Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

Χριστιανική Σπίθα», Μάρτιος 1973, φυλ. 348 Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου ΑΥΤΟΜΑΤΟΝ ΔΙΑΖΥΓΙΟΝ; Σημεῖο τῶν καιρῶν

γαμος(Καὶ ἄλλοτε ἡ «Σπίθα» ἠσχολήθη μὲ τὸ θέμα τοῦ αὐτομάτου διαζυγίου. Οἱ λεγόμενοι «ἀλύτρωτοι» κινοῦνται ἐκ νέου. Πᾶσαν προσπάθειαν καταβάλλουν νὰ ἐπιτύχουν τὴν αὐτόματον διάλυσιν τοῦ γάμου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δεικνύεται δυστυχῶς εὐνοϊκὸν ἀπέναντί των. Καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπέστειλε πρὸς τοὺς Ἱεράρχας ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ τὴν γνώμην αὐτῶν, ἐὰν εἶνε ἀνάγκη νὰ δειχθῆ συγκατάβασις τῆς Ἐκκλησίας…

Τῶ 1920 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐντόνως διεμαρτυρήθη διʼ Ὑπομνήματός της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ περιβόητον «ἀσυμβίβαστον τῶν χαρακτήρων» ὡς λόγον διαζυγίου, καὶ ἐτόνισεν ὅτι τοιαῦται ἀπαιτήσεις τῆς Πολιτείας θὰ ὁδηγήσουν εἰς χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπʼ αὐτῆς. Σήμερον, ὅτε πλέον τίθεται θέμα αὐτομάτου διαζυγίου, ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει ἐντονώτερον νὰ διαμαρτυρηθῆ, καὶ ἐπʼ οὐδενὶ λόγω νὰ ὑποχωρήση εἰς τὴν ἐξωφρενικὴν ἀπαίτησιν. Διότι ὑποχώρησις εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν θὰ σημάνη κατερείπωσιν τῆς οἰκογενείας καὶ καταρράκωσιν τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπενθυμίζομεν ταπεινῶς καὶ προηγούμενον ἄρθρον τῆς «Σπίθας» ὑπὸ τὸν τίτλον «Ὄχι ὑποχωρήσεις» (ἀριθμ. Φύλ. 324/1971). Ἐκεῖ ἐφιστᾶτο ἡ προσοχὴ ἐπὶ δογματικῶν θεμάτων. Ἐδῶ ἐπὶ ἠθικοῦ. Οὔτε προδοσία πίστεως οὔτε προδοσία ἠθικῆς. Πίστις καὶ ἠθικὴ εἶνε ἀλληλένδετα καὶ ἀχώριστα. Ἰσχύει καὶ περὶ αὐτῶν τὸ «Ἄ ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω». Ὁ εὐσεβὴς λαὸς ἀναμένει παρὰ τῆς Ἐκκλησίας του ἡρωϊκὴν ἀντιμετώπισιν τῆς προπετοῦς καὶ αὐθάδους καὶ ὅλως ἐξωφρενικῆς καὶ ἀπαραδέκτου ἀπαιτήσεως. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει διὰ νὰ ἱκανοποιῆ τὰ ἁμαρτωλὰ θελήματα τοῦ κόσμου˙ ὑπάρχει διὰ νὰ διδάσκη καὶ νὰ φρονιματίζη τὸν κόσμον.

Δημοσιεύομεν ἐνταῦθα ἡμέτερον Ὑπόμνημα ὑποβληθὲν τῆ Ἱερᾶ Συνόδω εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὴν ἐγκύκλιον αὐτῆς ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ αὐτομάτου διαζυγίου).

Ἀπαντῶντες εἰς τὴν ὑπʼ ἀριθμ. 1884/24-1-72 ἐγκύκλιον Ὑμῶν ἐν σχέσει μὲ τὴν πρότασιν τῆς εἰσαγωγῆς παρʼ ἡμῖν τοῦ λεγομένου «αὐτομάτου διαζυγίου», ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν τὰ ἐξῆς:

Οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας, διεκήρυξε τὸ ἀδιάλυτον τοῦ γάμου εἰπών˙ «Ὅ ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω» (Ματθ. 19, 6). Ὁ μόνος δὲ λόγος διαλύσεως τοῦ γάμου, κατὰ τὸν αἰωνίου κύρους λόγον Αὐτοῦ, εἶνε ἡ μοιχεία˙ «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὅς ἄν ἀπολύση τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι» (Ματθ. 5, 32).

Ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Τουρκοκρατίας

Ἡ Ἐκκλησία, πιστὸς φύλαξ τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, δὲν ἐξέδιδε διαζύγια, εἰμὴ μόνον ἐπὶ λόγω μοιχείας, τὸν ὁποῖον ἡ ἰδία ἐξηκρίβωνεν, εἰς οὐδεμίαν ἄλλην κοσμικὴν ἀρχὴν ἐπιτρέπουσα ἀνάμιξιν εἰς τὰ τῆς τελέσεως τοῦ γάμου καὶ τῆς διαλύσεως αὐτοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἐκυριάρχει πνευματικῶς καὶ εἰς τὸν τομέα τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου. Ὁ δὲ οἰκογενειακὸς βίος τῶν χριστιανῶν, συναπτόντων γάμον ἐν Κυρίω, ὑπῆρξεν ἐξ ἐπόψεως ἠθικῆς καθαρότητος, στοργῆς καὶ ἀνατροφῆς τῶν τέκνων ἕν ἀπὸ τὰ μεγαλοπρεπέστερα θεάματα, ποὺ παρουσίασεν ἡ ἐν Χριστῶ καινὴ ζωή. Ἡ Ἐκκλησία ἠγωνίζετο κραταιῶς κατὰ τῆς εἰσβολῆς διατάξεων κοσμικῶν, διʼ ὧν θὰ ἐμολύνετο ὁ ἠθικὸς βίος τῶν χριστιανῶν, ὑποχρεωμένων νὰ ζοῦν κατὰ τὸ ἐκπεφρασμένον θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ δὲ ἄξιον θαυμασμοῦ εἶνε, ὅτι κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς αἰῶνας τῆς Τουρκοκρατίας ἐπίσκοποι καὶ πατριάρχαι, μνήμονες τῶν ρημάτων τοῦ Θείου Ἱδρυτοῦ, ἀνέστησαν ἡρωϊκῶς κατὰ περιβοήτων ἐκπροσώπων τῆς σουλτανικῆς ἐξουσίας καὶ προετίμησαν νὰ πέσουν ἐκ τοῦ θρόνου των, παρὰ νὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν θέλησιν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπέμενον νὰ διαλύωνται γάμοι χριστιανῶν ὑπηκόων των παρὰ τὰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Ἄθλια ὑποκείμενα, Γραικύλοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀντικανονικῶς νὰ λύσουν τοὺς γάμους των, κατέφευγον εἰς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας καὶ ἤλπιζον ὅτι διὰ μέσου τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας θὰ ἠδύναντο νὰ κάμψουν τὴν θέλησιν τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ διεψεύδοντο εἰς τὰς ἐλπίδας των. Ἡ Ἐκκλησία παρέμενεν ἄκαμπτος καὶ ὑπὸ καθεστὼς ἀκόμη Ἀβδοὺλ Χαμήτ. Περιττὸν νʼ ἀναφέρωμεν παραδείγματα.

Δέκα λόγοι διαζυγίου !

Δυστυχῶς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ ἡ Ἐκκλησία, ἐλευθέρα καὶ κυρίαρχος ἐν τοῖς πνευματικοῖς κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκικῆς δουλείας, ὑπετάγη αἰσχρῶς εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Καίσαρος, τοῦ φέροντος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του τὸν Σταυρόν, τὸ ἱερώτατον τοῦτο σύμβολον τῆς νίκης καὶ τοῦ θριάμβου τοῦ πνεύματος κατὰ τῆς ὕλης καὶ τῆς σαρκός. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία βαναύσως ἐπενέβη καὶ εἰς τὸ ἱερώτατον μυστήριον τοῦ γάμου, ἀντενομοθέτησε τῶ αἰωνίω Νομοθέτη Χριστῶ. Πλὴν τοῦ μοναδικοῦ λόγου, διʼ ὅν ἡ Ἐκκλησία ἐν ἰδίω αὐτῆς δικαστηρίω ἔκρινε καὶ ἀπεφάσιζε τὴν διάλυσιν τοῦ γάμου, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἰσήγαγε καὶ ἄλλους λόγους διαλύσεως τοῦ γάμου. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10…, οἱ ὁποῖοι, κρινόμενοι ἐπὶ τῆ βάσει τοῦ Εὐαγγελικοῦ Νόμου, εἶνε ἀπαράδεκτοι (*). Ὀρθῶς ἐγγράφη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου ἱεροκήρυκος τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἀθηνῶν π. Σεραφεὶμ Παπακώστα, ὅτι οἱ νομοθέται τοῦ Κράτους «παρεμβαίνουν ὅλως ἀναρμοδίως εἰς τὴν θείαν νομοθεσίαν διὰ νὰ τὴν διορθώσουν, καθʼ ὅν τρόπον ὁ ἀδαὴς καὶ ἄπειρος χωρικὸς παρεμβαίνει διὰ νὰ διορθώση τὸ ἀριστούργημα διασήμου καλλιτέχνου καὶ τὸ καταστρέφει. Κατορθώνουν μὲ τὰς διαρκῶς μεταβαλλομένας περὶ γάμου νομοθεσίας των νὰ χωρίζουν «ὅ ὁ Θεὸς συνέζευξε», νὰ κρημνίζουν τὸ θεόκτιστον τοῦτον καθίδρυμα, τὸ ὁποῖον λέγεται οἰκογένεια, διὰ νὰ προχωροῦν οἱ λαοὶ εἰς τὴν προχριστιανικὴν κατάστασιν τῆς πολυγαμίας καὶ ἀσωτείας» (Ἀρχιμ. Σεραφεὶμ Παπακώστα, «Ἡ ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου», Ἀθῆναι 1966, σελ. 235).

(*) Διὰ τὸ θέμα τῶν νομοθετηθέντων ἀντιευαγγελικῶν λόγων ἐκδόσεως διαζυγίου ἔχει πολλάκις ἀσχοληθῆ ἡ «Σπίθα», ἰδία εἰς τὰ ὑπʼ ἀριθμ. 95/1949, 128/1952, 156/1954 καὶ 216/1959 φύλλα αὐτῆς. Τὰ δύο τελευταῖα ἐγράφησαν ἐξ ἀφορμῆς κινήσεως διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ λεγομένου «αὐτομάτου διαζυγίου». Εἰς τὸ ὑπʼ ἀριθμ. 156/1954 φύλλον ἐγράφομεν μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἐξῆς˙

«Ἀγαπητοὶ ἀναγνῶσται! Ζῶμεν εἰς ἡμέρας πονηράς. Προδοσία συντελεῖται εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Γένους. Σκοτειναὶ δυνάμεις ἐργάζονται διὰ νὰ ἀνατινάξουν ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἠθικῆς. Βαρβαρικὰ ἤθη εἰσβάλλουν εἰς τὸν τόπον μας. Διὰ τὴν εἴσοδόν των εὐρύνεται ἡ πύλη καὶ πλατύνεται σφόδρα ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς ἀπώλειαν. Μὲ ταχύτητα ἀεροπροωθουμένων σπεύδουν τινὲς νὰ φέρουν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν, εἰ δυνατόν, τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν δόξαν τῶν κινηματογραφουπόλεων ἐκείνων τοῦ Νέου Κόσμου, εἰς τὰς ὁποίας τὰ διαζύγια ἔχουν σημειώσει ρεκὸρ ταχύτητος, ἐκδιδόμενα ἐντὸς ὀλίγων ἠμερῶν, ὡρῶν… Ἀλλὰ ἡ τάσις αὐτή, ἐὰν ἐπικρατήση, σημαίνει οὐσιαστικὴν κατάργησιν τοῦ χριστιανικοῦ γάμου, αὐθάδη ἀπολάκτισιν τῆς εὐαγγελικῆς ἀρετῆς καὶ αἰσχρὰν ἐπαναβίωσιν τῆς εἰδωλολατρείας τοῦ ἀρχαίου κόσμου, μὲ ὅλας τὰς φρικτὰς συνεπείας διὰ τὸ Γένος ἡμῶν».

