδὸν χρόνια ὁ π. Αὐγουστῖνος κήρυττε, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ λαό, καὶ στοὺς συναδέλφους του ἱεροκήρυκες. Εἶχε νὰ πῇ καὶ σ᾽ αὐτοὺς σοβαρὰ πράγματα. Ἂς τὸν ἀκούσουμε)ΟΙ ΑΝΑΙΣΘΗΤΟΙ ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΝ

τραγ. μασονων«…Ἀκούγονται, ἀγαπητοί μου, κουδουνί­σματα προβάτων καὶ φλογέρα βοσκοῦ νὰ παίζῃ γλυκά. Οἱ Ἕλληνες ἔκαναν τὸν ἦχο της σῆμα τοῦ ῥαδιοφωνικοῦ σταθμοῦ· στὸ ἄκου­σμά της ἡ φαντασία πετᾷ στὴν Πίνδο, ἀλ­λὰ καὶ στὴ Βηθλεὲμ ὅπου ἀντήχησε τὸ «Δόξα ἐν ὑ­­ψί­στοις Θεῷ…» (Λουκ. 2,14). Ὅταν ὅμως ἐμφανισθῇ λύκος, ὁ βοσκὸς ἀ­φήνει τὴ φλογέρα, παίρνει σφεντόνα, ῥίχνει πέτρες, καὶ μόνο ὅταν ὁ λύκος ἀ­πομακρυν­θῇ τότε ξαναπιάνει τὴ φλογέρα. Ἀλ­λοίμο­νο ἂν ὁ βοσκὸς εἶχε μόνο φλογέρα. Οἱ λύκοι δὲν φεύγουν μὲ φλογέρα, θὰ τοῦ φᾶνε τὰ πρόβατα. Ὑπάρχει βοσκός, ποὺ παίζει φλογέρα τὴν ὥρα ποὺ χρειάζονται σφεν­τόνες καὶ ῥόπαλα;

* * *

Οἱ βοσκοὶ εἶνε εἰκόνα τῶν κληρικῶν καὶ τῶν ἱεροκηρύκων, ποὺ ἔχουν ἀναλάβει τὴ μέριμνα γιὰ τὰ λογικὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Κρατοῦν φλογέρα, μιλοῦν δηλαδὴ ἥ­συχα, περιγράφουν τὸ κάλλος τῆς ἀρετῆς ἢ τὴν ἀ­σχημία τῆς ἁμαρτίας. Σὲ καιρὸ εἰρήνης ποιός μπορεῖ νὰ τοὺς κατηγορήσῃ; Ἀλλ᾽ ἐνῷ παίζουν τὴ φλογέρα τους νά καὶ παρουσιάζονται λύκοι· λύκοι πεινασμένοι, αἱμοβόροι, ἀραβικοὶ ὅ­πως λέει ὁ προφήτης (βλ. Ἀββ. 1,8), λύκοι διαφό­ρων χρωμάτων καὶ προελεύσεων. Καὶ τέτοιοι εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ μὲ διαφόρους τρόπους βλάπτουν σωματικὰ ἢ πνευματικὰ τὸ λαό. Νάτους· ὁ ἕ­νας συντηρεῖ κακόφημα σπίτια, ὁ ἄλ­λος χαρτο­παικτικὲς λέσχες, ὁ τρίτος κινηματογράφο καὶ μὲ κακὲς ταινίες καταστρέφει παιδιά, ποὺ τὰ κόκκαλά τους θὰ «διασκορπιστοῦν παρὰ τὸν ᾅδην» (Ψαλμ. 140,7), ὁ ἄλλος ἐκμεταλλεύεται ἐρ­­γάτες, ὁ ἄλλος ὀργανώνει καλλι­στεῖα, ὁ ἄλ­λος ἐκδίδει αἰσχρὰ περιοδικά, ὁ ἄλ­λος σκορπάει προσηλυτιστικὰ ἔντυπα διαφόρων αἱρέσεων. «Λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. 20,29), ἀλλὰ προ­βατόσχημοι· ξέρουν νὰ ὑποκρίνωνται κ᾽ ἐξαπατοῦν.
Κακὸ ἕνας λύκος νὰ ὑποδύεται τὸ πρόβατο· μὰ τὸ χειρότερο εἶνε, ὅταν ἕνας ποιμένας τῶν προ­βάτων γίνεται λύκος! Τέτοιοι λύκοι εἶ­νε οἱ ποιμένες ἐ­κεῖνοι ποὺ ὄχι «διὰ τῆς θύρας» (Ἰω. 10,1-2) ἀλ­λὰ μὲ ποικίλα ἄτιμα μέσα κατώρθωσαν νὰ καταλάβουν ἀξιώματα στὴν ἐκκλησία καὶ τὴν πο­λιτεία. Κάνεις τὸ λύκο βοσκὸ καὶ περιμένεις προ­κοπή; Βοσκοὶ λύκοι! αὐτοὶ κατὰ τὸν ἀπόστο­λο Παῦλο εἶνε οἱ φοβερώτεροι ἐχθροὶ τῆς Ἐκ­κλη­σίας, δὲν «φείδονται τοῦ ποιμνίου» (Πράξ. 20,29). Ὁ Δαυῒδ τοὺς ζωγραφίζει (βλ. Ψαλμ. 9,26-33) καὶ πα­ρακα­λεῖ τὸ Θεὸ νὰ προστατεύῃ τοὺς φτωχοὺς ἀπ᾽ αὐ­τούς· «Ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός, …μὴ ἐπι­λάθῃ τῶν πενή­των» (ἔ.ἀ. 9,33). Ἡ ἀθεόφοβη ἀριστο­κρατία εἶνε ὁ μεγάλος κίνδυνος μιᾶς χώρας, γιὰ τὴν ὁ­ποία ὁ προφήτης θὰ ἔλεγε· «Οἱ ἄρ­χον­­­τες αὐ­τῆς ἐν μέ­σῳ αὐτῆς ὡς λύκοι ἁρπάζον­τες ἁρπά­γματα τοῦ ἐκ­χέαι αἷμα, ὅπως πλε­ονεξίᾳ πλεονεκτῶσι» (Ἰεζ. 22,27).
Ὅλες αὐτὲς τὶς ἀδικίες, τὶς δημόσιες προσ­­βολὲς τοῦ ἠθικοῦ νόμου, πρέπει νὰ τὶς καυτη­ριάζουν οἱ κήρυκες τοῦ Θεοῦ. Ἔχουν χρέος νὰ ἐ­λέγχουν τοὺς δρᾶστες τοῦ κακοῦ σύμφω­να μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὸν Τιμόθεο· «Τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐνώπιον πάν­των ἔλεγχε, ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι» (Α΄ Τιμ. 5,20). Ἀκοῦτε; δὲν λέει «τὴν ἁμαρτίαν», λέει «τοὺς ἁμαρτάνοντας», αὐτοὺς ποὺ ἁρπάζουν τὰ πρόβατα. –Μὰ ἡ φλογέρα εἶνε εὐχάριστη, ἀ­παντοῦν οἱ κήρυκες, πῶς νὰ τὴν ἀφήσουμε;…
Ἀκοῦστε λοιπὸν ὄχι ἐμένα ἀλλὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Καυτηρίαζε τοὺς πλεονέκτες ποὺ ἄφηναν γυμνὸ τὸ φτωχὸ μέσ᾽ στὸ χιονιᾶ. Κ᾽ ἐ­­πειδὴ καταλάβαινε ὅτι δυσαρεστοῦνται, εἶπε· Ξέρω ὅτι σᾶς στενοχωρῶ· ἀλλ᾽ οὔτε ἐγώ, πιστέ­ψτε με, ἀρέσκομαι νὰ ἐλέγχω. Θὰ μοῦ ἄρεσε νὰ μιλῶ γιὰ εὐχάριστα θέματα, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιὰ τὸ ψαλμικὸ «Εἰς τόπον χλόης ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με» (Ψαλμ. 22,2). Ἀλλὰ ὅταν ἔχω ἕνα κατάδικο μελλοθά­νατο, δὲν μπορῶ νὰ τοῦ μιλάω γιὰ τιμὲς καὶ ἀ­­ξιώματα· ἐπείγει νὰ φροντίσω πρῶτα ν᾽ ἀ­παλλα­γῇ ἀπὸ τὴν καταδίκη, καὶ μετὰ τὰ ἄλλα· τὸ ἴδιο καὶ στὸν ἄρρωστο ποὺ ἔχει πυρετὸ αὐτὸ ποὺ πρωτεύει εἶνε, ν᾽ ἀπαλλαγῇ ἀπ᾽ τὴν ἀρρώστια· κ᾽ ἐγὼ μὲ τὸν ἔλεγχό μου ἑτοιμάζω φάρμακα γιὰ νὰ θεραπευθῇ. Ναί, ὁ σκλη­ρὸς ἐ­λεγκτικὸς λόγος διορθώνει ψυχές. Προτιμότερο νὰ καῇς προσωρινὰ ἀπ᾽ τοὺς ἐλέγχους μου παρὰ νὰ καίγεσαι αἰωνίως ἀπ᾽ τὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως.
Ἄλλοτε πάλι ὁ ἱερὸς πατήρ, ἐνῷ ἑρμήνευε τὸν ὕμνο «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ…» (Ἠσ. 6,3), διακόπτει τὴν ἐποικοδομητικὴ ἐκείνη ὁ­μιλία καὶ ἀσκεῖ ἔλεγχο ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων ποὺ τάραζαν τὴν εἰρήνη τοῦ ποιμνίου.
Καὶ ἄλλοτε λέει τὰ ἑξῆς. Ὅσο δὲν μᾶς ἐνωχλοῦσε κανένας, δὲν μιλούσαμε ἐπιθετικά· τώρα ὅμως, ποὺ «λύκοι βαρεῖς» ζητοῦν νὰ πα­ραπλανήσουν τὰ πρόβατά μας, εἴμαστε ὑ­ποχρεωμένοι ν᾽ ἀφήσουμε τὸν ἥσυχο λόγο καὶ ν᾽ ἀγωνιστοῦμε κατὰ τῶν αἱρετικῶν, γιὰ νὰ μὴν πάρουν οὔτε ἕνα πρόβατο τῆς μάνδρας μας. Ὁ Χρυσόστομος καὶ τὴ φλογέρα ἔπαιζε ὑπέροχα, ἀλλὰ καὶ τὴ σφενδόνη χρησιμοποιοῦσε γενναῖα. Κανό­νας του ἦταν· ὅ­ποιος καταπα­τᾷ δημοσίως τὸ νόμο τῆς Ἐκκλησίας καὶ σκανδαλίζει τὸ λαό, πρέπει νὰ ἐλέγχεται. Δὲν χαριζόταν σὲ κανένα. Ὅταν αὐλοκόλακες ἔστησαν ἔξω ἀπ᾽ τὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἄγαλμα τῆς αὐ­τοκράτειρας Εὐδοξίας κ᾽ οἱ φω­νές τους ἔφταναν ὣς τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο, ἤ­λεγ­ξε γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐκείνους καὶ τὴ βασίλισσα.
Ὅλοι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιοῦσαν τὸν ἐλεγκτικὸ λόγο γιὰ ἄρχοντες· καὶ ἔχασαν ἄμβωνες καὶ θρόνους, καὶ πέθαναν σὲ φυλακὲς καὶ ἐξορίες. Ἐμεῖς τώ­ρα ξέρουμε νὰ ἐγκωμιάζουμε τοὺς πατέρες, ἀλλὰ δὲν τοὺς μι­μούμεθα. Κι ὁ λαὸς ἐνδομύχως γελάει εἰς βάρος μας. Δὲν ἐλέγχουμε τὸν ἕνα γιατὶ ἔχει ἀ­ξίωμα, τὸν ἄλλο γιατὶ εἶνε πλού­σιος, τὸν ἄλλο γιατὶ εἶνε φίλος, τὸν ἄλλο γιατὶ κινδυνεύουν τὰ συμφέροντά μας… Ἕνας ἐ­φάμαρτος μη-μου­-­απτισμὸς ἐπικρατεῖ. Κολακεύουμε καὶ κολακευ­όμεθα. Βλέπουμε ἀδικίες καὶ ἐγκλήματα, καὶ τὰ προσπερνοῦμε ὅπως ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης τῆς γνωστῆς παραβολῆς (βλ. Λουκ. 10,30-35), Καμμία εἰλικρίνεια· ὑποκρισία βασιλεύει στὶς σχέσεις κλή­ρου καὶ λαοῦ, οἱ ὑφιστάμενοι ἐξαν­τλοῦνται σὲ ἐ­μετικὲς κολακεῖες. Ἀκοῦς καὶ ὀνομάζουν ἀπὸ ἄμβωνος σοφὸ τὸν ἄσοφο, ἐλεήμονα τὸ φιλάρ­γυ­ρο, εὐσεβῆ τὸν ἀσεβῆ, φύλακα τῆς Ὀρθοδο­ξί­ας τὸ νεωτεριστή· ἕνα θρησκευτικὸ ψέμα ἐ­πιπλέει ἐπάνω στὴν κοινωνικὴ ἄβυσσο.

* * *

Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, θεολόγοι καὶ ἱεροκή­ρυκες! ἀφῆστε γιὰ λίγο τὶς φλογέρες καὶ πάρτε τὶς σφεντόνες, κηρύξτε ἐλεγ­κτικά. –Ἐμεῖς, θὰ πῆτε, δὲν εἴμαστε Χρυσόστομοι, εἴμαστε ἀ­δύ­νατοι… Δὲν διαβάσατε ὅμως πῶς ὁ Δαυῒδ νί­κησε τὸ Γολιάθ; ἔρριξε κάτω τὸ γίγαντα μὲ ἕ­ναν ἀπ᾽ τοὺς πέντε λίθους ποὺ πῆρε ἀπ᾽ τὸ χεί­μαρρο (βλ. Α΄ Βασ. 17,40-49). Τὴ σφενδόνη καὶ τοὺς πέν­τε λίθους ἄφησε ὡς σύμβολο ὁ Δαυῒδ στοὺς ἀ­γω­νιστάς. Ἀν­τὶ τῶν πέντε λίθων εἶνε οἱ «πέν­τε λόγοι» (Α΄ Κορ. 14,19), ποὺ ἤθελε νὰ πῇ στοὺς Χρι­στιανοὺς ὁ Παῦλος καὶ τοὺς ἑρμήνευσε ὁ Νικηφόρος Θεο­τόκης. Τοὺς χρησιμοποιήσαμε; Ἂν χρησιμοποι­ούσαμε τὴν ἁπλῆ καὶ οὐσιώδη ἐ­λεγκτικὴ διδα­σκαλία, θὰ βλέπαμε συγχρόνους Γολιὰθ θὰ νικιῶνται. Δὲν ὑ­πάρχει κακὸ ποὺ νὰ μὴν τὸ νικᾷ ἡ πίστις, ἡ ὁ­­ποία καὶ βουνὰ σηκώνει καὶ τὰ ῥίχνει στὴ θάλασσα κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου (βλ. Ματθ. 21,21. Μᾶρκ. 11,23).
Καιρὸς σφενδόνης τώρα, ἀδελφοί μου. Ὑ­πάρχουν πολλὲς φλογέρες στὴν Ἐκκλησία, λεί­πουν ὅμως σφεντόνες, κηρύγματα Φλαμιά­του καὶ Παπουλάκου, κηρύκων μὲ ἀπόφασι θα­νάτου. Τὰ κηρύγματα αὐτὰ δυσ­τυχῶς δὲν ἐκ­τι­μῶνται ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἐκκλησία. Οἱ λύκοι τρῶ­νε τὰ πρόβατα κ᾽ ἐμεῖς φλοῦ – φλοῦ παίζουμε τὴ φλο­γερίτσα μας. Ἔτσι ἀγωνίστηκαν οἱ ἅγιοι πατέρες; Τί λέει ὁ ὑμνογράφος γι᾽ αὐτούς· «Ὅλην συλλεξάμενοι ποιμαντικὴν ἐπιστήμην καὶ θυ­μὸν κινήσαντες νῦν τὸν δικαιότατον ἐν­δικώτατα, τοὺς βαρεῖς ἤλασαν καὶ λοιμώδεις λύκους τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος ἐκ­σφενδονήσαντες τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πλη­ρώματος…» (αἶν. ἁγ. Πατ.). Ἂν παρ᾽ ὅλα αὐτὰ οἱ ἱεροκή­ρυκές μας ἐξ­ακολουθοῦν νὰ παίζουν φλογέρα, τότε ἕνας βο­σκὸς τῆς Πίνδου θὰ εἶνε κατήγορός μας ἐν ἡ­μέρᾳ κρίσεως. Διότι «καιρὸς παντὶ πράγματι» (Ἐκκλ. 3,1). Καλὴ ἡ φλογέρα ἐν καιρῷ εἰρήνης· ἀλ­λὰ τὸ νὰ παίζῃς φλογέρα σὲ καιρὸ μάχης, τότε ποὺ κατὰ τὸν προφήτη πρέ­πει καὶ «ὁ πραῢς νὰ γίνῃ μαχητής» (Ἰωὴλ 4,11), κι ὄχι μόνο αὐτὸ ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποτρέπῃς καὶ τοὺς ἄλ­λους νὰ πάρουν σφενδόνη καὶ νὰ τοὺς κατη­γορῇς ὡς τρελλούς, αὐτὸ ἀποτε­λεῖ πρᾶξι ποὺ ἀποφεύγω νὰ τὴ χαρακτηρίσω.
Ἀρκετὰ τὰ φλοῦ-φλοῦ· τώρα εἶνε καιρὸς γιὰ σφεντόνα Δαυῒδ μὲ πέντε λίθους. Τοὺς ἔχουμε; θὰ νικήσουμε· δὲν τοὺς ἔχουμε, δὲν μᾶς σῴ­ζουν οἱ φλογέρες ποὺ παίζουν σὲ αὐ­λὲς ἀρχι­ερέων, ἱερατικῶν καὶ θεολογικῶν σχολῶν, θρη­σκευτικῶν συλλόγων καὶ ἀδελφοτήτων.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 

Περιληπτικὴ μεταφορὰ σὲ ἁπλῆ γλῶσσα ἄρθρου ποὺ δημοσιεύθηκε πρὶν ἀπὸ 67 χρόνια στὸ περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Σπίθα» (Κοζάνη, φ. 136/Νοέμβριος 1952) καὶ περιελήφθη στὰ βιβλία «Σημεῖα τῶν καιρῶν» (Ἀθῆναι 1953, σ. 217) καὶ «Ὁ ἔλεγχος» (Ἀθῆναι 1983, σ. 24) 28-11-2018.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΓΕΡΒΑΣΙΟ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟ 1877-1964 (Απο την «Χριστιανικη Σπιθα» 1965). ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΠΙΣΤΩΝ Ο ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΣ

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΓΕΡΒΑΣΙΟ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟ 1877-1964 (Απο την «Χριστιανικη Σπιθα» 1965). ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΠΙΣΤΩΝ Ο ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΣ

Χριστιανική Σπίθα 1965
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

 

† ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ
(1877 – 1964)

Εἰς μνημόσυνον

(Εἰς τὸ ὑπʼ ἀριθμ. 273/1964 φύλλον τῆς «Σπίθας» ἀναγγέλοντες τὴν πρὸς Κύριον ἐκδημίαν τοῦ ἀειμνήστου π. Γερβασίου ἐγράφομεν, ὅτι τὸ ἐπόμενον φύλλον θὰ ἀφιεροῦτο εἰς τὴν μνήμην αὐτοῦ. Ἀλλὰ λόγω βαρείας ἀσθενείας τοῦ Συντάκτου τῆς Σπίθας ἡ ὑπόσχεσις ἐκείνη δὲν ἐπραγματοποιήθη. Ἐπὶ τῆ συμπληρώσει ἔτους ἀπὸ τῆς ἐκδημίας αὐτοῦ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ χρέος δίδοντες μίαν σκιαγραφίαν τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου τοῦ ἀειμνήστου τοῦτου ἱεραποστολικοῦ ἀνδρός).

«Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3, 12)

Αἰπόλοςπ. Γερβασιος
Ὁ π. Γερβάσιος δὲν εἶλκε τὴν καταγωγὴν ἀπὸ τοὺς κατὰ κόσμον εὐγενεῖς. Δὲν ἐγεννήθη εἰς περιβάλλον «ἀριστοκρατικῆς» τινος οἰκογενείας, ἡ ὁποία καυχᾶται διὰ τὰ πλούτη καὶ τὴν δύναμίν της. Ἡ καταγωγή του ἦτο ταπεινή. Εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ἕν μικρὸν καὶ ἄσημον χωρίον, Γρανίτσαν τῆς Γορτυνίας. Ὤ! Αὐτὰ τὰ μικρὰ καὶ ἄσημα χωρία, τὰ ὁποῖα οὐδὲ κἄν σημειώνονται εἰς τὸν γεωργαφικὸν χάρτην, πόσας φορὰς ἀναδεικνύονται ὑπέρτερα τῶν πόλεων, τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων. Μέσα ἀπὸ τὴν ὕπαιθρον, μέσα ἀπὸ τὰ χαμόσπιτα καὶ τὰς καλύβας ἐξέρχονται ὑπέροχοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν ὑψίστας εὐεργεσίας εἰς τὰς κοινωνίας καὶ τὰ ἔθνη. Ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ πού τόσον περιφρονεῖται, ὥς ποτε ἡ Ναζαρέτ, ἀνατέλλουν ἥλιοι, ὡς ἔλεγε χαρακτηριστικῶς ὁ ἀείμνηστος ἐθνικός μας ἱστορικὸς Παπαρρηγόπουλος πλέκων τὸ ἐγκώμιον ἐξόχου ἀνδρός, τοῦ Ἀσωπίου, ὅστις εἶλκε τὴν καταγωγήν του ἐκ τῶν ταπεινῶν του λαοῦ τάξεων. Καὶ ἐκ τοῦ μικροῦ καὶ ἀσήμου χωρίου τῆς Γορτυνίας ἐξῆλθε φῶς, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ φωτίση τὴν πρωτεύουσαν τῆς Πελοποννήσου καὶ νʼ ἀκτινοβολήση ἀκόμη πέραν τῶν ὀρίων αὐτῆς.
Ἐξ οἰκογενείας βοσκῶν κατήγετο ὁ π. Γερβάσιος. Μικρὸς ἐβοήθει τὸν πατέραν του εἰς τὴν βοσκὴν προβάτων καὶ αἰγῶν. Ἡ μάνδρα, εἰς τὴν ὁποίαν συναθρίζονται τὰ πρόβατα, ἡ «στροῦγγα», τῶ ἦτο μία προσφιλὴς λέξις. Ὁ π. Γερβάσιος θὰ ἠδύνατο, ὡς ἄλλος Ἀμώς, νὰ εἴπη˙ «οὐκ ἤμην προφήτης ἐγώ, οὐδὲ υἱὸς προφήτου, ἀλλʼ ἤ αἰπόλος ἤμην καὶ κνίζων συκάμινα˙ καὶ ἀνέλαβέ με Κύριος ἐκ τῶν προβάτων, καὶ εἶπε Κύριος πρός με˙ βάδιζε προφήτευσον ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ» (Ἀμὼς 7, 14-15). Γέρων πλέον, περὶ τὰς δυσμὰς τοῦ βίου του εὑρισκόμενος, ἀνεπόλει τὰς ἡμέρας τῆς παιδικῆς του ἡλικίας. Ἡ καρδία του ἦτο πλήρης εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς στάνης τῶν ἀλόγων προβάτων ἔλαβεν αὐτὸν καὶ εἰς ποιμένα λογικῶν προβάτων ἀνύψωσεν. Εἰς τὰ πνευματικά του τέκνα ἔλεγε˙ Παιδιά μου, ὁ Κύριος μὲ ἔκανε ἄρχοντα. Μὲ ἐπῆρε ἀπὸ τὴν στροῦγγα καὶ μὲ ἔβαλεν εἰς τὸν θρόνον του… Ναί, ἄρχων! Ἀλλά χωρὶς χρυσίον καὶ ἀργύριον. Ἄρχων πνευματικός.
Ἐπίσκοποι Ἱερόθεος καὶ Νεκτάριος ἐμπνευσταὶ
Ἀλλὰ πῶς ἀπὸ τῆς μιᾶς ποίμνης εἰς τὴν ἄλλην ποίμνην εὑρέθη; Πῶς ἐξειλίχθη εἰς ἕνα πρώτου μεγέθους πνευματικὸν ὁδηγόν; Ἡ ἱστορία τοῦ π. Γερβασίου εἶνε πολὺ συγκινητικὴ καὶ διδακτική. Διότι καὶ εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἐκλεκτοῦ τούτου ἐργάτου τοῦ Εὐαγγελίου φαίνεται ἡ θεία Πρόνοια, ἡ ὁποία διὰ ποικίλων μέσων κατευθύνει τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐκ τοῦ βάθους εἰς τὸ ὕψος ἀνάγει τὰ ἄτομα. Ἐκ τῆς κοπρίας ἀνιστὰ πένητα… Εἰς τὴν παιδικὴν ψυχὴν τοῦ π. Γερβασίου ὁ Οὐρανὸς εἶχε ἀνάψει πῦρ, σφοδρὸν πόθον γνώσεως καὶ ἀρετῆς. Ἡ ἱστορικὴ Μονὴ τοῦ Μ. Σπηλαίου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐλειτούργει τότε Σχολαρχεῖον, ἠλέκτριζε τὸ πνεῦμά του.

