Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

Μητροπολιτης Φλωρινης Αυγουστινος Καντιωτης: Η αιθουσα της Ιεραρχιας δεν ειναι αιθουσα καποιας μασονικης στοας, οπου ωρισμενα μονο ατομα συνεδριαζουν & λαμβανουν μυστικας αποφασεις. Οχι!

 

(Ας το ἀκούσουν αὐτὸ ὅλοι οἱ δεσποτάδες & ἰδιαίτερα ο Καλαμαριας Ιουστῖνος Μπαρδάκας, ποὺ ἔκανε πρόταση στὴν Ιεραρχία να μην ενημερώνεται ὁ πιστός λαός, για τὸ τί λέγεται στην ιεραρχία, για νὰ μὴν ὑποστοῦν bullying οἱ δεσποτάδες!!!)

p. Augoust. ef. 2

«Ἀφοῦ δὲν μπορέσαμε νὰ ὁμιλήσουμε ἐνώπιον τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς ἱεραρχίας, ἀπευθυνόμεθα πλέον πρὸς εὐσεβὴ λαὸν τῆς Πατρίδος, ὁ ὁποῖος ζωηρῶς ἐπιθυμεῖ νὰ πληροφορηθῇ τὰ ἐν τῇ Ι. Συνόδῳ, καὶ νὰ ἐκφράσῃ καὶ αὐτὸς την κρίσιν του καὶ τὰ αἰσθήματά του. Ἐρήμην τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις.
Ἡ αἴθουσα τῆς Ἱεραρχίας δὲν εἶναι αἴθουσα κάποιας μασονικῆς στοᾶς, ὅπου ὡρισμένα μόνο ἄτομα συνεδριάζουν καὶ λαμβάνουν μυστικὰς ἀποφάσεις. Ὄχι!
Ἡ αἴθουσα τῆς Ἱεραρχίας πρέπει νὰ εἶναι ὡς τὸ ὑπερῷον τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου ἔπνεε ἡ αὔρα τοῦ Παναγίου Πνευματος· «Οὖ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β´ Κορ. 3, 17).

(Ἀπό  τὸ περιοδικό «Χριστιανικὴ Σπίθα», ἀρ. φυλ. 436, Ὀκτώβρ.- Νοεμβρίου 1984)

ΕΙΣ ΝΗΣΟΝ ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ «Οὐκ ἔσται πόρνη ἀπὸ θυγατέρων Ἰσραὴλ»(Δευτερ. 23, 18) «Πόρνους καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός»(Ἑβρ. 13, 4) ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ», φυλ. 221, Νοέμβριος του 1959 Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτουυ

Κοινωνικὰ προβλήματαΝησος Καθαρσ.
Δόξα Θεῶ! Ἰδοὺ καὶ πάλιν, ἀγαπητοί μας, ὁ ἱεροκῆρυξ εἰς τὸν ἄμβωνα τοῦτον. Διότι μήπως ἄμβων, καὶ μάλιστα ἄμβων πανελλήνιος, δὲν εἶνε αἱ στήλαι τῆς μικρᾶς ταύτης θρησκευτικῆς ἐφημερίδος, τὴν ὁποίαν μὲ τὴν μικρὰν ὑλικὴν βοήθειαν καὶ πρὸ παντὸς μὲ τὴν μεγάλην ἠθικὴν ὑποστήριξην καὶ συμπαράστασιν φίλων ἀναγνωστῶν ἐπὶ μίαν δεκαπενταετίαν συνεχῶς ἐκδίδομεν; Καὶ ὅμως καὶ ἐκ τοῦ ἄμβωνος τούτου σκοτειναὶ δυνάμεις ζητοῦν νὰ μᾶς καταβιβάσουν. Ἀλλʼ ἡμεῖς μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου θὰ ἀνερχώμεθα εἰς τὸν ἄμβωνα τοῦτον διὰ νὰ κηρύττωμεν κατὰ δύναμιν τὴν ἀλήθειαν, νὰ διδάσκωμεν καὶ παρηγορῶμεν τὸν λαόν, νὰ ἐλέγχομεν τὰ δημόσια σκάνδαλα καὶ καυτηριάζωμεν τὰς κοινωνικὰς πληγάς.
Ποῖον σήμερον τὸ θέμα μας; Ὑπάρχουν θέματα, τὰ ὁποῖα ὁ σύγχρονος ἱεροκῆρυξ διστάζει νὰ θίξη ἐκ φόβου μήπως προσκρούση εἰς τὸ καλαισθητικὸν συναίσθημα τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται νʼ ἀκούουν πάντοτε ὡραίας λέξεις καὶ φράσεις. Νὰ ὀνομάση ὁ ἱεροκῆρυξ κάτι, ποὺ συμβαίνει καὶ σκανδαλίζει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, μὲ τὴν λέξιν ἡ ὁποία ἁρμόζει; Νὰ εἴπη συγκεκριμένην περίπτωσιν παραβάσεως τῆς 6ης ἐντολῆς τοῦ Δεκαλόγου, μοιχείαν ἤ πορνείαν; Μύρια στόματα θὰ φωνάξουν˙ εἶνε ἀκαλαίσθητος, ἀνάγωγος, ἀγροῖκος, αἰσχρὸς ἱεροκῆρυξ! Ποῦ ἐφθάσαμεν! Ἀλλὰ πῶς θέλετε, κύριοι καὶ κυρίαι τῆς ἀριστοκρατίας, νὰ ὀνομάζωμεν τὰς αἰσχρὰς σχέσεις καὶ πράξεις σας; Νὰ καλέσωμεν τὴν παλλακίδα σας φίλην, τὸν μοιχὸν καὶ πόρνον φίλον καὶ τὴν μοιχείαν φιλίαν; Ἔτσι θέλετε; Ἀλλʼ εἶνε ὡς νὰ ὀνομάζωμεν τὸ δηλητήριον γλυκὺ σιρόπι, τὸ σκότος φῶς καὶ τὸν διάβολον ἄγγελον μὲ λευκὰ πτερά. Ἀλλʼ ὄχι! Ὁ ἄμβων οὗτος, ἡ μικρὰ αὕτη, λέγω, θρησκευτικὴ ἐφημερίς, δὲν πρόκειται νὰ ὑποχωρήση εἰς ἀπαιτήσεις τῶν κ. κ. εὐφημιστῶν. Δὲν θὰ γίνωμεν ἡμεῖς εὐγενέστεροι τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὅστις ἀποκαλύπτων καὶ ἐλέγχων τὴν αἰσχρότητα τῆς ἐποχῆς του ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ οἱ ἀκροαταί του νὰ στολίζωνται μὲ ὡραίας λέξεις καὶ τετορνευμένας φράσεις, ἀλλὰ μὲ σεμνὰ καὶ ἀπαστράπτοντα ἤθη. Εἶμαι, ἔλεγεν, ἰατρός, πνευματικὸς ἰατρός, καὶ ὡς ὁ ἰατρὸς λερώνει πολλάκις τὰ καθαρά του χέρια διὰ νὰ καθαρίση τὰς πληγὰς τοῦ ἀσθενοῦς ἀπὸ το πῦον καὶ τὰ αἵματα, οὕτω πως καὶ ἐγὼ ἀναγκάζομαι νὰ λερώσω τὴν γλώσσάν μου, ἵνα διʼ αὐτῆς, διὰ τοῦ ἐλεγκτικοῦ λόγου, καθαρίσω τὰς ἠθικὰς πληγὰς τῆς κοινωνίας. Δὲν θὰ γίνωμεν ἡμεῖς εὐγενέστεροι ἀπὸ τοὺς θεοπνεύστους συγγραφεῖς τῶν βιβλίων τῆς Ἁγ. Γραφῆς, οἱ ὁποῖοι ὡς βλέπομεν καὶ μόνον εἰς τὰ δύο ρητά, ποὺ προτάσσομεν εἰς τὸ παρὸν ἄρθρον, δίδουν εἰς τὰς φοβερὰς παρεκτροπὰς τῆς ἠθικῆς τὰ ἁρμόζοντα ὀνόματα.
Ἐὰν ὕστερον ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας τινὲς ἐξακολουθοῦν νὰ σκανδαλίζωνται διὰ ζωηράς τινας ἐκφράσεις τῆς ἀρθρογραφίας, ἡμεῖς δὲν θὰ εἴμεθα οἱ ὑπαίτιοι, ἀλλʼ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι νοσηρῶς καὶ περιδεῶς σκεπτόμενοι δὲν ἀγανακτοῦν καὶ δὲν φρίττουν διʼ ὅσα φοβερὰ ἀκούονται καὶ λέγονται καθημερινῶς ἐν τῆ κοινωνία, ἀλλʼ ἀγανακτοῦν καὶ φρίττουν μόνον ὅταν ὁ ἱεροκῆρυξ μεταχειρισθῆ ζωηράς τινας λέξεις καὶ ἐκφράσεις, διὰ νὰ πλήξη καὶ μαστιγώση τὸ κακὸν μὲ τὸ γλωσσικόν του φραγγέλιον. Εἴθε τὸ κακόν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσωμεν, εἴθε νὰ ἐκλείψη τελείως ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς προσφιλοῦς πατρίδος μας, καὶ τότε οὐδεμία θὰ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ὁμιλῶμεν περὶ αὐτοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οὐδεὶς ἰατρὸς ὁμιλεῖ περὶ ἀσθενείας, ἡ ὁποία πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἔχει ἐκλείψει. Ἀλλʼ ὅταν ἀσθένειά τις ἐνδημῆ, ὅταν παρουσιάζη ἀλεπάλληλα κρούσματα, ὅταν ἑκατοντάδας νεκρῶν ἐξαποστέλλη εἰς τὸν Ἄδην, πῶς θέλετε νοσοκόμοι καὶ ἰατροὶ νὰ μὴ ἀναφέρουν τὸ φοβερὸν τῆς ἀσθενείας ὄνομα;
Τὸ θέμα τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶνε συγχωρήσατέ μας, ὦ καλαισθητικοὶ κύριοι καὶ κυρίαι, ἡ πορνεία ἐν Ἑλλάδι.

* * *

Ὑπῆρχεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῆ ἀρχαία, τῆ προχριστιανικῆ Ἑλλάδι ὁ γάμος, ἡ νόμιμος σύζευξις ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς καὶ ἡ διʼ αὐτῆς δημιουργία οἰκογενειακῆς ἐστίας πρὸς διατήρησιν καὶ μεταλαμπάδευσιν τῆς φλογὸς τῆς ζωῆς, ἐπιστεύετο ὡς ἱερὸς θεσμός. Πᾶς ὁ προσβάλλων τὴν οἰκογενειακὴν ἐστίαν ἐκηρύσσετο ἐχθρὸς τῆς πόλεως, ἐπικίνδυνος ὡς καὶ ὁ εξωτερικὸς ἐχθρὸς τῆς Πατρίδος. Ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἐστιῶν διεξήγοντο οἱ πόλενοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Πανελλήνιος ἐκστρατεία ἀνελήφθη κατὰ τῆς Τροίας ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀτίμου πράξεως ἑνὸς ξένου πρίγκηπος, ὅστις δὲν ἐσεβάσθη τὴν οἰκογενειακὴν τιμὴν τοῦ βασιλέως τῆς Σπάρτης. Καὶ τὰ στενᾶ τῆς Σαλαμῖνος ἀντήχησαν ἀπὸ τὸν ἀθάνατον ἐκεῖνο θούριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ οἰκογενειακὴ ἐστία, οἱ γονεῖς, αἱ γυναῖκες καὶ τὰ τέκνα, συγκαταλέγοντο μεταξὺ τῶν ἄλλων πολυτίμων ἀγαθῶν, ὑπέρ τῶν ὁποίων ἀξίζει νὰ θυσιάζεται ὁ Ἕλλην. Ἐν Κίω τῆς Μ. Ἀσίας ἐπὶ 700 ἔτη δὲν ἠκούσθη κροῦσμα μοιχείας καὶ πορνείας. Ἐν δὲ τῆ περιφερεία τῆς Λοκρίδος ὁ αὐστηρὸς τὰ ἤθη βασιλεὺς αὐτῆς Ζάλευκος λέγεται ὅτι εἰς πάντα, ὅστις θὰ διέπραττε μοιχείαν, ὡς τιμωρίαν ἐπέβαλλε τὴν ἐξόρυξιν τοῦ ἑνὸς ὀφθαλμοῦ, ἀλλοὺ δὲ ὁ μοιχὸς διὰ κοινῆς ἀποφάσεως τοῦ δήμου ὡς ἐπικίνδυνος διὰ τὴν εἰρηνικὴν ζωὴν τῆς κοινωνίας ἐξωρίζετο μακρὰν αὐτῆς. Ἡ σωφροσύνη, ἡ ἐγκράτεια, ἡ χαλιναγώγησις τῶν ἐνστίκτων ἐτιμῶντο τότε ὡς ὑπέροχοι ἁρεταί.
Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἤθη δὲν ἔμειναν εἰς αὐτὸ τὸ ὕψος. Καὶ αἰτία τῆς πτώσεως ἧτο ἡ διαφθορὰ τῆς θρησκευτικῆς ἰδέας, ἡ κατάπτωσις εἰς τὰ αἰσχρότερα εἴδη τῆς εἰδωλολατρίας, ἡ θεοποίησις τῆς ἡδονῆς, ἡ λατρεία γυμνῶν εἰδώλων, ἡ ἐξ Ἀνατολῆς εἰσβολὴ αἰσχρῶν θεοτήτων ὡς τῆς Ἀστάρτης, τῆς Ἀφροδίτης, ἧτις τὸ πρῶτον ἐστάθμευσε καὶ ἐλατρεύθη ἐμμανῶς ἐν Κύπρω καὶ ἐκεῖθεν, κατὰ τὸν μῦθον, ἐκ τῶν ἀφριζόντων κυμάτων τοῦ Αἰγαίου ἀναπηδήσασα γυμνὴ κατέκτησε τὸ Πανελλήνιον. Αὐτὴ μαζὶ μὲ τὸν Διόνυσον ἤ Βάκχον ἐγένοντο οἱ προσφιλέστεροι θεοὶ τῆς Ἑλλάδος τῆς παρακμῆς. Οἱ οἶκοι τῆς αἰσχρᾶς εἰδωλολατρίας ἐστεγάσθησαν κάτω ἀπὸ τὰς στέγας τῶν καλλιμαρμάρων ναῶν τῆς θεάς. Ἡ ἐκπαρθένωσις, ἡ παράδοσις τοῦ σώματος τῶν νεανίδων εἰς αἰσχροὺς ἐραστάς, ἡ ἀκολασία ἧτο εἶδος λατρείας, ἡ ὁποία κατʼ ἐξοχὴν ἧτο εὐάρεστος εἰς τοὺς θεούς. Πόρναι διαβόητοι ἐδέσποζον διανοιῶν καὶ καρδιῶν Ἑλλήνων. Λέγεται ὅτι μία ἐξ αὐτῶν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀναιδείας καὶ θρασύτητος ἔφθασεν, ὥστε ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ αἰσχροῦ ἐπαγγέλματος κατεσκεύασε χρυσοῦν ἄγαλμα, ὅπερ ἀφιέρωσεν εἰς τὸν ἐν Δελφοῖς Ναὸν μὲ τὴν ἐπιγραφήν, ἡ ὁποία ἐδήλου ὅτι τὸ ἀφιέρωμα τοῦτο προήρχετο ἐκ τῆς ἀκολασίας τῶν Ἑλλήνων.

* * *

Ἀλλὰ δόξα τῶ Θεῶ. Χριστὸς ἐπὶ γῆς! Ἕλληνες, ὑψώθητε! Τὰ εἴδωλα τῶν θεῶν, οἱ διδάσκαλοι καὶ συνήγοιροι οὗτοι τῆς πορνείας καὶ τῆς μοιχείας καὶ πάσης ἄλλης ἀκολασίας, κατεκρημνίσθησαν εἰς τὰ τάρταρα τοῦ Ἅδου. Τὰ κατεκρήμνισεν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τὰ ρήματα Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τὰ ὁποῖα περίφερον πανταχοῦ οἱ ἀλιεῖς τῆς Γαλιλαίας.
Καὶ ποῖα τὰ ρήματα ταῦτα; Ἰδού! Ὁ γάμος θεῖον μυστήριον, δεσμὸς ἀδιάλυτος. «Ὁ Θεὸς συνέζευξεν ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω» (Ματθ. 19, 6). Ἡ παρθενία κτῆμα ἀνεκτίμητον, ὑψηλοτέρα βαθμὶς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀλλʼ «οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλʼ οἷς δέδοται» (Ματθ. 19, 11). Ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία θανάσιμα ἁμαρτήματα. Ἀπόφασις, κανὼν τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου˙ «Ἀπέχεσθαι ἀπὸ τῶν ἀλισγημάτων τῶν εἰδώλων καὶ τῆς πορνείας» (Πράξ. 15, 20). Διότι «Πόρνους καὶ μοιχοὺς κρινεὶ ὁ Θεός» (Ἑβρ. 13, 4). Ἡ κάθαρσις ὄχι μόνον ἐκ τῶν πράξεων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ὑψίστη ἀρετή. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῆ καρδία, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8).
Αὐτὰ ἧσαν τὰ ρήματα τῶν ἁλιέων τῆς Γαλιλαίας, τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ διηγοῦνται οἱ αἰῶνες. Ὅ,τι δὲν κατώρθωσεν ἡ σοφία καὶ ἡ διαλεκτικὴ ἱκανότης τῶν φιλοσόφων καὶ ρητόρων τοῦ ἀρχαίου κόσμου, τὸ ἐπέτυχεν ἡ ἀπλότης, ἡ δύναμις τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἡ κόπρος τοῦ Αὐγείου, ἡ κόπρος τῆς πορνείας, ἥτις ἐπεσωρεύθη ἐπὶ αἰῶνας εἰς ὅλα τὰ μεγάλα κέντρα τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἐξεκαθαρίσθη. Νέος κόσμος ἀνέτειλεν. Ἀντὶ τῆς δυσωδίας εὐωδία. Ἀντὶ τοῦ συναγελασμοῦ διπόδων κτηνῶν, ἀντὶ τῆς ἀκολάστου μίξεως μοιχῶν καὶ μοιχαλίδων, ἱεραὶ συζυγίαι, οἶκοι χριστιανικοί, ὀάσεις μέσα εἰς τὰς ὁποίας ἀνέπνεέ τις τὴν αὔραν τῆς νέας ζωῆς, ἡ ὁποία καθηγίαζε τὴν ἕνωσιν ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Ἀντὶ τῶν ἀκανθῶν ἄνθη μυρίπνοα τῆς παρθενικῆς ζωῆς, τὰ ὁποῖα ἐποτίσθησαν ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ. Ἀντὶ τῶν ἁμαρτωλῶν οἴκων, μοναχικαὶ ἀδελφότητες καὶ παρθενῶνες συνεπήχθησαν, οἱ ὁποῖοι ἔδρων εὐεργετικῶς ἐν μέσω τοῦ κόσμου, ὡς λιμένες, ὡς πνευματικὰ ἀγκυροβόλια πονεμένων ψυχῶν.
Καὶ βεβαίως δὲν διισχυριζόμεθα ὅτι ἐξέλιπε παντελῶς ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς ἑλληνικῆς γῆς ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία καὶ πᾶσα ἀκόλαστος πρᾶξις. Συνέβαινον καὶ μετὰ τὸ εὐαγγελικὸν κήρυγμα κρούσματα τῶν φοβερῶν αὐτῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλʼ ὁποία διαφορὰ μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου κόσμου. Εἰς ἐκεῖνον μὲν διὰ τὰς παραβάσεις οὐδεμία ἠκούετο φωνὴ διαμαρτυρίας, εἰς τοῦτον δέ, τὸν νέον χριστιανικὸν κόσμον, ἀμέσως ἠκούετο φωνὴ ἔντονος, ἡ ὁποία ἀνεκάλει τὸν ἄτακτον εἰς τὴν τάξιν. Οἱ πίπτοντες εἰς σαρκικὸν ἁμάρτημα ὑπεβάλλοντο εἰς αὐστηρὸν μετανοίας ἐπιτίμιον. Διὰ τὴν πτῶσιν ἑνὸς καὶ μόνον πιστοῦ εἰς τὰ βδελυρὰ ταῦτα ἁμαρτήματα θὰ ἔπρεπε νὰ πενθήση καὶ νὰ χύση ποταμοὺς δακρύων ὅλη ἡ χριστιανικὴ κοινότης (Ἴδε περὶ τοῦ πορνεύσαντος τῆς Κορίνθου τὸ Ε΄ Κεφάλαιον τῆς Α΄ πρὸς Κορινθ. ἐπιστολὴς).
Ἄγρυπνος ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καθαρότητος τῶν πιστῶν ἧτο ἡ ἐπίβλεψις τῶν ποιμένων. Καὶ ὅτε ἔπαυσαν οἱ διωγμοὶ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐκ τῶν κατακομβῶν τῆς Ρώμης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία κατέστη ἡ ἐπίσημος θρησκεία τοῦ Κράτους, τότε εὐσεβεῖς βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες δὲν περιώριζον τὴν εὐσέβειάν των μόνον εἰς παρακολούθησιν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καὶ λιτανειῶν, ἀλλὰ σπουδαίως ἐνδιεφέροντο, ἵνα ἡ ἀληθὴς πίστις, Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΓΙΝΗ ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΖΩΗΣ. Διὰ τοῦτο τὰ ἁμαρτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποία λυμαίνονται τὸν θεσμὸν τῆς οἰκογενείας καὶ ἀνατρέπουν τὰ βάθρα τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας, κατεδικάζοντο καὶ ἐτιμωροῦντο ὡς ἐγκλήματα.
Καὶ ὅτε ἀργότερον τὰ ἤθη κατέπιπτον καὶ λαϊκοὶ ἠκολάσταινον καὶ κληρικοὶ ἐθεῶντο ἀδιάφοροι τὴν προϊοῦσαν ἔκλυσιν τῶν ἠθῶν, ὡς βεβαιοῖ σύγχρονος συγγραφεύς, ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος, τότε ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἡ δικαία τιμωρία, ἡ πτῶσις τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, ἡ διάλυσις τῆς κραταιᾶς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