Δυστυχῶς πλὴν τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ λόγου, ὡς εἴπομεν, 10 ἄλλοι λόγοι ἐθεσπίσθησαν, ὧν ἕκαστος κατὰ κατιοῦσαν κλίμακα κοινωνικῆς διαφθορᾶς εἶνε χειρότερος τοῦ ἄλλου. Ὅτε δὲ τῶ 1920 ἐπὶ κυβερνήσεως Ἐλευθερίου Βενιζέλου καὶ ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης Τσιριμώκου ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῆ ὡς νέος λόγος διαλύσεως τοῦ γάμου τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ χαρακτῆρος, ὁ τότε Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Μελέτιος Μεταξάκης, μολονότι ὤφειλε τὴν ἐκλογήν του εἰς τὴν ἐπέμβασιν τοῦ πανισχύρου ἐκείνης κυβερνήσεως, ἐν τούτοις, μνήμων τῶν ρημάτων τοῦ Θεανθρώπου, διεμαρτυρήθη ἐντόνως, καὶ πρὸς στιγμὴν ἠπειλήθη σύγκρουσις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Καυτηριάζων δὲ ἐν ἐπισήμω συνεδριάσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὴν τακτικὴν τῶν κρατούντων νὰ τροποποιοῦν συνεχῶς ἐπὶ τὰ χείρω τὴν περὶ διαζυγίου νομοθεσίαν εἶπεν˙ «Ἡ σπουδὴ αὕτη εἶναι σκανδαλώδης καὶ ἀπόρροια ἴσως τῆς σκέψεως, ὅτι δέον νὰ προλαμβάνωνται αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, Ὡς νομίζεται ὅτι συμβαίνει καὶ μὲ τὰ διάφορα ἐργατικὰ σχέδια. Ἀλλὰ θʼ ἀνεχθῆ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἴδη τοιουτοτρόπως τὸν γάμον διαγραφόμενον ἐκ τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς καὶ ὑπαγόμενον εἰς ἀρχὰς ἀντιβαινούσας πρὸς αὐτὴν τὴν ἀποστολήν της; Ἡ Ἐκκλησία, ὅταν θὰ ἴδη τὸ διαζύγιον λαμβάνον τοιαύτην τροπήν, βεβαίως θʼ ἀρνηθῆ τὴν ἔκδοσιν ἀδείας γάμου εἰς τοὺς ἀπαλλασσομένους τῶν δεσμῶν αὐτῆς, ἐντεῦθεν δὲ θὰ προέλθη σύγκρουσις Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, ἥτις θὰ ἐπιφέρη τὴν κατάργησιν τῆς ἀδείας τοῦ γάμου καὶ τέλος τὸν πολιτικὸν γάμον. Ἀλλὰ τότε καὶ ἡ Ἐκκλησία θὰ εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νʼ ἀποκόψη ἐκ τῆς κοινωνίας αὐτῆς πάντα μὴ τελοῦντα γάμον συμφώνως πρὸς τὸ τεθεσπισμένον ἐν αὐτῆ, τὸ δʼ αὐτὸ θὰ ἰσχύση καὶ περὶ διαζυγίου, θʼ ἀσκῆ δηλαδὴ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἐν τῆ ἀποφάσει ἀναφερομένων λόγων, διʼ οὕς θὰ ἐκδίδεται τὸ διαζύγιον, καὶ θὰ ἀναγνωρίση μόνον ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ στηρίζωνται ἐπὶ ἑνὸς τῶν παραδεδεγμένων παρʼ αὐτῆς λόγων διαζυγίου» (Ἴδε Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, «Ἐκκλησίας Ἑλλάδος ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν», τόμ. Β΄, Ἀθῆναι 1970, σελ. 869).

Ὁ Μητροπολίτης Μελέτιος ὀρθῶς διέγνω τὸν ἀντιχριστιανικὸν λόγον διαλύσεως γάμου, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινε τότε ἡ Κυβέρνησις, καὶ διεμαρτυρήθη. Δυστυχῶς ὅμως, εὑρεθεὶς πρὸ ἰσχυρᾶς πιέσεως, ὑπέκυψε. Τὸ θλιβερὸν τοῦτο γεγονὸς τῆς ἐκ νέου ὑποταγῆς τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ Καίσαρος σχολιάζων ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Χρῆστος Ἀνδροῦτσος, ἐνθουσιώδης ὀπαδὸς τῆς ἐλευθέρας καὶ ζώσης Ἐκκλησίας, παρατηρεῖ τὰ ἐξῆς˙ «Οὕτως εἰσήχθη καὶ παρʼ ἠμῖν ἐσχάτως τῶ 1920 ὡς λόγος διαζυγίου ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Ἰ. Τσιριμώκου τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν χαρακτήρων, διʼ οὖ ὑπονομεύεται ἡ ἱερότης τοῦ γάμου ὡς κοινωνίας ἰσοβίου, διανοίγεται δὲ ἡ ὁδὸς τῆς διαζέυξεως ἄνευ οὐδεμιᾶς πραγματικῆς αἰτίας. Καὶ διεμαρτυρήθη μὲν κατὰ τοῦ νόμου ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἀλλʼ ἵνα ὑποκύψη ἀμέσως ταπεινούμενος πρὸ τοῦ ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν συνήθη ἄλλως μέθοδον, καθʼ ἥν ἀπὸ τοῦ 1833, ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, διαμαρτύρονται οἱ Ἕλληνες ἱεράρχαι ἐπὶ τῆ ἐκδόσει ἀντικανονικοῦ τινος νόμου. Κατʼ ἀρχὰς διαμαρτυρίαι καὶ ἀπειλαὶ καὶ φωναὶ μέχρι τρίτου οὐρανοῦ ὅτι τὸ δὴ λεγόμενον θὰ ʻʻκάμωσι καὶ δείξωσινʼʼ. Εὐθὺς δὲ ὡς ὁ ὑπουργὸς τρίξη τοὺς ὀδόντας ἤ ἀποζημιωθῶσι καὶ ἐπιτύχωσι προσωπικόν τι, πτήσσουσιν οὗτοι ἀμέσως καὶ ὑποστέλλονται κατακείμενοι ἐλεεινὰ καταπτώσεως, ἀναξιοπρεπείας καὶ ἐξευτελισμοῦ παραδείγματα» (Ἰδὲ Χρήστου Ἀνδροῦτσου, «Σύστημα Ἠθικῆς», ἔκδοσις β΄, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 302-303).

Ὁ πλέον ἀντιχριστιανικὸς λόγος διαζυγίου

Οἱ μέχρι σήμερον παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Ἐκκλησίας ἀλλεπαλλήλως θεσπισθέντες λόγοι διαζυγίου καὶ ἐν τῶ Ἀστικῶ Κώδικι συμπεριλαμβανομένοι (ἄρθρ. 1439-1450), στηρίζονται πάντες ἐπὶ τῆς λεγομένης «ἀρχῆς τῆς ὑπαιτιότητος». Ὁ Ἄστικὸς Κώδιξ ὁρίζει˙ «Ἑκάτερος τῶν συζύγων δύναται νὰ ζητήση διαζύγιον, ἐὰν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἑτέρου ἐπῆλθε τόσον ἰσχυρὸς κλονισμὸς εἰς τὴν σχέσιν τοῦ γάμου, ὥστε βασίμως ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐγγάμου συμβιώσεως ἀποβαίνει διὰ τὸν αἰτοῦντα τὸ διαζύγιον ἀφόρητος. Δικαίωμα πρὸς διαζύγιον δὲν ὑφίσταται ὑπὲρ τοῦ αἰτοῦντος, ἐὰν ἡ ὑπαιτιότης αὕτη βαρύνη μὲν ἀμφοτέρους τοὺς συζύγους, ἀλλʼ ὁ κλονισμὸς τῆς σχέσεως τοῦ γάμου ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸν αἰτοῦντα».

Ἡ ἄλλη ἀρχὴ τοῦ λεγομένου «ἀντικειμενικοῦ λόγου», ἧς μνείαν ποιεῖται καὶ τὸ ὑμέτερον ἔγγραφον, ἀπερρίφθη διὰ συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ ἰσχύοντος Ἀστικοῦ Κώδικος πολυμελοῦς ἐπιτροπῆς ἐκ καθηγητῶν τῶν Νομικῶν Σχολῶν καὶ ἄλλων ἐγκρίτων νομοθετῶν. Πῶς τώρα ἐπιχειρεῖται, καὶ δὴ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποῖα ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν μὲ πρόγραμμα τὴν ἀναστήλωσιν τῆς ἠθικῶν ἀξιῶν, πῶς τώρα ἐπιχειρεῖται ἀνατροπὴ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἴπομεν, στηρίζονται μόνον ἐπὶ τῆς «ἀρχῆς τῆς ὑπαιτιότητος»; Ἀποροῦμεν καὶ ἐξιστάμεθα. Τὸ αὐτόματον διαζύγιον μόνον ἐπὶ τῆς «ἀρχῆς τοῦ ἀντικειμενικοῦ λόγου» δύναται νὰ στηριχθῆ. Ἐὰν δὲ τελικῶς θεσπισθῆ περιβαλλόμενον τὸ κῦρος τοῦ νόμου, θὰ εἶνε ὁ πλέον ἀντιχριστιανικὸς λόγος, ὑπερβαίνων πάντας τοὺς προηγουμένους, δεῖγμα ἐσχάτης διαφθορᾶς καὶ ἀποσυνθέσεως τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας.

Τὸ αὐτόματον διαζύγιον θρίαμβος τοῦ ἐκφυλισμοῦ

Ἄς μὴ φανοῦν, Μακαριώτατε Πρόεδρε καὶ Σεβασμιώτατοι Σύνεδροι, βαρεῖς οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοί. Ἀρκεῖ νʼ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχουν ὑπέροχοι Χριστιαναὶ ἑλληνίδες γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἦλθον εἰς νόμιμον καὶ κανονικὸν γάμον καὶ ἐξ ὁλοκλήρου ἀφωσιώθησαν εἰς τὸν σύζυγον καὶ εἰς τὰ τέκνα των καὶ οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔδωσαν εἰς τὸν σύντροφον τοῦ βίου των, ὑπέροχα παραδείγματα γενόμεναι γυναικείας ἀρετῆς, ὑπενθυμίζουσαι τὰ ἀρχαῖα πρότυπα γυναικῶν τῆς χριστιανικῆς μας Πατρίδος. Αἱ πισταὶ αὗται σύζυγοι αἴφνης, ὄχι ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῶν ἀλλʼ ἐξ ὑπαιτιότητος καθʼ ὁλοκληρίαν τῶν συζύγων αὐτῶν, βλέπουν τὸν δεσμὸν τοῦ γάμου διαλυόμενον. Οἱ σύζυγοι αὐτῶν, ἄθλια ὑποκείμενα, περιφρονηταὶ θείων καὶ ἄνθρωπίνων νόμων, κατʼ οὐσίαν ὑλισταὶ καὶ ἄθεοι, συνῆψαν αἰσχροὺς ἔρωτας μετʼ ἄλλων ἀθλίων γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι λόγω διαφθορᾶς αἰσθάνονται σατανικὴν ἡδονὴν χρησιμοποιοῦσαι ὡς δέλεαρ τὰ φυσικά των κάλλη ἤ καὶ ἄλλας ἀκατονομάστους ἰδιότητας καὶ ροπάς, αἰσθάνονται, λέγομεν, σατανικὴν ἡδονὴν νὰ χωρίζουν ἀνδρόγυνα, καὶ διʼ αὐτὸ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὀνομάζονται «ἀνδροχωρίστρες». Ἀλλʼ αἱ νόμιμοι σύζυγοι, αἱ τίμιαι Ἑλληνίδες γυναῖκες, παρʼ ὅλην τὴν πικρίαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται, ὅλως ἀναιτίως ἐγκαταλειφθεῖσαι ὑπὸ ἀσώτων συζύγων, ἐν τούτοις ἐγκλείουσαι εἰς τὰ στήθη των εὐγενῆ αἰσθήματα στοργῆς, ὡς ἄλλαι Πηνελόπαι, δὲν ἀπελπίζονται, ἀλλʼ ἀναμένουν εἰς τὸν οἶκόν των τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἀσώτου. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα ἐπιστροφῆς ἀσώτων, σπάνια μέν, ἀλλὰ λίαν διδακτικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν συγκινήσει συνοικίας καὶ πόλεις ὁλοκλήρους, ἀποδεικνύοντα ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νικᾶ τὴν πλεονάζουσαν ἁμαρτίαν τοῦ αἰῶνός μας. Καὶ ὄχι μόνον ἐκ μέρους γυναικῶν, τὰς ὁποίας ἀναιτίως καὶ ἀστόργως ἐγκατέλειψαν ἄσωτοι ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἐγκατέλειψαν ἄσωτοι γυναῖκες, δεικνύεται παρόμοιος ἡρωισμός, ὁ ὁποῖος εἰς πολλὰς περιπτώσεις εἶνε ἀνώτερος. Γυνή, ἐγκαταλείψασα τὸν στοργικώτατον ἄνδρα της, μετὰ φοβερὰν περιπλάνησιν εἰς τὴν χώραν τῆς ἁμαρτίας, ἐν εἰλικρινεῖ μετανοία ἐπέστρεψεν εἰς τὸν συζυγικὸν οἶκον, ἔκρουσε τὴν θύραν, καὶ ἐγένετο μετὰ χαρᾶς δεκτὴ ὑπὸ τοῦ ἔτι ἀναμένοντος αὐτὴν συζύγου. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὅλοι οἱ Σεβασμιώτατοι Συνοδικοὶ ἔχουν ἐκ τῆς ποιμαντορικῆς των πείρας τοιαῦτα παραδείγματα.