Πρὸς τὰς κορυφάς, τὰ ὄρη τὰ ὑψηλὰ τῆς θεωρίας καὶ τῆς ἀρετῆς ἔστρεφε τὰ βλέμματά του. Δὲν ἠδύνατο νὰ μείνη εἰς τὸ χωρίον του. Μίαν λοιπὸν ἡμέραν ἐγκαταλείπει τὸ οἰκογενειακὸν περιβάλλον, ἐγκαταλείπει τὴν στάνην καὶ ἀρχίζει νὰ βαδίζη πρὸς τὰ ἐκεῖ. Ἡ ἀπόστασις ἦτο μακρυνή. 200 χιλιόμετρα. Δρόμοι ἀνώμαλοι, δύσβατοι διʼ ἕνα μικρὸν παῖδα. Κατάκοπος, χωλαίνων ἔφθασεν εἰς τὸν προορισμόν του. Ἐνεγράφη εἰς τὸ Σχολαρχεῖον καὶ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν μαθημάτων τοῦ Σχολαρχείου κατῆλθεν εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, διὰ νὰ ἐγγραφῆ εἰς τὸ Γυμνάσιον.
Εἰς τὰς Πάτρας ἐπίσκοπος ἦτο τότε μὶα ἀπὸ τὰς ἁγιωτέρας ἀρχιερατικὰς φυσιογνωμίας, ποὺ ἐγνώρισε μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 ἡ νεωτέρα Ἑλλάς. Ἦτο ὁ ἀείμνηστος Ἱερόθεος Μητρόπουλος. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς διοικήσεώς του τὸ ἐπισκοπεῖον εἶχε γίνει κέντρον πνευματικῆς ζωῆς καὶ δραστηριότητος, κυψέλη εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον θέσιν οἱ κηφῆνες, οἱ κατὰ σάρκα συγγενεῖς, οἱ ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀρετήν, οἱ ὁποῖοι ἐπιπίπτουν εἰς γαμψώνυχα ὄρνεα εἰς τὰς ἐπισκοπάς. Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν τότε μακρὰν ἀπὸ τὸ ἐπισκοπεῖον Πατρῶν. Λέγεται ὅτι ἀδελφή, ἥτις ἀφίχθη εἰς Πάτρας διὰ νὰ ἐπισκεφθῆ τὸν Ἱερόθεον, δὲν ἐκοιμήθη εἰς τὸ ἐπισκοπεῖον, ἀλλʼ ὑπεχρεώθη νὰ μείνη εἰς ξενοδοχεῖον. Ἐπισκοπεῖον ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Ἱεροθέου=Στρατηγεῖον τοῦ Πνεύματος, ποὺ κατήρτιζε σχέδια διὰ πόλεμον κατὰ τοῦ Σατανᾶ καὶ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ. Πέριξ τοῦ ἐπισκόπου ἱεροθέου συνεκροτήθη ἐπιτελεῖον ἀποτελούμενον ἀπὸ φλογεροὺς ἐργάτας τοῦ Εὐαγγελίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων διεκρίνετο ὁ ἅγιος ἐκεῖνος κληρικός, ὁ ἀείμνηστος πατὴρ Εὐσέβιος Ματθόπουλος. Ὀλίγα ἔτη ἐποίμανε τὸν λαὸν τῶν Πατρῶν ὁ ἐπίσκοπος Ἱερόθεος, ἀλλʼ ἡ ἐπὶ τοῦ λαοῦ ἐπίδρασίς του ἦτο βαθεῖα. Ἀφῆκεν ἀνεξίτηλα ἴχνη διαβάσεως.
Ἀλλὰ τί ἔπαθες; θὰ μοῦ εἴπητε. Περὶ Γερβασίου ἤ περὶ Ἱεροθέου γράφετε; Γερβάσιον βιογραφοῦμεν, τὰ δὲ περὶ Ἱεροθέου ὀλίγα ἐδῶ γραφόμενα σκοπὸν ἔχουν νὰ δείξουν, ὅτι ἡ ἁγία ἐκείνη φυσιογνωμία τοῦ ἐπισκόπου Πατρῶν συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ π. Γερβασίου. Ἐν τῶ προσώπω τοῦ Ἱεροθέου ὁ νεαρὸς Γερβάσιος εἶδε πρότυπον ἱεραποστολικοῦ ἀνδρός, ἀληθοῦς ἐπισκόπου, ὅστις δὲν ἔζη διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ δὲν ἐθησαύριζε διὰ φίλους καὶ συγγενεῖς, ἀλλʼ ἔζη διὰ τὸν λαόν, ἔζη διὰ τὸν Θεόν. Ἡ ζωὴ τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου ἐπέδρασε σπουδαίως ὄχι μόνον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ νεαροῦ Γερβασίου, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους νέους, νεωτέρους τοῦ π. Γερβασίου, οἱ ὁποῖοι συνελλήφθησαν εἰς τὴν ἱεραποστολικὴν σαγήνην ποὺ ἥπλωσεν ὁ Ἱερόθεος καὶ οἱ συνεργάται του, καὶ ἀνεδείχθησαν δόκιμοι τοῦ Εὐαγγελίου ἐργάται, πρωτοπόροι εἰς μίαν νέαν ἱεραποστολικὴν δρᾶσιν είς τὸ Ἔθνος μας. Ὅταν ὁ ἀρχιερατικὸς θρόνος ἀκτινοβολῆ ἀπὸ πίστιν καὶ ἀρετήν, ὅπως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἱεροθέου Πατρῶν, οἱ νέοι ἐλκύονται καὶ ἀκολουθοῦν τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδὸν τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος.
Μαθητὴς Γυμνασίου εἶχεν ἐγγραφῆ ὡς μοναχὸν εἰς τὴν Ἱ. Μονὴν Γηροκομείου Πατρῶν. Ἐκ δὲ τοῦ Γυμνασίου ἐνεγράφη εἰς τὴν Ῥιζάρειον Σχολήν, τῆς ὁποίας διευθυντὴς ἦτο ὁ ἀοίδιμος ἐπίσκοπος Πενταπόλεως Νεκτάριος, ὁ ἐσχάτως ἅγιος ἀνακηρυχθείς. Καὶ τοῦ ἁγίου τούτου ἐπισκόπου ἡ ἐπὶ τοῦ π. Γερβασίου ἐπίδρασεις ἦτο ὑπόδειγμα ἱεροσπουδαστοῦ. Ἠρίστευσε καὶ ἐβραβεύθη. Εἶχεν ἐν τῶ μεταξὺ χειροτονηθῆ διάκονος. Ὡς διάκονος δὲ ἐνεγράφη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν Ἀθηνῶν καὶ ἐπὶ μίαν τετραετίαν μετʼ ἄλλων ἐκλεκτῶν φοιτητῶν παρηκολούθησε τὰς παραδόσεις καὶ ἠξιώθη νὰ λάβη τὸ δίπλωμά του ὡς διδάκτωρ μὲ τὸν βαθμὸ ἄριστα. Ἦτο πνεῦμα εὐφυές, σπινθηροβόλον, καὶ εὐκόλως ἀπερρόφα πᾶσαν θεολογικὴν γνῶσιν.
Εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος
Μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ διπλώματός του ὁ π. Γερβάσιος διωρίσθη καθηγητὴς εἰς Σῦρον. Εἰς τῆν ὡραίαν αὐτὴν πρωτεύουσαν τῶν Κυκλάδων ἐπʼ ὀλίγον ἔμεινεν. Φωνὴ ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς μετανοίας του, ἐκ τῆς Ἱ. Μ. Γηροκομείου, φωνὴ Θεοῦ τὸν ἐκάλει νʼ ἀφήση τὸ καθηγητικὸν στάδιον, καὶ ὁ π. Γερβάσιος ὑπήκοος γενόμενος εἰς τὴν φωνὴν αὐτὴν ἐσπευσμένως φεύγει ἐκ Σύρου καὶ ἔρχεται εἰς Πάτρας καὶ ἀναλαμβάνει διακονίαν ἐν τῆ Ἱ. Μονῆ.
Ἦτο Ὀκτώβριος 1912. Ἄλλη τότε φωνή, ἡ φωνὴ τῆς Πατρίδος, τὸν ἐκάλει νʼ ἀφήση πρὸς τὸν καιρὸν τὸ πνευματικὸν περιβάλλον τῆς Ἱ. Μονῆς καὶ νὰ σπεύση εἰς τὸν Στρατὸν πρὸς πνευματικὴν βοήθειαν τῶν ὑπὲρ ἐλευθερίας Ἑκατομμυρίων δούλων ἀδελφῶν ἀγωνιζομένων παιδιῶν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Καὶ ὁ φλογερὸς πατριώτης ἔσπευσεν εἰς τὸ προσκλητήριον τῆς Πατρίδος. Ὡς στρατιωτικὸς ἱερεὺς καὶ ἱεροκῆρυξ παρηκολούθησε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν διδάσκων, παρηγορῶν καὶ ἐμψυχώνων. Διέτρεξεν ὅλα τὰ Ἠπειρωτικὰ καὶ Μακεδονικὰ πεδία, ἡ δὲ ἀνακωχὴ εὗρε τὸν π. Γερβάσιον μεταξὺ τῶν εὐζώνων εἰς τὴν πλέον προκεχωρημένην γραμμὴν τοῦ μετώπου. Συγκινητικὴ ἦτο ἡ στιγμὴ τῆς συναντήσεως τοῦ π. Γερβασίου μετʼ ἄλλου ἱεροκήρυκος τοῦ Στρατοῦ ( Ἰδὲ τὸ ὑπʼ ἀριθμ. 188/1964 φύλλον τοῦ περιοδικοῦ «Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής»).
Φωτογραφίαν τοῦ π. Γερβασίου ὡς στρατιωτικοῦ ἱερέως τῶν Βαλκανικῶν πολέμων δημοσιεύομεν εἰς τὸ παρὸν φύλλον. – Ἄς κάμωμεν ἐδῶ μίαν μακρᾶν παρέκβασιν. Ὅσοι ἐγνώρισαν τὸν π. Γερβάσιον εἰς γεροντικὴν ἡλικίαν δὲν δύνανται εἰς τὴν φωτογραφίαν αὐτὴν νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν. Φεῦ! Πόσον ἡ ὄψις τοῦ ἀνθρώπου μεταβάλλεται! Ἀλλὰ μακάριοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, παρʼ ὅλην τὴν φθορὰν ποὺ ἐπιφέρει ὁ πανδαμάτωρ χρόνος, διατηροῦν τὴν πνευματικὴν ἀκμήν, τὴν νεότητα τῆς ψυχῆς. Ὑπάρχουν νέοι, οἱ ὁποῖοι ἐσωτερικῶς ἔχουν γηράσει καὶ καταπέσει καὶ εἶνε ἐγγὺς θανάτου, θανάτου ψυχικοῦ. Ὑπάρχουν δὲ ἀντιθέτως γέροντες, οἱ ὁποῖοι μέχρι τελευταίας των πνοῆς δροσίζονται ἀπὸ τὰς αὔρας τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καὶ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν μεταδίδουν εἰς τὸν πέριξ αὐτῶν κόσμον. Περὶ αὐτῶν τῶν γερόντων, τοὺς ὁποίους ὁ χρόνος δὲν καταβάλλει, δύναται νὰ λεχθῆ τὸ ψαλμικὸν «ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου» (Ψαλμ. 102, 5). Καὶ αὐτὴν τὴν πνευματικὴν δραστηριότητα, τὴν «φρεσκάδα» διετήρησε μέχρι τέλους ὁ π. Γερβάσιος. Ἦτο ὁ σεβάσμιος γέρων μὲ παιδικὴν καὶ νεανικὴν καρδίαν.
Μετὰ τὸ τἐλος τῶν νικηφόρων πολέμων τοῦ 19+12-1913, διὰ τῶν ὁποίων ἡ μικρά μας Πατρὶς ἐδιπλασιάσθη καὶ ἑκατομμύρια δούλων ἀδελφῶν μας ἀπηλευθερώθησαν ἐκ τοῦ βαρβάρου Τουρκικοῦ ζυγοῦ, ὁ π. Γερβάσιος, φέρων εἰς τὸ στῆθός του τὰ παράσημα τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξης, ἐπιστρέφει εἰς τὰς Πάτρας. Ἦτο πλέον ὥριμος ἀνήρ, ἡλικίας 36 ἐτῶν. Μὲ σωματικὰς καὶ πνευματικὰς δυνάμεις ἐν ἀκμῆ, μὲ μόρφωσιν Θεολογικὴν καὶ ἐγκυκλοπαιδικήν, μὲ πεῖραν πολύτιμον, μὲ πίστιν πρὸ παντός ἀκράδαντον εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡμοίαζε μὲ γεγυμνασμένον στρατιώτην, ἕτοιμον νὰ ῥιφθῆ εἰς τὸν ἀγῶνα.
Σκάνδαλα ἐπισκοπῆς Πατρῶν
Ἀλλʼ εἰς τὰς Πάτρας, ὅτε ὁ π. Γερβάσιος ἐπρόκειτο νʼ ἀρχίση τὸ ἱεραποστολικόν του ἔργον, δὲν ἔζη πλέον ὁ ἀοίδιμος ἐπίσκοπος Ἱερόθεος. Ὤ! Ἐὰν ἔζη θὰ τὸν κατησπάζετο καὶ θὰ τὸν συμπεριελάμβανεν εἰς τὸ πνευματικόν του ἐπιτελεῖον. Ὁ Ἱερόθεος εἶχεν ἐκδημήσει πρὸ πολλοῦ. Εἰς τὸν ἔνδοξον θρόνον τῶν Πατρῶν εὑρίσκετο ἄλλος. Ποῖος; Ἦτο ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ; Ὄχι! Ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῶν Πατρῶν μετὰ τὴν ἐκδημίαν τοῦ Ἱεροθέου ἐζήτησεν ὡς ἐπίσκοπον τὸν φλογερὸν ἐργάτην τοῦ Εὐαγγελίου ἀρχιμ. Πανάρετον Δουληγέρην, ὡς ἱκανὸν νὰ συνεχίση τὸ ἱεραποστολικὸν ἔργον ἐκείνου. Ἀλλὰ τὶς ἀκούειτὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ; Πρῶτος προὐτάθη ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως κληρικὸς φημιζόμενος μὲν ὠς εὐγενὴς καὶ γνώστης Εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν, ἀλλὰ ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος, ξένος πρὸς τοὺς πόθους καὶ τὰ ὄνειρα τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τῶν Πατρῶν. Ἐν ἀγνοία τοῦ λαοῦ ἐξελέγη ὑπὸ τῶν κρατούντων ὁ ἐφημέριος Λονδίνου ἀρχιμ. Ἀντώνιος Παράσχης.
Ἡ συμφορὰ ἐνέσκηψε. Διότι συμφορὰ θρησκευτικὴ καὶ ἐθνικὴ εἶνε ἡ ἐκλογὴ κακοῦ πνευματικοῦ ἡγέτου. Ὁ Ἀντώνιος ὑπῆρξεν ὁ ἀντίπους τοῦ Ἱεροθέου. Τὸ ἐπισκοπεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνήγειρεν ὁ ἀοίδιμος Ἱερόθεος διὰ νὰ εἶνε κυψέλη, στρατηγεῖον τοῦ πνεύματος, μετεβλήθη ἐπὶ τοῦ διαδόχου του εἰς μέγαρον ἀστικῆς οἰκογενείας, εἰς κονάκι τῶν κατὰ σάρκα συγγενῶν, οἱ ὁποῖοι περιεστοίχιζον τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον ἐπίσκοπον. Τὸ ἀποτέλεσμα; Ἐνῶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀοιδίμου Ἱεροθέου οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ ἐκστομίση τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν περὶ τῆς ἠθικῆς ἀκεραιότητος τοῦ ἐπισκόπου, διότ ἦτο κοινὴ συνείδησις τοῦ ποιμνίου ὅτι ὁ Ἱερόθεος ἦτο ἀνώτερος τῆς ὕλης, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἀντωνίου ἤρχισαν νὰ διαδίδωνται ἀπʼ ἀκρου εἰς ἄκρον τῆς ἐπισκοπῆς φρικτὰ πράγματα, ὅτι δηλαδὴ χειροτονίαι, μεταθέσεις καὶ προαγωγαὶ ἐγίνοντο ἀντικείμενον αἰσχρᾶς συναλλαγῆς τῶν περὶ τὸν ἐπίσκοπον προσώπων. Ἀνάξια ὑποκείμενα ἐχειροτονοῦντο, προήγοντο καὶ κατελάμβανον τὰς καλλιτέρας καὶ πλουσιωτέρας ἐνορίας τῶν Πατρῶν. Ἔκφρασις τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ λαοῦ ἐκ τῶν φρικτῶν διαδόσεων ἦτο ἡ κατὰ τοῦ Ἀντωνίου καὶ τῶν συνεργατῶν του ἱερέων τὸν Νοέμβριον τοῦ 1911 ὑποβληθεῖσα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν μήνυσις ἐντίμου πολίτου τῆς πόλεως Πατρῶν, τοῦ Δημ. Ἀνδρεοπούλου, ἀρχιτέκτονος. Ἡ μήνυσις ἐξετυπώθη καὶ ἐκυκλοφόρησε κατὰ χιλιάδας εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, ἕν δὲ ἀντίγραφον αὐτῆς διεσωθὲν εἰς χεῖρας εὐσεβοῦς μοὶ ἀπεστάλη. Ἀνέγνωσα καὶ ἔφριξα. Ἐν τῆ μηνύσει ταύτη καταγγέλονται εὐθαρσῶς 17 περιπτώσεις σιμωνίας, πώλησις τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων. Τὸ Δικαστήριον διʼ ἔλλειψιν, ὡς ἔλεγεν ἡ ἀπόφασις, ἀποδεικτικῶν στοιχείων, ἔτι δὲ καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς παραγραφῆς τῶν ἐγκλημάτων, ἀπήλλαξε τὸν ἐπίσκοπον τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔντιμον μηνυτήν, ὅστις ἐξέφρασεν ἐν προκειμένω τὴν ἀγωνίαν τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν τῶ ἐπισκοπείω ἀθλιότητα, περιεφρούρησεν. Δὲν ἀπέκλεισε τὴν ἰδέαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν ἐγγὺς τῶ ἐπισκόπω προσώπων. Δὲν ἐπέβαλε τῶ μηνυτῆ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Διὸ καὶ οὐδεὶς τῶν μηνυθέντων ἐτόλμησε νὰ τὸν μηνύση ἐπὶ συκοφαντικῆ δυσφημήσει. Πάντως ὁ μελετῶν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Διακστηρίου ὄπισθεν τῆς νομικῆς διατυπώσεως εὐκόλως διακρίνει ὅτι εἰς τὴν σκέψιν τῶν τότε δικαστῶν διὰ λόγους σεβασμοῦ πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας ἐπεκράτησεν ἡ σκοπιμότης. Κακῶς! Διότι ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία μιᾶς ῥιζικῆς καθάρσεως…
Τὸ ἐπισκοπικὸν κῦρος κατόπιν τῆς ἀνωτέρω μηνύσεως καὶ ἄλλων γεγονότων κατέπεσε, καὶ ὁ γλωσσομαθὴς ἐκεῖνος ἐπίσκοπος, τὸν ὁποῖον ἡ ἄρχουσα τάξις τῶν μασόνων άνεβίβασεν εἰς τὸ ὕψιστον ἀξίωμα διὰ νὰ κολακεύη καὶ νὰ λιβανίζη, εἰς τὰ χείλη τοῦ λαοῦ ἐφέρετο κατὰ τὴν ἐπιεικεστέραν κρίσιν, ὡς ἕνας ἐπίσκοπος, ὅστις ἔγινε διὰ νὰ ἐξυπηρετήση τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῶν συγγενῶν του, τῶν ὁποίων ὁσημέραι καὶ ἐγίνετο τὸ θλιβερὸν ὄργανον ἐπὶ ἐξευτελισμῶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος.