* * *

Ἀλλʼ ἄς ἀφήσωμεν τὴν προϊστορικήν, τὴν ἀρχαίαν, τὴν Βυζαντινὴν Ἑλλάδα καὶ ἄς ἔλθωμεν εἰς τὴν σὐγχρονον ἐποχήν. Ὁποία ἡ κατάστασις τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου;
Ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, τὰ ἀπαίσια καὶ βδελυρὰ ἁμαρτήματα τῆς σαρκός, τὰ ὁποία κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας προεκάλουν τὴν αὐστηρὰν καταδίκην ὅλων, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς μικρᾶς αὐτῆς γωνίας ἤρχισαν νὰ ἐγκλιματίζωνται καὶ εἰς τὸ τόπον μας. Τὸ νέον βασίλειον ἤνοιξε τὰς θύρας εἰς τοὺς ἀγαπητοὺς ἀδελφοὺς τῆς Δύσεως. Γάλλοι, Ἄγγλοι, Βαυαροὶ καὶ εἴτινες ἄλλοι ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ τέκνα πάλιν τῆς Ἑλλάδος διὰ λόγους ἐμπορίου καὶ σπουδῶν μετέβαινον εἰς τὰς χώρας ἐκείνων καὶ ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας ταύτης ἁγνότης τῶν ἠθῶν, ἡ λάμπουσα ὡς ὀρθρινὸς ἀστὴρ ἐπεσκιάσθη. Ἡ πορνεία ἔκαμε τὴν ἐμφάνισίν της. Κατʼ ἀπομίμησιν τῶν μεγαλουπόλεων τῆς Δύσεως ἤνοιξαν καὶ ἐν Ἀθήναις οἱ πρῶτοι οἶκοι ἀνοχῆς. Καὶ κατʼ ἀρχὰς μὲν μετὰ φρίκης ἤκουεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ ἄνοιγμα τοιούτων οἴκων, ἐν τῆ παρόδω ὅμως τοῦ χρόνου ὑπὸ σοφῶν (;) κοινωνιολόγων ἐθεωρήθησαν οἱ κακόφημοι οὗτοι ὡς ἀναγκαῖα κακά, ὡς δικλεῖδες τῆς ἀκολασίας τῶν ἀνδρῶν, τὸ δὲ Κράτος τὰ κέντρα ταῦτα τῆς ἀκολασίας ἐχαρακτήρισεν ὡς δημοσίας ἐπιχειρήσεις, καὶ οὕτω ἐκ μισθωμάτων, ἐκ κερδῶν πορνείας τὰ ὁποῖα εἰσέρρεον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἐλάμβανε τοὺς μισθούς του καὶ ὁ δικαστὴς καὶ ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ ἀξιωματικός, ἐσχάτως δέ… καὶ ὁ ἱερεύς, ἵνα μὴ μείνη τίποτε ἀμόλυντον ἐπῖ τῆς γῆς αὐτῆς (Ἴδε καὶ ψαλμ. 49, 18).
Μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφὴν οἱ κακόφημοι οἶκοι ἐν Ἑλλάδι ἐπολλαπλασιάσθησαν. Νέον ὑλικὸν προσετέθη. Τὸ κῦμα τῆς ἀνηθικότητος ηὐξήθη. Νέαι ἑκατοντάδες δυστυχῶν ὑπάρξεων ἐδήλωσαν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὅτι ἔζων ἐκ τοῦ αἰσχροῦ τούτου ἐπαγγέλματος. Πῶς ἔζων ἐν τοῖς οἴκοις τούτοις ἀποτελεῖ ὑπόθεσιν τραγωδίας, τὴν ὁποίαν μόνον εύσεβεῖς ἀστυνομικοί, οἱ ὁποῖοι λόγω τοῦ ἐπαγγέλματος παρηκολούθουν καὶ ἠσθάνοντο τὸ δρᾶμα τῆς ζωῆς τῶν δυστυχῶν τούτων πλασμάτων θὰ ἠδύναντο νὰ περιγράψουν. Ζωὴ ἐν κατέργοις, ζωὴ ἐν τάφοις, ζωή – κόλασις πρὸ τῆς κολάσεως, ἡ ὁποία ὅμως ἐκαλύπτετο καὶ ἐδικαιολογεῖτο ὡς μία… κοινωνικὴ ἀνάγκη! Ὥστε διὰ νὰ ἱκανοποιοῦνται τʼ ἁμαρτωλὰ πάθη τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἀκολάστου ἔπρεπεν εἰς τὸν βωμὸν τοῦ Μολὼχ τῆς ἀνηθικότητος νὰ προσφέρονται ἀνθρωποθυσίαι, νὰ θυσιάζωνται ἑκατοντάδες, χιλιάδες Ἑλληνίδων, καὶ ἐν μέσω τοῦ Ὀρθοδόξου βασιλείου νὰ λειτουργοῦν χαρέμια διὰ τοὺς νέους ἀγάδες – τοὺς νέους ἄνδρας τοὺς βεβαπτισμένους εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἀγίας Τριάδος; Ἦσαν ταῦτα ἐν χριστιανικῆ πολιτεία ἀνεκτά; Καὶ ὅμως ὡς ἔγραφε καθηγητὴς τῆς ἐγκληματολογίας ἐν τῶ Ἐθνικῶ Πανεπιστημίω: «ἡ κάθειρξις ὑπὸ τοῦ κράτους γυναικῶν, ἵνα ἐμπορεύωνται τὸ σῶμα αὐτῶν, ἀποτελεῖ ἐσχάτην ταπείνωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἐξευτελισμὸν τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος» (Κ. Γαρδίκα Ἐγχειρίδιον ἐγκληματολογίας, Ἀθῆναι 1951 σελ. 121).
Ἀλλʼ ἐπὶ τέλους οἱ οἶκοι οὗτοι, φυτώρια διαφθορᾶς, γυναικείας διαστροφῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως, σχολεῖα ποικίλων ἐγκλημάτων ἐκλείσθησαν. Ἐκλείσθησαν ὄχι ἐξ Ἑλληνικῆς πρωτοβουλίας, ἀλλὰ διότι εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἠνωμένων Ἐθνῶν ἀπεφάσισε τὴν κατάργησιν τῶν κακοφήμων τούτων οἴκων καὶ συνεπῶς ἡ Ἑλλὰς ὑπογράψασα τὴν κοινὴν ἀπόφασιν, χάριν τῆς ἐθνικῆς της τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας ἧτο ὑποχρεωμένη νὰ κλείση τοὺς οἴκους τούτους. Καὶ τοὺς ἔκλεισεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Τοὺς ἐκλεισεν ὅμως χωρὶς νὰ λάβη πρόνοιαν περὶ τῶν ἐνοίκων… τῶν ταλαιπώρων γυναικῶν. Ἀπλῶς τὸ Κράτος ἐνδιεφέρετο νὰ γνωριση ἡ διεύθυνσις τοῦ Ο. Η. Ε., ὅτι οἱ οἶκοι ἀνοχῆς ἐν Ἑλλάδι ἀνήκουν πλέον εἰς τὸ παρελθόν.
Εἰς τὸ παρελθόν; Αἱ γυναῖκες τῆς αἰσχρᾶς ἡδονῆς διὰ τῆς βίας ἐξεδιώχθησαν ἀπὸ τὰ ἄντρα αὐτὰ τῆς ἀκολασίας, ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν ἐξηφανίσθη. Ἐλάχισται ἐκ τῶν γυναικῶν τῆς ἁμαρτίας, ἵνα μὴ εἴπωμεν οὐδεμία, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὁμαλὴν οἰκογενειακὴν ζωήν, οἱ δὲ ὑπόλοιποι, ἡ μεγίστη πλειοψηφία διεσκορπίσθη ὡς κονιορτὸς τοῦ Διαβόλου εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἑλληνικῆς πρωτευούσης. Καὶ ἄλλαι μὲν προσελήφθησαν εἰς καφωδεῖα, εἰς κέντρα διασκεδάσεως, εἰς ξενοδοχεῖα ὡς ὑπηρέτριαι, ἄλλαι δέ, αἱ περισσότεραι, ἐπωφελούμεναι εὐεργετικῆς τινος (;) διατάξεως τοῦ νέου Νόμου, ἀνὰ δύο-δύο ἐνοικίασαν ὡς καλαὶ νοικοκυραὶ δωμάτια καὶ ἐν τοῖς δωματίοις ἀκωλύτως ἐξασκοῦν τὸ έπικερδὲς ἐπάγγελμά των. Καὶ ἔτσι ἀντὶ τῶν ὀλίγων οἴκων ἀνοχῆς, τοὺς ὁποίους ἐπὶ κατοχῆς πρὸς διάκρισιν ἐκ τῶν ἄλλων οἰκιῶν μὲ κόκκινα βέλη έσημείωνον τὰ ξένα στρατεύματα, ἤδη ἀναρίθμητοι οἴκοι ἀνοχῆς ἱδρύθησαν. Δὲν εἶνε ὑπερβολὴ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁδὸς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχη ἕνα τοιοῦτον φανερὸν ἤ κρύφιον οἶκον τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας. Τίμιοι οίκογενειάρχαι μὲ πόνον ψυχῆς βλέπουν τὴν φωτιὰν τοὺ Ἅδου νὰ προσεγγίζη τὰ σπίτια των, βλέπουν παραπλεύρως τῆς οἰκίας των ἤ καὶ ἐντὸς τῆς οἰκίας, εἰς τὴν ὁποίαν διαμένουν, ἐγκατεστημένα τὰ νέα πορνεῖα, τὰ ἐργοστάσια τῆς ἀνομίας, βλέπουν καὶ ἀκούουν τὸν δαίμονα τῆς πορνείας νὰ διεγείρη καθημερινῶς τὰ τέκνα των, τοὺς υἱοὺς καὶ τὰς θυγατέρας των πρὸς τὴν ἀκόλαστον ζωήν. Εἰς κάποιαν ὁδὸν συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν, καθὼς ἐπληροφορήθημεν, οἱ κάτοικοι ἐπὶ τῆ εἰδήσει, ὅτι εἰς δωμάτιον ἔμελλε νὰ ἐγκατασταθῆ μία τοιαύτη δυὰς ἀνηθίκων γυναικῶν, ἐσήμανον συναγερμὸν καὶ ἐφύλαττον ἀλληλοδιαδόχως ἡμέραν καὶ νύκτα, ἵνα προλάβουν καὶ μὴ ἐπιτρέψουν τὴν ἐγκατάστασιν! Ἐκ δὲ λανθασμένης διευθύνσεως, τὴν ὁποίαν δίδουν οἱ πελάται τῶν νέων τούτων πορνείων εἰς τοὺς νέους πελάτας, γειτονικὰ σπίτια ἐταράχθησαν ἐκ τῆς ἐπισκέψεως ἀκολάστων ἀνδρῶν, συμπλοκαί, τραυματισμοὶ καὶ φόνοι ἀκόμη συνέβησαν ἐν τῆ ἀμύνη τῶν οικογενειαρχῶν ὑπὲρ τοῦ οίκογενειακοῦ των ἀσύλου, ὅπερ αἱ φλόγες τῆς ἁμαρτίας περιζώνουν πανταχόθεν.
Ὑπό τὰς συνθήκας αὐτὰς ἡ σωματεμπορία ἐξήπλωσε βαθύτερον τὰ σατανικά δίκτυά της καὶ συλλαμβάνει διαρκῶς καὶ νέα θύματα. Ρίπτει νέα ἄγκιστρα, ἐφευρίσκει νέα δολώματα πρὸς ἄγραν ἀφελῶν νεανίδων, ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας θαμπώνει μὲ τὴν βιτρίναν τῶν μεγαλουπόλεων, μὲ τὴν ὑπόσχεσιν μιᾶς ὀνειρώδους κινηματογραφικῆς ζωῆς ποὺ θὰ ζήσουν εἰς τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα ἀρκεῖ νὰ κάμουν μίαν ὑποχώρησιν εἰς τὴν ἠθικήν, εἰς τὰς «ἀπηρχαιωμένας» διατάξεις αὐτῆς! Ἐλεύθερος ἔρως, ἐλεύθερη γυναῖκα, μοντέρνα ζωή! Κανεὶς χαλινός, καμμία δέσμευσις. Ἰδοὺ τὰ συνθήματα τοῦ αἰῶνός μας. Οὕτως ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν τὸ κῦμα τῆς πορνείας κορυφοῦται καὶ ἀφρίζει. Ἀγέλαι πορνῶν περιφέρονται εἰς ὁδοὺς καὶ πλατείας καὶ προκαλοῦν τοὺς πάντας. Τὸ τὶ γίνεται εἰς τὰς προκυμαίας τῶν λιμένων κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐπισκέψεως τῶν ναυτῶν τῶν ξένων στόλων εἶνε κάτι τὸ ἀπερίγραπτον, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ αἰσχυνώμεθα ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ ὅλαι αἱ Ἑλληνίδες.
Εἰς διεθνὲς λοιπὸν πορνεῖον, εἰς πόλιν Σοδόμων καὶ Γομόρας τείνει νὰ μεταβληθῆ ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος;

* * *

Ἀθλία, ἀξία θρήνων πολλῶν, τῶν θρήνων ἑνὸς Ἱερεμίου, εἶνε ἡ ἠθικὴ κατάστασίς μας. Καὶ ὅμως τὸ κακὸν θὰ ἠδύναντο νὰ περισταλῆ μέχρι ἐξαφανισμοῦ, θὰ ἠδύνατο ἡ ὅψις τῆς Ἑλληνικῆς πρωτευούσης καὶ πάσης ἄλλης πόλεως νὰ ἀλλάξη ριζικῶς καὶ σεμνὴ καὶ ἱματισμένη ἐν λαμπρᾶ στολῆ ἁγνότητος νὰ παρουσιασθῆ καὶ πάλιν εἰς τὰ ὄμματα ἀνθρώπων καὶ ἀγγέλων ἡ Ἑλλάς. Πῶς; Ἐὰν ὑπῆρχε θέλησις, ἐὰν ὑπῆρχε πίστις εἰς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὅστις τὴν πορνείαν καὶ τὴν μοιχείαν καταδικάζει ὡς θανάσιμα ἁμαρτήματα, ἀναμφιβόλως θʼ ἀνελαμβάνετο ἀγὼν καθάρσεως τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ἀπὸ τὰ ἄγη ταῦτα ποὺ προκαλοῦν τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ ἐπὶ «τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας». Δυστυχῶς ἐπαρκῆ χῶρον διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν ἐδῶ τὸ πρόγραμμα ἑνὸς τοιούτου ἀγῶνος. Διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος πολλαὶ δυνάμεις θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιστρατευθοῦν, πολλὰ μέτρα θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν. Μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπειγόντως θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν, ἡμεῖς τολμῶμεν νὰ ὑποδείξωμεν συντόμως τὰ έξῆς:
ΙΔΡΥΣΙΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗΡΙΟΥ τῶν γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι παρεστράτησαν καὶ ζοῦν ἐκ τοῦ αἰσχροῦ ἐμπορίου τῆς ἰδίας σαρκός. Δὲν ἀγνοοῦμεν, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον ἀναμορφωτήριον εἰς κάποιαν συνοικίαν τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ μία φωτογραφία, ἡ ὁποία κατʼ αὐτὰς ἐδημοσιεύθη εἰς Ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα καὶ παρουσιάζει τὰς τροφίμους ἐπὶ στέγης τοῦ οἰκήματος καὶ διὰ τῆς ὅλης στάσεώς των νὰ προκαλοῦν τοὺς διαβάτας, ἀποδεικνύει, ὅτι τοιοῦτον ἀναμορφωτήριον δὲν δύναται νὰ λειτουργήση καὶ εὐδοκιμήση ἐν μέσω τῆς πρωτευούσης. Κάπου ἀλλοῦ πρέπει νὰ εἶνε. Μακρὰν τῶν πειρασμῶν, εἰς μίαν ἀπὸ τὰς ἐρημικὰς νησίδας ποὺ ἔχει ἡ Ἑλλάς, ἐκεῖ νὰ κτισθῆ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον συγκρότημα κτιρίων ὅπερ θὰ περιλαμβάνη κοιτῶνας, αἰθούσας διδασκαλίας, ἐργαστήρια, Ναὸν τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας. Συγκρότημα ἐφωδιασμένον μὲ ὅλα ἐν γένει τὰ μέσα εἰς τρόπον ὥστε αἱ δυστυχεῖς αὐταὶ ὑπάρξεις, οἱ καρποὶ καὶ τὰ θύματα τῆς σημερινῆς ἀθλιότητος τῆς κοινωνίας μας, νὰ εὕρουν στοργήν, νʼ ἀναβαπτισθοῦν εἰς τὴν κολυμβήθραν τῶν ὡραίων παραδόσεων τῆς Χριστιανικῆς, τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλάδος. Ὑπὸ τὴν πνοὴν ἐκλεκτῶν χριστιανῶν Ἑλληνίδων θὰ ἠδύνατο νὰ συντελεσθοῦν θαύματα.
Μία ἄλλη νησίς, ἡ χειροτέρα ἐξ ὅλων, νὰ ὁρισθῆ ὡς τόπος ἐξορίας τῶν ἀνδρῶν, τῶν ἀθλίων ἐκείνων ὑποκειμένων, τὰ ὁποῖα συλλαμβάνονται νὰ ἐξασκοῦν τὸ ἐπάγγελμα τῶν πορνοβοσκῶν καὶ μὲ σατανικὴν μαεστρίαν νὰ ἐξωθοῦν Ἑλληνίδας, ἀγάμους καὶ ἐγγάμους, εἰς τὸν ἀκόλαστον βίον. Εἰς τὰ θυλάκις ἑνὸς τοιούτου πορνοβοσκοῦ εὑρέθησαν 17 χιλιάδες δραχμαὶ – εἰσπράξεις μιᾶς καὶ μόνης ἡμέρας τῶν γυναικῶν τὰς ὁποίας αὐτὸς ὡς προστάτης… ἐξεμεταλλεύετο. Ἐκεῖ εἰς νησίδας ποὺ κτυποῦν τὰ ἄγρια κύματα τῆς θαλάσσης πρέπει νʼ ἀπομονωθοῦν ὡς ἐπικίνδυνοι διὰ τὴν ἠθικὴν ὑγείαν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας οἱ σωματέμποροι καὶ ἐκεῖ ὑπὸ αὐστηρὰν ἐπίβλεψιν νὰ ἐξαντλοῦν τὸν ἀνδρισμόν των θραύοντες χαλίκι διὰ τὴν ἐπίστρωσιν τῶν δημοσίων δρόμων.
Σφράγισις ὅλων τῶν προθαλάμων τῆς πορνείας, προθάλαμοι δὲ αἱ πολυτελέσταται αἴθουσαι τῶν κινηματοθεάτρων, εἰς τὰ ὁποῖα προβάλλονται ταινίαι καὶ παίζονται ἔργα τοιαύτης αἰσχρᾶς πλοκῆς, ὥστε ἡ θέα αὐτῶν ἀσφαλῶς θὰ ἔφερε τὸ ἐρύθημα καὶ εἰς τὰς παρειὰς τῶν Βάκχων καὶ τῶν σατύρων τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρείας. Πῶς τώρα νὰ σταθοῦν οἱ νέοι μας ἠθικὼς ὄρθιοι; Πίπτουν ἐλεεινὰ τῆς ἁμαρτίας πτώματα. Εἶνε γεγονός, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν παρακολούθησιν τοιούτων παραστάσεων οἱ νέοι μας ἐγκαταλείπουν τὰς αἰθούσας τῶν κινηματοθεάτρων καὶ σπεύδουν εἰς τὰ πορνεῖα καὶ ὡς πειναλέα ὄρνεα ἐπιπίπτουν ἐπὶ τῶν σαρκῶν. Διότι προηγήθη τῆς σωματικῆς πορνείας, ἡ πνευματικὴ πορνεία, ἡ διαφθορὰ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου.
Ἡ κατάργησις τῆς προικός. Ἕνεκα τῆς προικὸς παραμένουν ἀναγκαστικῶς ἄγαμοι χιλιάδες πτωχῶν Ἑλληνίδων, αἱ ὁποῖαι καὶ ἀποτελοῦν τὴν εὔκολον λείαν τῶν ἀπατεώνων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ ἰδανικοῦ ἐραστοῦ διὰ νʼ ἀποκαλυφθοῦν μετʼ ὀλίγον ὡς οἱ αἰσχρότατοι ἐκμεταλλευταὶ τῆς δυστυχίας των. Ἀλλὰ περὶ τῆς καταργήσεως τῆς προικὸς κατʼ ἐπανάληψιν καὶ ἐγράψαμεν καὶ ὡμιλήσαμεν, καὶ διʼ αὐτὸ δὲν ἐπεκτεινόμεθα περισσότερον.
Ὑγιὴς διαφώτησις τῆς ἐργαζομένης, μαθητιώσης καὶ στρατευομένης νεολαίας ἐπὶ τοῦ φλέγοντος διʼ αὐτὴν θέματος τῶν σχέσεων τῶν δύο φύλων, τονισμὸς τῆς ἀληθείας ὅτι ἡ σωφροσύνη τῶν νέων εἶνε ὑψίστη ἀρετή, ἡ χαλιναγώγησις τῆς γενετησίου ὁρμῆς ἀποτελεῖ ἀληθῆ πρόοδον ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ ἀκολασία ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει ὁ νεκροθάπτης λαῶν καὶ ἐθνῶν.