Ἀλλʼ ἔρχεται τώρα τὸ αὐτόματον διαζύγιον καὶ λέγει εἰς ὅλους τοὺς πιστοὺς συζύγους, ἄνδρας καὶ γυναῖκας˙ «Εἰς μάτην ἡ ἀγάπη σας, ἡ στοργή σας, ἡ ὑπομονή σας, ἡ ἐπιμονή σας, αἱ προσευχαί σας καὶ τὰ δάκρυά σας. Αὐτὰ ὅλα εἰς τὸν αἰῶνα μας δὲν ὑπολογίζονται. Θεωροῦνται μηδὲν καὶ προκαλοῦν τὰς εἰρωνείας τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος διαρκῶς ἐξελίσσεται, ὡς καὶ αἱ περὶ τοῦ δικαίου ἀντιλήψεις. Κάτω, λοιπόν, ὁ τίμιος γάμος. Ζήτω ἡ μοιχεία. Ζήτω ὁ αἰσχρὸς ἔρως. Ἐγὼ λύω τοὺς γάμους κατὰ τὸν πλέον εὔκολον τρόπον. Οἱ Ἕλληνες δικασταὶ δὲν θὰ .εχουν πλέον πονοκέφαλον, διότι δὲν θὰ ἐρευνοῦν ποῖος ὁ ὑπαίτιος τῆς διαλύσεως τοῦ γάμου. Ἀρκεῖ μία βεβαίωσις τῆς Ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, ὅτι ὁ «κύριος» ἤ ἡ «κυρία» (ὁ μοιχὸς ἤ ἡ μοιχαλὶς) ἔχει ἐγκαταλείψει τὴν οἰκογενειακὴν φωλεὰν ἐπὶ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον τώρα μέν, διὰ νὰ μὴ προκληθῆ ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν στενοκεφάλων καὶ καθυστερημένων, ὁρίζω εἰς δεκαετίαν, ἀλλʼ ἀργότερον, ἐξασθενούσης τῆς ἀντιδράσεως, θὰ ὁρίσω εἰς πενταετίαν, διετίαν, ἔτος…, διατί ὄχι καὶ εἰς ὀλίγους μῆνας;… Ζήτω, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἔρως. Ζήτωσαν οἱ ἀλύτρωτοι».

Θρίαμβος τοῦ κοσμικοῦ, τοῦ πορνικοῦ, τοῦ εἰδωλολατρικοῦ, τοῦ ὑλιστικοῦ καὶ ἀθέου πνεύματος θὰ εἶνε ἡ θέσπισις τοῦ αὐτομάτου διαζυγίου (*). Ἡ δὲ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θὰ κληθῆ νὰ στεφανώση ἄνδρα ἤ γυναῖκα, ποὺ ἔχουν λύσει τὸν γάμον ἐπὶ τῆ βάσει τοῦ αὐτομάτου διαζυγίου, θὰ εἶνε μία ἀπὸ τὰς θλιβερωτέρας ἡμέρας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τῶν νεωτέρων χρόνων. Φαντασθῆτε τὴν «ἀνδροχωρίστραν» νὰ στεφανώνεται ἐν κεντρικῶ Ναῶ, καὶ τὴν τιμίαν Ἑλληνίδα γυναῖκα νὰ κλαίη εἰς γωνίαν τινὰ τοῦ Ναοῦ, νὰ φωνάζη, νὰ διαμαρτύρεται, καὶ ὡς δημιουργοῦσα διαταραχὴν νὰ ἐκδιώκεται ἐκ τοῦ Ναοῦ, διὰ νὰ μένη ἐν τῶ Ναῶ ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, ἡ ἀτιμία, τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως!… Αὐτὰ συμβαίνουν καὶ τώρα μὲ τὴν ἰσχύουσαν περὶ διαζυγίου ἀντιχριστιανικὴν νομοθεσίαν. Ἀλλὰ θὰ λάβουν ἀπερίγραπτον τραγικότητα μὲ τὴν θέσπισιν τοῦ αὐτομάτου διαζυγίου.

(*) Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέγει, ὅτι τὸ διαζύγιον εἶνε ἐπιτυχία τοῦ διαβόλου. Ἰδοὺ ἡ σχετικὴ περικοπή˙ «Καὶ νὰ προσέχης ἐσὺ ὁ ἄνδρας νὰ μὴν μεταχειρίζεσαι τὴν γυναῖκά σου μὲ ἄγριον μάτι, πὼς δὲν σοῦ κάμνει παιδιά. Δὲν ἔχει κανένα φταίξιμο ἡ γυναῖκά σου εἰς αὐτό, εἶνε θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὴν τὸ κάμνετε καθὼς τὸ ἔκαμεν ἕνας τρελλὸς καὶ ἀνόητος˙ διατί δὲν ἔκαμνεν ἡ γυναῖκά του παιδιά, τὴν ἐχώρισε καὶ ἐπῆρεν ἄλλην˙ καὶ αὐτὸς πάλιν, ἐπειδὴ δὲν τοῦ ἔκαμεν ἡ γυναῖκά του ἀρσενικὰ παιδιά, παρὰ μόνον θηλυκά, τὴν ἐχώρισεν. Ὁ διάβολος θέλει νὰ χωρίζουνε τὰ ἀνδρόγυνα καὶ ὄχι ὁ Θεός. Ὡς λέγει ὁ νόμος πὼς κανένα πρᾶγμα δὲν τοὺς χωρίζει, ἐκτὸς ἄν πέσουν εἰς πορνείαν˙ καὶ ὅποιος ἀφήση τὴν γυναῖκά του καὶ πάρη ἄλλην, ἐκεῖνος θὰ κριθῆ ὡς μοιχός» (Ἰδὲ ἡμέτερον βιβλίον «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», ἔκδοσις β΄, Ἀθῆναι 1971, σελ. 223-224).

Τὰ νόθα τέκνα

Τὸ διαρκῶς ἐπαναλαμβανόμενον ὑπὸ των «ἀλυτρώτων», τὸ καὶ εἰς τὴν ὑμετέραν ἐγκύκλιον μνημονευόμενον, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἔκδοσις τοῦ περὶ αὐτομάτου διαζυγίου νόμου, «ἰδία πρὸς προστασίαν τυχὸν γεννηθέντων νόθων τέκνων», ὡς καὶ ὑπὸ ἄλλων παρετηρήθη, δὲν εὐσταθεῖ. Διότι συμφώνως τῆ κειμένη νομοθεσία τὰ νόθα τέκνα, τῆ αἰτήσει τοῦ γεννήτορος, δύνανται νὰ υἱοθετηθοῦν, νὰ λάβουν τὸ ἐπώνυμόν του καὶ νὰ κληρονομήσουν αὐτόν, ὡς καὶ τὰ ἐκ τοῦ νομίμου γάμου προερχόμενα τέκνα του.

Δὲν θὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν

Ὡς πρὸς τὸ ἐρώτημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πόσοι εἶνε οἱ ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐν διακοπῆ τῆς ἐγγάμου συμβιώσεως διατελοῦντες, εύλαβῶς ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἐξῆς:

Ἐν πρώτοις οἱ ἰσχύοντες λόγοι διαζυγίου εἶνε τόσον ἐλαστικοὶ καὶ διευκολύνουν τόσον τὴν ἔκδοσιν διαζυγίων, ὥστε οἱ ἔχοντες καὶ μικρὰς αἰτίας κλονισμοῦ τοῦ γάμου ἔχουν προσφύγει εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἔχουν λάβει τὰ διαζύγιά των. Ὑπολείπονται μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδένα λόγον διαζυγίου δύνανται νὰ προβάλουν, οἱ δὲ σύζυγοι αὐτῶν δὲν συγκατατίθενται εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ γάμου. Οὗτοι, ὁσοιδήποτε καὶ ἄν εἶνε, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπηρεάσουν τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ παραμείνη ἐπὶ σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητος ὡς ἀκλόνητος βράχος ἐν μέσω τοῦ συνεχῶς ρέοντος καὶ ἀκαταπαύστως μεταβαλλομένου κόσμου. Δὲν θὰ γίνη ἡ Ἐκκλησία ἡ ταπεινὴ θεραπαινὶς τῶν ἁμαρτωλῶν πράξεων τοῦ κόσμου. Κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἡ Ἐκκλησία συγχωρεῖ ἁμαρτίας εἰλικρινῶς μετανοούντων, ἀλλʼ οὐδέποτε, ὁσονδήποτε καὶ ἄν πιεσθῆ, θὰ εἴπη εἰς τοὺς ἁμαρτάνοντας˙ Σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ἁμαρτάνετε. Ἤ ἀκόμη χειρότερον˙ Εὐλογῶ ὑμᾶς ἁμαρτάνοντας. Διότι ἡ σκέψις τοῦ κακοῦ, κατὰ τὸ ὄραμα τῆς Ἀποκαλύψεως (12, 1-6), ἀποτελεῖ τὸν ἔσχατον βαθμὸν τῆς ἀνθρωπίνης διαφθορᾶς.

Εἰς τοιοῦτον κατάντημα δὲν πρέπει νὰ φθάση ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Καὶ διʼ αὐτό, ἑνώνων τὴν φωνήν μου μετʼ ἄλλων ἐν Χριστῶ ἀδελφῶν, διαμαρτύρομαι, καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἡ Ἱερὰ Σύνοδος παῦση πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν μετὰ τῆς Πολιτείας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τοσοῦτον μᾶλλον ὅσον ἐπʼ αὐτοῦ ὑπάρχει καταδικαστικὴ ἀπόφασις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ Ἱεραρχία νὰ διαχωρίση τὰς εὐθύνας της

Ἐν ἦ περιπτώσει ἡ Πολιτεία ἐκ τῶν διαρκῶν ὑποχωρήσεων τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ μίαν 150ετίαν ἐνθαρυννομένη ἐπιμείνη διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἤ τινος ἄλλου νὰ θεσπισθῆ τὸ αὐτόματον διαζύγιον, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὀφείλει νὰ κηρύξη ἑαυτὴν ἀναρμοδίαν ἐπὶ τοιούτου θεμελιώδους ζητήματος καὶ νὰ συγκαλέση εἰς ἔκτακτον συνέλευσιν τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ μοναδικὸν θέμα τὸ αὐτόματον διαζύγιον καὶ τὰς κατὰ τῆς ἱερότητος τοῦ γάμου διαπραττομένας ἀτιμίας καὶ ἐγκλήματα. Νὰ εἶσθε βέβαιοι, Μακαριώτατε Πρόεδρε καὶ Σεβασμιώτατοι Συνοδικοί, ὅτι σύμπασα ἡ Ἱεραρχία, ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων αὐτῆς, νεώτεροι μετὰ πρεσβυτέρων, θὰ καταδικάσουν τὸ αὐτόματον διαζύγιον. Διότι ἡ Ἱεραρχία, καὶ ὄχι ἡ ὀλιγομελὴς Σύνοδος ἤ μία Συνοδικὴ Ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ λαϊκούς, εἶνε τὸ ἀρμόδιον σῶμα διὰ τὴν λῆψιν τοιούτων ἀποφάσεων.