Διωγμὸς
Μέσα εἰς ἕνα τοιοῦτον ἐκκλησιαστικὸν περιβάλλον ποῖος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου δύναται νʼ ἀνθέξη; Καὶ μέσα εἰς τὸ ἄθλιον αὐτὸ περιβάλλον ἐκαλεῖτο νὰ ἐργασθῆ ποῖος; Ὁ πατὴρ Γερβάσιος! Ἡ σύγκρουσις μὲ τὸν ἐπίσκοπον καὶ τὸ περιβάλλον, ὅσονδήποτε καὶ ἐὰν ὁ π. Γερβάσιος προσεπάθει νὰ τὴν ἀποφύγη διὰ νὰ μὴ παρεβληθῆ ἐμπόδιον εἰς τὸ ἱεραποστολικόν του ἔργον, ἦτο ἀναπόφευκτος. Ἀφορμὴ τῆς συγκρούσεως ἐδόθη: Ὁ π. Γερβάσιος χάριν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, ὅστις τὸν περιέβαλε μὲ θερμὴν ἀγάπην, εἶχε διοργανώσει καθημερινὰ ἀπογευματινὰ κηρύγματα, γινόμενα εἰς τὰς 7 μ.μ. Ἀλλʼ «ἀριστοκρατικοί τινες κύκλοι» τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι ἔφερον βαρέως, τὸ ὅτι αἱ ὑπηρέτριαι ἀπουσίαζον κατὰ τὴν ὥραν αὐτὴν καὶ ἤκουον τό… κήρυγμα τοῦ καλογήρου, τοῦ π. Γερβασίου, ὡς καὶ φθονεροί τινες κληρικοὶ τῆς πόλεως ἐζήτησαν παρὰ τοῦ ἐπισκόπου, ὅπως ὁρίση ὠς ὥραν τῶν φλογερῶν κηρυγμάτων τὴν 4 μ.μ. Ὁ ἐπίσκοπος ὑπεχώρησε καὶ διέταξε τὴν ἀλλαγὴν τῆς ὥρας. Τοῦτο ἰσοδυνάμε μὲ ἔμμεσον ἀπαγόρευσιν τοῦ κηρύγματος. Διότι πῶς εἶνε δυνατὸν ὁ ἐργαζόμενος λαὸς νὰ παρακολουθήση κηρύγματα εἰς ὥραν, καθʼ ἥν οὗτος εἰργάζετο εἰς τὰ ἐργοστάσια καὶ λοιπὰς ἐργασίας του; Ἐκ τῆς παραλόγου διαταγῆς τοῦ ἐπισκόπου προῆλθεν ἀναστάτωσις. Ὁ εὐσεβὴς λαός, παρακολουθῶν ὡς ἔλαφος διψῶσα τὸ κήρυγμα τοῦ λαμπροῦ καὶ ἀκαμάτου ἐργάτου τοῦ Εὐαγγελίου, κατέκλυσε τὸν πρὸ τοῦ Ναοῦ χῶρον. Αἱ θύραι τοῦ Ναοῦ κατὰ διαταγὴν τοῦ ἐπισκόπου ἦσαν κλεισταί. Ἀλλʼ ὁ λαὸς ἤνοιξε βιαίως τὸν Ναὸν καὶ ὁ π. Γερβάσιος, ὡς πάντοτε, ἀνῆλθεν εἰς τὸν ἄμβωνα, ὡμίλησε καὶ κατηύνασε τὰ πνεύματα. Ὁ ἐπίσκοπος θὰ ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ τὸν εὐγνωμονῆ. Διότι τὸ ῥεῦμα τοῦ λαοῦ θὰ ἠδύνατο νὰ στραφῆ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως καὶ τότε…
Ἡ ἐνέργεια τοῦ π. Γερβασίου ἐθεωρήθη ἀνυποταξία, ἀνταρσία, φατρία, ἔγκλημα ποὺ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῆ αὐστηρῶς. Οἱ «δεσποτικοὶ» ἐμαίνοντο. Ἐζήτουν τὴν καθαίρεσίν του. Διέταξαν ἀνακρίσεις. Ἐσχηματίσθη φάκελλος. Καὶ ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὸ Συνοδικὸν Δικαστήριον. Ὁ π. Γερβἀσιος ἐκλήθη νὰ ἐμφανισθῆ ἐνώπιον τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου. Τὸ ὅτι ἡ ἐπισκοπὴ εἶχε μεταβληθῆ εἰς Σιμωνιακὸν κέντρον αἰσχροῦ ἐμπορίου ἱερῶν καὶ ὁσίων, τὸ ὅτι ὁ ἐπίσκοπος ἦτο ἕρμαιον ἀθλίων ὑποκειμένων, αὐτὸ δὲν ἐνδιέφερε τὴν Ἁγίαν καὶ Ἱερὰν Σύνοδον. Ὁ συνάδελφος ἐπίσκοπος ἔπρεπε νὰ καλυφθῆ. Ὁ ἐλέγχων εὐθαρσῶς τὰς πράξεις ἱεροκῆρυξ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῆ. Τὸ Ἅγιον Δικαστήριον, παρὰ τὴν θαυμασίαν ἀπολογίαν τοῦ π. Γερβασίου, τὸν ἐτιμώρησε διὰ τὴν ἀνυπακοήν του (!) μὲ ἑξάμηνον ἀργίαν καὶ περιορισμὸν εἰς τὴν Ἱ. Μονὴν Γηροκομείου. Ἀλλʼ ἡ εἴδησις αὕτη γνωσθεῖσα εἰς τὴν πόλιν προεκάλεσε κῦμα ἀγανακτήσεως ἐναντίον τῶν διωκτῶν τοῦ ζηλωτοῦ ἱεροκήρυκος. Χιλιάδες λαοῦ συνεκεντρώθησαν εἰς τὸν Σταθμὸν διὰ νὰ ὑποδεχθοῦν τὸν ἥρωα, τὸν π. Γερβάσιον. Ἦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ λαοῦ εἰς ἐκείνους τοὺς ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ κρατοῦν εἰς τὰς χεῖράς των τὴν σφραγιδα τῆς ἐξουσίας, νομίζουν, ὅτι διʼ αὐτῆς δύναντια νὰ διοικοῦν, νὰ κάμνουν ὅ,τι θέλουν, νὰ σκεπάζουν ἐγκλήματα συναδέλφων καὶ νὰ κόπτουν κεφαλὰς τιμίων ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου…

Ἀδιάλειπτος ἐργασία
Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς περιπέτειας αὐτῆς ὁ π. Γερβάσιος μὲ περισσότερον ζῆλον ἐπεδόθη εἰς τὸ ἱεραποστολικόν του ἔργον, ἔργον τὸ ὁποῖον, μετὰ μικράν τινα διακοπήν, λόγω τῆς ὑπηρεσίας του ὡς Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, συνεχίσθη μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς ζωῆς του. Ὁ π. Γερβάσιος δὲν ἐγνώρισε τὶ σημαίνει ἀνάπαυσις. Ἀδιάλειπτος ἡ ἔργασία του. Κἄποτε ἕνας ἐκ τῶν ἀκροατῶν του, ὅτε ὁ π. Γερβάσιος ἐν καιρῶ φοβεροῦ καύσωνος τοῦ Ἰουλίου ἐξηκολούθει τὰ κηρύγματά του τῶ εἴπε˙ π. Γερβάσιε, δὲν εἶνε καλὸν νὰ κάμης καὶ σὺ μικρὰν διακοπὴν λόγω τῆς ζέστης; Ὁ π. Γερβάσιος ἀπαντῶν τότε ἠρώτησεν˙ ὁ Διάβολος τὸ καλοκαίρι κάμνει διακοπάς; Πῶς θέλεις ἐγὼ νὰ κάμω διακοπήν; Εἰργάζετο συνεχῶς. Πῶς νὰ περιγράψωμεν τὴν ἱεραποστολικήν του δρᾶσιν, ἥτις καλύπτει ἥμισυ αἰῶνος; Λειτουργίαι τρὶς καὶ τετράκις τῆς ἑβδομάδος, ἀγρυπνίαι, καθημερινὴ κατήχησις μικρῶν – ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος ὅστις ἵδρυσε κατηχητικὸν σχολεῖον ἐν Ἑλλάδι – ἐξομολόγησις, μελέτη Γραφῆς καὶ Πατέρων, κηρύγματα πρωινὰ καὶ ἐσπερινὰ τὰς Κυριακὰς καὶ εἰς τὸ μέσον ἀκόμη τῆς ἑβδομάδος, διοίκησις συλλόγων καὶ ἀδελφοτήτων, καταρτισμὸς στελεχῶν, ἀρθρογραφίαι εἰς ἐφημερίδας καὶ περιοδικά, ἀλληλογραφίαι μὲ τὰ πνευματικὰ τέκνα, εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς τομεῖς τῆς πνευματικῆς ἐργασίας ἠσχολεῖτο ἀπὸ ὄρθρου ἕως βαθείας νυκτός. Μόνον ὀργανισμὸς χαλύβδινος ἤ μᾶλλον σωματικὸς ὀργανισμὸς ἐνισχυόμενος ὑπὸ τῆς Θείας Χάριτος ἠδύνατο νὰ σηκώνη τοιοῦτον βάρος ὑποχρεώσεων καὶ νὰ μὴ κάμπτεται. Εἰς ὅλα δὲ ηὐδοκίμει. Ἀλλὰ τὸ ἰδιαίτερον χάρισμα, ὅπερ εἶχε λάβει ὁ π. Γερβάσιος, ἦτο τοῦ λειτουργοῦ. Ὅτε ἐτέλει τὴν θείαν λειτουργίαν, μετηρσιοῦτο κυριολεκτικῶς. Ὡς γράφει τὸ ἄξιον πνευματικὸν τέκνον, ὁ ἀρχιμ. π. Ἱερόθεος Τσαντίλης, ὅταν ὁ π. Γερβάσιος ἐλειτούργει ἡ φλὸξ τῆς ψυχῆς του κατέτρωγε τὴν λαμπάδα τοῦ σώματός του. Τὰ σιγανὰ «Κύριε ἐλέησον», τὰ «παράσχου Κύριε», τὰ «Ἀμὴν», ὁ ἀνεπανάληπτος τόνος των καὶ τὰ δάκρυα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐβάπτιζε τὰς 109 λέξεις τοῦ τμήματος τοῦ καθαγιασμοῦ τῆς μεγάλης εὐχῆς, μᾶς συνεκλόνιζον… Αὐτὴ ἡ ἀμείωτος ἔντασις τοῦ λειτουργικοῦ πάθους ποὺ καταδήλως τὸν κατέκαιεν, ἀποτελεῖ ἕν θαῦμα. Θαῦμα μοναδικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἠγαπημένου του ψαλμοῦ, ποὺ πολλάκις ἐπανελάμβανε καὶ ἡρμήνευεν «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά Σου Κύριε τῶν Δυνάμεων! Ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου».
Περὶ τῆς ἐπὶ ἥμισυ αἰῶνος ἱεραποστολικῆς ἐργασίας, τῆς ὁποίας κέντρον ὑπῆρξεν ἡ πόλις τοῦ Πρωτοκλήτου, πρέπει νὰ γραφῆ βιβλίον, τὸ ὁποῖον μόνον πνευματικά του τέκνα, ποὺ παρηκολούθησαν ἐκ τοῦ πλησίον τὸν ἀποστολικὸν τοῦτον κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου, δύναται νὰ γράψουν ἐπιτυχῶς. Ἡμεῖς ἐδῶ εἰς τὸν στενὸν τοῦτον χῶρον τοῦ περιοδικοῦ σκιαγραφοῦντες τὸν ἄνδρα, εἰς δύο ἀκόμη σημεῖα θὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῶν ἀναγνωστῶν μας καὶ θὰ καταπαύσωμεν τὸν λόγον.

Πρωτοσύγκελλος Ἀρχιεπισκοπῆς
Τὸ ἕν σημεῖον εἶνε: Τῶ 1938 ἀνῆλθεν εἰς τὸν ἀρχιεπισκοπικὸν θρόνον ὁ ἀείμνηστος Χρύσανθος ὁ ἀπὸ Τραπεζοῦντος. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις τῆς Πρωτευούσης ἦτο ἀθλία. Ὑποκείμενα φαῦλα καὶ ἀνίκανα ἐξ ὅλης τῆς Ἑλλάδος χάρις εἰς τὰ μέσα ποὺ διέθετον, χάρις εἰς τὴν ὑποστήριξιν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων, εἶχον εἰσπηδήσει εἰς Ἀθήνας καὶ καταλάβει ἐνοριακὰς θέσεις, καὶ μὲ τὴν ἄτακτον ζωἠν των προὐκάλουν καθημερινὰ σκάνδαλα. Ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος ἤθελε νὰ ἐκκαθαρίση τὴν ἀρχιεπισκοπήν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἐχρειάζετο πρωτοσύγκελλος ὄχι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν θέσιν των χρησιμοποιοῦν διὰ νʼ ἀνέλθουν εἰς τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα, τοῖς πᾶσι χαριζόμενοι, ἀλλὰ ἀνὴρ γενναῖος καὶ δίκαιος, ὑπεράνω ὅλων τιθέμενος τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ προσοχὴ τοῦ Χρυσάνθου ἐστράφη πρὸς τὸν φλογερὸν ἱεροκήρυκα Πατρῶν, τὸν π. Γερβάσιον. Ἀλλὰ πῶς νὰ πεισθῆ ὁ π. Γερβάσιος νὰ ἐγκαταλείψη τὸ ποίμνιόν του; Δὲν ἦτο εὔκολον. Μετὰ συγκινήσεως γράφων τὰς γραμμὰς αὐτὰς ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἐκτελῶν ἐντολὴν τοῦ μακαρίτου Ἀκαρνανίας Ἱεροθέου, μετέβην εἰς Πάτρας, διὰ νὰ πείσω τὸν π. Γερβάσιον νὰ δεχθῆ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοσυγκέλλου Ἀρχιεπισκοπῆς. Τῶ ὡμίλησα. Ἀλλʼ ἐκεῖνος διαρκῶς ἀναστέναζε καὶ μοῦ ἔλεγε˙ πῶς νʼ ἀφήσω τὸν λαὸν τοῦτον;… Τέλος, ὑπείκων εἰς ἐντόνους παρακλήσεις πολλῶν, ἔρχεται εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἀναλαμβάνει καθήκοντα πρωτοσυγκέλλου. Καὶ μόνον τὸ ὄνομά του ἐστάθη ἱκανὸν νὰ τρομοκρατήση τὰ ἄτακτα τοῦ κλήρου στοιχεῖα. Ὅπου ἠκούετο κατάχρησις ἱεροῦ χρήματος, ἀνηθικότης καὶ πλεονεξία, ὅπου ἐξερρηγνύετο σκάνδαλον, ὡς κεραυνὸς ἐπέπιπτεν ὁ π, Γερβάσιος. Ἦτο ἀλύγιστος, ἀσυμβίβαστος. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τὸν ἀποτρέψη ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του. Ἐκαίετο ἀπὸ τὸν πόθον νὰ ἐκκαθαρίση τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄτακτα στοιχεῖα. Ἦλθεν εἰς σύγκρουσιν μὲ καθηγητὰς πανεπιστημίου, μὲ ὑπουργούς, καὶ πρὸ παντὸς μὲ μητροπολίτας, ὑποστηρικτάς, φεῦ, ἀνικάνων καὶ φαύλων ὑποκειμένων. Ὡς πρωτοσύγκελλος ἐπέδειξε ζῆλον τοῦ Ἠλιοῦ τοῦ προφήτου, ὅστις συνέλαβε καὶ κατέσφαξε τοὺς ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης, τοὺς τρώγωντας εἰς τράπεζαν Ἰεζάβελ…
Ἀλλʼ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν δὲν ἔμεινεν ἐπὶ πολύ. Τὸ Ἔθνος μας ἐνεπλάκη εἰς παγκόσμιον πόλεμον. Ἦλθον ἡμέραι πονηραί. Ἡ Πρωτεύουσα καὶ ὅλη ἡ Ἑλλὰς κατελήφθη ἀπὸ νεοβαρβάρους. Ἡ Γερμανικὴ σημαία ὑψώθη εἰς τὴν Ἀκρόπολιν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος διὰ τὴν ἡρωϊκὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν Γερμανὸν στρατάρχην Λὶστ κατεβιβάσθη ἐκ τοῦ θρόνου. Ὁ Πρωτοσύγκελλός του ἀπηλλάγη τῶν καθηκόντων, ἐπανῆλθε εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν ἐν μέσω τοῦ προσφιλοῦς του ποιμνίου, ὅπερ μὲ χαρὰν μεγάλην τὸν ἐπανέβλεπε. Καὶ πόσον εἶχε ἀνάγκην τῆς παρουσίας του! Ἐστάθη παρήγορος ἄγγελος τῆς πόλεως κατὰ τὰς φοβερὰς ἐκείνας ἡμέρας. Νέον κεφάλαιον ἱεραποστολικῆς δράσεως ἐγγράφη.

Τὸ μαρτύριον
Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶνε: Περὶ τὸ τέλος τῆς ἀπεριγράπτου ἐκείνης ἐθνικῆς τραγωδίας ὁ ἐπίσκοπος Πατρῶν, ὁ διώκτης τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος, ὁ Ἀντώνιος Παράσχης, ἀπέθανεν. Εἶχεν ἀποθάνει πρὸ πολλοῦ πνευματικῶς. Ἦτο νεκρὸς ἄταφος. Ὑπελείπετο μόνον καὶ ὁ τοῦ σώματος θάνατος. Ποῖος τώρα θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκλεγῆ ἐπίσκοπος Πατρῶν; Ἐὰν ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῶν Πατρῶν κατὰ τὴν ἀρχαίαν τάξιν ἐξέλεγεν ἐπίσκοπον, ποῖος ἀμφιβάλλει ὅτι ἀπὸ τὰς κάλπας ὅλων τῶν ἐνοριῶν τῆς μεγάλης πόλεως μὲ καταπληκτικὴν πλειοψηφίαν νικητὴς θὰ ἐξήρχετο ὁ Γερβάσιος; «Ψήφω κλήρου καὶ λαοῦ» θὰ ἀνήρχετο τῆς βαθμίδας τοῦ ἀρχιερατικοῦ θρόνου τῆς ἀποστολικῆς πόλεως, τὴν ὁποίαν καθηγίασε τὸ αἷμα τοῦ Πρωτοκλήτου, ἕνας δὲ Γερβάσιος μητροπολίτης Πατρῶν, θὰ ἀνενέωνε τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ μητρόπολις ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀοιδίμου Ἱεροθέου. Ἀλλὰ δυστυχῶς σήμερον – τὰ εἴπομεν καὶ ἄλλοτε – οἱ ἀρχιερατικοὶ θρόνοι δὲν εἶνε τὰ ἔπαθλα κόπου καὶ μόχθου, πίστεως καὶ ἀρετῆς. Οἱ ἀρχιερατικοὶ θρόνοι κυριολεκτικῶς χαρίζονται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κάμπτουν τὴν σπονδυλικὴν στήλην καὶ γνωρίζουν νὰ παρακαλοῦν ἐκκλησιαστικοὺς καὶ πολιτικοὺς παράγοντας. Αὐτὴ εἶνε ἡ ῥίζα τῆς ἀθλίας ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως. Αὐτὴ εἶνε ἡ πικρὰ ἀλήθεια. Αἱ δὲ τυχὸν ἐξαιρέσεις δὲν καταργοῦν τὸν κανόνα. Ἄ! Πότε θὰ γίνη μία ΑΓΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ διὰ νὰ ἐπανέλθουν αἱ ἡμέραι τῆς δόξης εἰς τὴν Ἐκκλησίαν;
Ὁ π. Γερβάσιος δὲν εἶχεν εὔκαμπτον σπονδυλικὴν στήλην. Νὰ σκύψη καὶ νὰ παρακαλέση μητροπολίτας διὰ νὰ τὸν κάμουν ἐπίσκοπον; Αὐτὸ ἀντέκειτο εἰς τὸν χαρακτῆρά του, ἀντέκειτο εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διὸ καὶ παρεθεωρήθη καὶ παρηγκωνίσθη πάντοτε εἰς ἐκλογὰς Ἀρχιερέων. Εἰς τὰς Πάτρας καὶ πάλιν ἦλθεν ἐπίσκοπος μὴ ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ. Ἦλθεν ἐξ ἄλλης γειτονικῆς Μητροπόλεως. Ἦλθεν ὁ Θεόκλητος Παναγιωτόπουλος. Ἡ διοίκησις τούτου νέα πνευματικὰ ἐρείπια ἐπεσώρευσεν εἰς τὴν ἱερὰν αὐτὴν ἐπισκοπήν. Ἡμεῖς, ὅτε ἔζη, καὶ ὡς Μητροπολίτης Πατρῶν καὶ ὡς Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν τὸν ἠλέγξαμεν. Ἄς τὸν ἀφήσωμεν τώρα εἰς τὸν τάφον του ἥσυχον…
Πόσον δύσκολον, πόσον ἐπώδυνον, πόσον μαρτυρικὸν εἶνε, ἕνας φλογερὸς ἔργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, ὁποῖος ἦτο ὁ π. Γερβάσιος, νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς διαταγὰς ἑνὸς ψυχροῦ, ἑνὸς κοσμικοῦ, ἑνὸς «σοκολατένιου ἐπισκόπου»… Εἶνε ὡς ἐὰν γενναῖος στρατιώτης, ἕτοιμος πρὸς θυσίαν, ἔχη ἀξιωματικὸν χαῦνον, δειλὸν καὶ ἀνίκανον! Ὁ π. Γερβάσιος, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζομεν, ἀνεστέναζε, διότι ὡς κληρικὸς «κατώτερος» δὲν εἶχεν ἐλεύθερον πεδίον δράσεως ἐν τῆ Ἐκκλησία τῶν Πατρῶν. Πόσας φορὰς ὅμως ἐκ τῆς ἡφαιστειώδους καρδίας του δὲν ἐξεχύνετο ὡς λάβα ἡ ἱερὰ ἀγανάκτησις διʼ ὅσα ἀντικανονικὰ καὶ παράνομα ἔβλεπε νὰ γίνωνται ἐν τῆ Ἐκκλησία! Κατὰ ποῖον δὲν τρόπον καὶ ἐπὶ ποίων θεμάτων ἐξήσκησε τὸν ἔλεγχον ἐν τῆ Ἐκκλησία ὁ ἀοίδιμος, τοῦτο, εὐκαιρίας δοθείσης, εἰς ἄλλο φύλλον τῆς Σπίθας πρέπει νὰ ἐξετασθῆ. Καὶ εἶνε ἀνάγκη. Διότι, δυστυχῶς, νέοι Ἀντώνιοι Παράσχαι ἐν τῆ δημοκρατικῆ μας πατρίδι ἐμφανίζονται, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐπιβάλλουν φίμωτρον εἰς ὅσα στόματα λαλοῦν τὴν πικρὰν ἀλήθειαν. Καλὸς κατʼ αὐτοὺς ἱεροκῆρυξ εἶνε ἐκεῖνος, ὅστις ἐφαρμόζει τὸ σύνθημα: «βλέπε, ἄκουε, σιώπα…»

* * *

Ὁ ἀστὴρ δύει
Ἰούνιος 1964. Ἔφθασεν ὁ καιρὸς νʼ ἀναπαυθῆ ἀπὸ τοὺς ἀτρύτους κόπους ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου. Τὴν 30ὴν Ἰουνίου 1964, ἑορτὴν τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, ὁ Κύριοςἐκάλει πλησίον Του τὸν νεώτερον ἀπόστολον τῆς πόλεως Πατρῶν. Ὁ π. Γερβάσιος τὰς πρωινὰς ὥρας τῆς ἡμέρας ταύτης ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω. Ὁ ἀστήρ, ὅστις ἐπὶ 50 καὶ πλέον ἔτη ἐφώτιζε τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, ἔδυσεν ἵνα ἀνατείλη εἰς τὸν ἄλλον ἐκεῖνον κόσμον, τὸν ὁποῖον τόσον ἠγάπησεν. Ὅλη Ἡ πόλις ἐσείσθη ἐκ τῆς εἰδήσεως τοῦ θανάτου του. Χιλιάδες λαοῦ, ὅστις τὸν ἐγνώρισεν ὡς πιστὸν δοῦλον τοῦ Κυρίου, συνέρρευσεν εἰς τὸν Ἱ. Ναὸν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, κέντρον τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεώς του, καὶ μὲ ἐκδηλώσεις βαθυτάτου σεβασμοῦ ἠσπάζετο τὸ ἱερὸν σκήνωμα. Ὁ γράφων τὰς γραμμὰς ταύτας, ὅστις ηὐτύχησε νὰ παρευρεθῆ εἰς τὴν κηδείαν, καὶ νὰ προσφωνήση καὶ αὐτὸς διʼ ὀλίγων τὸν νεκρόν, θὰ ἐνθυμῆται πάντοτε τὰς αὐθορμήτους ἐκείνας ἐκδηλώσεις τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ ὑπὲρ τῆς μνήμης τοῦ ἀοιδίμου ἐργάτου τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ ταπεινὸς πρεσβύτερος Γερβάσιος ἐτάφη μὲ τιμὰς Πατριάρχου, ἀληθινοῦ Πατριάρχου. Καὶ ἐνῶ ἡ μνήμη τῶν ἀρχιερέων καὶ ἀρχιεπισκόπων συντόμως ἐξαλείφεται, ἡ μνήμη τοῦ π. Γερβασίου δὲν πρόκειται νὰ λησμονηθῆ. Διότι εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος. Καὶ ἐκ τῶν δικαίων ἦτο ὁ π. Γερβάσιος. Ἰδοὺ ἔτος παρῆλθε, καὶ τὰ πνευματικὰ τέκνα συρρέουν καὶ πάλιν εἰς τὸν τάφον, ὅστις ἔχει μεταβληθῆ εἰς προσκύνημα. Τὸ εἴπομεν κατὰ τὴν κηδείαν. Τὸ ἐπαναλαμβάνομεν καὶ ἐδῶ. Μίαν ἡμέραν ὁ π. Γερβάσιος θὰ ἀνακηρυχθῆ ἅγιος. Ἤδη ἐν τῆ συνειδήσει χιλιάδων πιστῶν εἶνε ἅγιος.
Τὰ πολυάριθμα πνευματικὰ τέκνα καλοῦνται νὰ κρατήσουν ὡς ἱερὰν παρακαταθήκην τὰ πολύτιμα, τὰ ἀνεκτίμητα διδάγματα, ὅσα ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν ἄμβωνα καὶ ἀπὸ τὸ ἱερὸν ἐξομολογητήριον ἀπηύθυνε πρὸς ὅλους καὶ πρὸς ἕνα ἕκαστον ἰδιαιτέρως.