* * *

Ἀγαπητοί μας ἀναγνῶσται! Εἶνε τόσον ζωτικῆς σημασίας διὰ τὸ μέλλον τῆς φυλῆς μας τὸ θέμα, ὅπερ ἠνοίξαμεν, ὥστε καὶ ἄλλοτε πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπʼ αὐτοῦ. Τὸ παρὸν ἄρθρον ἐγράφη κυρίως διὰ νὰ δώση ἀφορμὴν εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πονοῦν τὸν τόπον τοῦτον καὶ δὲν θέλουν νὰ τὸν ἴδουν βυθιζόμενον κάτω ἀπὸ τὸν βοῦρκον τῆς ἀκολασίας καὶ διαφθορᾶς, νὰ δώση, λέγω, ἀφορμῆν εἰς ὅλους τοὺς πατριώτας, ἵνα σκεφθοῦν καὶ κινηθοῦν δραστηρίως πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ, πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ τρομεροῦ κινδύνου. Ἡμεῖς ἀνησυχοῦντες ὡς οἱ χῆνες τοῦ Καπιτωλίου, κραυγάζομεν. Εἴθε ἡ ταραχή μας, εἴθε ἡ φωνή μας νὰ ξυπνήση τοὺς φύλακας πρὶν ἤ ἔλθη ἡ ὥρα τοῦ τελικοῦ ὀλέθρου.

ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ -...

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΖ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2326

Καλλιστεια στο Πασαλιμανι – Η δικη

(†) Ἀντώνη Π. Ἰωαννίδη

Τὸ 1953 προηγήθηκε ἀρχικὰ ἕνας προκριματικὸς διαγωνισμὸς τῶν εἰδωλολατρικῶν καλλιστείων στὸ «Ρέξ» τῶν Ἀθηνῶν μὲ ἀποδοκιμασίες τῶν πιστῶν ἔξω ἀπὸ τὸ κινηματοθέατρο. Ἔπειτα, τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου 27 πρὸς Κυριακὴ 28 Ἰουνίου, ἔγινε ἡ κυρίως τελετὴ τῶν καλλιστείων στὸ παραθαλάσσιο κέντρο διασκεδάσεως «Ἀρζεντίνα» στὸ Καλαμάκι – Ἀθηνῶν, ὅπως εἴδαμε ἤδη. Αὐτὴ ἦταν ἡ κεντρικὴ καὶ ἐναρκτήρια ἐκδήλωσι μὲ δρακόντεια μέτρα ἀσφαλείας. Κατόπιν ἀκολούθησαν ἄλλες τέτοιες ἐκδηλώσεις σὲ συνοικίες, ὅπως ἡ ἀκόλου­θη. Στὶς 29 Αὐγούστου δηλαδή, Σάββατο βράδυ πρὸς Κυριακὴ 30 Αὐγούστου, θὰ γίνονταν καλλιστεῖα στὸν κινηματογράφο «Παλλὰς» στὸ Πασαλιμάνι τοῦ Πειραιῶς. Οἱ διαμαρτυρίες ἐπαναλήφθηκαν καὶ ἐδῶ ἀπὸ ἐργαζόμενα παλληκάρια τοῦ Πειραιῶς, ποὺ συνελήφθησαν καὶ μετὰ ἀπὸ δύο μῆνες, τὸν Ὀκτώβριο, γινόταν ἡ δίκη τους, γιὰ τὴν ὁποία ὁ π. Αὐγουστῖνος ἔγραψε ἄλλο ἄρθρο στὴ «Σπίθα»)

Ὁ πατὴρ Αὐγουστῖνος πονοῦσε γιὰ τὴν ἐκ­μετάλλευσι τῶν ἀνθρώπων καὶ εἰ­δικὰ τῶν γυναικῶν. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ἄρ­χιζαν νὰ καθιερώ­νωνται τὰ καλλιστεῖα. Ὁ Γέροντας τὰ ὠ­νόμαζε «ἐμπόριο λευκῆς σαρκός», καὶ ἄρχισε τὰ πύ­ρινα κηρύγματα γιὰ τὴν ἀφύπνισι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴ δρᾶσι μέσῳ συλλαλητηρίων γιὰ τὴ ματαίωσι τῶν καλλιστείων.

Περνώντας ὁ καιρὸς τὰ καλλιστεῖα φούν­τωσαν καὶ ὁ ἀγώνας ἄρχισε μὲ παλμό. Ἐγὼ ἤ­μουν ἐργένης, δὲν μὲ περίμενε κανείς. Μποροῦσα νὰ συμμετέχω σὲ ὅλους τοὺς ἀγῶνες.
Συνεχίζαμε, λοιπόν, τοὺς ἀγῶνες ἐνάντια στὰ καλλιστεῖα.

* * *

Θυμᾶμαι συγκεκριμένα γιὰ τὰ καλλιστεῖα ποὺ θὰ γίνονταν στὸ παραθαλάσσιο κέντρο «Ἀρ­ζεντίνα». Στὶς διαμαρτυρίες συμμετεῖχε πλῆθος λαοῦ, γι᾽ αὐτὸ ἡ κυβέρνησι ἔλαβε σκλη­ρὰ μέτρα. Ἂς σημειωθῇ, ὅτι τὰ καλλιστεῖα θὰ τὰ παρακολου­θοῦσε ὁ πρωθυπουργὸς τῆς χώρας Κων/νος Καραμανλῆς. Ἡ κυβέρνησι, φοβούμενη τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ἐπιστράτευσε ἀστυνομία, στρατό, καὶ τὸ πολεμι­κὸ ναυτικὸ ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν καλλιστείων. Ὁ λαὸς ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸν Γέροντα ἦταν χιλιάδες. Ἔγιναν μεγάλες ἐπιθέσεις, φασαρίες καὶ συλλήψεις. Πρῶτος ὅμως μεταξὺ τῶν κρατουμένων ὁ πα­τὴρ Αὐγουστῖνος.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ὁ χρονογράφος Δημήτρης Ψαθᾶς ἔγραψε στὸν Καραμανλῆ·
Εἶναι φοβερό· κατέβασες τὴν ἀστυνομία, τὸ ναυτικὸ καὶ τὸ στρατό· μόνο τὴν ἀεροπορία δὲν κατέβασες…
Ὡστόσο, παρὰ τοὺς ἀγῶνες μας, ἐκεῖ­νοι συ­νέχιζαν.

* * *

Εἶχαν βγάλει διαφημίσεις γιὰ νὰ ἐκλέξουν τὴν «Μὶς Σαρωνικός». Τὰ καλλιστεῖα ὡρίστηκε νὰ γίνουν στὸ Πασα – Λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ, στὸν θερινὸ κινηματογράφο «Παλ­λάς», λόγῳ καλοκαιριοῦ. Κομφερασιὲ ἦταν ὁ Ἴκαρος, ὁ πιὸ δοξασμένος στὴ δουλειά του.
Πῆγα λοιπὸν στὸν Γέροντα καὶ τὸν ἐ­νη­μέ­ρωσα. Τὸν παρακάλεσα ταπεινά, αὐ­τὴ τὴ φορὰ νὰ δράσουμε κάπως ἀλ­λιῶς. Νὰ μὴ διοργανώση συλλαλητήριο. Γιατί, παρὰ τὶς ταλαιπωρίες ποὺ περνούσαμε (συλλήψεις, ξύλο, δίκες), τὰ καλλιστεῖα δὲν ματαίωναν τὶς παραστάσεις. Τὸν θερμοπαρακάλεσα νὰ μὴν πῆ πουθενὰ τίποτα, οὔτε ἀκόμα στοὺς Ἀθηναίους ἀγωνιστάς. Νὰ ἀφήση μόνο ἐμᾶς τοὺς Πειραιῶ­τες νὰ μποῦμε μέσα στὴν αἴθουσα, ὁ καθένας μὲ εἰσιτήριο κανονικά, ὡς θεατής, καὶ ἐκεῖ μέσα νὰ δώσουμε τὴ μάχη γιὰ τὴ ματαίωσι. Τὸ δέχτηκε, μὲ τὴ συμβουλή·
–Νὰ εἶστε φρόνιμοι.

* * *

Ἦρθε ἡ Κυριακὴ τῶν καλλιστείων. Πήγαμε διακριτικὰ καὶ καλοντυμένοι περίπου 70 νέοι, ναυπηγοί, μηχανικοὶ καὶ ἐργάτες, ὅλα τίμια καὶ γενναῖα παιδιά. Τὰ χέρια ὅλων, ὅταν σὲ χαιρετοῦσαν, νόμιζες ὅτι ἦταν ξύλινα· τόσο δουλεμένα ἦταν.
Ἄρχισε ἡ μουσική. Καὶ ὁ Ἴκαρος, ἐμπειρότατος κομφερασιέ, ἄρχισε τὰ καλαμπούρια του καὶ τὴν παρουσίασι τῶν ἐπισήμων καλεσμέ­νων. Μετὰ ἔστησαν τὴν ἑλλανόδικη ἐπιτροπή, καὶ ὁ Ἴκαρος μᾶς ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ φωνάζουμε καὶ νὰ ἐπιδοκιμάζουμε τὶς κρίσεις τῆς ἐπιτροπῆς.
Ἀστυνομία δὲν ὑπῆρχε, ἀλλὰ γνωρίζαμε ὅτι ὅπου ὑπάρχει μεγάλη συγκέντρωσι, πάντα ὑ­πάρχουν καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀσφάλειας, ἀκόμα καὶ μπράβοι τοῦ ὑπόκοσμου.
Προχωροῦσαν λοιπὸν μία – μία οἱ ὑποψήφιες καὶ ὁ κόσμος χειροκροτοῦσε καὶ ἐπιδοκίμαζε. Ἀφοῦ προχώρησαν ἀρκετά, ἀρχίσαμε ἀ­πὸ διαφορετικὲς θέσεις ἐμεῖς νὰ φωνάζουμε «Αἶσχος». Ὁ Ἴκαρος ἀγρίεψε καὶ εἶπε στοὺς μπράβους νὰ προσέχουν. Οἱ μπράβοι κάτω ἀ­πὸ τὴ σκηνὴ ὅσους ἐπιχειροῦσαν ν᾽ ἀνέβουν τοὺς ξυλοκοποῦσαν. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἤμασταν σκληραγωγημένοι ὅλοι. Κάναμε σάλτο στὴ σκηνὴ καὶ τὰ σκηνικὰ διαλύθηκαν. Ἡ ἑλλανόδικος ἐπιτροπὴ πλήρωσε ὅπως τῆς ἔπρεπε. Ὁ Ἴκαρος λιποθύμησε. Οἱ ἀ­σφα­λῖτες, ποὺ ἄρχισαν νὰ χτυποῦν μὲ τὰ πολιτικά, ἔφαγαν ἀρ­κετὸ ξύλο, διότι δὲν τοὺς γνωρίζαμε. Εἰδοποιήθηκε ἡ ἀστυνομία καὶ ἔκλεισε τὶς πόρτες. Οἱ ὑποψήφιες κοπέλλες μάζεψαν στὴν ἀγκαλιά τους τὰ ροῦχα πανικόβλητες. Ἦρθαν πυροσβεστικές, σφύριζαν μὲ τὶς σειρῆνες, ὅλος ὁ Πειραιᾶς ἔτρεχε νὰ δῆ τί συμβαίνει.

* * *

Ὁ Γέροντας ἀπὸ νωρὶς ἔστειλε ὡρισμένους νέους ἔμπειρους νὰ παρακολουθοῦν ἀπ᾽ ἔξω καὶ νὰ τὸν εἰδοποιήσουν.
Σπάσαν οἱ τζαμαρίες τοῦ μπάρ. Ἡ ἀστυνομία ἄρχισε τὶς συλλήψεις. Τὰ καλλιστεῖα διαλύθηκαν ἄδοξα.
Τὰ μεσάνυχτα ἄνοιξαν τὶς πόρτες καὶ ὅλοι περνοῦσαν ἀπὸ ἔλεγχο. Συνέλαβαν 12 ἄτομα. Μᾶς κατέβασαν στὴ μεγάλη χειμερινὴ αἴθουσα καὶ μᾶς πέρασαν χειροπέδες. Βλαστημοῦ­σαν καὶ μᾶς χτυποῦσαν. Πήγαμε στὸ τμῆμα μὲ τὰ πόδια.
Ὁ Γέροντας στὶς 3 μετὰ τὰ μεσάνυχτα τηλεφώνησε στὸν ἐπίσκοπο τοῦ Πειραιᾶ. Τὸν ξύπνησε καὶ τοῦ εἶπε·
–Κοιμᾶσαι, εὐλογημένε; Σήμερα ἑορτάζουν οἱ 12 μάρτυρες, ποὺ μαρτύρησαν στὸ τάδε θέατρο γιὰ τὰ ἀντίχριστα καμώματα.
–Γι᾽ αὐτὸ μὲ ξύπνησες;
–Ὄχι, ἀλλὰ τὰ παιδιά σου, τὰ παιδιὰ τοῦ Πειραιᾶ, εἶναι φυλακισμένα στὸ τμῆμα. Πήγαινε νὰ δῆς τὸ ποίμνιό σου.
Ὁ δεσπότης ἦρθε στὸ τμῆμα καὶ μᾶς ρώτησε τί κάναμε. Τοῦ εἴπαμε ὅ,τι ἔγινε· ἀλλὰ τὸ παράπονό μας ἦταν, ὅτι ἀκόμα καὶ στὸ τμῆμα οἱ ἀστυνομικοὶ βλαστημοῦσαν τὰ θεῖα. Πῆγε στὸ γραφεῖο τοῦ διοικητοῦ καὶ ἐγγυήθηκε γιὰ μᾶς, ὅτι θὰ παρουσιαστοῦ­με στὸ δικαστήριο καὶ δὲν θὰ ἐξαφανιστοῦμε, καὶ μᾶς ἄφησαν ἐλεύθερους.