Ἐὰν δὲ ἡ Πολιτεία, καὶ μετὰ ἀπόφασιν Ἱεραρχίας, ἐπιμείνη εἰς τὴν θέσπισιν τοῦ αὐτομάτου διαζυγίου, θὰ εἶνε πλέον καιρὸς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ διαχωρίση τὰς εὐθύνας της ἀπὸ τὸ Κράτος (*), καὶ νὰ δηλώση, ὅτι ἐπʼ οὐδενὶ λόγω θὰ ἐγκρίνη ἀπόφασιν δικαστηρίου περὶ διαλύσεως γάμου ἐπὶ τῆ βάσει τοῦ αὐτομάτου διαζυγίου, καὶ δὲν θὰ ἔκδώση ἄδειαν γάμου εἰς ἄνδρας ἤ γυναῖκας, διαλύσαντας τὸν γάμον των μὲ τὸ αὐτόματον διαζύγιον. Ἐν τῶ μεταξὺ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἄς ἀκούση τὴν φωνὴν τιμίων γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι διʼ ὑπομνήματός των πρὸς αὐτὴν καὶ πρὸς ὅλους τοὺς Ἱεράρχας ἐκλιπαροῦν τοὺς πνευματικούς των πατέρας, ἵνα μὴ ἐπιτρέψουν καὶ σφαγιασθοῦν εἰς τὴν μαύρην πέτραν τοῦ αὐτομάτου διαζυγίου. Ἡ φωνὴ τῶν γυναικῶν αὐτῶν εἶνε ὄντως συγκλονιστική. Ἄς μελετήση ἀκόμη ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τὴν σπουδαίαν ἔγγραφον διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν Δικαιοσύνης ἡ ὑπὸ τὸν Μελέτιον Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ 1920. Ἐκείνη διεμαρτυρήθη διὰ τὸ «ἀσυμβίβαστον τοῦ χαρακτῆρος». Ἡ ἡμετέρα ἄς διαμαρτυρηθῆ ἐντονώτερον διὰ τὸ «αὐτόματον διαζύγιον». Ἄς διδαχθῶμεν δὲ τέλος ὅλοι ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διαζυγίου τηρεῖ ἡρωικὴν γραμμὴν καὶ ἀνθίσταται εἰς τὸ Κράτος καὶ λόγω τῆς πείσμονος ἀντιθέσεώς της συνεγείρει ἑκατομμύρια ρωμαιοκαθολικῶν τῆς Ἰταλικῆς χερσονήσου. Ὀρθόδοξοι ἡμεῖς Ἱεράρχαι μὴ φανῶμεν κατώτεροι τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας. Μνήμονες ἡρωικῶν παραδειγμάτων Ἱεραρχῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, ἄς συνεχίσωμεν τοὺς ἀγώνας ἐκείνων, χάρις εἰς τοὺς ὁποίους παρεδόθη εἰς ἡμᾶς ἀλώβητος ἡ παρακαταθήκη τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ὡς κανόνον ἠθικοῦ βίου.

(*) Εἰς τὸ ἀνωτέρω μνημονευθὲν ὑπόμνημα τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Μελετίου Μεταξάκη τονίζεται, ὅτι ἡ ἀντιχριστιανικὴ νομοθεσία εἰς τὸ θέμα τοῦ διαζυγίου ὁδηγεῖ εἰς χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ ἡ σχετικὴ περικοπή˙

«Ἐὰν εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ νομοθετῆ ἐπὶ ζητημάτων ἐκκλησιαστικῶν, θιγόντων τὴν μυστηριακήν της Ἐκκλησίας διδασκαλίαν, ποία πλέον μένει ἀσφάλεια διὰ τὴν ὑπόστασιν τῆς Ἐκκλησίας; Βεβαίως ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἐλευθέρας σκέψεως. Ἡ διάδοχος, ἤ μετʼ αὐτήν, ἡ κατόπιν δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ εἶναι φορεὺς ὅλων τῶν νέων σκέψεων, καὶ τῶν μᾶλλον ἐκκεντρικῶν. Θὰ ἐξακολουθήση τότε ἡ Ἐκκλησία νὰ δέχεται νομοθετήματα ἀνατρεπτικὰ τῶν βάσεών της, μόνον διότι προέρχονται ἀπὸ τὴν ἔννομον νομοθετικὴν τῆς Πολιτείας ἐξουσίαν; Ποῦ δὲ θὰ στηρίξη τότε τὴν διαμαρτυρίαν αὐτῆς, ὅταν θὰ ἔχη καθιερωθῆ τὸ προηγούμενον, νὰ δέχηται ἀδιαμαρτυρήτως νόμους ἀνατρεπτικοὺς τῶν βάσεων αὐτῆς; Θὰ ἀντιταχθῆ βεβαίως ὅτι ἡ ἐμμονὴ τῆς παροῦσης Βουλῆς ἐν τῶ πρὸς τὰς ἐκκλησιαστικὰς διατάξεις σεβασμῶ δὲν θὰ δυνηθῆ νὰ ἐμποδίση τὴν τοπιαύτην ἐν τῆ ἡμετέρα Πολιτεία ἐξέλιξιν, ἐὰν ἄλλοι παράγοντες ὠθήσωσι πρὸς αὐτήν, ὅπως συνέβη καὶ εἰς ἄλλα κράτη. Ναί, ἀλλʼ οὐδεμία Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, εἴτε συντηρητικῶν εἴτε ἄκρων ἀρχῶν, θὰ εἶναι ἐν τάξει ἀπέναντι τῆς νεωτέρας κρατικῆς ἐννοίας, ἀντιποιουμένη τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν ἐπὶ ζητημάτων σχετιζομένων μὲ τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὡς ἔκφανσις τῆς ἐξουσίας τοῦ Καίσαρος, δικαιοῦται νὰ νομοθετῆ ἐπὶ πασῶν μὲν τῶν ἄλλων ἀπόψεων τοῦ βίου τῶν μελῶν τῆς Πολιτείας ὅ,τι βούλεται, ἐπὶ δὲ τῶν ἀπόψεων τῆς θρησκευτικῆς αὐτῶν ζωῆς ἤ οὐδὲν – ὅπως συμβαίνει ὅπου κρατεῖ ἡ ἀρχὴ χωρισμοῦ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας – ἤ ἐκεῖνο μόνον τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἤ δέχεται ἡ συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἄρα ἤ θὰ προσχωρήση εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ χωρισμοῦ, ὁπότε θὰ εἶναι ἐλευθέρα νὰ νομοθετῆ περὶ γάμου καὶ διαζυγίου ἀνεξαρτήτως θρησκευτικῶν ἀρχῶν, ἤ θὰ ὑποβάλη τὴν ἐλευθερίαν της ὑπὸ τὸν περιορισμὸν τοῦ νὰ νομοθετῆ ἐπὶ πραγμάτων ἐκκλησιαστικῶν ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἱ. Σύνοδος βλέπουσα παροραθεῖσαν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἐφʼ ἧς βασίζονται παρʼ ἡμῖν αἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, καὶ θεωροῦσα τὸ 5ον ἄρθρον τοῦ ψηφισθέντος Νόμου ὡς ἐπαναφέρον ἐν ἰσχύι, ἐν τῆ διαλύσει τοῦ γάμου, διὰ τῆς ἀοριστολογίας αὐτοῦ τὸ ̋κατὰ πᾶσαν αἰτίαν̏ , τὸ ὁποῖον ρητῶς ὁ Κύριος ἡμῶν κατεδίκασε, προάγεται νὰ παρακαλέση τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὅπως μὴ θέση εἰς ἐφαρμογὴν τὴν ψηφισθέντα Νόμον» (Ἰδὲ Θεοκλήτου Στράγκα, ἔνθʼ ἀνωτ. Σελ. 871).

Οὕτω, Μακαριώτατε Πρόεδρε καὶ Σεβασμιώτατοι Συνοδικοί, ἐνεργοῦσα ἡ Ἐκκλησία, θὰ προσφέρη ὑψίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ἔθνος μας. Θὰ προλάβη ὡς ἄλας τὴν σῆψιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Πᾶσα ἄλλη στάσις τῆς Ἐκκλησίας θὰ χαρακτηρισθῆ ὑπὸ τοῦ ὑπολειφθέντος ἐν τῶ Ἔθνει ἡμῶν εὐσεβοῦς λαοῦ ὡς προδοσία. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ παραθέσω ὡς κατακλεῖδα τοῦ παρόντος ἐγγράφου μου τοὺς ἀξιοπροσέκτους λόγους κορυφαίου συγγραφέως καὶ θεολόγου˙ «Καὶ τὸ μὲν Κράτος δύναται ἐκ λόγων κοινῆς ὠφελείας ὅσας θέλει παραχωρήσεις νὰ κάμνη καὶ νὰ παρέχη δωρεὰν τὸ χρῖσμά του εἰς γάμους, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐπονομάσει τις εὐφήμους μοιχείας, ἀλλʼ ἡ Ἐκκλησία, ὡς τῆς ὑψηλῆς ἠθικῆς θεματοφύλαξ, ὀφείλει ἀείποτε νὰ ὑπερμαχῆ τῶν αὐστηρῶν ἀρχῶν καὶ τῆς ἠθικῆς, ἵνα μὴ ἐκ τοῦ κόσμου ἐκλείψη τὸ ἰδανικὸν καὶ ἀντʼ αὐτοῦ πληρωθῆ τελμάτων ζωισμοῦ. Τὸ ἀδιάλυτον τοῦ γάμου μετʼ αὐτῆς τῆς ἰδέας τοῦ γάμου συνδέεται καὶ συναυξάνει. Ἄνευ αὐτοῦ, ἐπʼ ἀληθεία, γάμος δὲν ὑπάρχει» (Ἰδὲ Ἐρνέστου Λουθάρδου, «Ὁμιλία ἐπὶ τῆς ἠθικῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ», μετάφρασις Βλασίου Γαβριηλίδου, ἱδρυτοῦ καὶ ἐκδότου τῆς ἐφημερίδος «Ἀκρόπολις», Λειψία 1873, σελ. 117).

Ταῦτα καθηκόντως ἀναφέρων τῆ Ἁγία καὶ Ἱερᾶ Συνόδω ὑποσημειοῦμαι εὐλαβῶς.

Ἐλάχιστος ἐν Χριστῶ ἀδελφὸς

Ὁ Φλωρίνης Αὐγουστῖνος

«Χριστιανική Σπίθα», Μάρτιος 1973, φυλ. 348β´ Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου ΚΑΡΠΟΣ ΣΑΤΑΝΙΚΗΣ ΣΠΟΡΑΣ

 

  • (Ὡς ἐσημειώσαμεν, καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν «Σπίθαν» ἠσχολήθημεν μὲ τὸ θέμα τοῦ διαζυγίου. Εἰς τὸ ὑπʼ ἀριθμ. 95/1949 φύλλον ἐγράφομεν, ὅτι τὸ διαζύγιον εἶνε εἶς τῶν καρπῶν τῆς σπορᾶς τοῦ Ἀντιχρίστου. Κατωτέρω δημοσιεύομεν σχετικὴν περικοπὴν τοῦ ἄρθου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον βιβλίον «Ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός», Βόλος 1950, σελ 77-81).