Τοῦ πατρὸς Γερβασίου ἡ εὐχὴ ἔστω μεθʼ ἡμῶν.

ΣΑΛΠΙΣΜΑΤΑ ΑΝΤΙ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ

 

ΣΑΛΠΙΣΜΑΤΑ («Χριστιανικη Σπiθα», φ. 281, Ιουνiος 1965): α) ΑΝΤΙ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ – Καθʼ ολη την διαρκεια της Επαναστασεως του 1821 & εις μετεπειτα χρονους αντι εθνικου υμνου οι Ελληνες εψαλλαν τον εξης υπεροχο υμνο της Ἐκκλησiας… β) Μαθημα εκκλησιασμου απo ενα νησακι της Σκωτιας


Τὸ κύριον ἄρθρον τοῦ προηουμένου φύλλου τῆς «Σπίθας» περὶ Πολυχρονίου εἶχεν εὐμενῆ ἀπήχησιν εἰς τὸν θρησκευτικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος σέβεται μὲν τοὺς βασιλεῖς καὶ τοὺς ἐν ὑπεροχῆ ὄντας, ἀλλʼ ἐπιθυμεῖ αἱ ὑπὲρ αὐτῶν εὐχαὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ μὴ καταντοῦν εἰς κολακείαν. Τὸ Πολυχρόνιον, ὡς ἐγράφομεν, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τροποποιηθῆ καὶ νʼ ἀποκτήση περιεχόμενον πνευματικόν. Πρέπει νʼ ἀπηχῆ τοὺς βαθυτέρους πόθους τῶν πιστῶν διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ μοναδικοῦ ἐν τῶ κόσμω Ὀρθοδόξου βασιλείου μας. Εὐσεβὴς δικηγόρος τῶν Ἀθηνῶν μᾶς ἀπέστειλεν ἕνα ὕμνον, εἰς τὸν ὁποῖον ζωηρῶς ἐκφράζεται ἡ εὐχὴ τῆς Ὀρθοδόξου ψυχῆς, ὅπως ἡ Πατρίς μας γίνη κῆρυξ τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Τὸν ὕμνον τοῦτον, τὸν ὁποῖον ὁ εὐσεβὴς δικηγόρος θὰ ἤθελεν ἀντὶ Πολυχρονίου, δημοσιεύομεν ἐδῶ, διὰ νὰ δοθῆ ἀφορμὴ ὅπως καὶ ἄλλοι εὐσεβεῖς, ἐγκρατεῖς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, τῆς παραδόσεως τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς μουσικῆς, ἀσχοληθοῦν περὶ τὴν σύνταξιν παρομοίων εὐχῶν, καὶ οὕτως ἐκ πολλῶν προέλθη ἡ τελειοτέρα εὐχή, ἥτις, ἐγκρινομένη ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας, θὰ καθιερωθῆ ἀντὶ Πολυχρονίου.

«Διαιωνίζων ὕμνος ἀναμέλπεσθαι
» τῆ τε Ὀρθοδοξία καὶ τῆ Ἑλλάδι
» κραταιωθῆναι ἐσαεὶ ἐν πνεύματι ἐνὶ
» εἰς τὸ ἐκχριστιανίσαι κόσμον ἅπαντα
» διὰ τῆς γνώσεως καὶ πίστεως τῆς ἐν Χριστῶ
» τῶ ἀναστάντι ἐκ νεκρῶν».

Ὁ ἴδιος δικηγόρος, μελετητὴς τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι καθʼ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 καὶ εἰς μετέπειτα χρόνους ἀντὶ ἐθνικοῦ ὕμνου οἱ Ἕλληνες ἔψαλλον τὸν ἐξῆς ὑπέροχον ὕμνον τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ὁποῖον ἀκούομεν κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων:

«Ἐλευθέρα μὲν ἡ κτίσις γνωρίζεται,
» Υἱοὶ δὲ φωτὸς οἱ πρὶν ἐσκωτισμένοι˙
» Μόνος στενάζει τοῦ σκότους ὁ προστάτης.
» Νῦν εὐλογείτω συντόνως τὸν Αἴτιον
» Ἡ πρὶν τάλαινα τῶν ἐθνῶν παγκληρία».

ΜΑΘΗΜΑ ΑΠΟ ΤΑΣ ΕΒΡΙΔΑΣΚαλεσμα copy

Ἡ Κυριακὴ ἡ ὁποία, ὅπως καὶ τὸ ὄνομά της φανερώνει, εἶνε ἡμέρα ἀφιερωμένη εἰς τὸν Κύριον, τείνει νὰ καταργηθῆ καὶ νὰ γίνη ἡμέρα τουριστική, ἡμέρα ἐκδρομῶν. Οἱ πιστοὶ τῶν πόλεων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς πρωινὰς ὥρας τῆς Κυριακῆς μεταβαίνουν εἰς τοὺς ναούς, βλέπουν στίφη ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, κατάφορτα μὲ ἐκδρομικὰ εἴδη, νὰ σπεύδουν εἰς τοὺς σταθμοὺς τῶν λεωφορείων διὰ νὰ ἐκδράμουν εἰς ἐξοχάς. Τὸ φαινόμενον τῆς ἀθρόας ἐξορμήσεως βλέπει τις πρὸ πάντων ὅταν τὰς πρωινὰς ὥρας τῆς Κυριακῆς διέλθη ἐκ τῆς παραλίας τοῦ Πειραιῶς. Ἐκεῖ βλέπει πλήθη λαοῦ νὰ ἐπιβιβάζωνται πλοίων, τὰ ὁποῖα τοὺς μεταφέρουν εἰς τὰς πλησίον νήσους τοῦ Σαρωνικοῦ. Οὔτε οἱ ἐκδρομεῖς ἐκκλησιάζωνται, ἀλλʼ οὔτε καὶ οἱ κάτοικοι τῶν νήσων τούτων, οἱ ὁποῖοι εὖρον πηγὴν ἐκμεταλλεύσεως τὸν τουρισμόν, ἐκκλησιάζονται. Νὰ ἀργήσουν ἐκεῖ τὰς Κυριακὰς οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ κλείσουν ὅλην τὴν ἡμέραν τὰ διάφορα κέντρα; Τί λέγετε; Ζῆτε ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου. Τὸ χρῆμα κυβερνᾶ σήμερον καὶ ὄχι ὁ Θεός. Καὶ χάριν, λοιπόν, τῆς λατρείας τοῦ χρήματος ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ καταργεῖται! Νὰ γεμίσουν τὰ ξενοδοχεῖα, τὰ καφενεῖα, τὰ ἐστιατόρια, τὰ ζαχαροπλαστεῖα καὶ ὅλα τὰ κέντρα τῆς διασκεδάσεως, νʼ ἀνέρχωνται οἱ εἰσπράξεις, καὶ ἄς ἀδειάσουν ὅλοι οἱ ναοί…
Ὡραία ἐμφάνισις τῆς Χριστιανικῆς Ἑλλάδος;! Εἰκὼν ἡ ὁποία οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθη ἐκ τῆς διανοίας τῶν παλαιοτέρων κατοίκων τῶν νήσων μας, καὶ μάλιστα τῶν ἡρωικῶν νήσων Ὕδρας καὶ Σπετσῶν, οἱ ὁποῖοι τὴν Κυριακὴν προσήρχοντο εἰς τοὺς ναοὺς ὅλοι, σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, καὶ ἐπεκαλοῦνταο τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος.
Ἀλλʼ ἔρχεται μάθημα εἰς τὴν σημερινὴν γενεὰν ἐκ χώρας μακράν. Ἔρχεται ἐκ μικρῶν νήσων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα διὰ πρώτην φορὰν ἀκούομεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες. Ἔρχεται ἐκ τῶν νήσων Ἑβρίδων, συμπλέγματος μικρῶν νήσων τῆς Σκωτίας. Εἰς μία ἐκ τῶν ἑβρίδων νήσων, τὴν Σκάϋ, οἱ Σκώτοι τουρίσται ἤθελον νὰ διοργανώσουν τακτικὰς κατὰ Κυριακὴν ἐκδρομὰς μὲ φέρρυ-μπώτ. Ἐὰν οἱ κάτοικοι τῆς νήσου ταύτης ἐσκέπτοντο ἐμπορικῶς, ὅπως σκέπτονται οἱ κάτοικοι τῶν ἰδικῶν μας νήσων, θὰ ἤκουον εὐχαρίστως τὴν εἴδησιν, καὶ τὴν πρώτην Κυριακὴν ὅλοι θὰ κατήρχοντο εὶς τὴν παραλίαν νὰ ὑποδεχθοῦν τοὺς ἐκδρομεῖς. Οἱ κάτοικοι ὅμως τῆς νήσου Σκάϋ δὲν ἐσκέφθησαν ἐμπορικῶς. Ἐσκέφθησαν χριστιανικῶς. Τὴν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκ τῶν προγόνων των νὰ τηροῦν τὴν Κυριακὴν ἀργίαν, ἐπʼ οὐδενὶ ἠθέλησαν νὰ καταπατήσουν. Ἀλλʼ οὔτε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἐπέτρεψαν νὰ τὴν καταπατήσουν. Τοὺς εἰδοποίησαν σχετικῶς. Καὶ ὅταν ἐκεῖνοι, περιφρονοῦντες τὴν θέλησίν των ἔφθασαν μὲ τὸ φέρρυ-μπώτ, οἱ κάτοικοι τῆς μικρᾶς αὐτῆς χριστιανικῆς νήσου κατήλθον ὅλοι εἰς τὴν παραλίαν καὶ τοὺς ἠμπόδισαν νʼ ἀποβιβασθοῦν. Καὶ οὕτως οἱ τουρίσται, ἀφοῦ ἔλαβον τὸ κατάλληλον μάθημα, ἐπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια. Φωτογραφία τῆς ἀντιστάσεως αὐτῆς κατὰ τῆς εἰσβολῆς τῶν ἀσεβῶν τουριστῶν ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς ἑλληνικήν.

Ποία Ἑλληνικὴ νῆσος, μὲ ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς καὶ πλῆθος ναῶν καὶ ἐξωκκλησίων, δύναται νὰ μιμηθῆ τὸ συγκινητικὸν παράδειγμα τῆς Σκάϋ τῶν Ἑβρίδων;

ΠΑΡΑΣΗΜΑ

Ἐνῶ ἡ μικρὰ νῆσος Σκάϋ τῶν Ἑβρίδων μᾶς δίδει ἕν τόσον συγκινητικὸν παράδειγμα ἐμμονῆς εἰς τὰς ἱερὰς παραδόσεις τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀντιθέτως ἡ μεγάλη νῆσος, ἡ Ἀγγλία, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται ἡ Σκάϋ, μὲ τὴν μεγάλην της Πρωτεύουσαν, τὸ Λονδίνον, ἀπογοητεύει συνεχῶς τὸν χριστιανικὸν κόσμον. Πολλὰ ἐσχάτως τὰ δείγματα τῆς ἐκεῖ ἠθικῆς καταπτώσεως. Εἰς αὐτὰ δὲ προσετέθη τέλος καὶ νέον σκάνδαλον. Ἡ βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας ἀπένειμε παράσημα εἰς τοὺς… Μπήτλς, τοὺς χυδαίους αὐτοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἰδιότροπον κόμμωσίν των καὶ τοὺς ἐξωφρενικοὺς τρόπους συμπεριφορᾶς προκαλοῦν τὰς ὑστερικὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἐκφύλου νεολαίας. Τὸ παράδειγμά των μιμοῦνται καὶ «ἀριστοκρατικοί» νέοι. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ ὁ νεαρὸς διάδοχος τοῦ Ἀγγλικοῦ θρόνου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν περυσινὴν ἐπίσκεψίν του εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐνεφανίσθη ὡς Μπήτλς. Ἴνδαλμα τοῦ διαδόχου οἱ Μπήτλς. Ἐπόμενον λοιπὸν ἦτο νʼ ἀπονεμηθῆ εἰς τοὺς ἡρωοποιηθέντας αὐτοὺς τύπους καὶ παράσημον. Ἀλλʼ ὑπάρχει καὶ ὑγιὴς μερὶς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία ἀντέδρασεν. Ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸν Δεύτερον Παγκόσμιον πόλεμον καὶ ἠγωνίσθησαν γενναίως καὶ ἐδόξασαν τὴν Ἀγγλίαν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν καὶ ἐπαρασημοφορήθησαν, ἐπιστρέφουν τώρα τὰ παράσημά των, διότι δὲν θέλουν νὰ τίθενται εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν μὲ τοὺς Μπήτλς.
Οὕτω διὰ τῆς παρασημοφορίας τῶν Μπήτλς, τῶν ἐκφύλων αὐτῶν νέων, τὰ παράσημα τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο ἄλλοτε διʼ ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὸ ἔθνος, ἐξηυτελίσθησαν. Ἐντὸς ὀλίγου καὶ οἱ κλέπται καὶ οἱ διαρρῆκται καὶ οἱ ἐκβιασταὶ γυναικῶν καὶ οἱ ὁμοφυλόφιλοι θὰ βραβεύωνται.
Ἀλλʼ εἰς τὰ θλιβερὰ συμπεράσματα θὰ καταλήξη τις ἐὰν ῥίψη ἕν βλέμμα καὶ εἰς τὰ παράσημα τὰ Ἑλληνικά, τὰ ὁποῖα τῆ προτάσει τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων ἀπονέμει ὁ βασιλεύς. Εἰς ἕνα τελευταῖον κατάλογον παρασημοφορηθέντων εἴδομεν ὅτι ἀπενεμήθη παράσημον καὶ εἰς μίαν Ἑλληνίδα δημοσιογράφον, μὲ ψευδώνυμον ἀρσενικοῦ γένους, ἡ ὁποία δὲν εἶνε πολὺς καιρὸς ἀφʼ ὅτου κατὰ δημοσιογραφικὴν συνέντευξιν διεκήρυξεν, ὅτι εἶνε βαθύτατα ἄθρησκος (Ἰδὲ τὸ ὑπʼ ἀριθ. 278 φύλλον τῆς «Σπίθας»).
Ὁποία ἀντίθεσις, ὁ βασιλεὺς νʼ ἀπαγγέλη ἐπισήμως τὸ Πιστεύω, ἡ δὲ δημοσιογράφος νʼ ἀρνῆται ἐπισήμως τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ λαμβάνη παράσημον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει τὸ ἔμβλημα τοῦ Σταυροῦ! Ἄράγε ἐκ τῶν δεκάδων ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον καὶ αὐτοὶ παράσημα, θὰ εὑρεθῆ κανεῖς ὁ ὁποῖος, μιμούμενος τὸ παράδειγμα τῶν Ἄγγλων, θὰ ἐπιστρέψη τὸ παράσημον;…

40.000 ΜΟΝΟΝ;

Ἐξ ἀφορμῆς φρικιαστικῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα συχνὰ διαπράττονται ἀπὸ τρελλούς, ποὺ ἀδέσποτοι περιφέρονται εἰς τὴν Πατρίδα μας ἀποτελοῦντες δημόσιον κίνδυνον, ἐγράφη, ὅτι οἱ τρελλοὶ ἀνέρχονται εἰς 40.000. Τὰ ὑπάρχοντα νοσοκομεῖα, τὰ ὁποῖα περιθάλπουν ψυχοπαθεῖς, διαθέτουν ἐν συνόλω 8.000 κλίνας. Καὶ συνεπῶς ἀδυνατοῦν νὰ περισυλλέξουν ὅλον τὸ πλῆθος τῶν ψυχοπαθῶν, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων, ἐὰν ἐτύγχανον ἐγκαίρου καὶ καταλλήλου νοσηλείας, θὰ ἐθεραπεύοντο…
Θλιβερὰ εἰκὼν διὰ τὸν πολιτισμὸν τῆς Πατρίδος μας. Ἀλλʼ ἐάν τις λάβη ὑπʼ ὄψιν ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀνθρώπων λέγουν καὶ πράττουν πράγματα παράλογα, τότε ὁ ἀριθμὸς τῶν τρελλῶν αὐξάνεται τρομακτικῶς. Ἡ ἁμαρτία ψυχολογικῶς ἀναλυόμενη εἶνε μία παραφροσύνη, εἶνε μία τρέλλα. Εἶνε νοῦς ἀδόκιμος, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. 1, 28). Διὰ τοῦτο ἐπιστροφὴ ἐκ τῆς κακίας εἰς τὴν ἀρετὴν εἶνε ἐπάνοδος εἰς τὸ λογικῶς σκέπτεσθαι. Εἶνε σωτήριος στροφὴ τῆς διανοίας. Εἶνε ἡ μετάνοια, ἥτοι ἡ ἀλλαγὴ νοῦ. Ἰδὲ καὶ τὸ σχετικὸν χωρίον τῆς Παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου «εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε…» (Λουκ. 15, 17).

Ηθικος εκτραχηλισμoς «Ἢ ἀγνοοῦντας διδάξομεν, ἢ κακουργοῦσιν οὐκ ἐπιτρέψομεν» (Μ. Βασίλειος· Migne 32,128c)

 

ΦΩΝΗ ΔΙΑΜΑΡΥΡΙΑΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ, ΠΡΙΝ ΑΠΟ 72 ΧΡΟΝΙΑ, ΣΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΗΘΙΚΟΥ ΕΚΤΡΑΧΙΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ: «Η καταστασι ειναι θλιβερη. Πισω απο την οικονομικη κρισι & χρεωκοπια υπαρχει η ηθι­κη κρισι & χρεωκοπια. Κινδυνευουμε να καταποντιστουμε σαν τα Σοδομα & Γομορρα».