◊ Ἡ δίκη μας

Ὅταν ὡρίστηκε τὸ δικαστήριο ἐνεργήσαμε γιὰ νὰ βροῦμε δικηγόρο. Εἴπαμε στὸν κ. Μόσχο, ποὺ ἦταν στέλεχος τῆς «Ζωῆς» (ἐκείνη τὴ χρονιὰ ἦταν ἀντιπρόσωπος στὸ συνέδριο τῶν ἐκκλησιῶν). Ἡ ἀπάντησί του ἦταν·
–Δὲν ὑποστηρίζω ποτέ χριστιανοὺς ποὺ ἀγωνίζονται στὰ πεζοδρόμια.
Εἴπαμε στὸν κ. Ψαρουδάκη καὶ μᾶς εἶπε·
–Δὲν ἔρχομαι, γιατὶ δὲν θὰ κάνουμε τίποτα.
Οἱ κατηγορίες ἦταν πάρα πολλές· ματαίωσι τῶν καλλιστείων, μεγάλες ζημιὲς στὸ μπάρ, ξυλοδαρμὸς ἀστυνομικῶν κ.ἄ.. Ὁ Γέροντας, ἀφοῦ δὲν δεχόταν κανένας νὰ μᾶς ὑπερασπιστῆ, εἶπε ὅτι θὰ ἔρθη ἐκεῖνος·
–Στὸν Πειραιᾶ δίκασαν καὶ τὸν «Παπουλάκο», καὶ δὲν ἔβαλε συνήγορο· καὶ ὅταν τὸν ρώτησε ὁ πρόεδρος, ἀπάντησε ὅτι συνήγορο ἔχει τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

* * *

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν ὑπῆρχε δικαστικὸ μέγαρο στὸν Πειραιᾶ, γιατὶ εἶχε καταστραφῆ στὸν πόλεμο. Ἡ δίκη μας θὰ γινόταν σ᾽ ἕνα πολὺ μεγάλο κατάστημα παραπλεύρως ἀπὸ τὴν πλατεῖα τῆς Τερψιθέας. Τὸ δικαστήριο ἦ­ταν πενταμελές. Ἡ αἴθουσα ἦταν γεμάτη ἀ­σφυ­κτικά. Μέσα στὴν αἴθουσα ἔτυχε νὰ εἶναι παρὼν ὁ Σῖμος, ὁ ἀρχηγὸς τῶν ὑπαρξιστῶν. Ἔτρωγε κουλούρι, καὶ ὁ πρόεδρος διέταξε νὰ τὸν βγάλουν ἔξω λόγῳ ἀνάρμοστης συμ­περιφορᾶς.
Ἦρθε ἡ ὥρα. Μᾶς φώναξαν ἕναν – ἕναν καὶ τοὺς 12, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε χῶρος καὶ βολευτήκαμε ὄρθιοι. Μᾶς ρώτησε ὁ κ. πρόεδρος ἂν εἴχαμε δικηγόρο. Ὅταν ἀπαντήσαμε ἀρνητικά, πετάχτηκε ὁ πατὴρ Αὐγουστῖνος, λιτὸς καὶ ἀσκητικὸς ὅ­πως ἦταν πάντα. Παρουσιάστηκε μπροστὰ καὶ ἀνέλαβε ὅλη τὴν εὐθύνη ἐπάνω του. Ὁ κ. πρόεδρος τὸν ρώτησε τί γράμματα ξέρει.
–Τὰ γράμματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ξαφνικὰ ἕνας ψηλὸς ἡλικιωμένος καὶ ἐπιβλητικὸς κύριος, ποὺ ἤτανε δικηγόρος καὶ ἔ­τυχε νὰ βρίσκεται στὴν αἴθουσα ἐκείνη γιὰ μιὰ ἄλλη ὑπόθεσι, πῆρε τὸ λόγο καὶ εἶπε·
–Εἶναι περιττὸ νὰ συστηθῶ, γιατὶ μὲ γνωρίζετε πολὺ καλά. Ἄκουσα ποὺ διαβάζατε τὸ τρομερὸ κατηγορητήριο τῶν 12 νέων καὶ λαχτάρησα. Ἂν καὶ βρίσκομαι στὸ τέλος τῆς καριέρας μου, εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ ποὺ μοῦ δίδεται ἡ μοναδικὴ εὐ­καιρία νὰ ὑπερασπισθῶ τοὺς ἀξίους αὐτοὺς νέους, ἀνιδιοτελῶς. Πιστέψτε εἰς τὴν τιμή μου, ὅτι οὐ­δό­λως γνωρίζω τὸν παπου­λάκο καὶ τοὺς χαριτωμένους νέους κατηγορουμένους. Εἶναι ἡ εὐτυχέστερη ἡμέρα τῆς καριέρας μου, γιατὶ στὴν οὐσία θὰ ὑπερασπισθῶ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό…
Θὰ χρειαζόταν βιβλίο ὁλόκληρο γιὰ νὰ γραφῆ ἡ ἀγόρευσί του. Συγκινήθηκε ὅλο τὸ ἀ­κροατήριο. Ἡ αἴθουσα ἦταν γεμάτη μέχρι τὸ πεζοδρόμιο. Ἐκεῖ βρισκόταν ἕνας κουλαρᾶς καθηλωμένος μὲ τὸν ταβλᾶ στὸ κεφάλι του καὶ ἄκουγε δακρυσμένος. Ὁ εἰσαγγελέας, ὅ­ταν εἶδε τὰ δάκρυα τοῦ κουλουρᾶ (διότι ἡ ἐξ­έδρα τῶν δικαστῶν ἦταν ψηλή), μὲ συγκίνησι καὶ ἐκεῖνος σηκώθηκε ὄρθιος καὶ εἶπε·
–Συγκινεῖται ὁ λαός μας. Συγκινημένος καὶ ὁ κουλουρᾶς, μὲ τὸ βάρος τῆς τάβλας πάνω στὸ κεφάλι του, καθηλωμένος τρεῖς ὧρες, ἀψηφώντας ὅτι θὰ τοῦ μείνουν ἀπούλητα τὰ κουλούρια του.
Ἀνέφερε ἀκόμη ὅτι ἦταν καὶ ὁ ἴ­διος συγ­κινημέ­νος, γιατὶ καὶ ὁ ἀδελφός του πέθανε στὴν Ἀλβανία ὑπερασπιζόμενος τὴν πίστι καὶ τὴν πατρίδα.
Στὸ τέλος τῆς δί­κης ξανασηκώθηκε πάλι ὄρθιος καὶ εἶπε·
–Εἶμαι ὑποχρε­ωμένος νὰ κρίνω μὲ τὸ ῥω­μαϊκὸ δίκαιο. Ἀψηφώντας τὴν ἔκθεσι ποὺ θὰ μοῦ κάνουν, θὰ κρί­νω μὲ τὸ χριστιανικὸ δίκαιο. Κρίνω λοιπὸν ἀθῴους τοὺς νεαροὺς κατηγορουμένους. Καὶ προτρέπω τὴ νεολαία μας ν᾽ ἀκολουθήση μὲ γενναιότητα τὸν Χριστό, γιὰ νὰ δῆ ἡ πατρίδα μας καλύτερες μέρες.
Ἡ ἀγόρευσι τοῦ δικηγόρου μᾶς κατέπληξε. Τρεῖς ὧρες κράτησε! Χειμάρρος ὁρμητικός, καὶ χωρὶς νὰ ἔχη ἑτοιμαστῆ, διότι δὲν μᾶς γνώ­ριζε – τὸν Γέροντα τὸν γνώριζε μόνο ἐξ ἀ­κοῆς.
Ὅταν τελείωσε ἡ δίκη, ὁ σεβαστὸς Γέροντας ἀνέβηκε μαζί μας στὴν πλατεῖα Τερψιθέας. Τυχαῖα τότε κάποιος φωτογράφος μᾶς φωτογράφισε τὴν ὥρα ποὺ βαδίζαμε μαζί του. Αὐτὴ τὴ φωτογραφία σᾶς τὴν ἀποστέλλω. Μὲ τὴν πρώτη εὐ­καιρία ὁ Γέροντας ἔβγαλε τὴν «Σπίθα» μὲ τὸν τίτλο «Τὸ δάκρυ τοῦ λαοῦ» (φ. 149/Ὀκτ. 1953).

(†) Ἀντώνιος Π. Ἰωαννίδης

(Ἀποσπάσματα ἀπὸ σχετικὸ δημοσίευμα στὴν ἐφημερίδα «Χριστ. Σπίθα», φφ. 670 & 671/Φεβρουάριος- Μάρτιος 2009 σσ. 2-3 – 18-7-2020)

Ἐξιστορησι των επεισοδιων στην «Αρζεντινα» (απο την εφημεριδα «Χριστιανικη Δημοκρατια», φ. 5/2-7-1953)

 

Καλλιστια Χρ. Δημ.

(Τὸ βράδυ τῆς 27ης πρὸς τὴν 28η Ἰουνίου 1953 ὁ Χριστιανικὸς λαὸς ἔδωσε μιὰ ἱστορικὴ μάχη στὸ παρὰ τὸ Καλαμάκι – Ἀθηνῶν κοσμικὸ κέντρο «Ἀρζεντίνα», ὅπου ὑπὸ ἰσχυρὴ ἀστυνομικὴ προστασία διεξήχθη ἡ εἰδωλολατρικὴ ἑορτὴ τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς προαγωγείας τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, ἡ ἐπονομαζομένη –πρὸς ἐξαπάτησιν τῆς κοινωνίας– «Καλλιστεῖα»)

Ἡ διενέργεια τῶν Καλλιστείων προκάλεσε διαμαρτυρίας ἀ­πὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς χώρας, Χριστιανικῶν καὶ μὴ Σωματείων, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἐδόθη ἡ πρέπουσα σημασία ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο ὁδήγησε τὸν Χριστιανικὸν Σύλλογον «Μέγας Ἀθανάσιος» νὰ προβῆ εἰς τὰς γνωστὰς ἀποδοκιμασίας ἔξω ἀπὸ τὸ «ΡΕΞ» κατὰ τὸν προκριματικὸν διαγωνισμὸν τῶν Καλλιστείων. Παρὰ ταῦτα ὅμως οἱ ἁρμόδιοι «ἀγρὸν ἠγόρασαν». Τέλος, ἡ φαυλότης καὶ ὁ ἀντιχριστιανισμὸς τοῦ σημε­­ρινοῦ χρεωκοπημένου ὑλιστικοῦ Κράτους ἀπεκορυφώθη ὅ­ταν ἔ­γραφε στὰ παληά του τὰ παπούτσια τὸ διάβημα τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκ­κλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐζήτησε τὴν κατάρ­γησιν τῶν προαγωγικῶν καὶ ἀντιχριστι­ανικῶν καλλιστείων.
Τὰ χριστιανικὰ Σωματεῖα τοῦ «Μεγάλου Ἀθανασίου» καὶ «Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» ὀργάνωσαν τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ κακοῦ. Τὸ κακὸν ἀντιμετωπίσθη διὰ δύο μέσων, α΄) τῆς προσευχῆς καὶ β΄) τῆς διαμαρτυρίας.
Ὁ λαὸς προσεύχεται. Ὑπέροχος μεγαλειώδης καὶ συγ­­κινητικὴ ἦ­το ἡ συγκέντρωσις στὸν ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου [Ψυρρῆ] Ἀθηνῶν. Εἰδοποιημένοι ἀπὸ ἔκτακτη ἔκδοσι τῆς «Σπίθας», ἄρχισαν ἀπὸ νωρὶς νὰ προσέρ­χων­ται στὸ ναὸ γιὰ τὴν ὁλονύκτια προσευχή. Στὶς 9 μ.μ. ὁ ναὸς ἤτανε κι᾽ ὅλας πλήρης.

Γυναῖκες, παιδιά, ἄνδρες καὶ νέοι, ὅλοι ἄνθρωποι ἁπλοῖ, βιοπαλαισταί, ἁγνοί, ὅπως εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, μὲ πίστη καὶ κατάνυξη, γονατιστοὶ προσηύχοντο στὸ Θεὸ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς εἰρήνης, νὰ φωτίση μικροὺς καὶ μεγά­λους νὰ βροῦν τὸ δρόμο Του, νὰ ξυπνήσουν ἀπὸ τὴ νάρκη τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀμάθειας καὶ νὰ γνωρίσουν τὸ φῶς Του καὶ τὸ θέλημά Του. Προσηύχοντο ἄνθρωποι ἄσημοι, ἄν­θρωποι φτωχοί, ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία τῶν μεγά­λων, τῶν σπουδαίων, τῶν διασήμων, τῶν πλουσί­ων, τῶν ἀριστοκρατῶν!… Πόσο εἶχε δίκηο ὁ Παῦλος: «τὰ μω­ρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σο­φοὺς καταισχύνῃ καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρὰ καὶ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ…» (Α΄ Κορ. Α΄, 27-27).
Οἱ ὧρες περνοῦσαν εὐλαβικὰ στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ ὧρες περνοῦσαν ἀνίερα στὸ κοσμικὸ ἄντρο τῆς Ἀφροδίτης στὸ Καλαμάκι. Ἐκεῖ, οἱ μεγάλοι, οἱ ἐπίσημοι, οἱ εὐ­γενεῖς, οἱ ἀριστοκράται, προσήρχοντο μέσα σὲ ἀπαστράπτουσες λιμουζίνες, ποὺ κυλοῦνε σὰν αὔρα στὴν ἄσφαλτο, ντυμέ­νοι μὲ «αὐστηρῶς ἐπίσημον ἔνδυμα» καὶ ἔχον­τες στὰ ἀριστερά τους ἁβρὲς γλυκοχαμογελοῦσες κυρίες μὲ ἔξωμες τουαλέτες καὶ διαμαντικὰ καί, μὲ λαιμαργία, κυττάζουν τὸ ρολόι τους γιὰ τὴ μεγάλη στιγμή! Μαζεύτηκαν ἐ­κεῖ νεαροὶ καὶ γεροπαραλυμένοι δανδῆδες γιὰ νὰ διασκεδάσουν τὴν ἀνία καὶ τὴν πλῆξι τους καὶ γιὰ νὰ ἐπιδείξουν τὰ ἄνομα πλούτη τους. Στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ προσήρχοντο φτωχοὶ καὶ ἄσημοι γιὰ νὰ γονατίσουν εὐλαβικὰ στὸν ἀληθινὸ Θεό· στὸ ναὸ τοῦ Διαβό­λου καὶ τῆς διαφθορᾶς, προσῆλθον οἱ πλουτοκράται καὶ οἱ ἐπίσημοι γιὰ νὰ γονατίσουν πορνικὰ μπροστὰ σὲ ἀσεβεῖς γυναῖκες – ποὺ ἀφήνουν τὸ παιδί τους στὴν παραμάνα κι᾽ αὐτὲς γυρίζουν στὰ θέατρα καὶ τοὺς χοροὺς καὶ τὸ σπίτι τους τὸ ἀ­φή­νουν ἔρημο – γιὰ νὰ φιλήσουν ἄνομα χέρια καὶ νὰ χειροκροτήσουν ἕνδεκα ἡμίγυμνες νεαρὲς Ἑλληνίδες! Μαζὶ μὲ τοὺς νέους ἀριστοκράτες τῆς διαφθορᾶς, τῆς κλο­πῆς καὶ τοῦ ἐκφυ­λισμοῦ, κατρακυλοῦσαν πρὸς τὸ «δεικτήριον» τοῦ κέντρου τῆς «Ἀρ­ζεν­τίνας», οἱ ἕνδεκα Ἑλληνίδες ποὺ ὁ διάβολος μὲ τὸ ἐπίσημον ἔνδυμα εἶχεν ἁρπάξει μὲ ἀπατηλὲς ὑποσχέσεις ἀ­πὸ τὴν ἀγκάλην τῆς οἰκογενείας των διὰ νὰ τὶς ὁδηγήση εἰς τὸ πρῶτο στάδιο τοῦ κατήφορου. Ἐκεῖνες θὰ παρουσιάζοντο ἡ­μίγυμνες μπροστὰ στὰ λάγνα λάγνα βλέμματα τῶν «θηλυμα­νῶν ἵπ­πων» τῆς ἀριστοκρατίας, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἄλλα κορίτσια μὲ ὀμορφιὰ ἀληθινὴ παρουσιάζοντο μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς εὐλαβείας, τῆς σε­μνότητος καὶ τῆς ἀρετῆς μπροστὰ στὸν ὁ­λο­φώτεινο νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Σω­τῆρα τοῦ κόσμου Ἰησοῦν Χριστόν.
Εἰς τὰς 11.30΄ μ.μ. ὁ Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Καν­τιώτης ἀνεβαίνει εἰς τὸν ἄμβωνα καὶ μὲ ἐμπνευσμένα λόγια καυτηριάζει τὴν ἀνηθικότητα καὶ τὴν ὑποκρισία ἡ ὁποία ἀποσυνθέτει τὴν κοινωνία καὶ ὁδηγεῖ τὸ ἔθνος μας στὴν καταστροφή. Οἱ Χριστιανοί, τονίζει, πρέπει νὰ ξυπνήσουν διότι ἡ πνευματική μας κληρονομία κινδυνεύει. Κατόπιν ἐν μέσῳ γενικῆς ἀγωνίας καὶ συγκινήσεως δίδει τὸ σύνθημα:
–Μόνον οἱ γέροντες νὰ μείνουν ἐδῶ, ὅλοι οἱ ἄλλοι, στὸ Καλαμάκι. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἐμπρὸς νὰ ρίψωμεν τὴν σημαία τοῦ Σατανᾶ καὶ νὰ ὑψώσωμεν τὴν σημαίαν τοῦ Θεοῦ!
Ὁλόκληρον τὸ ἐκκλησίασμα δέχθηκε μὲ ἀνακούφιση τὴν προτροπὴ αὐτή. Ἕνας ἀληθινὸς χριστιανός, ὁ νεαρὸς Χρῆ­στος Κωνσταντόπουλος ἀπὸ τὴν Καλαμάτα, ἀναφωνεῖ:
–Ἀδελφοί, ὅλοι στὸν ἀγῶνα!
Σὲ λίγα λεπτὰ ὅλοι οἱ δυνάμενοι πῆραν τὸ δρόμο γιὰ τὸ Καλαμάκι. Ὁ Αὐγουστῖνος Καντιώτης, οἱ ἱερεῖς: Παπαντώνης Δ., Κομπούγιας Ἀ., Γιαννόπουλος Χ., Μουστάκας Χ. καὶ ὁ Διευθυντής μας κ. Ν. Ψαρουδάκης ἐπιβιβάζονται ἐπὶ ἑνὸς ταξὶ καὶ κατευθύνονται πρὸς τὸ Καλαμάκι.
Πρὸ τῆς «Ἀρζεντίνας». Σὲ λίγα λεπτὰ τὸ ταξὶ εὑρίσκετο εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης. Πλήθη λαοῦ καὶ ἀστυνομικῶν εὑρίσκοντο πρὸ τῆς «Ἀρζεντίνας». Ὑπολογίζονται οἱ διαδηλωταὶ περὶ τοὺς 1.000 οἱ δὲ ἀστυνομικοὶ περὶ τοὺς 300. Οἱ διαδηλω­ταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει ὁδηγίας νὰ εὑρίσκονται ἀπὸ ἐνωρὶς ἐκεῖ, εἶχον ἐφοδιασθεῖ μὲ ροκάνες, τενεκέδες, κουδούνια καὶ ἄλλα θορυβώδη ἀντικείμενα, μὲ τὰ ὁποῖα δημιουργοῦσαν ἐκ­κοφαντικὸν θόρυβον ἐνῷ συγχρόνως ἐκραύγαζον ἐπὶ τῇ θέᾳ τῶν διερχομένων πολυτελῶν αὐτοκινήτων τῆς ἀριστοκρατίας «Αἶσχος!» καὶ ἄλλα παρόμοια. Ταυτοχρόνως ἄλλοι ἐκράτουν μεγάλα πανὼ μὲ τὰ συνθήματα: «Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι Χόλλυγουντ», «Οἱ νεκροί μας διαμαρτύρον­ται», «Σώσατε τὰς Ἑλληνίδας ἀπὸ τὸν ἐξευτελισμόν», «Τὰ Καλλιστεῖα ἔξω τῆς Ἑλλάδος» κ.ἄ..
Ἰδιαίτερον τόνον ἔδωσε εἰς τὴν ὅλην διαμαρτυρίαν ἡ ἐμφάνισις φωταγωγημένου ἱστιοφόρου ἀπὸ τὸ ὁποῖον μὲ μεγάφωνον ἀπεστέλλετο εἰς τὴν ξηρὰν ἡ διαμαρτυρία: «Αἶσχος γιὰ τὰ Καλλιστεῖα».
Πέντε μέλη τοῦ Χριστιανικοῦ Συλλόγου «ὁ Μέγας Ἀθανάσιος» εἶχαν προμηθευθεῖ εἰσιτήρια μὲ σκοπὸ νὰ ἀποδοκιμάσουν ἀπὸ μέσα τὰ καλλιστεῖα καὶ στὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ δώσουν τὸ σύνθημα στὸ λαὸ ποὺ περίμενε ἀπ᾽ ἔξω. Δυσ­τυχῶς, εἴτε ἐπειδὴ τὸ ἔνδυμά τους δὲν ἦταν αὐστηρῶς ἐπίση­μον εἴτε διότι ἐθεωρήθησαν ὕποπτοι –δὲν ἦσαν βλέπετε κοιλαράδες, οὔτε εἶχαν χρυσὲς καδένες, οὔτε συνόδευαν ἡμίγυμνες «ντάμες»– δὲν τοὺς ἐπετράπη ἡ εἴσοδος, ἕνας δὲ ἐξ αὐτῶν συνελήφθη καὶ ἐκρατήθη μέχρι τῆς πρωΐας. Ἔτσι, ὅταν τὸ ἱστιοφόρον ἐνεφανίσθη εἰς τὴν παραλίαν μὲ τὸν φωτεινὸν σταυρὸν καὶ ἔδωσε τὸ σύνθημα μὲ τὸ μεγάφωνον, οἱ «πέντε» δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὴν προκαθωρισμένη θέσιν των διὰ νὰ ἀρ­χίσουν τὴν ἀποδοκιμασίαν. Οἱ ἑκατοντάδες τῶν διαδηλωτῶν, ἀφοῦ ἐπερίμεναν ἐπ᾽ ὀλίγον ματαίως τὸ σύνθημα ἀπὸ τὴν «Ἀρζεντίναν», ἤσκησαν πρωτοβουλίαν καὶ ἤρχισαν τὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν «Καλλιστείων» μὲ κραυγὰς καὶ μὲ τεχνικὸν θόρυβον, μὲ ροκάνες, κουδούνια κ.τ.λ..
Ὁ αἰφνιδιασμός. Περὶ τὴν 12ην τὸ ἀνωτέρω ταξὶ μὲ τοὺς 5 κληρικοὺς καὶ τὸν διευθυντήν μας κ. Ν. Ψαρουδάκην, ἐπλησίασε τὴν ζώνην τῶν ἀστυνομικῶν ποὺ ἐπροστάτευε τὴν «Ἀρ­ζεντίνα» καὶ οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἀπασχολήσεώς των μὲ τὸ πλῆθος, δὲν ἀντελήφθησαν ποῖοι ἐπέβαινον τοῦ αὐτοκινήτου καὶ τὸ ἄφησαν νὰ περάση. Ἔτσι τὸ ταξὶ ἐστά­θμευσε πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ κέντρου καὶ αἰφνιδίως ἐνεφανίσθησαν πρὸ τῶν ἐκπλήκτων ἀστυνομικῶν πέντε ἱερεῖς καὶ ὁ Διευθυντὴς μας κραυγάζοντες: «Αἶσχος γιὰ τὰ Καλλιστεῖα!».
Ὁ αἰφνιδιασμὸς αὐτὸς ἐξῆρε τὸν «ζῆλον» τῶν ἀστυνομικῶν οἱ ὁποῖοι ἐπέπεσαν κατὰ τῶν ἱερέων ὡς «κῦνες λυσσῶντες»! Μὲ ὑστερικὴν μανίαν ἤρχισαν νὰ τοὺς κτυποῦν καὶ νὰ τοὺς σπρώχνουν. Περισσότερον ἐστράφησαν κατὰ τοῦ Ἀρχιμ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, ὁ ὁποῖος πρὸς στιγμὴν θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸ «ἄντρον» τῆς «Ἀρζεντίνας». Δύο ἀστυνομικοὶ «χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι» τὸν ἐκράτησαν ἀπὸ τὰς χεῖρας, ἐνῶ ἕνας τρίτος, «χριστιανὸς ὀρθόδοξος» καὶ αὐτός, τὸν ἐχτυποῦσε στὴν πλάτη. Ὁ μικρόσωμος καὶ καχεκτικὸς Αὐ­γουστῖνος θὰ ἔπεφτε κάτω ἂν δὲν εὑρίσκετο ἐκεῖ ἕνα δένδρον εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐστηρίχθη.
Ὁ Διευθυντής μας κ. Ψαρουδάκης ἔτρεξε καὶ ἐκράτησε τὰς χεῖρας τοῦ «μαινομένου» ὀργάνου τῆς «χριστιανικῆς» μας Πολιτείας, ὁπότε ἐδέχθη καὶ ἐκεῖνος τὰς «ἁβρότητας» τῶν ἄλλων ἀστυνομικῶν. Τότε, παρ᾽ ὅλον ὅτι μποροῦσε νὰ τοὺς ἀποδώση τὰ ὅμοια, ἀντιμετώπισε τὴν βαναυσότητά τους μὲ ἀπόλυτη ψυχραιμία, ἀρκεσθεὶς νὰ τοὺς πῆ: «Μὴν ἐκμεταλλεύεσθε τὴν Χριστιανική μας ἰδιότητα καὶ μᾶς χτυπᾶτε. Ἔχουμε κι᾽ ἐμεῖς γροθιές, ἀλλὰ ποτέ δὲν θὰ μᾶς ἀναγκάσετε νὰ μεταχειρισθοῦμε βία στὴ βία. Ὁ ἀγώνας μας εἶναι πνευματικὸς καὶ μὲ πνευματικὰ μέσα ἀγωνιζόμαστε».
Βανδαλισμός. Ἡ ὅλη σκηνὴ μόνον ἐποχὴν Νέρωνος καὶ Καλλιγούλα δύναται νὰ ὑπενθυμίση. Διότι ἐπρόκειτο περὶ πραγματικοῦ διωγμοῦ. Δὲν ἦτο πλέον αὐτὴ ἐκτέλεσις καθήκοντος. Ἦτο ἐπίθεσις ἀντιθέων καὶ ἀσεβῶν ἀτόμων τὰ ὁποῖα ἡδονίζοντο εἰς τὴν χρῆσιν τῆς βίας, ὅπως οἱ ἐντὸς τῆς «Ἀρζεντίνας» δανδῆδες ἡδονίζοντο στὴ θέα τῶν ἡμιγύμνων ἑλληνίδων. Πῶς ἀλλιῶς νὰ ἐξηγήσουμε τὴ στάσι τῶν ἀστυνομικῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐτραβοῦσαν τὰ γένια τῶν λειτουργῶν τοῦ Ὑψίστου καὶ τοὺς ἀποκαλοῦσαν «τραγογένηδες», ποδοπατοῦσαν ἐπὶ τῆς γῆς τὰ χριστιανόπουλα καὶ ἔσπρωχναν μὲ πρωτοφανῆ βαρβαρότητα γέροντας μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ κορίτσια σεμνὰ καὶ ἀνέβγαλτα. Δὲν ὑπερβάλλομεν τὰ πράγματα. Εἶναι γεγονότα αὐτὰ ποὺ γράφομε. «Ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία» (Ἰωάν. ιθ΄, 35).
Καταγγέλλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ γεγονότα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν στίγμα διὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀστυνομίαν. Δὲν ζητοῦμεν τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων –αὐτὸ σὲ ἄλλους ταιριάζει νὰ τὸ ζητήσουν–, ζητοῦμεν τὴν μετάνοιάν των. Γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἤξεραν τί ἔκαναν. Εἶναι καὶ αὐτοὶ παιδιὰ τῆς «πονηρᾶς καὶ μοιχαλίδος» σημερινῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ κράτους τῶν ἐκμεταλλευτῶν καὶ τῶν «ἐμπόρων», οἱ ὁποῖοι θέλουν τέτοια τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας γιὰ νὰ μποροῦν ἀνενόχλητοι νὰ κάθονται στοὺς θρόνους των. Ὅταν μιὰ μέρα ἡ Πολιτεία θὰ εἶναι πραγματικὰ χριστιανική, τότε ὅλοι θὰ ξέρουν πὼς ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινὸς νόμος: ἡ ὑπηρεσία, σὲ κάθε στιγμή, τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ.
Οἱ εὐσεβεῖς στὴν φυλακή, οἱ ἀσεβεῖς στὴν πίστα. Μετὰ τὴν σύλληψί τους οἱ ἱερεῖς ὁδηγήθησαν εἰς τὸ ΙΒ΄ Ἀστυνομικὸν Τμῆμα ὅπου εὑρίσκοντο καὶ ἄλλοι συλληφθέντες προηγουμένως. Συνολικῶς συνελήφθησαν 52 ἄτομα τὰ ὁποῖα ἐκρατήθησαν μέχρι τῆς λήξεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Σατανᾶ.
Οἱ συλληφθέντες ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω εἶναι καὶ οἱ κάτωθι: Πετράκης Δ. διάκονος, Αἰκ. Πίκουλη, Κυρ. Μαντέλλου, Μ. Μπάρδιπ, Λ. Παπαστυφίδου, Δ. Παπασπυρίδη, Μ. Κόκορη, Ι. Κόκκορης, Ν. Καραγκιόζης, Λ. Σούλης, Π. Δημανόπουλος, Ε. Κουτσούρης, Κ. Διπλαράκης, Κ. Τριανταφυλλόπουλος, Ε. Βλασσόπουλος, Κ. Γεωργιάδης, Ἐμμ. Γιανναδόπουλος, Χρ. Κωνσταντόπουλος, Αν. Κοντομέρκος, Δ. Νικολοῦτσος, Ὁ. Σωτηρίου, Μ. Κουτρουμπής, Ν. Πρόκος, Κ. Χαραλαμπίδης, Λ. Καραβᾶς, Β. Σταυράκη, Εὐτ. Σταύρου, Στ. Σπίνη, Μαγδ. Ἀρναούτη, Μ. Ξυραφᾶ, Μ. Παπακωνσταντίνου, Σ. Ξυραφᾶ, Χαρ. Σαλαμπόσογλου, Ἰ. Ἁγιοπετρίτης, Ν. Μαργωμένος, Δ. Σκανάβης, Χ. Παπα­νικολάου, Ἰ. Χονδρός, Σπ. Χατζήμπεης, Γ. Μουζανίτης, Πασχ. Θεοδωρακίδης, Γ. Κούρσαρης, Δ. Μακρῆς, Καλ. Ψωμᾶ, Ὄλγα Πολυχρονάκη, Αἰκ. Κουρβούση, Λ. Φερεντίνου, Σοφ. Φερεντίνου, Θ. Ἰωάννου, Ἐμμ. Σελίνης, Ν. Μαρτάκος, Α. Μαρτάκου.
ἐφημ. «Χριστιανικὴ Δημοκρατία»