αυτ. Ελλας«Ἀλλά, Ἑλλάς, γλυκυτάτη Πατρίς, τί ἔπαθες; Σύ, ποὺ παρήρχοντο ἔτη καὶ δεκαετίαι, καὶ τὰ ἀρχεῖα τῶν Ἱ. Μητροπόλεών σου δὲν ἀνέγραφον οὔτε ἕν διαζύγιον, τί ἔπαθες κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, ὥστε εἰς μὲν τὴν σημερινὴν Πρωτεύσουσάν σου, σύγχρονον Βαβυλῶνα, νὰ ὑπάρχη σύλλογος παρανόμως συζώντων, οἱ ὁποῖοι πληθύνονται ὡς ἡ ἄμμος τῆς ἀκτῆς τοῦ Φαλήρου, εἰς πόλιν δὲ τῆς Πελοποννήσου ὁ ἐκεῖ Ἱεράρχης νὰ θρηνῆ διὰ τὸ πλῆθος τῶν αἰτήσεων πρὸς ἔκδοσιν ποὺ κατακλύζουν τὰ Γραφεῖα τῆς Μητροπόλεώς του;
Καὶ ἡ Ἑλλάς, ἡ Χριστιανικὴ Ἑλλάς, κλαίουσα ἐπὶ τῶν ἠθικῶν της ἐρειπίων μὲ ὀργὴν δακτυλοδεικτεῖ τοὺς ἐνόχους τῆς μεγάλης συμφορᾶς της!
Ἔζη ἡ Ἑλλὰς μὲ τὸ Εὐαγγέλιον. Ἀλλʼ αἴφνης ἐν μέσω τοῦ λαοῦ της, μόλις ἀναπνεύσαντος ἐκ τῆς Τουρκικῆς δουλείας, ἐναφανίσθησαν τὰ νεώτερα φῶτα, οἱ πρόδρομοι καὶ οἱ κήρυκες τοῦ Ἀντιχρίστου. Ποῖοι; Διάφοροι νέοι, ψευδοδιανοούμενοι, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν διὰ σπουδὰς εἰς τὰς μεγαλουπόλεις τῆς Εὐρώπης, καὶ ἀντὶ νὰ σπουδάσουν τὴν Ἐπιστήμην καὶ νὰ γνωρίσουν τὸ βάθος, τὴν καλὴν ὄψιν τοῦ πολιτισμοῦ, αὐτοὶ οἱ ἀνόητοι προσειλκύσθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν, ἐμαγεύθησαν ἀπὸ τὰς βιτρίνας τοῦ ἁμαρτωλοῦ περιβάλλοντος τῆς Εὐρώπης, ἔγιναν τακτικοὶ θαμῶνες τῶν νυκτερινῶν κέντρων, ἐμολύνθησαν ψυχικῶς καὶ σωματικῶς, ἔφαγαν ʽʽμὲ τὴν κουτάλαʼʼ τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἁμαρτίαν τῆς Δύσεως καὶ ἔπειτα τὰ οἰκτρὰ αὐτὰ ναυάγια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πίστεως ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ αὐτοετιτλοφορήθησαν ὡς ἀνώτερα πνεύματα, ὡς διαφωτισταί, ὡς μεταρρυθμισταί, ὡς σωτῆρες τῆς Ἑλλάδος.
Ὡς σωτῆρες; Μόνον ἐὰν ἐκ βάθρων ἀνατραπῆ τὸ ἑλληνικὸν λεξιλόγιον καὶ οἱ Ἕλληνες παύσουν νὰ ὀνομάζουν τὴν νύκτα σκότος καὶ τὴν ὀνομάσουν φῶς, τότε θὰ ἠμπορέσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ τοὺς ὀνομάσωμεν σωτῆρας τῆς Ἑλλάδος. Ὄχι! Αὐτοὶ οἱ ψευδοδιανοούμενοι δὲν ὑπῆρξαν τὰ φῶτα, δὲν ὑπῆρξαν οἱ σωτῆρες, ἀλλὰ τὰ σκότη καὶ οἱ καταστροφεῖς τῆς χώρας μας. Ταλαίπωρος Ἑλλάς! Ἐὰν ἀφήρεις τότε τὰ χρυσᾶ μονόκλ, τὰ λευκὰ χειρόκτια, τὰ κλάκ, τὰ διπλώματα, ὅλην τὴν ψευδῆ ἐξωτερικὴν παράστασιν, μὲ τὴν ὁποίαν παρουσιάσθησαν τὸ πρῶτον ἐνώπιον τοῦ ἀπλοϊκοῦ σου λαοῦ, θʼ ἀνεκάλυπτες τὴν ἀπάτην καὶ θὰ ἔβλεπες τὴν ἀπαίσιαν μορφὴν τοῦ Ἑωσφόρου, ὁ ὁποῖος ἔκαμνε τὴν ἐμφάνισίν του εἰς τὴν Πατ΄ριδα μας καὶ μὲ τὸ προσωπεῖον τῆς ἀθέου ἐπιστήμης καὶ μὲ τὴν ψαλίδα τοῦ μοντερνισμοῦ ἠγωνίζετο νὰ κόψη κάθε δεσμὸν τῆς χώρας μας μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν παράδοσιν 20 αἰώνων!
Αὐτοὶ οἱ σωτῆρε, ὑφʼ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ χρῶμα καὶ ἐὰν ἐνεφανίσθησαν εἰς τὸν ὁρίζοντα τῆς Ἑλλάδος, ἐπροξένησαν τεράστιον κακὸν εἰς τὴν Πατρίδα. Αὐτοὶ μετέφερον τὴν κόπρον τοῦ Διαβόλου μέχρι τοῦ τελευταίου χωρίου. Αὐτοὶ εἰς ὅλους τοὺς τόνους τῆς κλίμακος ἐφώναζον˙ Κάτω τὸ Εὐαγγέλιον. Κάτω ἡ ἠθική. Κάτω ὁ γάμος. Κάτω Ἡ παρθενία. Ζήτω ἡ ὕλη. Ζήτω ἡ χειραφέτησις τῆς σαρκός. Ζήτω ὁ ἐλεύθερος ἔρως. Ζήτωσαν ὅλαι αἱ ἀπολαύσεις τῶν αἰσθήσεων…
Αὐτὸ ἦτο τὸ νέον κήρυγμα, αὐτὴ ἦτο ἡ σπορὰ τοῦ Ἀντιχρίστου. Σπορά, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον νὰ ποτίσουν πολυάριθμα ποτηστήρια. Τὰ φὶλμ τῶν κινηματογράφων, αἱ θεατρικαὶ παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι παρουσίαζον γυμνὴν καὶ χειροκροτουμένην τὴν μαινομένην Ἡρωδιάδα, τὰ αἰσχρὰ περιοδικά, τὰ μυθιστορήματα, τὰ ἄσματα, οἱ δίσκοι τῶν γραμμοφώνων, οἱ ἀνήθικοι χοροί, οἱ ἀνακηρύξης τῶν Μὶς τῶν διαφόρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, τὰ μικτὰ λουτρά, τὰ ὁποῖα ἐμόλυναν ὅλα τὰ παράλια τῆς ὡραίας μας Πατρίδος.
Καὶ ἰδού! Ὅ,τι ἐσπείραμεν, ἤ ἐξ ἀμελείας ἀφήσαμεν νὰ σπείρουν οἱ ἄλλοι, θερίζομεν τώρα. Ἐσπείραμεν τὴν ἀθεΐαν καὶ θερίζομεν ἀτιμίας καὶ ἐγκλήματα. Ἀπὸ τὴν σπορὰν αὐτὴν ἐγεννήθη καὶ τὸ τέρας, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται διαζύγιον, τὸ εὔκολον διαζύγιον.
Καὶ ἐπειδὴ ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον πρὸς τὴν ἔκδοσιν διαζυγίου ἦτο ὁ Νόμος τοῦ Εὐαγγελίου, σοφώτεροι ἡμεῖς τοῦ Θείου Νομοθέτου, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, συνήλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσαμεν Νόμους περὶ διαζυγίου, οἱ ὁποῖοι ἤνοιξαν πολλὰ παράθυρα, διὰ νὰ ἠμποροῦν οἱ νεώτεροι Ἕλληνες καὶ Ἑλληνίδες, καὶ διʼ ἕν ἀκόμη πτάρνισμα, νὰ διαλύουν τὸν γάμον των καὶ νὰ τρέπωνται πρὸς ἀναζήτησιν νέου γαμβροῦ καὶ νέας νύμφης. Δηλαδὴ ὁ γάμος νὰ καταντήση ὑποκάμισον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νʼ ἀλλάση κανεὶς μὲ τὴν μεγαλυτέραν εὐκολίαν».

Κερκυρας Νεκταριος: «Ο Αρχιεπισκοπος κατελυσε το συνοδικο μας συστημα»

 



Σκληρή επιστολή του Μητροπολίτη Κερκύρας κατά του Αρχιεπισκόπου
«Ο Αρχιεπίσκοπος κατέλυσε το συνοδικό μας σύστημα» τονίζει ο κ. Νεκτάριος σε επιστολή-κόλαφο που έστειλε στη ΔΙΣ
Συνεχίζεται η κόντρα μεταξύ Αρχιεπισκόπου και μητροπολίτη Κερκύρας που άρχισε την περίοδο της καραντίνας με αφορμή τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στα μέτρα της κυβέρνησης. Ο σεβασμιότατος εμμένει στη θέση του ότι υπάρχει ζήτημα κατάλυσης του συνοδικού συστήματος κατά το διάστημα αυτό, ενώ ζήτησε και πάλι έκτακτη σύγκληση της Ιεραρχίας, ώστε να δοθούν οι όποιες διευκρινίσεις και να φύγουν τα γκρίζα σύννεφα.

Ο μητροπολίτης Κερκύρας Νεκτάριος απέστειλε πριν από λίγες ημέρες επιστολή στη ΔΙΣ και σε όλους τους μητροπολίτες στην οποία θέτει όλες τις παρατηρήσεις του και τα παράπονά του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στο έγγραφο της ΔΙΣ, στο οποίο εκφράζεται η θλίψη της για τις αρχικές δηλώσεις του μητροπολίτη περί κατάλυσης του συνοδικού συστήματος.
Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι οι δηλώσεις του αυτές ήταν σε επιστολή προς την υπουργό Παιδείας και όχι προς τον Αρχιεπίσκοπο, τον μητροπολίτη Ναυπάκτου ή τη Σύνοδο και αφορούσαν την απαγόρευση της υπουργού να γίνει η λιτάνευση του σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνα, λιτανεία την οποία σεβάστηκαν ακόμη και οι Γερμανοί κατακτητές.
«Δεν είδα να δείξατε ανάλογη λύπη, μακαριότατε, όχι δι’ εμέ, αλλά διά την ασέβειαν προς τον άγιο Σπυρίδωνα» αναφέρει ο κ. Νεκτάριος και κάνει γνωστή τη σημασία της εορτής, της λιτανείας και της παρουσίας του αγίου για τη ζωή και την ιστορία του τόπου. Ο σεβασμιότατος έκανε σαφές ότι όλο αυτό υποκινήθηκε από συγκεκριμένο επίσκοπο, ενώ θεωρεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος έπρεπε να είχε καλέσει τον ίδιο και να του ζητήσει εξηγήσεις, και όχι να δείξει περιφρόνηση στην ισότητα και στο δικαίωμα γνώμης όλων των μητροπολιτών.
Ο μητροπολίτης Κερκύρας είχε ζητήσει, άλλωστε, από τη Σύνοδο αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίασης της 1ης Απριλίου, κάτι το οποίο δεν έγινε δεκτό με την αιτιολογία ότι δεν τον αφορούν. Ο ίδιος, ωστόσο, ζητά εκ νέου τόσο τα πρακτικά της συνεδρίασης της 1ης Απριλίου 2020 όσο και της 30ής Απριλίου, ιδίως όσα αφορούν τελικά το όνομά του.
«Το να οχυρώνεσθε πίσω από μία τροποποίηση κανονισμού, το πνεύμα της οποίας έχει να κάνει με την προστασία του απορρήτου των συνεδριάσεων της ΔΙΣ από τρίτα πρόσωπα και πάντως όχι από αρχιερείς μέλη της Ιεραρχίας, για τους οποίους στις συνεδριάσεις γίνεται λόγος, δεν δείχνει κατά τη γνώμη μου και απόλυτο σεβασμό στο συνοδικό μας σύστημα» επισημαίνει ο κ. Νεκτάριος.
Ο Αρχιεπίσκοπος δεν υπερασπίστηκε τη θεία κοινωνία
Σχετικά με το θέμα της θείας μετάληψης, ο σεβασμιότατος εκφράζει τη λύπη του προς τον Αρχιεπίσκοπο, διότι δεν υπερασπίστηκε τη θεία κοινωνία, ενώ εξέφρασε και το παράπονό του που δεν τον στήριξε κατά τη σύλληψή του από τις Αρχές.