Δ΄ – Ἔτος ΛΣΤ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2228

Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ
6 Ὀκτωβρίου 2019 ἑσπέρας


π. Αυγ. προ παραιτησ.ιντἩ ἀσχημία, ἀγαπητοί μου, ποὺ παρουσιάζουν τὰ ἤθη μεταπολεμικά, καὶ ἔξω καὶ στὴν πατρίδα μας, εἶνε ἀ­περίγραπτη. Ἔχουμε σημάδια μεγάλης καταπτώσεως. Ἄλλοτε π.χ. δὲν μποροῦσαν νὰ σταθοῦν ἔντυπα μὲ γυμνὲς εἰκόνες, ἐνῷ τώρα τὸ κοινὸ ῥουφάει τὸν βόρβορο σὰν δροσιστικὸ νέκταρ. Κατάν­τημα· δημοσιογράφοι νὰ σερβίρουν κόπρια καὶ ἀναγνῶστες νὰ τὰ καταβροχθίζουν μὲ λαιμαργία! Διαστροφὴ τῆς φύσεως, σύμπτωμα κοπροφα­γίας ποὺ προκαλεῖ ἀηδία. Τὸ κα­κὸ γενικεύεται, παίρνει διαστάσεις. Οἱ ἐφημε­ρίδες περιγρά­φουν ἐγκλήματα φρικιαστικά, αἴσχη, ἀφροὺς τῆς ἁμαρτίας. «Κύματα ἐπαφρί­ζοντα τὰς ἑαυ­τῶν αἰσχύνας» (Ἰούδ. 13) κατακλύζουν τὸν τόπο· καὶ οἱ ὑψηλότερες παρθενι­κὲς κορυφὲς κινδυνεύουν νὰ καλυφθοῦν ἀπὸ τὸ νέο αὐτὸ κατακλυσμὸ τῆς αἰσχρότητος, ποὺ προκαλεῖ ἡ ἄσεμνη τέχνη καὶ λογοτεχνία. Μία ἔρευνα μεταξὺ μαθητῶν θὰ ἀπεκάλυπτε ὑλικό, ποὺ μπρο­στά του θὰ κοκκίνιζαν ἀ­πὸ ντροπὴ μαινάδες καὶ σάτυροι τῆς ἀρ­χαιότητος. Νήπια στοὺς δρόμους ψελλίζουν λέξεις καὶ φράσεις ποὺ δὲν θὰ τὶς ἀνέφερε οὔ­τε ὁ Ἀριστοφάνης στὶς κωμῳδί­ες του. Ἀκοὴ καὶ ὅρασι μικρῶν καὶ μεγάλων μο­λύνονται καθημερινῶς μέσα στὴ νέα Βαβυλῶ­να. Γιὰ τὴ γενεά μας ταιριάζει νὰ πῇ κανεὶς τὸ ψαλμικὸ «Ἐνεπάγημεν εἰς ἰλὺν βυθοῦ καὶ οὐκ ἔστιν ὑ­πόστασις» (Ψαλμ. 68,2)· βυθιστήκαμε σὲ βόρ­βορο καὶ τὰ πόδια μας δὲν βρίσκουν στερεὸ ἔ­δαφος νὰ πατήσουν. Ἀδελφοί, βουλιάζουμε!
Ἡ κατάστασι εἶνε θλιβερή. Πίσω ἀπὸ τὴν οἰ­κονομικὴ κρίσι καὶ χρεωκοπία ὑπάρχει ἡ ἠθι­κὴ κρίσι καὶ χρεωκοπία. Κινδυνεύουμε νὰ καταποντιστοῦμε σὰν τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα.
Ἀπέναντι στὴν κατάστασι αὐτὴ μὲ τὶς μικρές μας δυνάμεις ὑψώσαμε φωνὴ διαμαρτυρίας. Τὸ 1952 δη­μοσιεύσαμε στὸ περιοδικὸ «Σπίθα» 4 σχετικὰ ἄρθρα· τὸ 1ο μὲ τίτλο «Ἡ σύγχρονη Κίρ­κη» (φ. 121 Ἰαν.) ἤλεγξε τὴ διαφθορὰ ποὺ προκαλεῖ ὁ κινηματογράφος, τὸ 2ο μὲ τίτλο «Στὰρ Ἑλ­λάς» (ἔ.ἀ. 127 Μάρτ.) στηλίτευσε τὴν δημοσία βράβευ­σι τοῦ γυμνοῦ στὰ περιβόητα «καλλιστεῖα», τὸ 3ο μὲ τίτλο «Σόρτς (γυ­μναστικαὶ ἀσκήσεις καὶ ἐπιδείξεις)» (ἔ.ἀ. 129 Μάιος) καυτηρίασε τὸ γυμνι­σμὸ χιλιάδων μαθητριῶν μπροστὰ στὰ μάτια ἐπισήμων ἀκόμη καὶ ἀρχιερέων, καὶ τὸ 4ο μὲ τί­τλο «Σὲ νεκρο­ταφεῖο χοροί;» (ἔ.ἀ. 130 Μάιος) ἤλεγξε τὶς χοροεσπερίδες τῆς ἀριστοκρατίας μὲ τερά­στιες σπατά­λες ἐνῷ ἡ δυστυχία τοῦ λαοῦ συνθέτει δράματα. Γιὰ τὴν ἀρθρογραφία αὐτὴ ὁ τότε ἐπιτελάρχης μὲ διαταγή του ἀπηγόρευσε τὴν κυκλοφορία τῆς «Σπίθας» στὸ στρατό!
Ἀπὸ τὴν ἀρθρογραφία τῆς «Σπίθας» προκλήθηκε ζωηρὴ συζήτησι καὶ ἀντίδρασι. Τὸ κακὸ ἀγρίεψε περισσότερο, ἀλλὰ καὶ τὸ καλὸ δυνάμωσε. Αὐτὸ δείχνουν πλῆθος ἐπιστολὲς ἀπὸ παντοῦ, καθὼς καὶ πυρῆνες ἀντιστάσεως καὶ διαμαρτυρίας ποὺ συστάθηκαν, ὅπως στὴν περίπτωσι τῶν καλλιστείων.
Ἐπάνω στὸ φλέγον αὐτὸ ζήτημα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γραπτὸ κήρυγμα, μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου μίλησα τρεῖς φορὲς στὴν αἴθουσα τοῦ συλλό­γου «Τρεῖς Ἱεράρχαι» τῶν Ἀθηνῶν σὲ ἀκροα­τήριο ποὺ κατέκλυζε ἀσφυκτικὰ μέχρι καὶ τοὺς διαδρόμους. Ἐπιθυμία καὶ ἀξίωσις τοῦ λαοῦ ἦταν, νὰ ἀρχίσῃ πιὸ συστηματικὰ ἀγώνας καὶ νὰ ἱδρυθῇ ὀρθόδοξος σύλλογος· γι᾽ αὐτὸ ὑποβλήθηκε ἀπὸ ἐπιτροπὴ αἴτησι στὸ Πρωτοδικεῖο Ἀθηνῶν καὶ ἱδρύθηκε τὸ σωματεῖο μὲ τὴν ἐπωνυμία «Μέγας Ἀθανάσιος».
Πρώτη ἐνέργεια τοῦ «Μεγάλου Ἀθανασίου» τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1953 ἦταν, νὰ ὑποβλη­θῇ στὸν πρωθυπουργὸ στρατάρχη Παπάγο Ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖο σὲ ἁπλῆ γλῶσσα ἔλεγε τὰ ἑξῆς.

* * *

1. Ἡ διαφθορὰ τῆς νεολαίας εἶνε τρομα­κτική. Κάθε μέρα γνωστοποιοῦνται σοβαρὰ ἐγκλήματα μὲ δρᾶστες νέους, πρᾶ­γμα ποὺ ἔχει ἀναστατώσει γονεῖς, ἐκπαιδευτικοὺς καὶ ὅλη τὴν κοινωνία. Ὅλοι διερωτῶνται· ποιά ἡ αἰτία τοῦ κοινωνικοῦ αὐτοῦ φαινομένου, καὶ γιατί ἡ πολιτεία δὲν λαμβάνει μέτρα;
2. Τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ εἶνε βέβαια πολλά. Μετὰ ἀπὸ πολέμους παρατηροῦνται συνήθως τέτοιες κρίσεις· καὶ πρά­­γμα­τι ἡ πατρίδα μας τὴ δεκαετία 1940-50 ταλαιπωρήθηκε πολύ. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλες αἰτίες ἄσχετες μὲ τὸν πόλεμο· καὶ ἂν ἡ πολιτεία δὲν σταματήσῃ τὴ δρᾶσι τους, ἡ διαφθορὰ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ τροφοδοτῆται. Οἱ αἰτίες αὐτὲς εἶνε τὸ θέαμα καὶ τὸ ἔντυπο· αὐτὰ ἔχουν γίνει σήμερα δύο μεγάλα ποτάμια διαφθορᾶς, ποὺ μολύνουν τὴν κοινωνία καὶ ἀπειλοῦν νὰ ἐξαλείψουν τὰ ἤθη μας. Ἐννοοῦμε βέβαια τὸ ἄσεμνο θέαμα καὶ τὴν ἄσεμνη λογοτεχνία. Ἐννοοῦμε τὴ γκαγκστερικὴ καὶ ἀνήθικη ταινία, ποὺ ἡρωοποιεῖ τὸν ἐγκληματία καὶ μὲ ἀχαλίνωτη φαντασία ἐμφανίζει τὴν πορνεία καὶ τὴ μοιχεία ὡς φυσιολογικὰ φαινόμενα καὶ διεγείρει τὰ κατώτερα ἔνστικτα μὲ στόχο τὸ ἐμπορικὸ κέρδος. Ἔτσι ὅμως ὑποσκάπτονται τὰ θεμέλια τῆς κοινωνίας καὶ κλονίζεται ἡ πίστι στὶς ἠθικὲς ἀξίες τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ εἶνε τὸ πολυτιμότερο ἀπόκτημα τῆς ἀνθρωπότητος.
Παρόμοια εἶνε ἡ ἐπίδρασι τοῦ ἀσέμνου ἐντύπου ξένης ἰδί­­ως προελεύσεως (περιοδικοῦ, βιβλίου κ.λπ.), μὲ πορνικὲς εἰ­κόνες καὶ ὕλη, ποὺ διεγείρουν τὰ σεξουαλικὰ καὶ τὰ ἀντικοινωνικὰ ἔνστικτα καὶ καταπνίγουν τὴ φωνὴ τῆς ἁγνότητος καὶ τὴ σεμνότητα. Γυμνὲς γυναῖκες ποζάρουν, ὥστε ὁ θεατὴς νὰ βρί­σκεται σὲ διαρκῆ πειρασμό. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀντιμετωπιστῇ δραστικά· εἶνε ἀπαράδεκτο ἠθικὰ καὶ ἐπιζήμιο κοινωνικὰ νὰ χρησιμοποιῆται ὁ σεξουαλισμὸς στὸ ἐμπόριο καὶ κάποιοι λίγοι νὰ πλουτί­ζουν εἰς βάρος τῆς ἠθικῆς ζωῆς τῶν πολλῶν.
3. Γι᾽ αὐτὸ ἱδρύθηκε τὸ σωματεῖο μας καὶ πρώτη ἐνέργειά του εἶνε τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, ἀφοῦ ἡ πολιτεία εἶνε ἡ ἁρμοδία νὰ λάβῃ τὰ κατάλ­ληλα μέτρα. Ὡς τέτοια μέτρα ἐμεῖς προτεί­νουμε· ν᾽ ἀπαγορευθοῦν ἡ εἰσαγωγὴ ξένων καὶ ἡ παραγωγὴ καὶ κυκλοφορία ἐγχωρίων ἐντύπων μὲ γυμνὲς φωτογραφίες, καθὼς καὶ ἡ προβολὴ γκαγκ­στε­ρικῶν ταινιῶν καὶ διαφημίσε­ων, νὰ ἱδρυθῇ παιδικὸς κρατικὸς κινηματογράφος μὲ εἰδικὲς μορφωτικὲς καὶ ἠθικοπλαστικὲς προβολές, καὶ νὰ συσταθῇ κρατικὸς ὀργανισμὸς (ὅπως τὸ Βασιλικὸ Θέατρο τῆς Λυρικῆς Σκηνῆς) μὲ ἀποστολὴ τὴν παραγωγὴ ταινιῶν, γιὰ μικροὺς καὶ γιὰ μεγάλους, ποὺ οἱ ὑποθέσεις τους θὰ ἐμπνέωνται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.
Γιὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν αὐτά, εἶνε ἀναγκαῖο νὰ συγ­κροτηθῇ ἐπιτροπὴ ἀπὸ ἐκπροσώπους τῆς ἐκκλησίας τῆς πολιτείας καὶ τῶν γραμμάτων, ποὺ θὰ καταστρώσῃ πρόγραμμα ἐργασιῶν καὶ θὰ λαμβάνῃ κάθε φορὰ τὰ κατάλληλα μέτρα.
Ἐλπίζουμε νὰ προσέξετε αὐτὰ ποὺ σᾶς ἀναφέρουμε. Εἴ­μα­στε οἰκογενειάρχες καὶ θέλουμε νὰ προφυλάξουμε τὰ παιδιά μας ἀπὸ τὴ διαφθορά, καὶ νὰ προστατέψουμε τὴν πατρί­δα μας ἀπὸ τὰ μικρόβια τῆς ἠθικῆς ἀποσυνθέσεως, ποὺ εἰσάγον­­ται στὸν ὀργανισμό της ὑπὸ τὴ μορφὴ τῆς ψυχαγωγίας. Ὡς Χριστιανοὶ καὶ ὡς Ἕλληνες διαμαρτυρόμαστε γιὰ τὴ μέχρι τώρα ἀδιαφορία τῆς πολιτείας· ζητοῦμε ὁ ἑλληνικὸς καὶ χριστι­­α­νικὸς πολιτισμός, ποὺ προβλέπει τὸ σύνταγμα, νὰ γίνῃ καὶ στὴν πρᾶξι ὁ ῥυθμιστὴς τῆς ζωῆς καὶ τῆς ψυχαγωγίας τοῦ λαοῦ μας.

* * *

Ἐπιτροπὴ ἐπέδωσε ἰδιοχείρως τὸ ἀνωτέρω ὑπόμνημα στὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, στὸ πο­λιτικὸ γραφεῖο τοῦ πρωθυπουργοῦ, στὰ ὑ­πουργεῖα τύπου καὶ παιδείας, στὴ διεύθυνσι τῆς ἀστυνομίας, καὶ σὲ διάφορες ἄλλες ἀρχές.
Δόθηκαν ἐνθαρρυντικὲς ὑποσχέσεις, ὅτι τὸ κακὸ θὰ περιοριστῇ. Ἐμεῖς δὲν πιστεύουμε εὔκολα ὅτι τὰ λόγια γίνονται ἔργα. Ἔργα ζητάει ὁ εὐσεβὴς λαός, καὶ ἔργα δὲν βλέπει. Πικρὴ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος. Παρ᾽ ὅλα αὐ­­τὰ θέλουμε νὰ ἐλπίζουμε ὅτι κάτι θὰ γίνῃ στὸ σοβαρὸ αὐτὸ ζήτημα. Μὲ χαρὰ βλέπουμε ὅτι καὶ ἄλλοι κινοῦνται μὲ τὸν ἴδιο σκοπὸ σὲ σοβα­ρὴ συγκέντρω­σι κατὰ τοῦ τέρατος τῆς ἀκολασίας, ποὺ κατα­σπαράζει πλήθη νέ­ων καὶ νεανίδων. Αὐτὸς ὁ Μινώταυρος πρέπει νὰ ἐξ­οντω­θῇ. Τὸ ἴδιο ἂς κάνουν καὶ ἄλλοι.
Ὁ ἀγώνας θὰ συνεχιστῇ. Ἐφ᾽ ὅσον καὶ ἄλ­λα σωματεῖα ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀνάγκη γιὰ γενναιότερη ἐξόρμησι, ἂς κινητοποιήσουν τὸ λαὸ σὲ ἀγῶνα, ὥστε τὰ νέα εἴδωλα ποὺ στήθηκαν ὡς «βδελύγματα ἐρημώσεως ἐν τόπῳ ἁγίῳ» (πρβλ. Δαν. 9,27· 12,11. Ματθ. 24,15. Μᾶρκ. 13,14) νὰ πέσουν. Ὅλοι, ἀδελφοί, ἂς ἐργασθοῦμε καὶ ἂς συνερ­γασθοῦμε κάτω ἀπὸ τὴ σημαία τοῦ σταυροῦ.
Τέλος δηλώνουμε δημοσίως τὰ ἑξῆς. Ἐ­άν, παρ᾽ ὅλες τὶς ἀναφορές, τὰ ὑπομνήματα, τὶς δι­αμαρτυρίες, δὲν γίνῃ τίποτα, τότε ὁ σύλ­λογος «Μέγας Ἀθανάσιος» θὰ βαδίσῃ ῥιζοσπαστικά. Τὸ κακό, ἀφοῦ ἔγινε προκλητικό, σκανδαλῶ­δες, ἀνυπόφορο, θέλει ἄλλη ἀντιμετώπισι. Μετὰ τὰ ἤπια μέσα θὰ ὑψωθῇ, ναὶ θὰ ὑψωθῇ, φραγγέλλιο. Δὲν θὰ τὸ κρατήσουν –ὅπως θά ᾽πρεπε– ἀρχιερεῖς καὶ θεολόγοι καὶ ἱεροκήρυκες· θὰ τὸ κρατήσῃ ὁ λαός, ὁ εὐ­σε­βὴς λαός. Ὅσο λίγος κι ἂν εἶνε, αὐτὸς εἶνε ὁ φρουρὸς τῶν νό­μων, γραπτῶν καὶ ἀγράφων, ὁ φρουρὸς τῆς πίστεως καὶ τῆς ἠ­θικῆς. Σ᾽ αὐτόν, στὸν πατρι­ω­τισμό του, ἀναθέτει τὴν τήρησί του τὸ Σύν­τα­­γμα μὲ τὸ τελευταῖο ἄρθρο του. Καὶ τὸ Σύντα­γμα δὲν λέει, ἡ Ἑλλάδα νὰ γίνῃ Χόλλυγουντ… Ναί, ὁ λαὸς θὰ ὑψώσῃ τὸ φραγγέλλιο καὶ θ᾽ ἀ­κουστῇ ἡ φωνή του, φωνὴ Θεοῦ, νὰ λέῃ· Μὴ ποιεῖτε τὴν Ἑλλάδα οἶκον αἰσχροῦ ἐμ­πο­ρίου καὶ τὰ μνήματά της σπήλαια γκαγκ­στερικῶν ταινιῶν καὶ ἐγκλημάτων (πρβλ. Ἰω. 2,16. Ματθ. 21,13. Λουκ. 19,46).
Ἀλλὰ πρὶν φθάσουμε στὰ ἄκρα, ἂς ἐλπίσου­με ὅτι τὸ κακὸ θὰ διορθωθῇ «μὲ νόμιμα καὶ κανονικὰ μέσα». Ὁ Κύριος βοηθός! Τὸ κακὸ εἶνε πολύρριζο καὶ πολύκλαδο· ἀπαιτεῖται κόπος καὶ μόχθος γιὰ ν᾽ ἀλλάξῃ ἡ κατάστασι.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Περιληπτικὴ μεταφορὰ σὲ ἁπλῆ γλῶσσα καὶ προσαρμογὴ ἄρθρου ποὺ δημοσιεύθηκε πρὶν ἀπὸ 66 χρόνια μὲ διαφορετικὸ τίτλο («Ὀρθόδοξος Σύλλογος “Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος”») στὸ περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Σπίθα» (Κοζάνη, φ. 141/Μάρτ. 1953) 24-8-2019.

«Χριστιανική Σπίθα», Ιουλίου 1965, φυλ. 282 Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου ΣΑΛΠΙΣΜΑΤΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΕΛΛΗΝΕΣ ΞΥΠΝΗΣΤΕΤὸ πρῶτον καθῆκον τοῦ ἐπισκόπου εἶνε ἡ μέχρι θανάτου ὑπεράσπισις τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἐκ τῶν ἐπιθέσεων τῶν ἀπίστων καὶ τῶν αἱρετικῶν. Ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἀληθὴς ἐπίσκοπος, πρέπει νὰ εἶνε ὁ ἀκοίμητος φρουρὸς τῆς πίστεως, ὅπως ὁ στρατιώτης εἶνε ὁ ἀκοίμητος φρουρὸς τῆς πατρίδος. Καὶ ὅπως ὁ γενναῖος στρατιώτης, ὁ φυλάσσων τὰ σύνορα τῆς πατρίδος οὐδὲ σπιθαμὴν τῆς πατρώας γῆς παραδίδει εἰς τοὺς ἐχθρούς, οὕτω καὶ ὁ ἐπίσκοπος οὐδὲ σπιθαμὴν τῆς πατρώας πίστεως, οὐδὲ ἰῶτα ἕν ἤ μίαν κεραίαν ἐγκαταλείπει ἀνυπεράσπιστον, ἀλλὰ μάχεται ὡς λέων κατὰ τὰ παραδείγματα τῶν ἀειμνήστων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι, χάριν τῆς πίστεως, καὶ θρόνους ἀπώλεσαν καὶ εἰς ἐξορίας ἐπορεύθησαν καὶ παντοειδῆ μαρτύρια ὑπέστησαν, καὶ θάνατον. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἱερὰ αὐτὴ ἀγωνιστικότης ἐξέλιπεν. Οἱ σημερινοὶ Ἱεράρχαι δὲν ἀγωνίζονται μὲ τὸ ἱερὸν πάθος τῶν πατέρων. Ὁ εὐσεβὴς λαὸς μετὰ βαθυτάτης λύπης βλέπει ὅτι, ἐνῶ οἱ Ἱεράρχαι μας διεξάγουν κραταιόν, πείσμονα καὶ ἀνένδοτον ἀγῶνα, διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸ ἐπάρατον καὶ λαομίσητον μεταθετόν, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἀπειλοῦντες καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἀντιθέτως διὰ φλέγοντα ζητήματα πίστεως δὲν ἐκδηλώνουν ἀγωνιστικότητα. Νομίζει τις ὅτι ἔχουν ἀποθάνει. Ἀπόδειξις τὸ θέμα Παπανούτσου. Ἑξάμηνον παρῆλθεν ἀφʼ ὅτου ὑπὸ τιμίων τέκνων τῆς Ἐκκλησίας ὁ Παπανοῦτσος κατηγγέλθη διʼ άντιχριστιανικὰς καὶ βλασφήμους ἰδέας, καὶ ἡ ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ τοῦ τόπου μας, ἡ φρουρὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, παρʼ ὅλην τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης σιωπᾶ… Ἀλλʼ ἐν μέσω τῆς ἐνόχου σιωπῆς ἀκούεται φωνὴ ἰσχυρὰ ὑπὲρ τῆς πατρώας πίστεως. Τίνος ἡ φωνή; Ἐπισκόπου; Ὄχι. Εἶνε ἡ φωνὴ ἑνὸς τιμίου ἐκπαιδευτικοῦ, τοῦ κ. Χρήστου Παναγιωτοπούλου, καθηγητοῦ Μαθηματικῶν ἐν Πειραιεῖ. Ὁ ἐκπαιδευτικὸς οὗτος, αἰσθανόμενος τὸ χρέος του ἀπέναντι τῆς Θρησκείας καὶ τοῦ Ἔθνους, ἐξέδωκε βιβλίον ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἰδοὺ ποῦ ὑπάρχει ἡ σύγχυσις καὶ τὸ σκότος – Ἔργα καὶ Ἡμέραι Ε. Παπανούτσου». Εἰς τὸ βιβλίον εὐθαρσῶς καταγγέλονται αἱ ἀντιχριστιανικαὶ ἀντιλήψεις καὶ ἐνέργειαι τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας. Εἶνε τόσον φρικτὰ τὰ καταγγελόμενα καὶ μὲ τόσα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα κατοχυροῦνται, ὥστε, ἄν ὑπῆρχε εὐαισθησία εἰς τοὺς κυβερνῶντας, θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Παπανοῦτσος νὰ ἐκδιωχθῆ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν. Ὁ κ. Χρ. Παναγιωτόπουλος ἔπραξεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξουν οἱ Ἱεράρχαι. Λαϊκὸς οὗτος, καὶ οἰκογενειάρχης μὲ πολυμελῆ οἰκογένειαν, ὤρθωσε τὸ ἀνάστημά του καὶ ἤλεγξε τὸν ἀσεβῆ, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς συνεπείας. Διὰ τοῦτο τοῦ ἀξίζει πᾶς ἔπαινος. Ἀνεδείχθη ἐπίσκοπος χωρὶς ἐγκόλπιον. Διὰ νὰ ἀποδειχθῆ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ὅτι ὁ εὐσεβὴς λαὸς εἶνε ὁ φρουρὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.