(Ἀποσπάσματα ἀπὸ σχετικὸ δημοσίευμα στὴν ἐφημερίδα «Χριστιανικὴ Δημοκρατία», φ. 5/2-7-1953, στὴ γλῶσσα καὶ ὀρθογραφία τῆς ἐφημερίδος)

ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ
ΣΥΝΤΑΣΣΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΑΘΗΝΑΙ 2 ΙΟΥΛΙΟΥ 1953 ΝΙΚΗΤΑΡΑ 7 ΤΗΛ. 22368
ΕΤΟΣ Α΄ ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 5 ΤΙΜΗ_ΦΥΛΛΟΥ ΔΡΑΧ. 1.000

ΛΥΣΣΑΛΕΑ ΕΠΙΘΕΣΙΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΟΠΛΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΖΑΝ ΤΑ ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΝ ΝΑ ΠΝΙΞΟΥΝ ΜΕ ΒΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

  • ΥΒΡΙΣΤΗΚΑΝ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΗΘΗΚΑΝ ΔΕΚΑΔΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ 6 ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» κ. Ν. ΨΑΡΟΥΔΑΚΗΣ
  • ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΒΟΛΗ ΠΟΔΟΠΑΤΗΣΑΝ ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΝΙΑΤΑ, ΕΠΕΙΔΗ ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΤΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ
  • ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Η ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ ΟΡΓΙΑΖΕ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΑ ΤΗΣ «ΑΡΖΕΝΤΙΝΑΣ», ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ΕΣΕΡΝΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΝΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΚΛΕΙΝΑΝ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ
  • ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΧΟΛΛΥΓΟΥΝΤ;

Ὁ Χριστιανικὸς λαὸς ἔδωσε μιὰ ἱστορικὴ μάχη τὸ βράδυ τῆς 27ης πρὸς τὴν 28ην Ἰουνίου ἐ.ἔ. εἰς τὸ παρὰ τὸ Καλαμάκι κοσμικὸν κέντρον «Ἀρζεντίνα» ὅπου ὑπὸ ἰσχυρὰν ἀστυνομικὴν προστασίαν διεξήχθη ἡ εἰδωλολατρικὴ ἑορτὴ τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς προαγωγείας τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, ἡ ἐπωνομαζομένη, διὰ τὴν ἐξαπάτησιν τῆς κοινωνίας, «Καλλιστεῖα».
Ἡ μάχη αὐτὴ ἐδόθη καὶ ἐκερδήθη εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν καὶ οἱ διοργανωταὶ τῶν «Καλλιστείων» ἔλαβαν πολὺ πικρὰν πεῖραν τῆς λαϊκῆς ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ ἀνοσίου ἔργου των, ἡ ὁποία ἂς ἐλπίσωμεν, θὰ τοὺς γίνη μάθημα διὰ τὸ μέλλον. Ὁ λαὸς ἀπέδειξε διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ὅτι εἶναι κύριος εἰς τὸ σπίτι του καὶ ὅτι εἶναι ἀποφασισμένος νὰ καθαρίση σιγὰ – σιγὰ τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου ἡ ὁποία σχηματίστηκε εἰς τὴν σημερινὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν προδοσίαν τῆς ἡγεσίας του, πολιτικῆς, οἰκονομικῆς καὶ πνευματικῆς καὶ ἀπὸ τὴν ἰδικήν του ἀνοχὴν καὶ ἀδράνειαν.
Ἡ μάχη, διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς ὀργανωμένης προκλήσεως κατὰ τοῦ χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων τῆς φυλῆς, ἀπετελεῖτο ἀπὸ δύο μέρη: α΄) τὴν προσευχὴν καὶ β΄) τὴν διαμαρτυρίαν καὶ ἤχθη εἰς πέρας ἀπὸ τὸν χριστιανικὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Περιχώρων πρωτοστατούντων τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων χριστιανικῶν σωματείων «Μέγας Ἀθανάσιος» καὶ «Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής». Καὶ κατὰ τὰ δύο στάδια, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς διαμαρτυρίας, ὁ χριστιανικὸς λαὸς ἐπέδειξε πλήρη συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς του καὶ τῆς χριστιανικῆς του ἰδιότητος καὶ ἤρθη εἰς ὕψος πράγματι ἡρωϊκόν. Κατόρθωσε καὶ αὐτῶν ἀκόμα τῶν ἀσεβῶν νὰ ἀποσπάση τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν. Εὖγε εἰς τὸν χριστιανικὸν λαὸν ὁ ὁποῖος γονατιστὸς προσηύχετο εἰς τὸν Θεὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ ὁ ὁποῖος κατόπιν ἀντιμετωπίζων, χωρὶς ἀνταπόδοσιν, τοὺς βανδαλισμοὺς τῶν ἀστυνομικῶν, ἐξέφρασε εἰρηνικὰ ἀλλὰ ἔντονα καὶ ἀποφασιστικὰ τὴν ἀγανάκτησίν του κατὰ τῆς ὀργανωμένης προκλήσεως τοῦ κράτους τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀνόμου Ἀριστοκρατίας.

ΠΩΣ ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν τὰ γεγονότα ὅπως συνέβησαν: Ὅπως εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ἡ διενέργεια τῶν Καλλιστείων προκάλεσε διαμαρτυρίας ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς χώρας, Χριστιανικῶν καὶ μὴ Σωματείων, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἐδόθη ἡ πρέπουσα σημασία ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο ὁδήγησε τὸν Χριστιανικὸν Σύλλογον «Μέγας Ἀθανάσιος» νὰ προβῆ εἰς τὰς γνωστὰς ἀποδοκιμασίας ἔξω ἀπὸ τὸ «ΡΕΞ» κατὰ τὸν προκριματικὸν διαγωνισμὸν τῶν Καλλιστείων. Παρὰ ταῦτα ὅμως οἱ ἁρμόδιοι «ἀγρὸν ἠγόρασαν». Τέλος, ἡ φαυλότης καὶ ὁ ἀντιχριστιανισμὸς τοῦ σημερινοῦ χρεωκοπημένου ὑλιστικοῦ Κράτους ἀπεκορυφώθη ὅταν ἔγραφε στὰ παληά του τὰ παπούτσια τὸ διάβημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τῶν προαγωγικῶν καὶ ἀντιχριστιανικῶν καλλιστείων.
Ὅταν μιὰ Κυβέρνησις ἀγνοεῖ τὴν φωνὴν τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καὶ πράττει ἀντίθετα πρὸς αὐτήν, τότε παύει νὰ εἶναι Κυβέρνησις Χριστιανικὴ καὶ κατὰ συνέπειαν παύει νὰ ἀντιπροσωπεύη τὸν λαὸν ὁ ὁποῖος παραμένει πιστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του, τὴν πνευματικήν του κληρονομίαν καὶ εἰς τὰς οἰκογενειακάς του παραδόσεις. Ἡ Κυβέρνησις ἀγνοήσασα τὴν φωνὴν τῆς Ἐκκλησίας δηλ. τὴν φωνὴν τοῦ Χριστοῦ, αὐτομάτως ἐξέπεσε τῆς κυριαρχικῆς της θέσεως καὶ αἱ ἀποφάσεις της δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι σεβασταὶ ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, τῶν ὁποίων ἡ πίστις ἐτίθετω ἐν κινδύνω, κατὰ τὸν κανόνα: «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῶ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» (Πράξ. ε΄, 29). Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψι αὐτὴ ἡ ὁποία ἔχει καὶ θρησκευτικὴν καὶ νομικὴν βάσιν, ἐκινήθησαν τὰ χριστιανικὰ Σωματεῖα τοῦ «Μεγάλου Ἀθανασίου» καὶ «Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» καὶ ὀργάνωσαν τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ κακοῦ.
Ὅπως εἴπαμε, τὸ κακὸν ἀντιμετωπίσθη διὰ δύο μέσων, α΄) τῆς προσευχῆς καὶ β΄) τῆς διαμαρτυρίας.