Επίσης, θέτει τα ερωτήματα αν η αργία κληρικών και μοναχών και το επιτίμιο στον λαό να μην κοινωνεί, ήταν τρεχούσης φύσεως εκκλησιαστικόν θέμα, αλλά και ποια ήταν η επαγρύπνηση της ΔΙΣ για την εκπλήρωση των καθηκόντων των κληρικών και των μοναχών, ιδίως κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα, και, βέβαια, για ποιο λόγο ανέχθηκαν τις ΚΥΑ που απαγόρευαν σε αδελφότητες άνω των 10 μοναχών να τελούν θεία λειτουργία.
Ο μητροπολίτης αναφέρθηκε ακόμη και στη σχετική εγκύκλιο σύμφωνα με την οποία αρχικά επιτρεπόταν να είναι ανοιχτοί οι ναοί τη Μεγάλη Εβδομάδα για την προσέλευση πιστών και μετά τον δημοσιογραφικό θόρυβο έσπευσε ο εκπρόσωπος Τύπου μητροπολίτης Ναυπάκτου να διευκρινίσει ότι το μέτρο αυτό είναι καθαρά περιοριστικό. Ο κ. Νεκτάριος δηλώνει ότι αυτό βέβαια δεν ήταν το πνεύμα της απόφασης της ΔΙΣ και αποδεικνύεται από εγκύκλια σημειώματα μητροπολιτών που καλούν τους πιστούς να προσέρχονται στους ναούς για προσκύνηση και προσευχή, ενώ τονίζει με αγανάκτηση ότι η αλλαγή αυτή ήρθε με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Θρησκευτικής Διοίκησης του υπουργείου Παιδείας κ. Πιτταδάκη και όχι τον γ. γ. Θρησκευμάτων ή την υπουργό. Θεωρεί δε λυπηρό να διατάζει την Εκκλησία ο προϊστάμενος Θρησκευτικής Διοίκησης.
dimokratianews,2|06|2020newsbreak


Μητροπολιτης Φλωρινης Αυγουστινος Καντιωτης: Η αιθουσα της Ιεραρχιας δεν ειναι αιθουσα καποιας μασονικης στοας, οπου ωρισμενα μονο ατομα συνεδριαζουν & λαμβανουν μυστικας αποφασεις. Οχι!

 

(Ας το ἀκούσουν αὐτὸ ὅλοι οἱ δεσποτάδες & ἰδιαίτερα ο Καλαμαριας Ιουστῖνος Μπαρδάκας, ποὺ ἔκανε πρόταση στὴν Ιεραρχία να μην ενημερώνεται ὁ πιστός λαός, για τὸ τί λέγεται στην ιεραρχία, για νὰ μὴν ὑποστοῦν bullying οἱ δεσποτάδες!!!)

p. Augoust. ef. 2

«Ἀφοῦ δὲν μπορέσαμε νὰ ὁμιλήσουμε ἐνώπιον τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς ἱεραρχίας, ἀπευθυνόμεθα πλέον πρὸς εὐσεβὴ λαὸν τῆς Πατρίδος, ὁ ὁποῖος ζωηρῶς ἐπιθυμεῖ νὰ πληροφορηθῇ τὰ ἐν τῇ Ι. Συνόδῳ, καὶ νὰ ἐκφράσῃ καὶ αὐτὸς την κρίσιν του καὶ τὰ αἰσθήματά του. Ἐρήμην τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις.
Ἡ αἴθουσα τῆς Ἱεραρχίας δὲν εἶναι αἴθουσα κάποιας μασονικῆς στοᾶς, ὅπου ὡρισμένα μόνο ἄτομα συνεδριάζουν καὶ λαμβάνουν μυστικὰς ἀποφάσεις. Ὄχι!
Ἡ αἴθουσα τῆς Ἱεραρχίας πρέπει νὰ εἶναι ὡς τὸ ὑπερῷον τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου ἔπνεε ἡ αὔρα τοῦ Παναγίου Πνευματος· «Οὖ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β´ Κορ. 3, 17).

(Ἀπό  τὸ περιοδικό «Χριστιανικὴ Σπίθα», ἀρ. φυλ. 436, Ὀκτώβρ.- Νοεμβρίου 1984)

ΕΙΣ ΝΗΣΟΝ ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ «Οὐκ ἔσται πόρνη ἀπὸ θυγατέρων Ἰσραὴλ»(Δευτερ. 23, 18) «Πόρνους καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός»(Ἑβρ. 13, 4) ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ», φυλ. 221, Νοέμβριος του 1959 Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτουυ

Κοινωνικὰ προβλήματαΝησος Καθαρσ.
Δόξα Θεῶ! Ἰδοὺ καὶ πάλιν, ἀγαπητοί μας, ὁ ἱεροκῆρυξ εἰς τὸν ἄμβωνα τοῦτον. Διότι μήπως ἄμβων, καὶ μάλιστα ἄμβων πανελλήνιος, δὲν εἶνε αἱ στήλαι τῆς μικρᾶς ταύτης θρησκευτικῆς ἐφημερίδος, τὴν ὁποίαν μὲ τὴν μικρὰν ὑλικὴν βοήθειαν καὶ πρὸ παντὸς μὲ τὴν μεγάλην ἠθικὴν ὑποστήριξην καὶ συμπαράστασιν φίλων ἀναγνωστῶν ἐπὶ μίαν δεκαπενταετίαν συνεχῶς ἐκδίδομεν; Καὶ ὅμως καὶ ἐκ τοῦ ἄμβωνος τούτου σκοτειναὶ δυνάμεις ζητοῦν νὰ μᾶς καταβιβάσουν. Ἀλλʼ ἡμεῖς μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου θὰ ἀνερχώμεθα εἰς τὸν ἄμβωνα τοῦτον διὰ νὰ κηρύττωμεν κατὰ δύναμιν τὴν ἀλήθειαν, νὰ διδάσκωμεν καὶ παρηγορῶμεν τὸν λαόν, νὰ ἐλέγχομεν τὰ δημόσια σκάνδαλα καὶ καυτηριάζωμεν τὰς κοινωνικὰς πληγάς.
Ποῖον σήμερον τὸ θέμα μας; Ὑπάρχουν θέματα, τὰ ὁποῖα ὁ σύγχρονος ἱεροκῆρυξ διστάζει νὰ θίξη ἐκ φόβου μήπως προσκρούση εἰς τὸ καλαισθητικὸν συναίσθημα τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται νʼ ἀκούουν πάντοτε ὡραίας λέξεις καὶ φράσεις. Νὰ ὀνομάση ὁ ἱεροκῆρυξ κάτι, ποὺ συμβαίνει καὶ σκανδαλίζει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, μὲ τὴν λέξιν ἡ ὁποία ἁρμόζει; Νὰ εἴπη συγκεκριμένην περίπτωσιν παραβάσεως τῆς 6ης ἐντολῆς τοῦ Δεκαλόγου, μοιχείαν ἤ πορνείαν; Μύρια στόματα θὰ φωνάξουν˙ εἶνε ἀκαλαίσθητος, ἀνάγωγος, ἀγροῖκος, αἰσχρὸς ἱεροκῆρυξ! Ποῦ ἐφθάσαμεν! Ἀλλὰ πῶς θέλετε, κύριοι καὶ κυρίαι τῆς ἀριστοκρατίας, νὰ ὀνομάζωμεν τὰς αἰσχρὰς σχέσεις καὶ πράξεις σας; Νὰ καλέσωμεν τὴν παλλακίδα σας φίλην, τὸν μοιχὸν καὶ πόρνον φίλον καὶ τὴν μοιχείαν φιλίαν; Ἔτσι θέλετε; Ἀλλʼ εἶνε ὡς νὰ ὀνομάζωμεν τὸ δηλητήριον γλυκὺ σιρόπι, τὸ σκότος φῶς καὶ τὸν διάβολον ἄγγελον μὲ λευκὰ πτερά. Ἀλλʼ ὄχι! Ὁ ἄμβων οὗτος, ἡ μικρὰ αὕτη, λέγω, θρησκευτικὴ ἐφημερίς, δὲν πρόκειται νὰ ὑποχωρήση εἰς ἀπαιτήσεις τῶν κ. κ. εὐφημιστῶν. Δὲν θὰ γίνωμεν ἡμεῖς εὐγενέστεροι τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὅστις ἀποκαλύπτων καὶ ἐλέγχων τὴν αἰσχρότητα τῆς ἐποχῆς του ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ οἱ ἀκροαταί του νὰ στολίζωνται μὲ ὡραίας λέξεις καὶ τετορνευμένας φράσεις, ἀλλὰ μὲ σεμνὰ καὶ ἀπαστράπτοντα ἤθη. Εἶμαι, ἔλεγεν, ἰατρός, πνευματικὸς ἰατρός, καὶ ὡς ὁ ἰατρὸς λερώνει πολλάκις τὰ καθαρά του χέρια διὰ νὰ καθαρίση τὰς πληγὰς τοῦ ἀσθενοῦς ἀπὸ το πῦον καὶ τὰ αἵματα, οὕτω πως καὶ ἐγὼ ἀναγκάζομαι νὰ λερώσω τὴν γλώσσάν μου, ἵνα διʼ αὐτῆς, διὰ τοῦ ἐλεγκτικοῦ λόγου, καθαρίσω τὰς ἠθικὰς πληγὰς τῆς κοινωνίας. Δὲν θὰ γίνωμεν ἡμεῖς εὐγενέστεροι ἀπὸ τοὺς θεοπνεύστους συγγραφεῖς τῶν βιβλίων τῆς Ἁγ. Γραφῆς, οἱ ὁποῖοι ὡς βλέπομεν καὶ μόνον εἰς τὰ δύο ρητά, ποὺ προτάσσομεν εἰς τὸ παρὸν ἄρθρον, δίδουν εἰς τὰς φοβερὰς παρεκτροπὰς τῆς ἠθικῆς τὰ ἁρμόζοντα ὀνόματα.
Ἐὰν ὕστερον ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας τινὲς ἐξακολουθοῦν νὰ σκανδαλίζωνται διὰ ζωηράς τινας ἐκφράσεις τῆς ἀρθρογραφίας, ἡμεῖς δὲν θὰ εἴμεθα οἱ ὑπαίτιοι, ἀλλʼ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι νοσηρῶς καὶ περιδεῶς σκεπτόμενοι δὲν ἀγανακτοῦν καὶ δὲν φρίττουν διʼ ὅσα φοβερὰ ἀκούονται καὶ λέγονται καθημερινῶς ἐν τῆ κοινωνία, ἀλλʼ ἀγανακτοῦν καὶ φρίττουν μόνον ὅταν ὁ ἱεροκῆρυξ μεταχειρισθῆ ζωηράς τινας λέξεις καὶ ἐκφράσεις, διὰ νὰ πλήξη καὶ μαστιγώση τὸ κακὸν μὲ τὸ γλωσσικόν του φραγγέλιον. Εἴθε τὸ κακόν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσωμεν, εἴθε νὰ ἐκλείψη τελείως ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς προσφιλοῦς πατρίδος μας, καὶ τότε οὐδεμία θὰ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ὁμιλῶμεν περὶ αὐτοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οὐδεὶς ἰατρὸς ὁμιλεῖ περὶ ἀσθενείας, ἡ ὁποία πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἔχει ἐκλείψει. Ἀλλʼ ὅταν ἀσθένειά τις ἐνδημῆ, ὅταν παρουσιάζη ἀλεπάλληλα κρούσματα, ὅταν ἑκατοντάδας νεκρῶν ἐξαποστέλλη εἰς τὸν Ἄδην, πῶς θέλετε νοσοκόμοι καὶ ἰατροὶ νὰ μὴ ἀναφέρουν τὸ φοβερὸν τῆς ἀσθενείας ὄνομα;
Τὸ θέμα τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶνε συγχωρήσατέ μας, ὦ καλαισθητικοὶ κύριοι καὶ κυρίαι, ἡ πορνεία ἐν Ἑλλάδι.