 

ΕΛΛΗΝΕΣ ΞΥΠΝΗΣΤΕΤὸ πρῶτον καθῆκον τοῦ ἐπισκόπου εἶνε ἡ μέχρι θανάτου ὑπεράσπισις τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἐκ τῶν ἐπιθέσεων τῶν ἀπίστων καὶ τῶν αἱρετικῶν. Ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἀληθὴς ἐπίσκοπος, πρέπει νὰ εἶνε ὁ ἀκοίμητος φρουρὸς τῆς πίστεως, ὅπως ὁ στρατιώτης εἶνε ὁ ἀκοίμητος φρουρὸς τῆς πατρίδος. Καὶ ὅπως ὁ γενναῖος στρατιώτης, ὁ φυλάσσων τὰ σύνορα τῆς πατρίδος οὐδὲ σπιθαμὴν τῆς πατρώας γῆς παραδίδει εἰς τοὺς ἐχθρούς, οὕτω καὶ ὁ ἐπίσκοπος οὐδὲ σπιθαμὴν τῆς πατρώας πίστεως, οὐδὲ ἰῶτα ἕν ἤ μίαν κεραίαν ἐγκαταλείπει ἀνυπεράσπιστον, ἀλλὰ μάχεται ὡς λέων κατὰ τὰ παραδείγματα τῶν ἀειμνήστων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι, χάριν τῆς πίστεως, καὶ θρόνους ἀπώλεσαν καὶ εἰς ἐξορίας ἐπορεύθησαν καὶ παντοειδῆ μαρτύρια ὑπέστησαν, καὶ θάνατον.
Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἱερὰ αὐτὴ ἀγωνιστικότης ἐξέλιπεν. Οἱ σημερινοὶ Ἱεράρχαι δὲν ἀγωνίζονται μὲ τὸ ἱερὸν πάθος τῶν πατέρων. Ὁ εὐσεβὴς λαὸς μετὰ βαθυτάτης λύπης βλέπει ὅτι, ἐνῶ οἱ Ἱεράρχαι μας διεξάγουν κραταιόν, πείσμονα καὶ ἀνένδοτον ἀγῶνα, διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸ ἐπάρατον καὶ λαομίσητον μεταθετόν, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἀπειλοῦντες καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἀντιθέτως διὰ φλέγοντα ζητήματα πίστεως δὲν ἐκδηλώνουν ἀγωνιστικότητα. Νομίζει τις ὅτι ἔχουν ἀποθάνει. Ἀπόδειξις τὸ θέμα Παπανούτσου. Ἑξάμηνον παρῆλθεν ἀφʼ ὅτου ὑπὸ τιμίων τέκνων τῆς Ἐκκλησίας ὁ Παπανοῦτσος κατηγγέλθη διʼ άντιχριστιανικὰς καὶ βλασφήμους ἰδέας, καὶ ἡ ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ τοῦ τόπου μας, ἡ φρουρὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, παρʼ ὅλην τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης σιωπᾶ…
Ἀλλʼ ἐν μέσω τῆς ἐνόχου σιωπῆς ἀκούεται φωνὴ ἰσχυρὰ ὑπὲρ τῆς πατρώας πίστεως. Τίνος ἡ φωνή; Ἐπισκόπου; Ὄχι. Εἶνε ἡ φωνὴ ἑνὸς τιμίου ἐκπαιδευτικοῦ, τοῦ κ. Χρήστου Παναγιωτοπούλου, καθηγητοῦ Μαθηματικῶν ἐν Πειραιεῖ. Ὁ ἐκπαιδευτικὸς οὗτος, αἰσθανόμενος τὸ χρέος του ἀπέναντι τῆς Θρησκείας καὶ τοῦ Ἔθνους, ἐξέδωκε βιβλίον ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἰδοὺ ποῦ ὑπάρχει ἡ σύγχυσις καὶ τὸ σκότος – Ἔργα καὶ Ἡμέραι Ε. Παπανούτσου». Εἰς τὸ βιβλίον εὐθαρσῶς καταγγέλονται αἱ ἀντιχριστιανικαὶ ἀντιλήψεις καὶ ἐνέργειαι τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας. Εἶνε τόσον φρικτὰ τὰ καταγγελόμενα καὶ μὲ τόσα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα κατοχυροῦνται, ὥστε, ἄν ὑπῆρχε εὐαισθησία εἰς τοὺς κυβερνῶντας, θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Παπανοῦτσος νὰ ἐκδιωχθῆ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν.
Ὁ κ. Χρ. Παναγιωτόπουλος ἔπραξεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξουν οἱ Ἱεράρχαι. Λαϊκὸς οὗτος, καὶ οἰκογενειάρχης μὲ πολυμελῆ οἰκογένειαν, ὤρθωσε τὸ ἀνάστημά του καὶ ἤλεγξε τὸν ἀσεβῆ, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς συνεπείας. Διὰ τοῦτο τοῦ ἀξίζει πᾶς ἔπαινος. Ἀνεδείχθη ἐπίσκοπος χωρὶς ἐγκόλπιον. Διὰ νὰ ἀποδειχθῆ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ὅτι ὁ εὐσεβὴς λαὸς εἶνε ὁ φρουρὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.

«Χριστιανικη Σπίθα» τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Οκτωβρίου-Νοεμβρίου τοῦ 1970, ἀρ. φυλ. 228 ΝΑ ΟΡΚΙΖΩΜΕΘΑ;

 

«Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὁμόσαι ὅλως»(Ματθ. 5, 34)

  • ΜΗ ομοσαι ολως (Ο ΚΥΡΙΟΣ)

    (*) Ἐξ ἀφορμῆς διαρρήξεως ἱερῶν Ναῶν τῆς πόλεως Φλωρίνης ὑπὸ κλεπτῶν ἐκλήθη μεταξὺ ἄλλων νὰ καταθέση ὡς μάρτυς εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Φλωρίνης σχετικὴν δίκην ἐφημέριος τοῦ ἱ. Ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, πατὴρ ὀκτὼ τέκνων. Οὗτος ὅμως ἐδήλωνσε εἰς τὸ δικαστήριον, ὅτι θὰ εἴπη μὲν ὅσα περὶ τῆς ὑποθέσεως γνωρίζει, δὲν δύναται ὅμως νὰ δώση ὅρκον, ὅστις, προκειμένου περὶ κληρικῶν, συνίσταται εἰς «διαβεβαίωσιν ἐπὶ τῆ ἱερωσύνη» αὐτῶν. Ἡ ἄρνησίς του νὰ ὁρκισθῆ ἐδημιούργησε θέμα εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον προειδοποίησε τὸν ἐν λόγω κληρικόν, ὅτι, ἐὰν τελικῶς δὲν ὡρκίζετο, θὰ ἐτιμωρεῖτο, ἐπὶ τῆ βάσει τοῦ νόμου. Οὗτος ὅμως δὲν ἐκάμφθη, εἰπών, ὅτι ὡς πνευματικὸς – ἐξομολόγος ἔχει πολλάκις συμβουλεύσει τοὺς πιστοὺς νʼ ἀποφεύγουν τὸν ὅρκον, καὶ ἐπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ ἴδιος νὰ παραβῆ τὴν ρητὴν περὶ ὅρκου ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Τελικῶς τὸ δικαστήριον ἐπέβαλεν εἰς τὸν ἀρνηθέντα τὸν ὅρκον κληρικὸν τετράμηνον φυλάκισιν. Ἐγένετο ἔφεσις, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἐξεδικάσθη ἐκ νέου τὴν 27ην Νοεμβρίου ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Θεσσαλονίκης. Εὐλαβεῖς δικηγόροι, συνήγοροι τοῦ κατηγορουμένου ἱερέως, ὑπεστήριξαν τὴν ἄποψιν, ὅτι πᾶς πιστός, πολὺ δὲ περισσότερον ἕνας κληρικός, ὀφείλει πρῶτον ὑπακοὴν εἰς τὸν τέλειον Νόμον τοῦ Θεοῦ καὶ ὕστερον εἰς τοὺς νόμους τῶν ἀνθρώπων. Τὴν ἴδιαν θέσιν ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀξιότιμος Εἰσαγγελεὺς κ. Κατεβαίνης, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν ἀθώωσιν τοῦ κατηγορουμένου ἱερέως. Ἡ ἀπόφασις ἦτο ἀθωωτική. Διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἐδικαιώθη καὶ νομικῶς ἡ θέσις τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονται νὰ ὁρκίζωνται καὶ νὰ καταπατοῦν σαφεστάτην ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Θέλομεν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι αὕτη θʼ ἀποτελέση νομικὸν προηγούμενον.
    Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑποθέσεως τοῦ ζηλωτοῦ κληρικοῦ μας ἐξεδώκαμεν τὴν ὑπʼ ἀριθμ. 120/22-11-70 ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν καὶ δημοσιεύομεν εἰς τὸ παρὸν φύλλον τῆς «Χριστιανικῆς Σπίθας».

Εὐλαβὴς χριστιανὸς τῆς ἡμετέρας περιφερείας μᾶς ἐρωτᾶ: «Τί περὶ ὅρκου φρονεῖ ἡ Ἐκκλησία;». Εἰς τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἐρώτημα, προσφιλῆ μου πνευματικὰ τέκνα, θὰ προσπαθήση νʼ ἀπαντήση ἡ παροῦσα ἐγκύκλιος.

Ἀρχαῖοι σοφοὶ περὶ ὄρκου

Πρὶν ἤ εἴδωμεν τί περὶ ὅρκου διαλαμβάνουν τὰ ἱερὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ κείμενα καὶ τί διδάσκουν οἱ μεγάλοι τῆς Ἐκκλησίας Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι, ἄς ρίψωμεν ἕν βλέμμα εἰς τὸν ἀρχαῖον κόσμον, εἰς ἡμετέρους προγόνους, οἱ ὁποῖοι, μολονότι δὲν ἐπίστευον εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ἐλάτρευον τὰ εἴδωλα, ἐν τούτοις διεκρίνοντο διὰ τὴν θρησκευτικήν των πίστιν καὶ εὐλάβειαν, καί, ὅτε ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ Παῦλος, ἐπεσκέφθη τὸ «δαιμόνιον πτολίεθρον», τὰς Ἀθήνας, καὶ εἶδε τὸ πλῆθος τῶν ναῶν καὶ τῶν ἀγαλμάτων, ὠνόμασεν αὐτοὺς «δεισιδαιμονεστέρους», ἤτοι εὐλαβεστέρους τῶν ἀνθρώπων. Ἀπόδειξις τῆς εὐλάβειάς των ἦτο καὶ ἡ περὶ τοὺς ὅρκους προσοχή. Ἔτρεμον τὴν ψευδορκίαν. Ὀλίγους ὅρκους ἔδιδον. Τινὲς δὲ ἐκ τῶν φιλοσόφων ἀπέφευγον παντελῶς τὸν ὅρκον καὶ συνεβούλευον καὶ τοὺς ἄλλους νʼ ἀποφεύγουν αὐτὸν ὡς λίαν ἐπιβλαβῆ.
Ὁ Πυθαγόρας ἔλεγε «μὴ ὀμνύναι θεούς˙ ἀσκεῖν γὰρ αὐτὸν ἀξιόπιστον παρέχειν». Ὀ Ἰσοκράτης εἰς τὰς περιφήμους πρὸς Δημόνικον συμβουλάς, ἔχει καὶ ταύτην˙ «Ὅρκον ἐπακτὸν προσδέχου διὰ δύο προφάσεις, ἤ σεαυτὸν αἰτίας αἰσχρᾶς ἀπολύων ἤ φίλους ἐκ μεγάλων κινδύνων διασώζων˙ ἕνεκα δὲ χρημάτων μηδένα θεὸν ὁμόση μηδʼ ἄν εὐορκεῖν μέλλης. Δόξεις γὰρ τοῖς μὲν ἐπιορκεῖν, τοῖς δὲ φιλοχρημάτως ἔχειν». Ὁ φιλόσοφος Ξενοκράτης, λόγω τῆς διακρινούσης αὐτὸν φιλαληθείας, δὲν ὑπεχρεοῦτο εἰς ὅρκον ἀπὸ τὰ Ἀθηναϊκὰ δικαστήρια. Ἄλλος δὲ φιλόσοφος ἀνήρ, ὁ Κλεινίας, ὁ ὁποῖος διʼ ἰδιωτικήν του ὑπόθεσιν ἐκλήθη εἰς δικαστήριον, καὶ ἄν ὡρκίζετο, θὰ ἠδύνατο νὰ κερδήση τὴν ὑπόθεσιν, προετίμησε νὰ χάση τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ζημιωθῆ τεράστιον χρηματικὸν ποσόν, παρὰ νὰ ὁρκισθῆ. Τὸν Κλεινίαν θαυμάζει καὶ ἐπαινεῖ ὁ Μέγας Βασίλειος, διότι, ἐνῶ ἔζησε 400 ἔτη πρὸ Χριστοῦ, ἐν τούτοις ἐφήρμοσε τὴν ἐντολὴν τοῦ Χριστοῦ «Μὴ ὁμόσαι ὅλως». Ὁ περίφημος τραγικὸς ποιητὴς Αἰσχύλος προτρέπει ἀπὸ σκηνῆς˙ «Ὅρκον φεῦγε κἄν δικαίως ὀμνύης». Ὁ Ἐπίκτητος συμβουλεύει˙ «Ὅρκον παραίτησαι». Ὁ Ἀντιφάνης λέγει, ὅτι ὅποιος ὁρκίζεται ἐμπίπτει εἰς δαίμονας. «Ὁ διδοῦς τὸν ὅρκον πονηρῶ μιαίνεται». Ὁ σοφὸς νομοθέτης τῶν Ἀθηνῶν Σόλων θεωρεῖ τὸν ὅρκον περιττὸν ἐν μέσω τιμίων ἀνθρώπων, λέγων˙ «Τρόπου καλοκαγαθίαν ὅρκου πιστοτέραν ἔχε». Ὁ Πλούταρχος διδάσκων πόσον φοβερὸν εἶχε νὰ ὁρκίζεταί τις καὶ νὰ παραβαίνη τοὺς ὅρκους, ἀναφέρει τὸ παράδειγμα τοῦ Κλεομένους, βασιλέως τῆς Σπάρτης, ὁ ὁποῖος ἀθετήσας ἔνορκον ὑπόσχεσίν του πρὸς τοὺς Ἀργείους, παρεφρόνησε καὶ ηὐτοκτόνησε.
Μελετῶντες τὰ παραδείγματα αὐτὰ τῶν ἀρχαίων προγόνων μας καὶ βλέποντες τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, συγκινούμεθα καὶ διδασκόμεθα. Εἴθε οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ ἀπόγονοὶ των νʼ ἀπεφεύγομεν τοὺς ὅρκους ὅπως αὐτοί.

Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη περὶ ὅρκου

Ἐὰν ἀφήσωμεν τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας καὶ ρίψωμεν ἕν βλέμμα εἰς τὸ Ἰουδαϊκὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον μόνον αὐτὸ ἐξ ὅλων τῶν ἐθνῶν τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἐπίστευεν εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεὸν ἦτο μεγίστη. Ἔτρεμον νʼ ἀναφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Σπανίως τὸ ἀνέφερον. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν τοῦ Μωυσέως ἐπετρέπετο ὁ ὅρκος, ἀλλὰ σπανίως ὡρκίζοντο, καὶ οἱ ὅρκοι αὐτῶν ἦσαν ἀληθινοί. Διότι ἐφοβοῦντο τὰς τρομερὰς συνεπείας. Πᾶς ὁ ὁρκιζόμενος ψευδῶς ἐτιμωρεῖτο διὰ λιθοβολισμοῦ. Ταῦτα εἰς ἡμέρας ἀκμῆς τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος, ὅτε κέντρον τῆς ἰδιωτικῆς, οἰκογενειακῆς καὶ ἐθνικῆς ζωῆς τοῦ ἱστορικοῦ τούτου λαοῦ ἦτο ὁ Θεός. Καὶ μὲ τὴν πίστιν αὐτὴν εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἐθαυματούργει καὶ προεκάλει τὸν παγκόσμιον θαυμασμόν.
Ὅτε ὅμως καὶ ὁ λαὸς οὗτος ἀπώλεσε τὴν ἀληθινὴν πίστιν καὶ ἐξώκειλεν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν καὶ τὴν ἠθικὴν διαφθοράν, τότε πλέον μεταξὺ τῶν ἄλλων ἠθικῶν πληγῶν ἐνεφανίσθη καὶ ἡ ψευδορκία καὶ ἡ ἐπιορκία. Οἱ Ἰσραηλῖται ὡρκίζοντο ψευδῶς καὶ παρέβαινον τὰς ἐνόρκους ὑποσχέσεις των. Τὸ ἁμαρτωλὸν καὶ ἐλεεινὸν συμφέρον ἐπεκράτει. Χάριν ὀλίγου κέρδους ἐψεύδοντο καὶ ἐπεκαλοῦντο ὡς μάρτυρα τὸν Θεόν. Ἡ πρὸς ἀλλήλους ἐμπιστοσύνη, θεμέλιον κοινωνικῆς ζωῆς, ἐξέλιπεν. Ἡ διαφθορὰ εἰς τὴν καρδίαν, τὸ ψεῦδος εἰς τὰ χείλη, ἡ κλοπὴ καὶ ἡ πορνεία καὶ πᾶν εἶδος ἀκαθαρσίας ἐβασίλευον. Ὁ Θεὸς περιεφρονεῖτο, ὁ ἄνθρωπος ἠτιμάζετο διὰ τῶν ἰδίων του παθῶν. Τότε, εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς διαφθορᾶς ἐνεφανίσθησαν οἱ Προφῆται, οἱ ὁποῖοι διὰ πυρίνων λόγων ἤλεγχον τὰς παραβάσεις τοῦ Ἰσραήλ. Ἠπείλουν τὸν Ἰσραὴλ μὲ φοβερὰς τιμωρίας, αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε θὰ ἐπήρχοντο, ἐὰν ἀμετανώητοι συνέχιζον τὴν ἀσέβειαν καὶ διαφθοράν των. Ὁ προφήτης Ζαχαρίας εἶδεν ὁραμα φοβερόν. Εἶδε δρέπανον πετόμενον μήκους πήχεων εἴκοσι καὶ πλάτους πήχεων δέκα. Ὁ προφήτης ἐφοβήθη καὶ ἠρώτησε˙ «Τί ἐστι τοῦτο;». Καὶ ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν παρʼ ἀγγέλου˙ «Αὕτη ἐστιν ἡ ἀρὰ ἡ ἐκπορευόμενη ἐπὶ πρόσωπον πᾶσης τῆς γῆς, διότι πᾶς ὁ κλέπτης ἐκ τούτου ἕως θανάτου ἐκδικηθήσεται, καὶ πᾶς ὁ ἐπίορκος ἐκ τούτου ἐκδικηθήσεται». Ἡ τιμωρία, δηλαδή, κατὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ψευδῶς θὰ εἶνε ὁλοκληρωτική. Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἰκονίζεται μὲ τὸ φοβερὸν πετόμενον δρέπανον, θὰ εἰσορμήση εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἐπιόρκου καὶ θὰ κρημνίση τοὺς τοίχους καὶ θὰ καύση τὰ ξύλα. Δὲν θὰ μείνη τίποτε (Ἴδε Ζαχαρ. 5, 1-4 καὶ Ἡσαΐου 48, 1).