Ο ΛΑΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ

Ὑπέροχος μεγαλειώδης καὶ συγκινητικὴ ἦτο ἡ συγκέντρωσις στὸν ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Περιχώρων, εἰδοποιημένοι ἀπὸ ἔκτακτη ἔκδοσι τῆς «Σπίθας», ἄρχισαν ἀπὸ νωρὶς νὰ προσέρχωνται στὸ ναὸ γιὰ τὴν ὁλονύκτια προσευχή. Στὶς 9 μ.μ. ὁ ναὸς ἦτανε κι᾽ ὅλας πλήρης. Γυναῖκες, παιδιά, ἄνδρες καὶ νέοι, ὅλοι ἄνθρωποι ἁπλοῖ, βιοπαλαισταί, ἁγνοί, ὅπως εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, μὲ πίστη καὶ κατάνυξη, γονατιστοὶ προσηύχοντο στὸ Θεὸ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς εἰρήνης, νὰ φωτίση μικροὺς καὶ μεγάλους νὰ βροῦν τὸ δρόμο Του, νὰ ξυπνήσουν ἀπὸ τὴ νάρκη τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀμάθειας καὶ νὰ γνωρίσουν τὸ φῶς Του καὶ τὸ θέλημά Του. Προσηύχετο ἄνθρωποι ἄσημοι, ἄνθρωποι φτωχοί, ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία τῶν μεγάλων, τῶν σπουδαίων, τῶν διασήμων, τῶν πλουσίων, τῶν ἀριστοκρατῶν!…
Προσηύχοντο οἱ μικροὶ γιὰ τοὺς μεγάλους, οἱ ἀγράμματοι γιὰ τοὺς σοφούς, οἱ ἀδύνατοι γιὰ τοὺς ἰσχυρούς, οἱ ἄοπλοι γιὰ τοὺς ὁπλισμένους! Πόσο εἶχε δίκηο ὁ Παῦλος: «τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρὰ καὶ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ…» (Α΄ Κορ. Α΄, 27-27).
Οἱ ὧρες περνοῦσαν εὐλαβικὰ στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ ὧρες περνοῦσαν ἀνίερα στὸ κοσμικὸ ἄντρο τῆς Ἀφροδίτης στὸ Καλαμάκι. Ἐκεῖ, οἱ μεγάλοι, οἱ ἐπίσημοι, οἱ εὐγενεῖς, οἱ ἀριστοκράται, προσήρχοντο μέσα σὲ ἀπαστράπτουσες λιμουζίνες, ποὺ κυλοῦνε σὰν αὔρα στὴν ἄσφαλτο, ντυμένοι μὲ «αὐστηρῶς ἐπίσημον ἔνδυμα» καὶ ἔχοντες στὰ ἀριστερά τους ἁβρὲς γλυκοχαμογελοῦσες κυρίες μὲ ἔξωμες τουαλέτες καὶ διαμαντικὰ καὶ μὲ λαιμαργία, κυττάζουν τὸ ρολόι τους γιὰ τὴ μεγάλη στιγμή! Μαζεύτηκαν ἐκεῖ νεαροὶ καὶ γεροπαραλυμένοι δανδῆδες γιὰ νὰ διασκεδάσουν τὴν ἀνία καὶ τὴν πλῆξι τους καὶ γιὰ νὰ ἐπιδείξουν τὰ ἄνομα πλούτη τους. Στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ προσήρχοντο φτωχοὶ καὶ ἄσημοι γιὰ νὰ γονατίσουν εὐλαβικὰ στὸν ἀληθινὸ Θεό. Στὸ ναὸ τοῦ Διαβόλου καὶ τῆς διαφθορᾶς, προσῆλθον οἱ πλουτοκράται καὶ οἱ ἐπίσημοι γιὰ νὰ γονατίσουν πορνικὰ μπροστὰ σὲ ἀσεβεῖς γυναῖκες – ποὺ ἀφήνουν τὸ παιδί τους στὴν παραμάνα κι᾽ αὐτὲς γυρίζουν στὰ θέατρα καὶ τοὺς χοροὺς καὶ τὸ σπίτι τους τὸ ἀφήνουν ἔρημο – γιὰ νὰ φιλήσουν ἄνομα χέρια καὶ νὰ χειροκροτήσουν ἕνδεκα ἡμίγυμνες νεαρὲς Ἑλληνίδες! Μαζὶ μὲ τοὺς νέους ἀριστοκράτες τῆς διαφθορᾶς, τῆς κλοπῆς καὶ τοῦ ἐκφυλισμοῦ, κατρακυλοῦσαν πρὸς τὸ «δεικτήριον» τοῦ κέντρου τῆς «Ἀρζεντίνας», οἱ ἕνδεκα Ἑλληνίδες ποὺ ὁ διάβολος μὲ τὸ ἐπίσημον ἔνδυμα εἶχεν ἁρπάξει μὲ ἀπατηλὲς ὑποσχέσεις ἀπὸ τὴν ἀγκάλην τῆς οἰκογενείας των διὰ νὰ τὶς ὁδηγήση εἰς τὸ πρῶτο στάδιο τοῦ κατήφορου. Ἐκεῖνες θὰ παρουσιάζοντο ἡμίγυμνες μπροστὰ στὰ λάγνα λάγνα βλέμματα τῶν «θηλυμανῶν ἵππων» τῆς ἀριστοκρατίας, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἄλλα κορίτσια μὲ ὀμορφιὰ ἀληθινὴ παρουσιάζοντο μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς εὐλαβείας, τῆς σεμνότητος καὶ τῆς ἀρετῆς μπροστὰ στὸ ὁλοφώτεινο νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου Ἰησοῦν Χριστόν.

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ

Εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀθηνῶν, εἶχε συγκεντρωθῆ ἡ Ἑλλάς, ὡς παράδοσις, ὡς χώρα, ὡς πολιτισμός. Εἶχε συγκεντρωθεῖ τὸ ἑλληνοχριστιανικὸν πνεῦμα ποὺ ἀνύψωσε τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν θείαν του μορφὴν καὶ τὸν ἀπηλευθέρωσε ἀπὸ τὸ κτῆνος καὶ τὸ ἐφήμερον. Εἰς τὸ κοσμικὸν κέντρον τῆς «Ἀρζεντίνας» εἶχε συγκεντρωθῆ ὁ ἀρνητικὸς πολιτισμός της Δύσεως, τὸ χρεωκοπημένον καπηταλιστικὸν πνεῦμα, ὁ ἀστικὸς ὑλισμός, τῆς σκληρότητος καὶ τῆς ἀσεβείας. Ἦλθεν ἐκεῖ ὁ ὑλισμός, ὡς ἀθεΐα, ὡς ἀσέβεια, ὡς ἐκμετάλλευσις, ὡς ἐμπορεία, νὰ ταπεινώση, νὰ ἀπογυμνώση τὸν χριστιανικὸν πολιτισμὸν εἰς τὸ πρόσωπον ἕνδεκα ἑλληνίδων! Ἦλθεν ἡ ὕλη νὰ ὑψώση τὸ ἀνάστημά της εἰς τὸ πνεῦμα, ἡ νοοτροπία τοῦ «μπίζνες – μεν» τῆς Ἀμερικῆς, νὰ πολεμήση τὸν ἄνθρωπο – πνεῦμα τῆς Εὐρώπης. Ἡ μηχανή, ἡ ἐπιφάνεια, ὁ ἐπίκουρος, ἐνάντια στὴν ψυχή, τὴ σκέψη, τὸν ἀσκητή!!
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθὲς νόημα τῆς μάχης ποὺ ἐδόθη εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ εἰς τὸ Καλαμάκι. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς τῆς πίστεως καὶ τῆς οἰκογενείας, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μακρυὰ παρακολουθοῦσε τὴ μάχη τῆς ἑλλάδος κατὰ τοῦ κόσμου τῆς ἀρνήσεως, μπορεῖ νὰ εἶναι ὑπερήφανος γιὰ τοὺς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶχε στείλει νὰ πολεμήσουν.
Εἰς τὰς 11.30΄ μ.μ. ὁ Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Καντιώτης ἀνεβαίνει εἰς τὸν ἄμβωνα καὶ μὲ ἐμπνευσμένα λόγια καυτηριάζει τὴν ἀνηθικότητα καὶ τὴν ὑποκρισία ἡ ὁποία ἀποσυνθέτει τὴν κοινωνία καὶ ὁδηγεῖ τὸ ἔθνος μας στὴν καταστροφή. Οἱ Χριστιανοί, τονίζει, πρέπει νὰ ξυπνήσουν διότι ἡ πνευματική μας κληρονομία κινδυνεύει. Κατόπιν ἐν μέσω γενικῆς ἀγωνίας καὶ συγκινήσεως δίδει τὸ σύνθημα: Μόνον οἱ γέροντες νὰ μείνουν ἐδῶ, ὅλοι οἱ ἄλλοι, στὸ Καλαμάκι. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἐμπρὸς νὰ ρίψωμεν τὴν σημαία τοῦ Σατανᾶ καὶ νὰ ὑψώσωμεν τὴν σημαίαν τοῦ Θεοῦ.
Ὁλόκληρον τὸ ἐκκλησίασμα δέχθηκε μὲ ἀνακούφιση τὴν προτροπὴ αὐτή. Ἕνας ἀληθινὸς χριστιανός, ὁ νεαρὸς Χρῆστος Κωνσταντόπουλος ἀπὸ τὴν Καλαμάτα, ἀναφωνεῖ:
Ἀδελφοί, ὅλοι στὸν ἀγῶνα!
Σὲ λίγα λεπτὰ ὅλοι οἱ δυνάμενοι πῆραν τὸ δρόμο γιὰ τὸ Καλαμάκι. Ὁ Αὐγουστῖνος Καντιώτης, οἱ ἱερεῖς: Παπαντώνης Λ., Κουμπόγιας Λ., Γιαννόπουλος Χ., Μουστάκας Χ. καὶ ὁ Διευθυντής μας κ. Ν. Ψαρουδάκης ἐπιβιβάζονται ἐπὶ ἑνὸς ταξὶ καὶ κατευθύνονται πρὸς τὸ Καλαμάκι.

ΠΡΟ ΤΗΣ «ΑΡΖΕΝΤΙΝΑΣ»

Σὲ λίγα λεπτὰ τὸ ταξὶ εὑρίσκετο εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης. Πλήθη λαοῦ καὶ ἀστυνομικῶν εὑρίσκοντο πρὸ τῆς «Ἀρζεντίνας». Ὑπολογίζονται οἱ διαδηλωταὶ περὶ τοὺς 1.000 οἱ δὲ ἀστυνομικοὶ περὶ τοὺς 300. Οἱ διαδηλωταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει ὁδηγίας νὰ εὑρίσκονται ἀπὸ ἐνωρὶς ἐκεῖ, εἶχον ἐφοδιασθεῖ μὲ ροκάνες, τενεκέδες, κουδούνια καὶ ἄλλα θορυβώδη ἀντικείμενα, μὲ τὰ ὁποῖα δημιουργοῦσαν ἐκκοφαντικὸν θόρυβον ἐνῶ συγχρόνως ἐκραύγαζον ἐπὶ τῇ θέᾳ τῶν διερχομένων πολυτελῶν αὐτοκινήτων τῆς ἀριστοκρατίας: «Αἶσχος!» καὶ ἄλλα παρόμοια. Ταυτοχρόνως ἄλλοι ἐκράτουν μεγάλα πανὼ μὲ τὰ συνθήματα: «Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι Χόλυγουντ», «Οἱ νεκροί μας διαμαρτύρονται», «Σώσατε τὰς Ἑλληνίδας ἀπὸ τὸν ἐξευτελισμόν», «Τὰ Καλλιστεῖα ἔξω τῆς Ἑλλάδος» καὶ ἄλλα.
Ἰδιαίτερον τόνον ἔδωσε εἰς τὴν ὅλην διαμαρτυρίαν ἡ ἐμφάνισις φωταγωγημένου ἱστιοφόρου ἀπὸ τὸ ὁποῖον διὰ [μὲ] μεγάφωνον ἀπεστέλλετο εἰς τὴν ξηρὰν ἡ διαμαρτυρία: «Αἶσχος γιὰ τὰ Καλλιστεῖα».
Πέντε μέλη τοῦ Χριστιανικοῦ Συλλόγου «ὁ Μέγας Ἀθανάσιος» εἶχαν προμηθευθεῖ εἰσιτήρια μὲ σκοπὸ νὰ ἀποδοκιμάσουν ἀπὸ μέσα τὰ καλλιστεῖα καὶ στὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ δώσουν τὸ σύνθημα στὸ λαὸ ποὺ περίμενε ἀπ᾽ ἔξω. Δυστυχῶς, ἐπειδὴ τὸ ἔνδυμά τους δὲν ἦταν αὐστηρῶς ἐπίσημον εἴτε διότι εἴτε διότι ἐθεωρήθησαν ὕποπτοι –δὲν ἦσαν βλέπετε κοιλαράδες, οὔτε εἶχαν χρυσὲς καδένες, οὔτε συνόδευαν ἡμίγυμνες «ντάμες»– δὲν τοὺς ἐπετράπη ἡ εἴσοδος, ἕνας δὲ ἐξ αὐτῶν συνελήφθη καὶ ἐκρατήθη μέχρι τῆς πρωΐας. Ἔτσι ὅταν τὸ ἱστιοφόρον ἐνεφανίσθη εἰς τὴν παραλίαν μὲ τὸν φωτεινὸν σταυρὸν καὶ ἔδωσε τὸ σύνθημα μὲ τὸ μεγάφωνον, οἱ «πέντε» δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὴν προκαθωρισμένη θέσιν των διὰ νὰ ἀρχίσουν τὴν ἀποδοκιμασίαν. Οἱ ἑκατοντάδες τῶν διαδηλωτῶν, ἀφοῦ ἐπερίμεναν ἐπ᾽ ὀλίγον ματαίως τὸ σύνθημα ἀπὸ τὴν «Ἀρζεντίναν», ἤσκησαν πρωτοβουλίαν καὶ ἤρχισαν τὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν «Καλλιστείων» μὲ κραυγὰς καὶ μὲ τεχνικὸν θόρυβον, μὲ ροκάνες, κουδούνια κ.τ.λ.

Ο ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ

Περὶ τὴν 12ην τὸ ἀνωτέρω ταξὶ μὲ τοὺς πέντε κληρικοὺς καὶ τὸν διευθυντήν μας κ. Ν. Ψαρουδάκην, ἐπλησίασε τὴν ζώνην τῶν ἀστυνομικῶν ποὺ ἐπροστάτευε τὴν «Ἀρζεντίνα» καὶ οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἀπασχολήσεώς των μὲ τὸ πλῆθος, δὲν ἀντελήφθησαν ποῖοι ἐπέβαινον τοῦ αὐτοκινήτου καὶ τὸ ἄφησαν νὰ περάση. Ἔτσι τὸ ταξὶ ἐστάθμευσε πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ κέντρου καὶ αἰφνιδίως ἐνεφανίσθησαν πρὸ τῶν ἐκπλήκτων ἀστυνομικῶν πέντε ἱερεῖς καὶ ὁ Διευθυντὴς μας κραυγάζοντες: «Αἶσχος γιὰ τὰ Καλλιστεῖα»!
Ὁ αἰφνιδιασμὸς αὐτὸς ἐξῆρε τὸν «ζῆλον» τῶν ἀστυνομικῶν οἱ ὁποῖοι ἐπέπεσαν κατὰ τῶν ἱερέων ὡς «κῦνες λυσσῶντες»! Μὲ ὑστερικὴν μανίαν ἤρχισαν νὰ τοὺς κτυποῦν καὶ νὰ τοὺς σπρώχνουν. Περισσότερον ἐστράφησαν κατὰ τοῦ Ἀρχιμ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, ὁ ὁποῖος πρὸς στιγμὴν θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸ «ἄντρον» τῆς «Ἀρζεντίνας». Δύο ἀστυνομικοὶ «χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι» τὸν ἐκράτησαν ἀπὸ τὰς χεῖρας, ἐνῶ ἕνας τρίτος, «χριστιανὸς ὀρθόδοξος» καὶ αὐτός, τὸν ἐχτυποῦσε στὴν πλάτη. Ὁ μικρόσωμος καὶ καχεκτικὸς Αὐγουστῖνος θὰ ἔπεφτε κάτω ἂν δὲν εὑρίσκετο ἐκεῖ ἕνα δένδρον εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐστηρίχθη.
Ὁ Διευθυντής μας κ. Ψαρουδάκης ἔτρεξε καὶ ἐκράτησε τὰς χεῖρας τοῦ «μαινομένου» ὀργάνου τῆς «χριστιανικῆς» μας Πολιτείας, ὁπότε ἐδέχθη καὶ ἐκεῖνος τὰς «ἁβρότητας» τῶν ἄλλων ἀστυνομικῶν. Τότε, παρ᾽ ὅλον ὅτι μποροῦσε νὰ τοὺς ἀποδώση τὰ ὅμοια, ἀντιμετώπισε τὴν βαναυσότητά τους μὲ ἀπόλυτη ψυχραιμία, ἀρκεσθεὶς νὰ τοὺς πῆ: «Μὴν ἐκμεταλλεύεσθε τὴν Χριστιανική μας ἰδιότητα καὶ μᾶς χτυπᾶτε. Ἔχουμε κι᾽ ἐμεῖς γροθιές, ἀλλὰ ποτέ δὲν θὰ μᾶς ἀναγκάσετε νὰ μεταχειρισθοῦμε βία στὴ βία. Ὁ ἀγώνας μας εἶναι πνευματικὸς καὶ μὲ πνευματικὰ μέσα ἀγωνιζόμαστε».

ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ

Ἡ ὅλη σκηνὴ μόνον ἐποχὴν Νέρωνος καὶ Καλλιγούλα δύναται νὰ ὑπενθυμίση. Διότι ἐπρόκειτο περὶ πραγματικοῦ διωγμοῦ. Δὲν ἦτο πλέον αὐτὴ ἐκτέλεσις καθήκοντος. Ἦτο ἐπίθεσις ἀντιθέων καὶ ἀσεβῶν ἀτόμων τὰ ὁποῖα ἡδονίζοντο εἰς τὴν χρῆσιν τῆς βίας, ὅπως οἱ ἐντὸς τῆς «Ἀρζεντίνας» δανδῆδες ἡδονίζοντο στὴ θέα τῶν ἡμιγύμνων ἑλληνίδων. Πῶς ἀλλιῶς νὰ ἐξηγήσουμε τὴ στάσι τῶν ἀστυνομικῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐτραβοῦσαν τὰ γένια τῶν λειτουργῶν τοῦ Ὑψίστου καὶ τοὺς ἀπεκαλοῦσαν «τραγωγένηδες», ποδοπατοῦσαν ἐπὶ τῆς γῆς τὰ χριστιανόπουλα καὶ ἔσπρωχναν μὲ πρωτοφανῆ βαρβαρότητα γέροντας μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ κορίτσια σεμνὰ καὶ ἀνέβγαλτα. Δὲν ὑπερβάλλομεν τὰ πράγματα. Εἶναι γεγονότα αὐτὰ ποὺ γράφομε. «Ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία» (Ἰωάν. ιθ΄, 35).
Καταγγέλλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ γεγονότα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν στίγμα διὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀστυνομίαν. Δὲν ζητοῦμεν τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων –αὐτὸ σὲ ἄλλους ταιριάζει νὰ τὸ ζητήσουν–, ζητοῦμεν τὴν μετάνοιάν των. Γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἤξεραν τί ἔκαναν. Εἶναι καὶ αὐτοὶ παιδιὰ τῆς «πονηρᾶς καὶ μοιχαλίδος» σημερινῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ κράτους τῶν ἐκμεταλλευτῶν καὶ τῶν «ἐμπόρων», οἱ ὁποῖοι θέλουν τέτοια τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας γιὰ νὰ μποροῦν ἀνενόχλητοι νὰ κόθονται στοὺς θρόνους των. Ὅταν μιὰ μέρα ἡ Πολιτεία θὰ εἶναι πραγματικὰ χριστιανική, τότε ὅλοι θὰ ξέρουν πὼς ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινὸς νόμος: ἡ ὑπηρεσία, σὲ κάθε στιγμή, τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ.

ΟΙ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΣΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΟΙ ΑΣΕΒΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΑ

Μετὰ τὴν σύλληψί τους οἱ ἱερεῖς ὁδηγήθησαν εἰς τὸ ΙΒ΄ Ἀστυνομικὸν Τμῆμα ὅπου εὑρίσκοντο καὶ ἄλλοι συλληφθέντες προηγουμένως. Συνολικῶς συνελήφθησαν 52 ἄτομα τὰ ὁποῖα ἐκρατήθησαν μέχρι τῆς λήξεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Σατανᾶ.
Οἱ συλληφθέντες ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω εἶναι καὶ οἱ κάτωθι: Πετράκης Δ. διάκονος, Αἰκ. Πίκουλη, Κυρ. Μαντέλλου, Μ. Μπάρδιπ, Λ. Παπαστυφίδου, Δ. Παπασπυρίδη, Μ. Κόκορη, Ι. Κόκκορης, Ν. Καραγκιόζης, Λ. Σούλης, Π. Δημανόπουλος, Ε. Κουτσούρης, Κ. Διπλαράκης, Κ. Τριανταφυλλόπουλος, Ε. Βλασσόπουλος, Κ. Γεωργιάδης, Ἐμμ. Γιανναδόπουλος, Χρ. Κωνσταντόπουλος, Αν. Κοντομέρκος, Δ. Νικολοῦτσος, Ὁ. Σωτηρίου, Μ. Κουτρουμπής, Ν. Πρόκος, Κ. Χαραλαμπίδης, Λ. Καραβᾶς, Β. Σταυράκη, Εὐτ. Σταύρου, Στ. Σπίνη, Μαγδ. Ἀρναούτη, Μ. Ξυραφᾶ, Μ. Παπακωνσταντίνου, Σ. Ξυραφᾶ, Χαρ. Σαλαμπόσογλου, Ἰ. Ἁγιοπετρίτης, Ν. Μαργωμένος, Δ. Σκανάβης, Χ. Παπανικολάου, Ἰ. Χονδρός, Σπ. Χατζήμπεης, Γ. Μουζανίτης, Πασχ. Θεοδωρακίδης, Γ. Κούρσαρης, Δ. Μακρῆς, Καλ. Ψωμᾶ, Ὄλγα Πολυχρονάκη, Αἰκ. Κουρβούση, Λ. Φερεντίνου, Σοφ. Φερεντίνου, Θ. Ἰωάννου, Ἐμμ. Σελίνης, Ν. Μαρτάκος, Α. Μαρτάκου.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

Το πανδοχείο του Θεού Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐ­τὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ» (Λουκ. 10,34)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Το πανδοχείο του Θεού

Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ (Λουκ. 10,25-37)

Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τί εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο; Τὸ πιὸ ὡραῖο βιβλίο. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ στὰ σπίτια, καὶ οἱ γονεῖς καὶ τὰ παιδιὰ νὰ τὸ διαβά­ζουν κάθε μέρα. Τὸ Εὐαγγέλιο περιέχει τὴ ζωή, τὰ λόγια καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ μας.