* * *

Ὑπῆρχεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῆ ἀρχαία, τῆ προχριστιανικῆ Ἑλλάδι ὁ γάμος, ἡ νόμιμος σύζευξις ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς καὶ ἡ διʼ αὐτῆς δημιουργία οἰκογενειακῆς ἐστίας πρὸς διατήρησιν καὶ μεταλαμπάδευσιν τῆς φλογὸς τῆς ζωῆς, ἐπιστεύετο ὡς ἱερὸς θεσμός. Πᾶς ὁ προσβάλλων τὴν οἰκογενειακὴν ἐστίαν ἐκηρύσσετο ἐχθρὸς τῆς πόλεως, ἐπικίνδυνος ὡς καὶ ὁ εξωτερικὸς ἐχθρὸς τῆς Πατρίδος. Ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἐστιῶν διεξήγοντο οἱ πόλενοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Πανελλήνιος ἐκστρατεία ἀνελήφθη κατὰ τῆς Τροίας ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀτίμου πράξεως ἑνὸς ξένου πρίγκηπος, ὅστις δὲν ἐσεβάσθη τὴν οἰκογενειακὴν τιμὴν τοῦ βασιλέως τῆς Σπάρτης. Καὶ τὰ στενᾶ τῆς Σαλαμῖνος ἀντήχησαν ἀπὸ τὸν ἀθάνατον ἐκεῖνο θούριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ οἰκογενειακὴ ἐστία, οἱ γονεῖς, αἱ γυναῖκες καὶ τὰ τέκνα, συγκαταλέγοντο μεταξὺ τῶν ἄλλων πολυτίμων ἀγαθῶν, ὑπέρ τῶν ὁποίων ἀξίζει νὰ θυσιάζεται ὁ Ἕλλην. Ἐν Κίω τῆς Μ. Ἀσίας ἐπὶ 700 ἔτη δὲν ἠκούσθη κροῦσμα μοιχείας καὶ πορνείας. Ἐν δὲ τῆ περιφερεία τῆς Λοκρίδος ὁ αὐστηρὸς τὰ ἤθη βασιλεὺς αὐτῆς Ζάλευκος λέγεται ὅτι εἰς πάντα, ὅστις θὰ διέπραττε μοιχείαν, ὡς τιμωρίαν ἐπέβαλλε τὴν ἐξόρυξιν τοῦ ἑνὸς ὀφθαλμοῦ, ἀλλοὺ δὲ ὁ μοιχὸς διὰ κοινῆς ἀποφάσεως τοῦ δήμου ὡς ἐπικίνδυνος διὰ τὴν εἰρηνικὴν ζωὴν τῆς κοινωνίας ἐξωρίζετο μακρὰν αὐτῆς. Ἡ σωφροσύνη, ἡ ἐγκράτεια, ἡ χαλιναγώγησις τῶν ἐνστίκτων ἐτιμῶντο τότε ὡς ὑπέροχοι ἁρεταί.
Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἤθη δὲν ἔμειναν εἰς αὐτὸ τὸ ὕψος. Καὶ αἰτία τῆς πτώσεως ἧτο ἡ διαφθορὰ τῆς θρησκευτικῆς ἰδέας, ἡ κατάπτωσις εἰς τὰ αἰσχρότερα εἴδη τῆς εἰδωλολατρίας, ἡ θεοποίησις τῆς ἡδονῆς, ἡ λατρεία γυμνῶν εἰδώλων, ἡ ἐξ Ἀνατολῆς εἰσβολὴ αἰσχρῶν θεοτήτων ὡς τῆς Ἀστάρτης, τῆς Ἀφροδίτης, ἧτις τὸ πρῶτον ἐστάθμευσε καὶ ἐλατρεύθη ἐμμανῶς ἐν Κύπρω καὶ ἐκεῖθεν, κατὰ τὸν μῦθον, ἐκ τῶν ἀφριζόντων κυμάτων τοῦ Αἰγαίου ἀναπηδήσασα γυμνὴ κατέκτησε τὸ Πανελλήνιον. Αὐτὴ μαζὶ μὲ τὸν Διόνυσον ἤ Βάκχον ἐγένοντο οἱ προσφιλέστεροι θεοὶ τῆς Ἑλλάδος τῆς παρακμῆς. Οἱ οἶκοι τῆς αἰσχρᾶς εἰδωλολατρίας ἐστεγάσθησαν κάτω ἀπὸ τὰς στέγας τῶν καλλιμαρμάρων ναῶν τῆς θεάς. Ἡ ἐκπαρθένωσις, ἡ παράδοσις τοῦ σώματος τῶν νεανίδων εἰς αἰσχροὺς ἐραστάς, ἡ ἀκολασία ἧτο εἶδος λατρείας, ἡ ὁποία κατʼ ἐξοχὴν ἧτο εὐάρεστος εἰς τοὺς θεούς. Πόρναι διαβόητοι ἐδέσποζον διανοιῶν καὶ καρδιῶν Ἑλλήνων. Λέγεται ὅτι μία ἐξ αὐτῶν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀναιδείας καὶ θρασύτητος ἔφθασεν, ὥστε ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ αἰσχροῦ ἐπαγγέλματος κατεσκεύασε χρυσοῦν ἄγαλμα, ὅπερ ἀφιέρωσεν εἰς τὸν ἐν Δελφοῖς Ναὸν μὲ τὴν ἐπιγραφήν, ἡ ὁποία ἐδήλου ὅτι τὸ ἀφιέρωμα τοῦτο προήρχετο ἐκ τῆς ἀκολασίας τῶν Ἑλλήνων.

* * *

Ἀλλὰ δόξα τῶ Θεῶ. Χριστὸς ἐπὶ γῆς! Ἕλληνες, ὑψώθητε! Τὰ εἴδωλα τῶν θεῶν, οἱ διδάσκαλοι καὶ συνήγοιροι οὗτοι τῆς πορνείας καὶ τῆς μοιχείας καὶ πάσης ἄλλης ἀκολασίας, κατεκρημνίσθησαν εἰς τὰ τάρταρα τοῦ Ἅδου. Τὰ κατεκρήμνισεν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τὰ ρήματα Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τὰ ὁποῖα περίφερον πανταχοῦ οἱ ἀλιεῖς τῆς Γαλιλαίας.
Καὶ ποῖα τὰ ρήματα ταῦτα; Ἰδού! Ὁ γάμος θεῖον μυστήριον, δεσμὸς ἀδιάλυτος. «Ὁ Θεὸς συνέζευξεν ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω» (Ματθ. 19, 6). Ἡ παρθενία κτῆμα ἀνεκτίμητον, ὑψηλοτέρα βαθμὶς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀλλʼ «οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλʼ οἷς δέδοται» (Ματθ. 19, 11). Ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία θανάσιμα ἁμαρτήματα. Ἀπόφασις, κανὼν τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου˙ «Ἀπέχεσθαι ἀπὸ τῶν ἀλισγημάτων τῶν εἰδώλων καὶ τῆς πορνείας» (Πράξ. 15, 20). Διότι «Πόρνους καὶ μοιχοὺς κρινεὶ ὁ Θεός» (Ἑβρ. 13, 4). Ἡ κάθαρσις ὄχι μόνον ἐκ τῶν πράξεων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ὑψίστη ἀρετή. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῆ καρδία, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8).
Αὐτὰ ἧσαν τὰ ρήματα τῶν ἁλιέων τῆς Γαλιλαίας, τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ διηγοῦνται οἱ αἰῶνες. Ὅ,τι δὲν κατώρθωσεν ἡ σοφία καὶ ἡ διαλεκτικὴ ἱκανότης τῶν φιλοσόφων καὶ ρητόρων τοῦ ἀρχαίου κόσμου, τὸ ἐπέτυχεν ἡ ἀπλότης, ἡ δύναμις τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἡ κόπρος τοῦ Αὐγείου, ἡ κόπρος τῆς πορνείας, ἥτις ἐπεσωρεύθη ἐπὶ αἰῶνας εἰς ὅλα τὰ μεγάλα κέντρα τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἐξεκαθαρίσθη. Νέος κόσμος ἀνέτειλεν. Ἀντὶ τῆς δυσωδίας εὐωδία. Ἀντὶ τοῦ συναγελασμοῦ διπόδων κτηνῶν, ἀντὶ τῆς ἀκολάστου μίξεως μοιχῶν καὶ μοιχαλίδων, ἱεραὶ συζυγίαι, οἶκοι χριστιανικοί, ὀάσεις μέσα εἰς τὰς ὁποίας ἀνέπνεέ τις τὴν αὔραν τῆς νέας ζωῆς, ἡ ὁποία καθηγίαζε τὴν ἕνωσιν ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Ἀντὶ τῶν ἀκανθῶν ἄνθη μυρίπνοα τῆς παρθενικῆς ζωῆς, τὰ ὁποῖα ἐποτίσθησαν ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ. Ἀντὶ τῶν ἁμαρτωλῶν οἴκων, μοναχικαὶ ἀδελφότητες καὶ παρθενῶνες συνεπήχθησαν, οἱ ὁποῖοι ἔδρων εὐεργετικῶς ἐν μέσω τοῦ κόσμου, ὡς λιμένες, ὡς πνευματικὰ ἀγκυροβόλια πονεμένων ψυχῶν.
Καὶ βεβαίως δὲν διισχυριζόμεθα ὅτι ἐξέλιπε παντελῶς ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς ἑλληνικῆς γῆς ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία καὶ πᾶσα ἀκόλαστος πρᾶξις. Συνέβαινον καὶ μετὰ τὸ εὐαγγελικὸν κήρυγμα κρούσματα τῶν φοβερῶν αὐτῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλʼ ὁποία διαφορὰ μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου κόσμου. Εἰς ἐκεῖνον μὲν διὰ τὰς παραβάσεις οὐδεμία ἠκούετο φωνὴ διαμαρτυρίας, εἰς τοῦτον δέ, τὸν νέον χριστιανικὸν κόσμον, ἀμέσως ἠκούετο φωνὴ ἔντονος, ἡ ὁποία ἀνεκάλει τὸν ἄτακτον εἰς τὴν τάξιν. Οἱ πίπτοντες εἰς σαρκικὸν ἁμάρτημα ὑπεβάλλοντο εἰς αὐστηρὸν μετανοίας ἐπιτίμιον. Διὰ τὴν πτῶσιν ἑνὸς καὶ μόνον πιστοῦ εἰς τὰ βδελυρὰ ταῦτα ἁμαρτήματα θὰ ἔπρεπε νὰ πενθήση καὶ νὰ χύση ποταμοὺς δακρύων ὅλη ἡ χριστιανικὴ κοινότης (Ἴδε περὶ τοῦ πορνεύσαντος τῆς Κορίνθου τὸ Ε΄ Κεφάλαιον τῆς Α΄ πρὸς Κορινθ. ἐπιστολὴς).
Ἄγρυπνος ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καθαρότητος τῶν πιστῶν ἧτο ἡ ἐπίβλεψις τῶν ποιμένων. Καὶ ὅτε ἔπαυσαν οἱ διωγμοὶ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐκ τῶν κατακομβῶν τῆς Ρώμης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία κατέστη ἡ ἐπίσημος θρησκεία τοῦ Κράτους, τότε εὐσεβεῖς βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες δὲν περιώριζον τὴν εὐσέβειάν των μόνον εἰς παρακολούθησιν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καὶ λιτανειῶν, ἀλλὰ σπουδαίως ἐνδιεφέροντο, ἵνα ἡ ἀληθὴς πίστις, Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΓΙΝΗ ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΖΩΗΣ. Διὰ τοῦτο τὰ ἁμαρτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποία λυμαίνονται τὸν θεσμὸν τῆς οἰκογενείας καὶ ἀνατρέπουν τὰ βάθρα τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας, κατεδικάζοντο καὶ ἐτιμωροῦντο ὡς ἐγκλήματα.
Καὶ ὅτε ἀργότερον τὰ ἤθη κατέπιπτον καὶ λαϊκοὶ ἠκολάσταινον καὶ κληρικοὶ ἐθεῶντο ἀδιάφοροι τὴν προϊοῦσαν ἔκλυσιν τῶν ἠθῶν, ὡς βεβαιοῖ σύγχρονος συγγραφεύς, ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος, τότε ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἡ δικαία τιμωρία, ἡ πτῶσις τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, ἡ διάλυσις τῆς κραταιᾶς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