Ἡ Χριστιανικὴ διδασκαλία περὶ ὅρκου

Ὁ ὅρκος εἰς τὸν Ἰουδαϊκὸν λαόν, ὁ ὁποῖος περιεκυκλοῦτο ἀπὸ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη, καὶ παιδαγωγικῶς καθωδηγεῖτο πρὸς τὴν ἀληθινὴν θεογνωσίαν καὶ τὴν ἀνωτέραν ἠθικὴν ζωήν, ἐπετρέπετο κατὰ συγκατάβασιν. Ὅτε ὅμως ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου καὶ «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ έσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» ( Ἰωάν. 1, 14), τότε ὁ θεῖος νόμος, ὁ δοθεῖς ἐν Σινᾶ ἐν μέσω βροντῶν καὶ ἀστραπῶν, ἐπληρώθη. Διὰ τῆς διδασκαλίας δηλαδὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ ἠθικὴ συνεπληρώθη καὶ ἐξυψώθη εἰς τὰς ὑψίστας κορυφάς. Οὕτω καὶ ἡ περὶ ὅρκου διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εὖρε τὴν τελείωσίν της εἰς τοὺς ἐξῆς λόγους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ˙ «Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῶ Κυρίω τοὺς ὅρκους σου. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὁμόσαι ὅλως˙ μήτε ἐν τῶ οὐρανῶ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ˙ μήτε ἐν τῆ γῆ, ὅτι ὑποπόδιο ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ˙ μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως˙ μήτε ἐν τῆ κεφαλῆ σου ὁμόσης, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ἤ μέλαιναν ποιῆσαι. Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὔ οὔ˙ τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι» (Ματθ. 5, 33-37). Σαφεῖς, σαφέστατοι εἶνε οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου. Ὁ ὅρκος ἀπαγορεύεται ἀπολύτως. Οὕτως ἐδίδαξαν καὶ οἱ Ἀπόστολοι (Ἰδὲ Ἰακ. 5, 12). Οὕτως ἠννόησαν τοὺς ἀνωτέρω λόγους τοῦ Κυρίου οἱ μεγάλοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκ τῆς σχετικῆς διδασκαλίας αὐτῶν ἀναφέρομεν ἐδῶ τὴν διδασκαλίαν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ Μ. Βασίλειος εἰς τὸν ΚΘ΄ κανόνα αὐτοῦ λέγει˙ «Καθάπαξ μὲν ὅρκος ἀπηγορεύεται˙ πολλῶ δέ που εἰκὸς τὸν ἐπὶ κακῶ γινόμενον κατακεκρίσθαι». Εἰς δὲ τὴν ΙΔ΄ ὁμιλίαν του εἰς τοὺς Ψαλμοὺς παρατηρεῖ, ὅτι ὑπάρχουν ἐν τῆ Γραφῆ λόγοι τινές, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ὡς ὅρκοι, ἀλλὰ δὲν εἶνε ὅρκοι, ὅπως ὅταν ὁ Ἰωσήφ, διὰ νὰ βεβαιώση τὸν Αἰγύπτιον, λέγει˙ «Νὴ τὴν ὑγίειαν Φαραώ» (Μὰ τὴν ὑγείαν τοῦ Φαραώ) (Γεν. 42, 15), καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, διὰ νὰ διαβεβαιώση τὴν ἀγάπην, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς τοὺς Κορινθίους, λέγει˙ «Νὴ τὴν ὑμετέραν καύχησιν ἥν ἔχω ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ τῶ Κυρίω ἡμῶν» (Α΄ Κορ. 15, 31). Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐρωτᾶ˙ «Ὅρκου τί χεῖρον;». Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος˙ «Οὐδέν». Τέλος ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος περισσότερον ὅλων τῶν ἄλλων Πατέρων καυτηριάζει τὴν τάσιν τῶν χριστιανῶν νὰ ὁρκίζωνται καὶ διὰ τὰ εὐτελέστερα τῶν πραγμάτων καὶ νὰ θέτουν τὴν χεῖρά των ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Ἀπευθυνόμενος ὁ ἱερὸς Πατὴρ πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προτείνει τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον διʼ ὅρκον, λέγει˙ «Σύ, εἰ μηδὲν Ἕτερον, αὐτὸ γοῦν τὸ βιβλίον αἰδέσθητι, ὅ προτείνεις εἰς ὅρκον, καὶ τὸ Εὐαγγέλιον, ὅ μετὰ χεῖρας φέρνω κελεύεις ὀμνύναι, ἀνάπτυξον, καὶ ἀκούσας τί περὶ ὅρκου ὁ Χριστὸς ἐκεῖ διαλέγεται, φρίξον καὶ ἀπόστηθι. Σὺ δὲ τὸν νόμον τὸν κωλύονται ὀμνύναι, τοῦτον ὅρκον ποιεῖς; Ὤ τῆς ὕβρεως, ὤ τῆς παρανοίας!».
Εὐσεβεῖς αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου διὰ νόμων ἀπηγόρευον εἰς τοὺς ὑπηκόους των νὰ ὁρκίζωνται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. «Ταύτη τῆ θεῖα νομοθεσία (περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ ὅρκου) – λέγει Νεαρὰ διάταξις, ἐκδοθεῖσα ἐπὶ τῆς αὐτοκρατείρας Εἰρήνης – τὸν αὐχένα τοῦ κράτου ἡμῶν ὑποκύπτομεν καὶ τὴν παρὰ ταύτην κρατήσασαν παράνομον συνήθειαν ἀπομπεμπόμεθα». Ἐκ δὲ τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας, ὅτε καὶ πάλιν ἡ τάσις πρὸς ὅρκους μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ἤρχισε νὰ ἐπικρατῆ, ἀναφέρομεν τὸν ἅγιον Κοσμᾶν τὸν Αἰτωλόν, ὁ ὁποῖος εἰς διδαχήν του λέγει σχετικῶς˙ «Ἔτσι μᾶς θέλει, ἀδελφοί μου, ὁ Θεὸς καὶ ὄχι νὰ βλασφημοῦμε, ὄχι νὰ προδίδωμεν ὅ ἕνας τὸν ἄλλον, ὄχι νὰ κάμνωμεν ὅρκους καὶ νὰ λέγωμεν ψεύματα˙ ὄχι νὰ κλέπτη ὁ ἕνας τὸν ἄλλον νὰ παίρνη τὸ πρᾶγμα τοῦ ἄλλου, ὄχι νὰ ὀμνύωμεν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ διὰ τὸ παραμικρόν. Θέλεις, ἀδελφέ μου, νὰ εἰπῆς μὰ τὸν Θεόν; Δὲν λέγεις, μὰ τὴν ἀλήθειαν; Ἐκεῖ ὁποῦ θὰ κάμης ὅρκον τοῦ ἀδελφοῦ σου, πές του ἐπʼ ἀληθείας, καὶ ἄν δὲν σοῦ πιστεύση, τράβα τὸ δρόμο σου. Νὰ ἀπέχωμεν, ἀδελφέ μου, νὰ μὴ ὁρκιζώμεθα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἤ νὰ κάμνωμεν ὅρκους καὶ νὰ ὀνομάζωμεν τοὺς ἁγίους μας˙ ἤ ὁποῦ ὀμνύουν κἄποιοι ἄγνωστοι τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους˙ φωτιὰ πύρινη τοὺς καίει καὶ τοὺς φλογίζει» (Ἰδὲ ἡμέτερον βιβλίον «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», ἔκδοσις γ΄, Ἀθῆναι 1966, σελ. 205).
Τέλος μνημονεύομεν περισπουδάστου ἐγκυκλίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀνθίμου Δ΄(1843-1852) περὶ ὅρκου. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐξεδόθη ἐξ ἀφορμῆς κληρικοῦ τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἤρνήθη νὰ ὁρκισθῆ ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐπιδοκιμάζει αὕτη τὴν πρᾶξιν τοῦ ἐν λόγω κληρικοῦ ὡς σύμφωνον πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν ἱερὰν Παράδοσιν (Ἰδὲ Ράλλη καὶ Ποτλῆ «Σύνταγμα θείων καὶ ἱερῶν κανόνων», τόμος ε΄, Ἀθῆναι 1895, σελ. 617-627).

Πολυορκία – ψευδορκία – ἐπιορκία

Δυστυχῶς σήμερον ἐκ τῆς κορυφῆς τοῦ Εὐαγγελικοῦ Νόμου, τοῦ ἀπαγορεύοντος τὸν ὅρκον, ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανικὸς λαός μας κατέπεσε χαμηλά. Δὲν ἐστάθημεν οὔτε εἰς τὴν ἐνάτην ἐντολὴν τοῦ Δεκαλόγου, ἡ ὁποῖα συνιστᾶ τὴν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀληθινὴν μαρτυρίαν. Δὲν ἐστάθημεν οὔτε εἰς τὰ ἐπίπεδα τῶν ἀρχαίων προγόνων μας, οἱ ὁποῖοι διεκρίνοντο διὰ τὸ δέος ἀπέναντι τῆς Θεότητος. Ἐπέσαμεν χαμηλά. Ἐκατρακυλίσαμεν εἰς βάραθρα καὶ χάη. Ὁ ὅρκος, ποὺ ἐδίδετο ἄλλοτε εἰς σπανιωτάτας περιπτώσεις καὶ μετὰ δέους, ἔγινε σήμερον συνηθέστατος. Ὅρκοι πολλοί. Ἡ πολυορκία καὶ ἡ ἐκ τῆς πολυορκίας ἀναποφεύκτως προερχομένη ψευδορκία καὶ ἐπιορκία ἀποτελοῦν μεγάλας πληγὰς τῆς συγχρόνου Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὁ εὐλαβὴς χριστιανός, ὁ ὁποῖος ἀπηύθυνε πρὸς ἡμᾶς τὸ ἐρώτημα «Τί περὶ ὅρκου φρονεῖ ἡ Ἐκκλησία;», μᾶς ἀνέφερεν, ὅτι, παρακολουθήσας δίκας μιᾶς μόνον ἡμέρας εἰς δικαστήριον τῆς Πατρίδος μας, ἠρίθμησε τοὺς ὅρκους οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν καὶ εὖρεν αὐτοὺς 500! Εἰς ἕν καὶ μόνον δικαστήριον τόσοι ὅρκοι! Ἐὰν δὲ ὑπὴρχε τρόπος νὰ μετρηθοῦν οἱ ὅρκοι, οἱ ὁποῖοι δίδονται καθημερινῶς εἰς τὰ ἀστυνομικὰ καταστήματα, εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν καὶ εἰς παντὸς εἴδους δικαστήρια, ἀπὸ τοῦ Εἰρηνοδικείου μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ φοβεροῦ κύματος πολυορκίας. Ἐπὶ τῆ βάσει ὡρισμένων στοιχείων, προχείρως ληφθέντων, ὑπολογίζεται, ὅτι οἱ ὅρκοι, οἱ ὁποῖοι δίδονται καθημερινῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶνε ὀλιγώτεροι τῶν 10.000. Δηλαδή, καθʼ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους 3.650.000 ὅρκοι! Φρίκη μᾶς καταλαμβάνει…

Νὰ καταργηθῆ

Τί ποιητέον; Μέγα τὸ πρόβλημα. Καθʼ ἡμᾶς, ἔχοντας εἰς τοῦτο συμφωνοῦντας καὶ ἐξόχους ἐκπροσώπους τοῦ Νομικοῦ κόσμου, ὁ ὅρκος πρέπει νὰ καταργηθῆ. Ὄχι μόνον διότι ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν τέλειον Εὐαγγελικὸν Νόμον καὶ δημιουργεῖ κρίσιν συνειδήσεως εἰς τοὺς ἐκ τῶν μαρτύρων εὐσυνειδήτως χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ διότι κρίνεται πλέον περιττός. Ναί, περιττός! Διότι ζῶμεν εἰς μίαν ἐποχήν, ὅτε τὸ ἀπέναντι τῆς Θεότητος δέος, ποὺ διέκρινε τὰς προηγουμένας γενεάς, ἔχει ἀτονήσει καὶ ἐκλείψει, καὶ οἱ πολλοὶ «δὲν τὄχουν τίποτε» νὰ θέσουν τὴν χεῖρά των ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ νὰ ὁρκισθοῦν ψευδῶς. Τοῦτο τονίζει καὶ ὁ ἀοίδομος Μητροπολίτης Κίτρους Κωνσταντῖνος Κοϊδάκης λέγων˙ «Ὁ ὅρκος καταντᾶ εἰς ἀπλοῦς τύπος, καὶ οὐδέποτε δύναται νὰ ἔχη τὸν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ὀργῆς αὐτοῦ φόβον, συντελῶν ὁλοταχῶς εἰς τὴν ψευδορκίαν καὶ ἐπιορκίαν˙ διότι ὁ μὴ εἰς Θεὸν πιστεύων ὁρκίζεται εἰς Θεὸν κατʼ αὐτὸν μὴ ὑπάρχοντα, καὶ στερούμενος φόβου Θεοῦ εὐκόλως ψευδορκεῖ καὶ ἐπιορκεῖ, μὴ συμμορφούμενος πρὸς τὸν ἄθεον ὅρκον αὐτοῦ» (Ἰδὲ Μητροπολίτου Κίτρους Κωνσταντίνου Κοϊδάκη «Κώδιξ Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Πίστεως», Ἀθῆναι 1933, σελ. 652-653).
Ὁ ὅρκος ἐπιβάλλεται νὰ καταργηθῆ, καὶ ἀντʼ αὐτοῦ νὰ εὑρεθῆ ἄλλος τρόπος βεβαιώσεως τῆς ἀληθείας, δυνάμενος νὰ ἐμβάλλη εἰς φόβον καὶ ἀνησυχίαν ἐν περιπτώσει ψευδοῦς βεβαιώσεως τοὺς ἐνόχους, οἱ ὁποῖοι σήμερον μόνον τὰς ἐπὶ γῆς τιμωρίας ὑπολογίζουν. Ὁ νῦν ἐξοχώτατος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ τῶν σπουδαίων νομομαθῶν τῆς Πατρίδος, ἄς μελετήση ἐπισταμένως τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἄς ὑποδείξη τὸν καταλληλότερον τρόπον πρὸς κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν τοῦ ὅρκου.

Ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Πατριάρχου Ἀνθίμου

Ἀλλʼ ἕως ὅτου καταργηθῆ ὁ ὅρκος τί πρέπει νὰ κάμη ἕνας χριστιανός, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ δώση ἐνόρκως τὴν μαρτυρίαν του; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτό, ποὺ βασανίζει τὰς εὐλαβεῖς ψυχὰς καὶ τοὺς πνευματικοὺς πατέρας καὶ διδασκάλους, δίδει ἀπάντησιν πρὸς τοὺς ἀπανταχοῦ Ὀρθοδόξους ἡ έγκύκλιος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀνθίμου, τὴν ὁποίαν ἀνωτέρω ἐμνημονεύσαμεν. Εἰς τὸ τέλος τῆς ἐγκυκλίου ὁ Πατριάρχης Ἄνθιμος συμβουλεύει ἱερεῖς, μάρτυρας, δικαστὰς καὶ διδασκάλους, καὶ λέγει τὰ ἐξῆς˙ «Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἔκκλησία, κηδομένη τῆς κοινῆς σωτηρίας τῶν πνευματικῶν αὐτῆς τέκνων, τούς τε λαϊκοὺς χριστιανούς, ὡς προήρειται, νουθετεῖ φυλάττεσθαι παντοίως καὶ ἀποφεύγειν τὰς ὁρκωμοσίας. Ἐὰν δὲ ποτέ τις ἀνάγκη, κατὰ τὴν πολιτικὴν νομοθεσίαν, τὸν ὅρκον αὐτοῖς ἐπιφέρη, εὐορκεῖν γοῦν αὐτοὺς ἀκριβῶς, καὶ ἀνωτέρους ἑαυτοὺς ἀπὸ πάσης ἐπιορκίας διατηρεῖν συμβουλεύει. Τούς τε φιλανθρώπους καὶ φιλοθέους πολιτικοὺς δικαστὰς προτρέπεται καὶ παραινεῖ διὰ τὸν Κύριον, μὴ ταχεῖς μηδὲ συχνοὺς μηδʼ ἐπὶ σμικροῖς ἐπάγειν τοῖς δικαζομένοις τοὺς ὅρκους, ἵνα μὴ τὸ φοβερὸν τοῦ ὅρκου χρῆμα εἰς συνήθειαν ἐμπεσὸν καταφρονηθῆ, καὶ καταπλημμυρίση τὴν πολιτείαν ἐπιορκία, ἐξ ἧς μοχθηρία παντοία, καὶ ἀδικία, καὶ ψεῦδος πηγάζει, καὶ ἀνομία τὸ τῶν νόμων σθένος ἐξαμαυροῦσα, καὶ τὸ πανώλεθρον δρέπανον τῆς θείας ὀργῆς, ὅπερ ὁ προφήτης ἐώρακε Ζαχαρίας, κατὰ τῶν ἐπιορκούντων ἐπαγομένη. Ἰδίως δὲ τοῖς τοῦ βήματος παραγγέλλει καὶ διατάσσει, ἀρχιερεῦσί τε, καὶ ἱερεῦσι, καὶ διακόνοις, καὶ τοῖς μοναχοῖς, ἁγνοὺς πάντη ἑαυτούς, διατηρεῖν καὶ καθαροὺς ἀπὸ παντὸς ὅρκου, ἰδίου τε καὶ τοῦ πολιτικῶς ἐν τοῖς δικαστηρίοις ἐπὶ τῶν θείων Εὐαγγελίων ἐπαγομένου˙ πιστοποιεῖν δὲ τοὺς διαδίκους καὶ δικαστὰς περὶ τοῦ προκειμένου πράγματος, διαβεβαιοῦντας ἐπὶ τῆς ἱερατικῆς ἤ μοναχικῆς αὐτῶν συνειδήσεως, ἐφʼ ἦ καὶ πᾶς ὅρκος ἐστήρικται, καὶ προσέχειν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῶ ποιμνίω, μήποτε ψυχωλέθρου σκανδάλου παραίτιοι γένωνται δημοσίως περιπεσόντες εἰς τὴν ἀπηγορευμένην ὁρκωμοσίαν. Εἰ δὲ τις τῶν ἱερωμένων, ἤ μοναστῶν, ἐναντία τῆς εὐαγγελικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς διατάξεως ποιῶν, καὶ ὅρκον ἐν τοῖς δικαστηρίοις ἐπάγων ἤ ἀναδεχόμενος φωραθῆ, ὑπόδικος ἔσται βαρυτάτοις ἐπιτιμίοις, ὡς ἐναντίον τῶ θείω Εὐαγγελίω ὦ καταπεπίστευται πανδήμως ἀντιφερόμενος, καὶ τὰς ἱερὰς καὶ κανονικὰς παραδόσεις καταπατῶν, καὶ τὸ μέγα τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα ἐνώπιον πάντων τῶν πιστῶν, ὡς οὐκ ἀξιόπιστον φέρον τὴν συνείδησιν, καθυβρίζων, καὶ θύραν εἰς ἐπιορκίαν καὶ κατʼ αὐτὸ τὸ θεῖον τάγμα δημοσίως διανοίγων, ἐφʼ ἦ τοὺς ἐμπεπτωκότας ὁ Ἀποστολικὸς κανὼν παντελῶς ἀπογυμνοῦσθαι τῆς ἱερωσύνης, καὶ καθαιρεῖσθαι θεσπίζει. Ἐπὶ τούτοις καὶ τὸ παρὸν ἐξεδόθη Ἐκκλησιαστικὸν ἐγκύκλιον ἀποφαντικὸν καὶ παραινετικὸν γράμμα, πρὸς κοινὴν τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος ὠφέλειαν, καὶ πνευματικὴν ὁδηγίαν».

Τὸ καθῆκον τῶν κληρικῶν

Ἱερεῖς τοῦ Ὑψίστου! Πρὸς ὑμᾶς τελευταίον ἀπευθύνω τὸν λόγον. Τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, τὴν διδασκαλίαν τῶν μεγάλων Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τὴν διὰ μέσου τῶν αἰώνων μακράν, ἐνιαίαν καὶ ἀδιάσπαστον Ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν ἔχοντε ὑπʼ ὄψιν, παρακαλοῦμεν, ὅπως διαφωτίσητε τὸ ποίμνιόν σας περὶ τοῦ ὅρκου. Συγκεκριμένως δὲ ἔχομεν νὰ συστήσωμεν τὰ ἐξῆς˙
1. – Ὅταν περιέλθη εἰς γνῶσίν σας φιλονεικία τις μεταξὺ τῶν ἐνοριτῶν σας, ἡ ὁποία ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ψυχράνη τὰς σχέσεις των, νὰ προκαλέση μῖσος, καὶ εἰς δίκας νὰ ἐμπλέξη τούτους, προσπαθήσατε διὰ καταλλήλου πνευματικοῦ τρόπου νὰ λύσητε τὴν διαφορὰν καὶ εἰρηνεύσητε τὰ πνεύματα. Οὕτως ἐνεργοῦντες γίνεσθε ἄξιοι τοῦ μακαρισμοῦ τοῦ Κυρίου˙ «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. 5, 9).
2. – Μὴ παύσητε νὰ τονίζητε εἰς τὰς μετὰ τῶν χωρικῶν συναναστροφάς σας, ὅτι ὁ ὅρκος, καὶ ὅταν ἀκόμη εἶνε ἀληθινός, εἶνε φοβερὸν πρᾶγμα, καὶ πρέπει, εἰ δυνατόν, νὰ τὸν ἀποφεύγουν.
3. – Ὡς πρὸς ὑμᾶς δὲ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι οἱ κληρικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὡς μηνυταὶ ἤ μάρτυρες ἄνευ γνώσεως καὶ ἀδείας τῆς προϊσταμένης των ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. Σημειωτέον, ὅτι ἡ ὑπὸ τῶν κληρικῶν διδομένη «διαβεβαίωσις ἐπὶ τῆ ἱερωσύνη» διαφέρει τοῦ ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου διδομένου ὅρκου. Εἶνε ὅμως καὶ αὕτη ἐλαφροτέρα μορφὴ ὅρκου, καὶ θὰ ἔπρεπε, καταργουμένου τοῦ ὅρκου, νὰ καταργηθῆ καὶ αὕτη ὡς εἶδος ὅρκου. Ἐπὶ τοῦ θέματος δὲ τούτου πρὸ 120 περίπου ἐτῶν σφοδρὰ θεολογικὴ συζήτησις διεξήχθη μεταξὺ δύο ἐξεχόντων κληρικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ Οἰκονόμου καὶ τοῦ Φαρμακίδου (Ἰδὲ βιβλίον «Ὁ ὁρκιστὴς Φαρμακίδης ἤ ἀνασκευὴ τῶν παρʼ αὐτοῦ περὶ ὅρκου προεκδεδομένων», συγγραφὲν ὑπὸ Κ. Εὐθυβούλου (Κ. Οἰκονόμου), Κων/πολις 1851).
4. – Ἐπειδή, ὡς ἀνωτέρων εἴπομεν, ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις τὸ κῦμα τῆς πολυορκίας καὶ ψευδορκίας ἔχει κατακλύσει τὸν τόπον μας, θερμὰς καὶ μετὰ δακρύων πρέπει νʼ ἀναπέμπωμεν εὐχὰς πρὸς τὸν οἰκτίρμονα καὶ φιλάνθρωπον Θεόν, ἵνα γίνη ἵλεως ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Μία δὲ ἐκ τῶν φοβερωτέρων ἁμαρτιῶν εἶνε οἱ ἄνευ φόβου Θεοῦ διδόμενοι καθημερινῶς ὅρκοι.
Εἴθε, ἀγαπητοί μας συμπρεσβύτεροι καὶ λαϊκοί, διὰ τῶν πνευματικῶν ἐνεργειῶν ὅλων ἡμῶν, ἰδίως δὲ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ μὴ εἶνε μακρὰν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ νομοθεσία τοῦ Κράτους μας ὡς πρὸς τὸν ὅρκον δὲν θὰ ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίαν τοῦ Κυρίου, τὴν ἀποτελοῦσαν τὸν Καταστατικὶν Χάρτην τῶν Χριστιανικῶν κοινωνιῶν. Εἴθε ὁ ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου ἐν τοῖς δικαστηρίοις τοῦ Ὀρθοδόξου Βασιλείου μας διδόμενος ὅρκος, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος ὅρκος, διδόμενος κατὰ τὰς ἰδιωτικὰς καὶ δημοσίας σχέσεις, νὰ καταργηθῆ. Τότε αἱ συνειδήσεις τῶν χριστιανῶν θʼ ἀναπνεύσουν καὶ θʼ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸ ἄγχος, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ εἰς τὰς ψυχάς των ἡ παράβασις τῶν περὶ ὅρκου λόγων τοῦ Θεανθρώπου.
Εἴθε σύνθημα ὅλων ἡμῶν, τῶν κατοικούντων εἰς τὴν μαρτυρικὴν ταύτην γωνίαν τῶν Βαλκανίων, νὰ γίνουν οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου˙ «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ΟΛΩΣ».

Διάπυρος πρὸς Κύριον εὐχέτης
+ Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν καὶ Ἑορδαίας ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

«Χριστιανική Σπίθα», Οκτωβριος-Νοέμβριος 1970, φυλ. 338 Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΡΚΟΥ

 

ΜΗ ομοσαι ολως (Ο ΚΥΡΙΟΣ)

(Τὸ θέμα τοῦ ὅρκου εἶνε ἐκ τῶν θεμάτων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα πολλάκις ἐπανέρχεται ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος εἰς τὰς ὁμιλίας του. Χαρακτηριστικῶς ἀναφέρομεν, ὅτι ὅλαι σχεδὸν αἱ 21 ὁμιλίαι του εἰς τοὺς Ἀνδριάντας καταλήγουν εἰς τὸ θέμα τοῦ ὅρκου. Ἐθεώρει τὸν ὅρκον ὡς ἕν τῶν μεγαλυτέρων ἁμαρτημάτων, καὶ προσεπάθει διὰ τῶν ὁμιλιῶν του νὰ ἐξαλείψη παντελῶς τὸν ὅρκον. «Οὐκ ἀποστήσομαι – ἔλεγεν – ἕως ἄν κατορθώσητε, ἐπειδὴ τὸ ζητούμενον ἡμῖν οὐ τοῦτό ἐστιν, ἤ ὀλιγάκις εἰπεῖν, ἤ πολλάκις, ἀλλὰ μέχρι τότε λέγειν, ἕως ἄν ὑμᾶς πείσωμεν». Κατωτέρω δημοσιεύομεν περικοπὰς ἐκ τῶν ὁμιλιῶν τοῦ ἱεροῦ πατρός, παραθέτοντες καὶ τὴν μετάφρασιν αὐτῶν).