Ἡ παραβολή, ἀγαπητοί μου, ἡ ὡραία παρα­βολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, διηγεῖται, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐ­τός, τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς προβάλλει μπροστά μας ὡς παράδειγμαὑποβλήθηκε σὲ ἐξαι­ρετικοὺς κόπους γιὰ νὰ σώσῃ τὸν ταλαίπωρο τραυματία, ποὺ οἱ λῃσταὶ τὸν ἄφησαν στὴ μέση τοῦ δρόμου σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση.

Τὸν περι­ποι­ήθηκε ὅσο μποροῦσε· ἔπλυνε τὶς πληγές του μὲ οἶνον (κρασὶ ποὺ περιέχει οἰνόπνευμα καὶ ἀπολυμαίνει τὶς πληγές), τὶς ἄλειψε μὲ ἔ­λαιον (λάδι ποὺ καταπραΰνει καὶ ἐ­πουλώνει τὰ τραύματα), τὶς ἔδεσε πρόχειρα μὲ αὐτοσχέδιους ἐπιδέσμους, καὶ ἔπειτα, ἀ­φοῦ τὸν βοήθησε νὰ ἀνεβῇ στὸ ζῷο του, τὸν ὡ­­δήγησε ὁ ἴδιος σὲ ἕνα πανδοχεῖον (μικρὸ ξενοδοχεῖο ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ὑπῆρχαν τὴν παλιὰ ἐποχὴ σὲ διάφορα σημεῖα τῶν δρόμων, νὰ σταθμεύουν οἱ κουρασμένοι ταξιδιῶτες γιὰ δι­ανυκτέρευση καὶ ἀνεφοδιασμό), ὥστε ἐκεῖ ὁ τραυ­ματίας ν᾽ ἀναπαυθῇ, νὰ λάβῃ τροφή, νὰ θεραπευθῇ, ν᾽ ἀ­νακτήσῃ πάλι τὶς δυνάμεις του καὶ νὰ συνεχίσῃ τὴν πορεία του.

Ἀλλ᾿ ἀφοῦ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Κύριος κάτω ἀ­πὸ τὰ πρόσωπα καὶ πράγματα τῶν παραβο­λῶν του ἔκρυβε μεγάλες ἀλήθειες καὶ σπουδαῖα διδάγματα, ἂς ρωτήσουμε· Ποιό εἶνε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς αὐτῆς; τί εἰκονίζει τὸ πανδοχεῖον ποὺ ἀναφέρει ἡ παραβολή;

* * *

Πανδοχεῖον, ἀγαπητοί μου, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων πατέρων καὶ διδασκάλων μας, εἶνε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἶνε ὁ οὐ­ράνιος σταθμός, τὸν ὁποῖον ἵδρυσε καὶ στερέ­ωσε μέσα στὴν ἔρημο τῆς παρούσης ζω­ῆς ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ. Ἡ θύρα της εἶνε ἀνοιχτὴ γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ἀρκεῖ αὐτὸς νὰ συναι­σθανθῇ ὅτι εἶνε ψυχικὰ τραυματισμένος καὶ ἔ­χει ἀνάγκη τῆς θεραπείας, καὶ νὰ ζητήσῃ μό­νος του, ἐ­λεύθερα, νὰ καταφύγῃ στὸν οἶ­κον τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐξετάζει ἐὰν ἐ­κεῖνος ποὺ καταφεύγει σ᾽ αὐτὴν εἶνε Ἰουδαῖ­­ος ἢ Ἕλληνας, μαῦρος ἢ λευκός, ἄντρας ἢ γυναίκα, ἐπιστήμονας ἢ ἀγράμματος, πλούσιος ἢ φτωχός, βασιλιᾶς ἢ στρατιώτης. «Δεῦ­τε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτι­σμένοι, κἀ­γὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς», ἀκούγεται νὰ λέῃ συνε­χῶς ἡ Ἐκκλησία, ἐπαναλαμβάνον­τας αὐτούσια τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ· «Σ᾽ ἐμένα ἐλᾶτε ὅ­λοι οἱ κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι βάρη, κ᾽ ἐ­γὼ θὰ σᾶς χαρίσω τὴν ἀνάπαυση» (Ματθ. 11,28). Ἐνῷ οἱ διάφορες φιλοσοφικὲς σχολὲς τῆς ἀρ­χαιότητος, ποὺ ὑπόσχονταν τὴν ἠθικὴ ἀνάπλαση τῆς κοινωνίας, δέχονταν ὡρισμένο μόνο ἀ­ριθμὸ μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν καὶ τοὺς ὑπόλοιπους τοὺς ἀπέκλειαν, ἡ Ἐκκλησία ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη της κ᾽ εἶ­νε ἕτοιμη νὰ συμπεριλάβῃ στοὺς κόλπους της καθένα ποὺ θὰ πῇ εἰλικρινὰ στὸ Χριστό· «Κύριε, εἶμαι πληγωμένος, ζητῶ τὴ βοήθειά σου, ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ τὴ δική σου θεραπεία· Κύριε, σῶσε με».

Ἀπὸ τὴ στιγμή, τώρα, ποὺ ὁ ἁμαρτωλὸς θὰ γίνῃ δεκτὸς καὶ θὰ εἰσέλθῃ στὴν Ἐκκλησία, στὸ πανδοχεῖον αὐτὸ τῆς θείας ἀγαθότητος, θὰ ὑποβληθῇ σὲ εἰδικὴ θεραπεία καὶ καθο­ρισμένη δίαιτα. Δὲν θὰ κάνῃ πλέον ὅ,τι θέλει. Ὅ­πως ἕνας ἀσθενὴς ποὺ ἔκανε εἰσαγωγὴ σὲ κάποιο νοσοκομεῖο καὶ ἄρχισε ἐκεῖ τὴ θεραπεία εἶνε ὑ­πο­χρεωμένος ν᾿ ἀκούῃ καὶ ν᾿ ἐκτε­λῇ τὶς ἐντολὲς τῶν γιατρῶν, καὶ παίρνει καὶ τὰ πιὸ ἀηδιαστικὰ φάρμακα καὶ ὑποβάλλεται ἀ­κόμη καὶ σὲ ὀδυνηρὲς ἐγχειρήσεις, ἔτσι καὶ ὁ ἁ­μαρ­τωλός.

Νοσηλεύεται καὶ αὐτὸς στὸ πανδοχεῖον, στὸ ἰατρεῖο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἔμπει­ροι γιατροί, οἱ πνευματικοὶ πατέρες, θὰ τὸν ἐξετάζουν τακτικά, θὰ «ἀκτινοσκοποῦν» τὴν ψυχή του, θὰ κάνουν διάγνωση τῶν παθῶν καὶ τῶν ἐ­λαττωμάτων ἀπὸ τὰ ὁποῖα πάσχει. Ἔτσι θὰ ὁ­ρίζουν τὴν δίαιτά του, τί πρέπει δηλαδὴ νὰ λαμβάνῃ ἡ ψυχή του ὡς πνευματικὴ τροφή, καὶ ποιές ἀκατάλληλες τροφὲς πρέπει ν᾽ ἀποφεύγῃ ποὺ μπορεῖ νὰ δημιουργήσουν ἐπιπλο­κὲς καὶ νὰ προκαλέσουν τὸν ψυχικὸ θάνατο. Οἱ γιατροὶ ἐπίσης θὰ χύνουν ἐπάνω στὶς πλη­γὲς ἔλαιον· μὲ τὴν γλυκυτάτη δηλαδὴ διδασκα­λία τοῦ Χριστοῦ θὰ προσπαθοῦν νὰ παρη­γορήσουν τὴν καρδιά του, ποὺ τραυματισμένη ἀπὸ τὰ πλήγματα τῶν παθῶν θὰ ὑποφέρῃ μὲ τὴν ἀνάμνηση τοῦ προηγουμένου ἁμαρτωλοῦ βίου. Θὰ χύνουν ἀκόμη οἶνον ἐπάνω στὶς πλη­γές· θὰ χρησιμοποιήσουν δηλαδὴ τὸν ἔ­λεγχο καὶ τὴν ἐπιτίμησι, ἂν διακρίνουν ὅτι ἡ ψυχὴ ἀρχίζει νὰ κωφεύῃ στὴν παιδεία τοῦ Κυρίου, νὰ ἀναισθητῇ καὶ νὰ πωρώνεται. Τέλος θὰ κάνουν καὶ ἐγχειρήσεις· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, δὲν θὰ διστάσουν νὰ ὑποδείξουν στὸν ἁμαρτωλὸ ὅτι πρέπει νὰ θυσιάσῃ ἐμπαθεῖς ἀπολαύσεις, νὰ ἀλλάξῃ παγιωμένες συνήθειες, νὰ σπάσῃ μακροχρόνιους δεσμούς, νὰ διακόψῃ φιλίες καὶ σχέσεις μὲ περιβάλ­λον­τα καὶ ἀνθρώπους φαύλους καὶ ἀμετανόητους, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ σαπίσῃ κι αὐτὸς μαζί τους καὶ νὰ πεθάνῃ πνευματικά.

Πανδοχεῖον, ἰατρεῖο καὶ θεραπευτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Ὅποιος ἐπισκέπτε­ται τὰ μεγάλα νοσοκομεῖα, θαυμάζει τὴν δι­οργάνωση τους, τὴ λειτουργία τῶν τμημάτων τους καὶ τὴ συν­εργασία τῶν ὑπηρεσι­ῶν τους. Διοικητικὰ στελέχη μεριμνοῦν καὶ κατευθύνουν ὅλο τὸν ὀργανισμό. Γιατροὶ ὅλων τῶν εἰ­δικοτήτων βρίσκονται ἐκεῖ ἕ­τοιμοι νὰ ἐξετάσουν καὶ ν᾽ ἀντιμετωπίσουν κά­θε περίπτω­­ση ἀ­σθενείας. Ἐκπαιδευμένο νοσηλευτι­κὸ προσω­πικὸ ὑπηρετεῖ ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο τοὺς ἀσθενεῖς ἀγρυπνώντας κοντά τους, καὶ μάλιστα στοὺς νοσηλευομένους σὲ εἰ­δικὲς μονάδες ἐντατικῆς θεραπείας. Ποικίλο ἄλλο βοηθη­τικὸ καὶ τεχνικὸ προσωπικὸ καλύπτει τὶς συ­ναφεῖς ἀ­νάγκες σὲ φάρμακα, ὑλικὸ νοσηλείας, ἐργαστή­ρια, σίτιση, καθαριότητα, ἠ­λεκτρικὴ ἐνέργεια, καύσιμα κ.τ.λ.. Θάλαμοι, κλῖ­νες, λουτρά, ὅλα εἶνε ἐν τάξει. Καταβάλλεται κάθε προσπάθεια ὥστε ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς νὰ θεραπευθοῦν καί, εἰ δυνατόν, κανείς νὰ μὴ βγῇ νεκρὸς ἀπὸ ἐκεῖ. Στὰ νοσοκομεῖα αὐτὰ διεξάγεται πράγματι ἕνας ἔντονος καὶ συστη­ματικὸς ἀγώνας κατὰ τῶν διαφόρων νόσων τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ.

Ἀλλ᾿ ἐὰν εἶνε ἀξιοθαύμαστη ἡ διοργάνωσι τῶν νοσοκομείων αὐτῶν, πολὺ πιὸ θαυμαστὴ εἶνε ἡ διοργάνωση τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ψυχικοῦ αὐτοῦ θεραπευτηρίου τοῦ κόσμου. Εἶνε ἀνώτερη ἡ διοργάνωση τῆς Ἐκκλησίας· διότι τὰ μὲν νοσοκομεῖα καὶ τὰ ἄσυλα τῶν νοσούν­των τὰ διοργανώνει ἡ ἀτελὴς καὶ πεπερασμέ­νη διάνοια τῶν ἀνθρώπων, τὴν Ἐκκλησία ὅ­μως τὴν ἵδρυσε, τὴν διοργανώνει καὶ τὴν συν­το­νίζει καθημερινῶς ὄχι κάποιος ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἡ ἴδια ἡ ἁ­γία Τριάς. Μέσα στὸ οὐράνιο αὐτὸ νοσοκομεῖο ἡ Θεία Πρόνοια γιὰ τὴν θεραπεία τῶν ψυχικῶν νοσημάτων χρησιμοποιεῖ τέτοια καὶ τόσο μεγά­λα μέσα, ὥστε μένουν ἔκθαμβα τὰ μάτια ὄ­χι πλέον τῶν πιστῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὰ μάτια καὶ αὐ­τῶν ἀκόμη τῶν ἀγγέλων καθὼς παρακολουθοῦν τὴν μεγαλειώδη καὶ «πολυποίκιλη» ἐργασία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν σωτηρία ψυχῶν.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς, ποὺ ὄχι μόνο θεραπεύθηκε στὸ θεραπευτήριο τῆς Ἐκκλησί­ας ἀλλ᾽ ἐν συνεχείᾳ ἔγινε καὶ θεραπευτὴς ἄλ­­λων μέσα σ᾽ αὐτό, εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος. Αὐτὸς γράφει γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ὅτι κάνει καὶ τοὺς ἀγγέλους στὰ ἐπουράνια νὰ θαυμάζουν γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ θεραπείας μὲ τὴν πολυποίκιλη σοφία τοῦ Θεοῦ· «…ἵνα γνωρισθῇ», λέει, «νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 3,10).

* * *

Ὅταν, ἀγαπητέ μου, ἀσθενήσῃς ἀπὸ κάποια σοβαρὴ ἀσθένεια, φροντίζεις νὰ εἰσαχθῇς σὲ νοσοκομεῖο ποὺ ἔχει καλὴ φήμη ὅτι περιποιεῖται τοὺς ἀσθενεῖς, ἔ­χει καλοὺς ἐπιστήμονες, διαθέτει τὰ καλύτερα μηχανήματα, κάνει ἐπιτυχημένες ἐγχειρή­σεις καὶ προσ­φέρει ἀποτελεσματικὴ θεραπεία. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖς, ὅτι καὶ ἡ ψυχή σου ἀσθενεῖ. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο ποὺ καὶ ἄλ­λο­τε εἴπαμε· ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶνε ἡ χειρότερη ἀσθένειαποὺ γεμί­ζει μὲ τραύματα, μὲ ἕλκη καὶ κακοήθεις ὄγ­κους τὴν ταλαίπωρη ψυχή μας. Πληγωμένη, ἡλ­κωμένη, ἐλεεινὴ καὶ ἀξιοθρήνητη ἡ ψυχή μας ζητάει θεραπεία, ζητάει θεραπευτήριο. Ποῦ θὰ τὴν ὁδηγήσουμε; Ἡ Ἐκκλησία, νά τὸ αἰώνιο θεραπευτήριο τῶν ψυ­χῶν μας.

Εἴθε στὸ θεραπευτήριο αὐτό, ὅσο τὸ δυνα­τὸν συντομώτερα, ἐκεῖ νὰ ὁδηγήσουμε τὶς ψυ­χές μας, ὅπως ὁ καλὸς Σαμαρείτης ὡδήγη­σε τὸν τραυματία του στὸ πανδοχεῖον, ὅ­που ὁ τραυματίας ἀναπαύθηκε, ἀνέλαβε δυνάμεις καὶ σώθηκε.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἄρθρο ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ τῆς ἱ. μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός»
(Μεσολόγγι, φ. 224-225/12-11-1939, σ. 118).

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Αν δεν έχουμε πίστη… Παρασκευή Σπυρίδου

 

κάνω κομποσκοίνι Αν δεν έχουμε πίστη

Αν δεν έχουμε πίστη, τα χάνουμε μια για πάντα

Αν δεν έχουμε πίστη, δεν μπορούμε να τα συλλάβουμε όλα αυτά και τα χάνουμε μια για πάντα. Τα βλέπουμε δια της Πίστεως, στον άλλο κόσμο θα τα δούμε καθαρά. Ένας θαυμάσιος άνθρωπος έλεγε: Όταν φτάσω στην Βασιλεία των ουρανών, τρία πράγματα αξιοθαύμαστα θα μου κάνουν κατάπληξη.

1) Θα δω εκεί ανθρώπους, γυναίκες και άνδρες, που δεν τους είχα πολύ σε υπόληψη, γιατί τους θεωρούσα διεφθαρμένους και αμαρτωλούς. Το είπε ο Χριστός «τελώναι και πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλεία των ουρανών». Προχθές ήρθε στην Μητρόπολη ένας μαλιούρας και μέσα μου διατέθηκα δυσμενώς απέναντί του. Τον πήρα στο γραφείο και με την συζήτηση ανεκάλυπτα συνεχώς μαργαριτάρια σ’ αυτόν.


2) Δεν θα δω στην Βασιλεία των ουρανών πολλούς που θα περίμενα οπωσδήποτε να τους βρω εκεί. Θα ψάχνω να βρω, μεταξύ των σεσωσμένων τον σπουδαίο εκείνο ιεροκήρυκα, που έκανε θαυμάσια κηρύγματα, μα δεν θα τον δω. Θα προσπαθώ να βρω τον επίσκοπο εκείνον, που τόσος λόγος γινόταν και αγωνιζόταν για την Βασιλεία του Θεού και έγραφε γι’ αυτήν, μα δεν θα τον βρω. Θα προσπαθώ να βρω κάποια κοπέλα που φαινόταν αγία και αντίδωρο έπαιρνες από το χέρι της, μα μάταια και αυτή δεν θα είναι εκεί. Και άλλα πολλά πρόσωπα που είχα μεγάλη ιδέα γι’ αυτά, δεν θα τα δω εκεί.

3) Αλλά το πιο θαυμαστό θα είναι, αν σε μια άκρη του Παραδείσου δω τον εαυτό μου, αν μ’ αξιώσει ο Θεός. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, λέει ο Απόστολος Πέτρος για όλα τ’ υλικά αγαθά, που μου χάρισες, αλλά προπαντός για το ότι μας ετοίμασες Βασιλεία ουράνια, κόσμο ολόκληρο. Και σεις που βρίσκεσται εδώ, δεν πρέπει να έχετε τα πόδια σας κολλημένα στην γη.

Αν άλλοι άνθρωποι κοσμικοί κάπου κάπου νοσταλγούν τον ουρανό, πολύ περισσότερο εσείς πρέπει να απογειωθείτε από την γη στον ουρανό και να πετάτε στον κόσμο εκείνο των πνευμάτων. Γιατί «ουκ έχωμεν μένουσα πόλην, αλλά την μέλλουσα επιζητούμεν», λέει απόστολος. Και όπως λένε οι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας. Αν υποθέσουμε ότι κάνετε μια εκδρομή, σ’ έναν ξένο τόπο και περνάτε σαν οδοιπόροι από μια πόλη, θα κάνετε καμιά αγορά εκεί; Θα αγοράσετε κανένα σπίτι ή κανένα χωράφι; Όχι αλλά θα περάσετε και θα φύγετε. Οδοιπόροι είστε, δεν θα μείνετε εκεί.

Όπως λοιπόν στον ξένο τόπο δεν κάνετε καμιά πράξη αγοράς, αλλά μεταφέρετε μαζί σας μόνο πράγματα ευμετακόμιστα, γιατί επείγεστε να φτάσετε στο τέρμα του ταξιδίου, έτσι και μεις οδοιπόροι, οδεύουμε, ταξιδεύουμε συνεχώς και όσο πλησιάζει το πλοίο που ταξιδεύουμε, η Αγία μας Εκκλησία, στις ακτές της ουράνιας Βασιλείας, τόσο πιο έτοιμοι πρέπει να είμαστε. Εντός ολίγου θα φτάσουμε, γι’ αυτό το νου μας εκεί πρέπει να έχουμε στραμμένο, ειδάλως η υπόθεση θα είναι τραγική. Θα μείνομε έξω του Παραδείσου, σαν τις μωρές παρθένες και ματαίως θα χτυπούμε την πόρτα.

Να μελετούμε βιβλία για να αποκτήσουμε τους τηλεσκοπικούς οφθαλμούς της Πίστεως, για ν’ αγναντεύουμε τις κορυφές της απεράντου χαράς και ευδαιμονίας. Να έχουμε προπαντός ταπείνωση σαν τον απόστολο Παύλο, που έλεγε. O Χριστός ήρθε στον κόσμο για να σώσει τους αμαρτωλούς και πρώτος αμαρτωλός είμαι εγώ. Χωρίς ταπείνωση δεν γίνεται τίποτε. Μακάρι ο Θεός ν’ ανάψει μέσα στις καρδιές σας φωτιά για την Bασιλεία του Θεού.

† O Mητροπολίτης Φλωρίνης π. Aυγουστίνος Kαντιώτης

Aπόσπασμα από ιεραποστολική συγκέντρωση γυναικών
Έγινε στο Οικοτροφείο της «Aγάπης» στη Φλώρινα, το Πάσχα του 1976

Η σημασία των εθνικών εορτών Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Μόνο ἐχθροὶ τῆς πατρίδος ἀποστρέφονται καὶ μισοῦν τὶς ἐθνικὲς ἐπετείους. Κρυφὴ ἐπιθυμία τους εἶνε αὐτὲς νὰ καταργηθοῦν”…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Η σημασία των εθνικών εορτών

Τὰ ἔθνη, ἀγαπητοί μου, ἔχουν ἱστορίαὍ­πως ἱστορία ἔχουν καὶ τὰ ἄτομα. Κάθε ἄν­θρωπος γράφει τὴν ἱστορία του πάνω στὴ γῆ. Κλείνει μέσα του θεϊκὲς δυνάμεις, ποὺ ἡ καλλιέργειά τους δημιουργεῖ μιὰ ποικι­λία ἔργων, δημιουργεῖ πολιτισμό. Μικρὸς θε­ὸς ἀναδεικνύεται ὁ ἄνθρωπος ἀναπτύσσον­τας τὸ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γέν. 1,26) ποὺ ἔλαβε.

Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ ἄνθρωπος παραμελήσῃ τὴν καλ­λιέργεια τῶν θεϊκῶν στοιχείων του καὶ θάψῃ τὰ τάλαντά του στὸν τάφο τῆς ὀ­κνηρίας καὶ πονηρίας, τότε καταν­τᾷ ἕνα ἁπλὸ βιολογικὸ ὄν, μὲ φυσικὲς μόνο ἀ­νάγκες, ἕνας πεπτικὸς σωλήνας ποὺ ἀκα­τάπαυστα γεμίζει καὶ ἀδειάζει, ἕνα ζῷο ποὺ βόσκει. Ἀλλ᾽ εἶνε δυνατὸν νὰ σβηστῇ τελείως ὁ σπινθήρας τῆς θεϊκῆς του προελεύσεως; Ὅσοι ἄνθρωποι ζοῦν σὰν τὰ κτήνη, μὲ ἔμβλημα τὸ ἐπικούρειο «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔ­ριον γὰρ ἀ­ποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13. Α´ Κορ. 15,32), αὐτοὶ ποὺ ἔπνιξαν τὸ πνεῦμα στὴν ὕλη, δὲν γράφουν ἱστορία, ἀφοῦ ἱστορία εἶνε ἡ ἐξιστόρησι εὐγενῶν καὶ ὑψηλῶν πράξεων.

Λαοὶ μὲ ἐπικούρεια νοοτροπία, χωρὶς ἀνατάσεις, δὲν γράφουν ἱστορία. Ἡ διάβασί τους δὲν ἀφήνει ἴχνη. Πράξεις ἀξιομνημόνευτες γιὰ τοὺς ἀπογόνους τους δὲν ὑπάρχουν. Σὰν ἀγέλες ἔρ­χονται καὶ παρέρχονται, ἔστω κι ἂν ἡ ζωή τους ἀριθμῇ χιλιετίες. Καμμία λάμψι. Σκοτά­δι καὶ ἔ­ρεβος ἡ ζωή τους. Πνεῦμα σ᾿ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει «διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας» (Γέν. 6,3).

* * *

Τὸ δικό μας ἔθνος, ἀγαπητοί μου, δὲν ὑπάγεται σ᾽ αὐτοὺς τοὺς λαούς. Ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια, διακρίθηκε. Ἀνέπτυξε τέχνες καὶ ἐπιστῆμες, δημιούργησε ἕναν ἰδιαίτερο πολιτισμό, ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἔγινε πρότυπο γιὰ ἄλλους λαούς. Ἀγωνίστηκε «ὑπὲρ βω­­μῶν καὶ ἑστιῶν». Ἀγωνίστηκε κατὰ τῆς βαρβα­ρότητος, ποὺ ἔτεινε νὰ κατακλύσῃ τὴν ἀνθρω­πότητα. Τὸ μικρὸ τοῦτο ἔθνος κατέπληξε τὸν κόσμο μὲ πράξεις ἀφθάστου μεγαλείου.

Αὐτὸς ποὺ μελετᾷ τὴν ἱστορία μας διακρίνει τὸν δάκτυλο τῆς θείας πρόνοιας, ἡ ὁποία ἀνέ­θεσε στὴν Ἑλλάδα ἐξαιρετικὴ ἀποστολή· νὰ εἶνε φῶς γνώσε­ως καὶ ἐπιστήμης, πρόδρομος τοῦ Χριστιανισμοῦ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν, κήρυκας καὶ ἀπόστολος καὶ ὑπερασπι­στὴς τῆς Χριστιανικῆς πίστεως στὰ ἔθνη, σκεῦ­ος ἐκλογῆς καὶ δεύτερος Ἰσραὴλ στὸν κόσμο.

Ἡ ἱστορία τοῦ μικροῦ τούτου ἔθνους εἶνε ἀ­πὸ τὶς συγκινητικότερες καὶ διδακτικώτερες. Ἂν καταρτιζόταν καὶ δημοσιευόταν ἕνας χρονολογικὸς πίνακας ὅλων τῶν σπουδαίων ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου, σημειώνον­τας σὲ παράλληλες στῆλες τὰ ἐπιτεύγματα τῶν διαφόρων ἐθνῶν, ποιά στή­λη θὰ ἦταν ἡ πλουσιώτερη; Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ τὸ ποῦμε ἐμεῖς, τὸ φωνάζει ἡ Ἱστο­ρία. Καὶ «οἱ λίθοι κεκράξονται» (πρβλ. Λουκ. 19,40). Ἕνας ἱστορι­κὸς ἡμεροδείκτης τῆς πα­τρίδος μας, ποὺ θὰ συνέτασσαν εἰδήμονες, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, στὸ φύλλο τῆς κάθε ἡμέ­ρας θὰ σημείωνε ὄχι μία μόνο ἀ­ξιοθαύμαστη πρᾶξι τῶν προγόνων μας ἀλλὰ πολλές. Ἄλλων ἐθνῶν οἱ ἱστορικοὶ ἡμεροδεῖ­κτες θὰ εἶχαν τὰ περισσότερα φύλλα τους λευκά· ὁ ἡμεροδείκτης τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦταν κατάμεστος. Δὲν ὑπάρχει ἡμέρα τοῦ ἔτους κα­τὰ τὴν ὁποία ἡ Ἑλλάδα δὲν παρουσίασε διὰ τῶν εὐγενῶν της τέκνων, τῶν ἡρώων καὶ ἁγίων της, μία ἀξιομνημόνευτη πρᾶξι. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο ὅλες αὐτὲς οἱ πράξεις νὰ πανηγυρίζωνται στὴν ἐπέτειό τους, ἡ Ἑλλάδα θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ διαρκῆ σημαιοστολισμό.

* * *

Ἀπ᾿ ὅλες τὶς χρονολογίες τοῦ ἱστορικοῦ ἡ­μεροδείκτη τῆς Ἑλλάδος μερικὲς διακρίνον­ται, ὅπως λ.χ. ἡ σημερινή. Εἶνε οἱ ἐπέτειοι μεγά­λων γεγονότων, ποὺ μποροῦν νὰ ὀνομασθοῦν ὁρόσημα τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, δεῖ­κτες ποὺ δείχνουν πρὸς ποιές κατευθύνσεις πρέπει νὰ πορεύεται τὸ γένος μας.

Ὅταν ὑπὸ τὴν ἔνδοξη ἡγεσία τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ὁ Ἰσραὴλ κατὰ θαυμαστὸ τρόπο πέρασε τὸν Ἰορδάνη καὶ μπῆκε στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ὁ Κύριος διέταξε νὰ στήσουν 12 λίθους, ὅσες καὶ οἱ φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ διατηρῆ­ται ζωηρὴ ἡ ἀνάμνησι τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος, στὸ ὁποῖο γιὰ μία ἀκόμη φορὰ φάνηκε ἡ θεία πρόνοια. «Γιὰ νὰ τοὺς ἔχετε αὐτοὺς σὰν σημάδι ποὺ θὰ μένῃ ἐκεῖ γιὰ πάντα, ὥστε ὅταν σὲ ρωτάῃ αὔριο ὁ γυιός σου καὶ λέῃ, Γιατί τοὺς ἔχουμε αὐτοὺς τοὺς λίθους; ἐσὺ θὰ ἐξηγήσῃς στὸ γυιό σου καὶ θὰ πῇς· Ἐπειδὴ σταμάτησε ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς ἐμπρὸς στὴν κιβωτὸ τῆς δι­αθήκης τοῦ Κυρίου ὅλης τῆς γῆς, ὅταν τὸν περ­νοῦσε· καὶ θὰ σᾶς εἶνε αὐτοὶ οἱ λίθοι ὑπενθύμισι γιὰ τοὺς Ἰσραηλῖτες αἰωνίως» (Ἰησ. Ναυ. 4,6-7).

Καὶ ἐμεῖς, ὅπως ὁ Ἰσραήλ, πρέπει νὰ ἀναζωο­γονοῦμε στὴ μνήμη τῶν νεωτέρων τὴν ἀνάμνη­σι τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος μὲ κάθε τρόπο· ν᾽ ἀνοικοδομήσουμε, ὅπως ὁ Σολομῶν καὶ ὁ Ἰ­ουστινιανός, ναὸ περίλαμπρο μὲ πέτρες ἀπ᾽ ὅλη τὴ γῆ τῆς Ἑλλάδος, γιὰ νὰ ἐκπληρώσουμε ἱερὸ τάμα τῶν προγόνων μας· νὰ στήνουμε μνημεῖα, ἀναμνηστικὲς στῆλες καὶ προτομὲς ἡρώων· νὰ ἐκδίδουμε βιβλία· νὰ κάνουμε ὁμιλίες καὶ διαλέξεις· νὰ παρουσιάζουμε στὴ νεολαία κινηματογραφικὰ ἔργα καὶ θεατρικὲς παραστάσεις, μὲ τὶς ὁποῖες θ᾽ ἀναπαριστάνωνται ζωηρὰ ἱστορικὲς στιγμὲς τοῦ ἔθνους.

Μόνο ἐχθροὶ τῆς πατρίδος ἀποστρέφονται καὶ μισοῦν τὶς ἐθνικὲς ἐπετείουςΚρυφὴ ἐπιθυμία τους εἶνε αὐτὲς νὰ καταργηθοῦν. Ὀπαδοὶ αὐτοὶ νέων κοσμοθεωριῶν, ξένοι πρὸς τὴν ἱστορία μας, θὰ ἤθελαν νὰ ἑορτάζουμε ἄλλες ἐπετείους… Τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς (1941-1944) οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελαν νὰ ἑορ­τάζεται ἡ 25η Μαρτίου. Ἔτρεμαν μήπως ἡ ἀ­νάμνησί της ξεσηκώσῃ τοὺς Ἕλληνες καὶ σπά­σουν τὰ νέα δεσμά. Οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος μας εἶνε ὅπως ἐκεῖνος ὁ Ἀντίγονος πού, ὅταν κατέκτησε διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου τὸν Ἰσρα­ήλ, ἀπηγόρευσε τὶς ἑορτὲς καὶ πανηγύρεις του. Τὸ διάταγμά του ἦταν· «οὔτε νὰ τηροῦν τὴν ἀρ­γία τοῦ Σαββάτου οὔτε νὰ κρατοῦν τὶς πατρο­παράδοτες ἑορτὲς οὔτε κἂν νὰ ὁμολογοῦν ὅ­τι εἶνε Ἰουδαῖοι» (Β΄ Μακκ. 6,6), ἀλλὰ νὰ ἑορτάζουν τὴν …ἡμέρα τῶν γενεθλίων τοῦ τυράννου τους μὲ διονυσιακὲς ἐκδηλώσεις. Οἱ γενναῖοι ὅμως Μακκαβαῖοι περιφρόνησαν τὸ διάταγμα, ἀντιστάθηκαν καὶ ἑώρταζαν τὶς ἑορτές τους στὰ βουνά, καὶ ἔτσι διέσῳζαν τὴ μνήμη τοῦ παρελ­θόντος τους. Στὰ αὐτιὰ τῶν γενναίων ἐκεί­νων παιδιῶν ἔφθανε ἡ φωνὴ τοῦ προφήτου· «Ἑόρταζε, Ἰούδα, τὶς ἑορτές σου, ἀνάπεμψε τὶς προσευχές σου» (Ναούμ 2,1).

Καὶ σύ, πατρίδα μας Ἑλλάδα, ἑόρταζε τὶς ἑορτές σου, ἀνάπεμψε τὶς προσ­ευχές σου, γιὰ νὰ δοξολογῆται ὁ Θεός, γιὰ νὰ μνημονεύονται μὲ εὐγνωμοσύνη οἱ ἥρωές σου, γιὰ νὰ εὐφραίνεται ὁ λαός σου, γιὰ νὰ χαίρωνται οἱ φίλοι σου καὶ νὰ λυποῦνται οἱ ἐχθροί σου.

* * *

Ἡ Ἑλλάδα, ἀγαπητοί μου, δὲν συμπλήρωσε τὴν ἱστορία της. Στὸ βιβλίο της μένουν ἀκόμη πολλὲς ἄγραφες σελίδες. Τί θὰ φέρῃ ἡ ἑπομέ­νη ἡμέρα εἶνε ἄγνωστο· ἀνεξιχνίαστες οἱ βου­λὲς τοῦ Θεοῦ. Δέος κυριεύει τὶς ψυχές μας, ἀλλὰ καὶ κάποια γλυκειὰ ἐλπίδα τὶς ζωογονεῖ, ὅταν ἀναλογιζώμαστε ὅτι ἡ Ἑλλάδα, ποὺ βρέθηκε καὶ ἄλλοτε μπροστὰ στὸ χεῖλος τῆς καταστροφῆς, σώθηκε μὲ τὸν ἰσχυρὸ βραχίονα τοῦ Ὑψίστου. Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ποὺ δὲν ἐγ­κατέλειψε τὴν πατρίδα μας. Καὶ νὰ ἡ Ἑλλάδα, ἀνάμεσα σὲ ὑφάλους καὶ σκοπέλους, ἀνάμεσα σὲ κλυδωνισμοὺς, ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικούς, συνεχίζει τὴν πορεία της. Τὸ μέλλον της, με­τὰ τὸ Θεό, ἐμπιστεύεται στὰ παιδιά της ποὺ νιώ­θουν πίστι στὸν Κύριο καὶ ἀγάπη στὴν πατρίδα, τὸ ἐμπιστεύεται στὶς νέες γενιὲς ποὺ ἔρχον­ται. Ἂς μὴ λησμονοῦν οἱ νεώτεροι ὅτι χίλια χρόνια ἀγώνων καὶ θυσιῶν δὲν ἀρκοῦν γιὰ τὴν ἀνάστασι καὶ δημιουργία ἑνὸς ἔθνους, ἐνῷ μιὰ στιγμὴ ἀπροσεξίας, ἀφροσύνης καὶ ἐγκλη­ματικότητος μπορεῖ νὰ τὸ καταστρέψῃ.

Μοιραῖες ὀνομάζουν κάποιοι ἱστορικοὶ τέτοιες στιγμές. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει μοῖρα καὶ τύ­χη καὶ μοιραῖα γεγονότα. Ἡ Θεία Πρόνοια διέπει τὰ ἀνθρώπινα. Ὁ Θεὸς δικάζει τὰ ἔθνη, ὑψώνει καὶ ταπεινώνει. Ἡ «μοιραία» στιγμὴ εἶ­νε ἀ­ποτέλεσμα πνευματικῆς καταπτώσεως, διαβρώσεως τοῦ ἁγνοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐ­θνι­κοῦ βίου. Καί, γιὰ νὰ μιλήσουμε μὲ τὴ γλῶσ­σα τῆς Γραφῆς, οἱ συμφορὲς ἢ ἡ καταστροφὴ ἑνὸς ἔθνους εἶνε τὸ ἀποτέλεσμα ἁμαρτιῶν ἀρχόν­των καὶ ἀρχομένων. Διότι «ἡ δικαιοσύνη ἀνυψώνει ἕνα ἔθνος, ἐνῷ οἱ ἁμαρτίες ἐ­λαττώνουν τὶς φυλές»· καὶ «ὃ ἐὰν σπείρῃ ἄν­θρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει», ὅ,τι θὰ σπείρῃ κανεὶς αὐτὸ καὶ θὰ θερίσῃ (Παρ. 14, 34. Γαλ. 6,7).

Εἴθε νὰ μὴν κυριεύσῃ τὶς νέες γενεὲς τῶν Ἑλλήνων ἡ λησμονιά, ἀλλὰ ἡ μνήμη τοῦ παρελθόντος νὰ διατηρῆται ζωηρή, κίνητρο γιὰ μεγαλουργία, γιὰ τὴν ὁποία καὶ πλάστηκαν οἱ νέοι. Εἴθε οἱ νέοι μας, ἐνθουσιαζόμενοι ἀπὸ ἱε­ρὲς ἐπιθυμίες καὶ φλογεροὺς πόθους, νὰ γρά­ψουν νέες σελίδες τιμῆς καὶ δόξης καὶ νὰ ἐπα­ναλάβουν τὸ τραγούδι τῶν νέων τῆς ἀρχαίας Σπάρτης· «Ἐμεῖς θὰ γίνουμε πολὺ καλύτεροι».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Πρόλογος βιβλίου ποὺ γράφτηκε τὴν 24-2-1970