Ο ΠΟΛΥΟΡΚΟΣ ΕΙΝΕ ΚΑΙ ΕΠΙΟΡΚΟΣ

  • «Οὐδὲ τοῦτο μόνον τὸ δεινὸν ἔχει ὁ ὅρκος, ὅτι καὶ παραβαινόμενος καὶ φυλαττόμενος κολάζει τοὺς ἁλισκομένους, ὅπερ ἐν οὐδενὶ τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων συμβαίνον ἴδοι τις ἄν˙ ἀλλὰ καὶ ἕτερον οὐκ ἔλαττον τούτου κακόν. Τί δὲ τοῦτό ἐστι; Τὸ μηδὲ βουλομένοις μηδὲ σπουδάζουσι δυνατὸν εἶναι εὐορκῆσαι πολλάκις. Ὁ γὰρ διηνεκῶς ὀμνύς, καὶ ἐκὼν καὶ ἄκων, καὶ ἀγνοῶν καὶ εἰδώς, καὶ σπουδάζων καὶ παίζων, καὶ ὑπὸ θυμοῦ πολλάκις ἐκφερόμενος καὶ ὑπὸ ἑτέρων πολλῶν, ἐπιορκήσει πάντως. Καὶ πρὸς ταῦτα οὐδεὶς ἀντερεῖ˙ οὕτως ἐστὶν ὡμολογημένον καὶ δῆλον, ὅτι τὸν πολύορκον ἀνάγκη καὶ ἐπίορκον εἶναι» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου Ὁμιλία ΙΔ΄ εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ἐ. Π. Migne 49, 114).

Μετάφρασις
Δὲν εἶνε αὐτὸ τὸ μόνον κακὸν ποὺ ἔχει ὁ ὅρκος, ὅτι δηλαδὴ τιμωρεῖ αὐτοὺς ποὺ τὸν χρησιμοποιοῦν καὶ ὅταν τὸν παραβαίνουν καὶ ὅταν τὸν τηροῦν, πρᾶγμα ποὺ δὲν βλέπει τις νὰ συμβαίνη εἰς κανένα ἀπὸ τὰ ἄλλα ἁμαρτήματα˙ ἀλλʼ ἔχει καὶ ἄλλο κακόν, ὄχι μικρότερον ἀπὸ αὐτό. Ποῖον εἶνε αὐτό; Τὸ ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὁρκισθοῦν ἀληθῶς καὶ αὐτοὶ ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι θέλουν καὶ προσπαθοῦν νὰ ὁρκίζονται ἀληθῶς. Διότι αὐτὸς ποὺ συνεχῶς ὁρκίζεται, εἴτε μὲ τὴν θέλησίν του, εἴτε ἐν γνώσει εἴτε ἐν άγνοία εὑρισκόμενος, εἴτε σοβαρολογῶν εἴτε παίζων, εἴτε ὑπὸ θυμοῦ πολλάκις ἀναγκαζόμενος εἴτε ὑπὸ πολλῶν ἄλλων, πάντως θὰ ἐπιορκήση. Οὐδεὶς θὰ ἀρνηθῆ τὴν ἀλήθειαν αὐτήν˙ ἔτσι γίνεται φανερὸν καὶ ὑπὸ πάντων ὁμολογεῖται, ὅτι ὁ πολύορκος εἶνε κατʼ ἀνάγκην καὶ ἐπίορκος.

ΜΗ ΑΝΑΓΚΑΖΗΣ ΑΛΛΟΥΣ ΝΑ ΟΡΚΙΖΩΝΤΑΙ

  • «Οὐχ οὕτω στένω καὶ δακρύω σφαζομένους ἀκούων τινὰς ἐν ταῖς ὁδοῖς, ὡς στένω καὶ δακρύω καὶ φρίττω, ἐπειδὰν ἴδω τινὰ πλησίον τῆς τραπέζης ταύτης ἐλθόντα, καὶ τὰς χεῖρας θέντα, καὶ τῶν Εὐαγγελίων ἀψάμενον καὶ ὀμνύοντα. Περὶ χρημάτων ἀμφιβάλλεις, εἰπέ μοι, καὶ ψυχὴν ἀναιρεῖς;

  • τί σοσοῦτον κερδαίνεις, ὅσον ζημιοῖς καὶ τὴν ψυχήν σου, καὶ τὸν πλησίον; Εἰ μὲν πιστεύεις, ὅτι ἀληθής ἐστιν ὁ ἀνήρ, μὴ ἐπαγάγης τοῦ ὅρκου τὴν ἀνάγκην˙ εἰ δὲ οἶδας, ὅτι ψεύδεται, μὴ ἀναγκάσεις ἐπιορκεῖν. Ἀλλʼ ἵνα πληροφορηθῶ, φησίν. Ὅταν μὲν οὖν μὴ ὁρκίσης, τότε ἱκανὴν δέξη πληροφορίαν. Νῦν μὲν γὰρ ἀναχωρήσας οἴκαδε κατεσθίη διηνεκῶς ὑπὸ τοῦ συνειδότος ταῦτα λογιζόμενος, ἇρα μὴ μάτην ὥρκωσα; ἇρα μὴ ἐγὼ τῆς ἁμαρτίας ἐγενόμην αἴτιος; Ἄν δὲ μὴ ὁρκώσης, ἀναχωρήσας οἴκαδε πολλὴν δέξη παραμυθίαν εὐχαριστῶν τῶ Θεῶ, καὶ λέγων˙ Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὅτι κατέσχον ἐμαυτόν, καὶ οὐχ ὥρκωσα εἰκῆ οὐδὲ μάτην. Οἰμωζέτω τὸ χρυσίον, ἀπολλύσθω τὰ χρήματα, ὥστε πληροφορίαν ἡμῖν τοῦτο ἐντίθησι μάλιστα, τὸ μὴ παραβῆναι τὸν νόμον, μηδὲ ἕτερον ἀναγκάσαι τοῦτο ποιῆσαι. Ἐννοήσαι διὰ τίνα οὐχ ὥρκωσας, καὶ ἀρκέσει σοι τοῦτο εἰς παραμυθίαν καὶ παράκλησιν» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου Ὁμιλία ΙΕ΄ εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ἐ. Π. Migne 49, 160-161).

Μετάφρασις
Δὲν ἀναστενάζω καὶ δὲν δακρύζω τόσον ὅταν ἀκούω νὰ σφάζωνται μερικοὶ μέσα εἰς τοὺς δρόμους, ὅσον ἀναστενάζω καὶ δακρύζω καὶ φρίττω, ὅταν ἴδω κανένα νὰ πλησιάζη τὴν τράπεζαν αὐτήν, νὰ θέτη τὰς χεῖρας, νὰ ἐγγίζη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ νὰ ὁρκίζεται. Εἰπέ μοι˙ Ἔχεις διαφορὰς περὶ χρημάτων, καὶ φονεύεις τὴν ψυχήν σου; Ποῖον κέρδος ἐξ αὐτοῦ ἐξάγεις, τὸ ὁποῖον εἶνε τόσον σημαντικόν, ὅσον ζημιώνεις καὶ τὴν ψυχήν σου καὶ τὸν ἄλλον; Ἐὰν μὲν πιστεύης, ὅτι ὁ ἄλλος ἄνθρωπος λέγει τὴν ἀλήθειαν, μὴ τὸν ἀναγκάσης νὰ ὁρκισθῆ. Ἐὰν δὲ γνωρίζης, ὅτι ψεύδεται, μὴ τὸν ἀναγκάσης νὰ ὁρκισθῆ ψευδῶς. Ἀλλὰ θὰ εἴπη τις˙ Τὸ κάμνω διὰ νὰ πληροφορηθῶ. Ὅταν λοιπὸν δὲν τὸν ἀναγκάσης νὰ ὁρκισθῆ, τότε ἀκριβῶς θὰ λάβης ἀληθινὴν πληροφορίαν. Διότι τώρα μέν, ὅταν ἀναχωρήσης διὰ τὸ σπίτι σου, θὰ σὲ κατατρώγη διαρκῶς ἡ συνείδησίς σου, διότι θὰ σκέπτεσαι˙ Ἇρά γε μήπως ματαίως τὸν ἠνάγκασα νὰ ὁρκισθῆ; Ἇρά γε μήπως ὡρκίσθη ψευδῶς; Ἇρά γε μήπως ἔγινα ἐγὼ αἰτία νʼ ἁμαρτήση; Ἐνῶ, ἐὰν δὲν τὸν ἀναγκάσης νὰ ὁρκισθῆ, ὅταν ἀναχωρήσης διὰ τὸ σπίτι σου, θὰ ἔχης μεγάλην ἐσωτερικὴν ἀνάπαυσιν εὐχαριστῶν τὸν Θεὸν καὶ λέγων˙ Ἄς εἶνε εὐλογημένος ὁ Θεός, διότι συνεκράτησα τὸν ἑαυτόν μου καὶ δὲν ἠνάγκασα τὸν ἄλλον νὰ ὁρκισθῆ ἀσκόπως καὶ αμταίως. Ἄς θρηνῆ τὸ χρυσίον μου, ἄς χαθοῦν τὰ χρήματά μου, προκειμένου νὰ ἔχωμεν ἐντὸς ἡμῶν τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν παρέβημεν τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἠναγκάσαμεν ἄλλους νὰ τὸν παραβοῦν. Σκέψου διὰ ποῖον λόγον δὲν ἠνάγκασες τὸν ἄλλον νὰ ὁρκισθῆ, καὶ φθάνει αὐτὸ διὰ νὰ ἔχης παρηγορίαν καὶ ἀνάπαυσιν.

ΠΟΝΗΡΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

  • «Πάλιν περὶ τῆς τῶν ὅρκων ἀπαλλαγῆς ὑμῖν διαλεξόμεθα, καὶ παρακαλέσομεν ὑμῶν τὴν ἀγάπην πολλῆ περὶ τὸ πρᾶγμα τοῦτο χρήσασθαι τῆ σπουδῆ. Πῶς γὰρ οὐκ ἄτοπον οἰκέτην μὲν μὴ τολμᾶν ἐξ ὀνόματος τὸν δεσπότην τοῦ ἑαυτοῦ καλεῖν, μηδὲ ἀπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε˙ τὸν δὲ τῶν ἀγγέλων Δεσπότην ἀπλῶς μετὰ πολλῆς τῆς καταφρονήσεως πανταχοῦ περιφέρειν;… Καὶ ποία συγγνώμη, τίς δὲ ἡμῖν ἔσται ἀπολογία, κἄν μυριάκις συνήθειαν προβαλλώμεθα; Λέγεταί τις τῶν ἔξωθεν ρητόρων ὑπό τινος συνηθείας ἀλόγου τὸν δεξιὸν συνεχῶς ὦμον κινεῖν βαδίζων, ἀλλʼ ὅμως περιεγένετο τῆς συνηθείας, καὶ μαχαίρας ἀκονήσας ἐκατέρωθεν ἐπέθηκε τοῖς ὤμοις, ὥστε τῶ φόβω τῆς τομῆς σωφρονίσαι τὸ μέλος ἀκαίρως κινούμενον˙ τοῦτο καὶ σὺ ποίησον ἐπὶ τῆς γλώττης, καὶ ἀντὶ μαχαίρας ἐπίθες αὐτὴ τὸν φόβον τῆς τοῦ Θεοῦ κολάσεως, καὶ περιέση πάντως. Ἀμήχανον γάρ, ἀμήχανον μεριμνῶντας καὶ σπουδάζοντας καὶ ἔργον τοῦτο ποιουμένους ἡττηθῆναί ποτε… Καὶ τί πάθω, φησί, πρὸς τοὺς ἀνάγκην ἐπάγοντας; Ποίαν ἀνάγκην, ἄνθρωπε; Μαθέτωσαν ἅπαντες, ὅτι πάντα αἱρέση παθεῖν, ἤ τὸν τοῦ Θεοῦ παραβῆναι νόμον, καὶ ἀποστήσονται τῆς ἀνάγκης. Ὅτι γὰρ οὐχ ὅρκος ἀξιόπιστον ποιεῖ, ἀλλὰ βίου μαρτυρία καὶ πολιτείας ἀκρίβεια, καὶ ὑπόληψις ἀγαθή, πολλοὶ πολλάκις διερράγησαν ὀμνύντες, καὶ οὐδένα ἔπεισαν, ἕτεροι δὲ ἐπινεύσαντες μόνον, ἀξιοπιστότεροι τῶν τοσαῦτα ὀμωμοκότων ἐφάνησαν. Ταῦτʼ οὐν εἰδότες ἅπαντα, καὶ τἢν κειμένην τοῖς τὲ ὀμνύουσι κόλασιν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν βλέποντες, ἀποστῶμεν τῆς πονηρᾶς συνηθείας, ἵνʼ ἐντεῦθεν καὶ πρὸς τὰ λοιπὰ βαδίζοντες κατορθώματα, τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἐπιτύχωμεν, ὧν γένοιτο πάντας ἡμᾶς ἀξιωθῆναι, χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διʼ οὖ καὶ μεθʼ οὖ τῶ Πατρὶ ἅμα τῶ Ἁγίω Πνεύματι δόξα, κράτος, τιμή, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου Ὁμιλία Ζ΄ εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ἐ. Π. Migne 49, 96-98).

Μετάφρασις
Καὶ πάλιν θὰ σᾶς ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοὺς ὅρκους, καὶ θὰ παρακαλέσωμεν τὴν ἀγάπην σας νὰ δείξη μεγάλο ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Διότι πῶς δὲν εἶνε ἀπρεπὲς ἕνας μὲν ὑπηρέτης νὰ μὴ τολμᾶ νὰ καλῆ τὸν κύριόν του μὲ τὸ ὄνομά του, καὶ μάλιστα ἀσκόπως καὶ τυχαίως, τὸ δὲ ὄνομα τοῦ Βασιλέως τῶν ἀγγέλων ἄνευ λόγου καὶ μὲ πολλὴν περιφρόνησιν παντοῦ νὰ περιφέρωμεν;… Καὶ ποίας συγγνώμης θὰ τύχωμεν ἤ ποίαν ἀπολογίαν θὰ δώσωμεν, καὶ ἄν ἀκόμη μυριάκις προβάλλωμεν ὡς δικαιολογίαν, ὅτι ἐκ συνηθείας τὸ κάμνομεν; Λέγεται, ὅτι κάποιος ἐκ τῶν ἐθνικῶν ρητόρων εἶχε τὴν ἀνόητον συνήθειαν, ὅταν ἐβάδιζε, νὰ κινὴ συνεχῶς τὸν δεξιὸν ὦμον. Καὶ ὅμως ἐνίκησε τὴν συνήθειαν. Πῶς; Ἐτοποθέτησε ἠκονισμένας μαχαίρας ὕπερθεν τῶν δύο ὤμων, ὥστε μὲ τὸν φόβον τῆς κοπῆς διωρθωθῆ ὁ ὦμος, ὁ ὁποῖος ἐκινεῖτο ἀκαίρως. Αὐτὸ νὰ κάμης καὶ σὺ μὲ τὴν γλῶσσάν σου˙ καὶ ἀντὶ μαχαίρας νὰ θέσης εἰς αὐτὴν τὸν φόβον τῆς τιμωρίας τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ νικήσης ὁπωσδήποτε. Διότι εἶνε ἀδύνατον, ὅταν φροντίζωμεν καὶ προσπαθῶμεν καὶ ἔχωμεν τοῦτο ὡς ἔργον μας, νὰ ἡττηθῶμέν ποτε… Ἀλλὰ θὰ εἴπη τις˙ Τί νὰ κάμω ὅταν μὲ ἀναγκάζουν νὰ ὁρκισθῶ; Μὲ τί σὲ ἀναγκάζουν, ἄνθρωπε; Ἄς πληροφορηθοῦν ὅλοι, ὅτι θὰ προτιμήσης τὰ πάντα νὰ πάθης, παρὰ νὰ παραβῆς τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ, καὶ τότε θὰ παύσουν νὰ σὲ ἀναγκάζουν. Διότι τὸ ὅτι δὲν εἶνε ὁ ὅρκος ποὺ κάμνει τὸν ἄνθρωπον ἀξιόπιστον, ἀλλὰ ἡ μαρτυρία τῆς ἐντίμου ζωῆς καὶ ἡ συνέπεια τῆς συμπεριφορᾶς, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι πολλοὶ πολλάκις διέρηξαν, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ἱμάτιά των διὰ νὰ γίνουν πιστευτοί, καὶ ὅμως οὐδένα ἔπεισαν μὲ τοὺς ὅρκους, καὶ ἀντιθέτως ἄλλοι ἀπλῶς ἐκίνησαν καταφατικῶς τὴν κεφαλὴν καὶ ἐφάνησαν περισσότερον ἀξιόπιστοι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔκαμαν τόσους ὅρκους. Ἀφοῦ λοιπὸν γνωρίζομεν ὅλα αὐτὰ καὶ βλέπομεν ἐνώπιόν μας ὁποία τιμωρία ἀναμένει ὄχι μόνον αὐτοὺς ποὺ ψευδῶς ὁρκίζονται, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς ποὺ ἀπλῶς ὁρκίζονται, ἄς ἐγκαταλείψωμεν τὴν πονηρὰν αὐτὴν συνήθειαν τοῦ ὅρκου, ὥστε, ἀφοῦ κατορθώσαμεν καὶ τὰς ὑπολοίπους ἀρετάς, νὰ ἀποκτήσωμεν τὰ μέλλοντα καὶ αἰώνια ἀγαθά, τὰ ὁποῖα εἴθε νʼ ἀξιωθῶμεν νʼ ἀπολαύσωμεν μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου ἀνήκει εἰς τὸν Πατέρα καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δόξα, δύναμις, τιμή, τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

* * * * * * *

ΠΕΡΙΤΤΟΣ Ο ΟΡΚΟΣ

  • «Ὅρᾶς, ὅτι κατὰ φύσιν μὲν ἡ ἀρετή, παρὰ φύσιν δὲ ἡ κακία, καθάπερ ἡ νόσος καὶ ἡ ὑγεία; Τί δὲ τὸ ψεύδεσθαι καὶ ἐπιορκεῖν, ποίαν ἄν ἔχοι ἀνάγκην; Οὐδεμίαν, οὐδὲ βίαν, ἀλλʼ ἑκόντες ἐπὶ τοῦτο ἐρχόμεθα. Ἀπιστούμεθα, φησίν. Ἀπιστούμεθα, ἐπειδὴ βουλόμεθα˙ἐξῆν γὰρ ἀπὸ τοῦ τρόπου πιστεύεσθαι μᾶλλον ἡμᾶς, ἤ ἀπὸ τῶν ὅρκων. Διατί, γάρ, εἶπέ μοι, τοῖς μὲν οὐδὲ ὀμνύουσι πιστεύομεν, τοὺς δὲ καὶ χωρὶς ὅρκων πιστοὺς ἡγούμεθα; Ὁρᾶς, ὅτι οὐδαμοῦ χρεία ὅρκων; Ἄν ὁ δεῖνα εἴπη, φησί, καὶ χωρὶς ὅρκων πιστεύω˙ σοὶ δὲ οὐδὲ μεθʼ ὅρκων. Ἄρα περιττὸν ὁ ὅρκος, καὶ τοῦτο μᾶλλον ἀπιστίας, ἤ πίστεως τεκμήριον. Τὸ γὰρ εὔκολον εἶναι πρὸς τὸ ὁμόσαι οὐκ ἀφίησι δόξαν εὐλαβείας ἔχειν. Ὥστε ὁ μάλιστα συνεχῶς τῶ ὅρκω κεχρημένος, οὗτος οὐδαμοῦ τοῦ ὅρκου τὴν χρείαν ἔχει ἀναγκαίαν˙ὁ δὲ μηδαμοῦ κεχρημένος, αὐτὸς αὐτοῦ τῆς χρείας ἀπολαύει. Χρεία ὅρκου πρὸς τὸ πιστεύεσθαι λοιπόν; Οὐδαμῶς˙ ὁρῶμεν γάρ, ὅτι οἱ μὴ ὀμνύοντες, οὗτοι μᾶλλον πιστεύονται» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου Ὁμιλία Β΄ εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολήν, Ἐ. Π. Migne 62, 21).

Μετάφρασις
Βλέπεις, ὅτι ἡ ἀρετὴ εἶνε κατὰ φύσιν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἐνῶ ἡ κακία εἶνε παρὰ φύσιν, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ ὑγεία; Διατί λοιπὸν ψευδόμεθα καὶ ἐπιορκοῦμεν; Ποία ἀνάγκη μᾶς ὠθεῖ; Οὐδεμία, οὔτε βία τις ὑπάρχει, ἀλλὰ μὲ τὴν θέλησιν μας πίπτομεν εἰς αὐτὰς τὰς κακίας. Θὰ εἴπη τις˙Δὲν μᾶς πιστεύουν, διὰ τοῦτο ὁρκιζόμεθα. Δὲν μᾶς πιστεύουν, διότι θέλομεν νὰ μὴ μᾶς πιστεύουν. Διότι ἧτο δυνατὸν νὰ μᾶς πιστεύουν περισσότερον ἀπὸ τὸν τρόπον τῆς ζωῆς μας παρὰ ἀπὸ τοὺς ὅρκους. Εἰπέ μου, διατί ἄλλους μέν, καὶ ἄν ὁρκισθοῦν, δὲν πιστεύομεν, ἄλλους δὲ καὶ χωρὶς ὅρκους θεωροῦμεν ἀξιοπίστους; Βλέπεις ὅτι πουθενὰ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ὅρκων; Θὰ εἴπη τις˙ Ἐὰν ὁ τάδε εἴπη τι, καὶ χωρὶς ὅρκους τὸν πιστεύω˙ σὲ ὅσους ὅμως οὔτε μὲ ὅρκους πιστεύω˙ Ἄρα εἶνε περιττὸν πρᾶγμα ὁ ὅρκος, καὶ τὸ παράδειγμα αὐτὸ εἶνε ἀπόδειξις περισσότερον ἀναξιοπιστίας παρὰ ἀξιοπιστίας. Διότι μὲ τὸ νὰ εἶνέ τις εὔκολος εἰς τοὺς ὅρκους χάνει τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν ἄλλων. Ὥστε αὐτός, ποὺ καθʼ ὑπερβολὴν χρησιμοποιεῖ συνεχῶς τὸν ὅρκον, οὐδόλως ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ τὸν ὅρκον˙ αὐτὸς ὅμως, ποὺ δὲν χρησιμοποιεῖ καθόλου τὸν ὅρκον, ἀπολαμβάνει αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ ἐξυπηρετήση ὁ ὅρκος (δηλαδὴ τὴν ἀξιοπιστίαν). Εἶνε λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ὁρκιζώμεθα διὰ νὰ γινώμεθα πιστευτοί; Καθόλου. Διότι βλέπομεν, ὅτι αὐτοὶ ποὺ δὲν ὁρκίζονται γίνονται περισσότερον πιστευτοί.