* * *

Ἀλλʼ ἄς ἀφήσωμεν τὴν προϊστορικήν, τὴν ἀρχαίαν, τὴν Βυζαντινὴν Ἑλλάδα καὶ ἄς ἔλθωμεν εἰς τὴν σὐγχρονον ἐποχήν. Ὁποία ἡ κατάστασις τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου;
Ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, τὰ ἀπαίσια καὶ βδελυρὰ ἁμαρτήματα τῆς σαρκός, τὰ ὁποία κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας προεκάλουν τὴν αὐστηρὰν καταδίκην ὅλων, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς μικρᾶς αὐτῆς γωνίας ἤρχισαν νὰ ἐγκλιματίζωνται καὶ εἰς τὸ τόπον μας. Τὸ νέον βασίλειον ἤνοιξε τὰς θύρας εἰς τοὺς ἀγαπητοὺς ἀδελφοὺς τῆς Δύσεως. Γάλλοι, Ἄγγλοι, Βαυαροὶ καὶ εἴτινες ἄλλοι ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ τέκνα πάλιν τῆς Ἑλλάδος διὰ λόγους ἐμπορίου καὶ σπουδῶν μετέβαινον εἰς τὰς χώρας ἐκείνων καὶ ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας ταύτης ἁγνότης τῶν ἠθῶν, ἡ λάμπουσα ὡς ὀρθρινὸς ἀστὴρ ἐπεσκιάσθη. Ἡ πορνεία ἔκαμε τὴν ἐμφάνισίν της. Κατʼ ἀπομίμησιν τῶν μεγαλουπόλεων τῆς Δύσεως ἤνοιξαν καὶ ἐν Ἀθήναις οἱ πρῶτοι οἶκοι ἀνοχῆς. Καὶ κατʼ ἀρχὰς μὲν μετὰ φρίκης ἤκουεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ ἄνοιγμα τοιούτων οἴκων, ἐν τῆ παρόδω ὅμως τοῦ χρόνου ὑπὸ σοφῶν (;) κοινωνιολόγων ἐθεωρήθησαν οἱ κακόφημοι οὗτοι ὡς ἀναγκαῖα κακά, ὡς δικλεῖδες τῆς ἀκολασίας τῶν ἀνδρῶν, τὸ δὲ Κράτος τὰ κέντρα ταῦτα τῆς ἀκολασίας ἐχαρακτήρισεν ὡς δημοσίας ἐπιχειρήσεις, καὶ οὕτω ἐκ μισθωμάτων, ἐκ κερδῶν πορνείας τὰ ὁποῖα εἰσέρρεον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἐλάμβανε τοὺς μισθούς του καὶ ὁ δικαστὴς καὶ ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ ἀξιωματικός, ἐσχάτως δέ… καὶ ὁ ἱερεύς, ἵνα μὴ μείνη τίποτε ἀμόλυντον ἐπῖ τῆς γῆς αὐτῆς (Ἴδε καὶ ψαλμ. 49, 18).
Μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφὴν οἱ κακόφημοι οἶκοι ἐν Ἑλλάδι ἐπολλαπλασιάσθησαν. Νέον ὑλικὸν προσετέθη. Τὸ κῦμα τῆς ἀνηθικότητος ηὐξήθη. Νέαι ἑκατοντάδες δυστυχῶν ὑπάρξεων ἐδήλωσαν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὅτι ἔζων ἐκ τοῦ αἰσχροῦ τούτου ἐπαγγέλματος. Πῶς ἔζων ἐν τοῖς οἴκοις τούτοις ἀποτελεῖ ὑπόθεσιν τραγωδίας, τὴν ὁποίαν μόνον εύσεβεῖς ἀστυνομικοί, οἱ ὁποῖοι λόγω τοῦ ἐπαγγέλματος παρηκολούθουν καὶ ἠσθάνοντο τὸ δρᾶμα τῆς ζωῆς τῶν δυστυχῶν τούτων πλασμάτων θὰ ἠδύναντο νὰ περιγράψουν. Ζωὴ ἐν κατέργοις, ζωὴ ἐν τάφοις, ζωή – κόλασις πρὸ τῆς κολάσεως, ἡ ὁποία ὅμως ἐκαλύπτετο καὶ ἐδικαιολογεῖτο ὡς μία… κοινωνικὴ ἀνάγκη! Ὥστε διὰ νὰ ἱκανοποιοῦνται τʼ ἁμαρτωλὰ πάθη τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἀκολάστου ἔπρεπεν εἰς τὸν βωμὸν τοῦ Μολὼχ τῆς ἀνηθικότητος νὰ προσφέρονται ἀνθρωποθυσίαι, νὰ θυσιάζωνται ἑκατοντάδες, χιλιάδες Ἑλληνίδων, καὶ ἐν μέσω τοῦ Ὀρθοδόξου βασιλείου νὰ λειτουργοῦν χαρέμια διὰ τοὺς νέους ἀγάδες – τοὺς νέους ἄνδρας τοὺς βεβαπτισμένους εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἀγίας Τριάδος; Ἦσαν ταῦτα ἐν χριστιανικῆ πολιτεία ἀνεκτά; Καὶ ὅμως ὡς ἔγραφε καθηγητὴς τῆς ἐγκληματολογίας ἐν τῶ Ἐθνικῶ Πανεπιστημίω: «ἡ κάθειρξις ὑπὸ τοῦ κράτους γυναικῶν, ἵνα ἐμπορεύωνται τὸ σῶμα αὐτῶν, ἀποτελεῖ ἐσχάτην ταπείνωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἐξευτελισμὸν τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος» (Κ. Γαρδίκα Ἐγχειρίδιον ἐγκληματολογίας, Ἀθῆναι 1951 σελ. 121).
Ἀλλʼ ἐπὶ τέλους οἱ οἶκοι οὗτοι, φυτώρια διαφθορᾶς, γυναικείας διαστροφῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως, σχολεῖα ποικίλων ἐγκλημάτων ἐκλείσθησαν. Ἐκλείσθησαν ὄχι ἐξ Ἑλληνικῆς πρωτοβουλίας, ἀλλὰ διότι εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἠνωμένων Ἐθνῶν ἀπεφάσισε τὴν κατάργησιν τῶν κακοφήμων τούτων οἴκων καὶ συνεπῶς ἡ Ἑλλὰς ὑπογράψασα τὴν κοινὴν ἀπόφασιν, χάριν τῆς ἐθνικῆς της τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας ἧτο ὑποχρεωμένη νὰ κλείση τοὺς οἴκους τούτους. Καὶ τοὺς ἔκλεισεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Τοὺς ἐκλεισεν ὅμως χωρὶς νὰ λάβη πρόνοιαν περὶ τῶν ἐνοίκων… τῶν ταλαιπώρων γυναικῶν. Ἀπλῶς τὸ Κράτος ἐνδιεφέρετο νὰ γνωριση ἡ διεύθυνσις τοῦ Ο. Η. Ε., ὅτι οἱ οἶκοι ἀνοχῆς ἐν Ἑλλάδι ἀνήκουν πλέον εἰς τὸ παρελθόν.
Εἰς τὸ παρελθόν; Αἱ γυναῖκες τῆς αἰσχρᾶς ἡδονῆς διὰ τῆς βίας ἐξεδιώχθησαν ἀπὸ τὰ ἄντρα αὐτὰ τῆς ἀκολασίας, ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν ἐξηφανίσθη. Ἐλάχισται ἐκ τῶν γυναικῶν τῆς ἁμαρτίας, ἵνα μὴ εἴπωμεν οὐδεμία, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὁμαλὴν οἰκογενειακὴν ζωήν, οἱ δὲ ὑπόλοιποι, ἡ μεγίστη πλειοψηφία διεσκορπίσθη ὡς κονιορτὸς τοῦ Διαβόλου εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἑλληνικῆς πρωτευούσης. Καὶ ἄλλαι μὲν προσελήφθησαν εἰς καφωδεῖα, εἰς κέντρα διασκεδάσεως, εἰς ξενοδοχεῖα ὡς ὑπηρέτριαι, ἄλλαι δέ, αἱ περισσότεραι, ἐπωφελούμεναι εὐεργετικῆς τινος (;) διατάξεως τοῦ νέου Νόμου, ἀνὰ δύο-δύο ἐνοικίασαν ὡς καλαὶ νοικοκυραὶ δωμάτια καὶ ἐν τοῖς δωματίοις ἀκωλύτως ἐξασκοῦν τὸ έπικερδὲς ἐπάγγελμά των. Καὶ ἔτσι ἀντὶ τῶν ὀλίγων οἴκων ἀνοχῆς, τοὺς ὁποίους ἐπὶ κατοχῆς πρὸς διάκρισιν ἐκ τῶν ἄλλων οἰκιῶν μὲ κόκκινα βέλη έσημείωνον τὰ ξένα στρατεύματα, ἤδη ἀναρίθμητοι οἴκοι ἀνοχῆς ἱδρύθησαν. Δὲν εἶνε ὑπερβολὴ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁδὸς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχη ἕνα τοιοῦτον φανερὸν ἤ κρύφιον οἶκον τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας. Τίμιοι οίκογενειάρχαι μὲ πόνον ψυχῆς βλέπουν τὴν φωτιὰν τοὺ Ἅδου νὰ προσεγγίζη τὰ σπίτια των, βλέπουν παραπλεύρως τῆς οἰκίας των ἤ καὶ ἐντὸς τῆς οἰκίας, εἰς τὴν ὁποίαν διαμένουν, ἐγκατεστημένα τὰ νέα πορνεῖα, τὰ ἐργοστάσια τῆς ἀνομίας, βλέπουν καὶ ἀκούουν τὸν δαίμονα τῆς πορνείας νὰ διεγείρη καθημερινῶς τὰ τέκνα των, τοὺς υἱοὺς καὶ τὰς θυγατέρας των πρὸς τὴν ἀκόλαστον ζωήν. Εἰς κάποιαν ὁδὸν συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν, καθὼς ἐπληροφορήθημεν, οἱ κάτοικοι ἐπὶ τῆ εἰδήσει, ὅτι εἰς δωμάτιον ἔμελλε νὰ ἐγκατασταθῆ μία τοιαύτη δυὰς ἀνηθίκων γυναικῶν, ἐσήμανον συναγερμὸν καὶ ἐφύλαττον ἀλληλοδιαδόχως ἡμέραν καὶ νύκτα, ἵνα προλάβουν καὶ μὴ ἐπιτρέψουν τὴν ἐγκατάστασιν! Ἐκ δὲ λανθασμένης διευθύνσεως, τὴν ὁποίαν δίδουν οἱ πελάται τῶν νέων τούτων πορνείων εἰς τοὺς νέους πελάτας, γειτονικὰ σπίτια ἐταράχθησαν ἐκ τῆς ἐπισκέψεως ἀκολάστων ἀνδρῶν, συμπλοκαί, τραυματισμοὶ καὶ φόνοι ἀκόμη συνέβησαν ἐν τῆ ἀμύνη τῶν οικογενειαρχῶν ὑπὲρ τοῦ οίκογενειακοῦ των ἀσύλου, ὅπερ αἱ φλόγες τῆς ἁμαρτίας περιζώνουν πανταχόθεν.
Ὑπό τὰς συνθήκας αὐτὰς ἡ σωματεμπορία ἐξήπλωσε βαθύτερον τὰ σατανικά δίκτυά της καὶ συλλαμβάνει διαρκῶς καὶ νέα θύματα. Ρίπτει νέα ἄγκιστρα, ἐφευρίσκει νέα δολώματα πρὸς ἄγραν ἀφελῶν νεανίδων, ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας θαμπώνει μὲ τὴν βιτρίναν τῶν μεγαλουπόλεων, μὲ τὴν ὑπόσχεσιν μιᾶς ὀνειρώδους κινηματογραφικῆς ζωῆς ποὺ θὰ ζήσουν εἰς τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα ἀρκεῖ νὰ κάμουν μίαν ὑποχώρησιν εἰς τὴν ἠθικήν, εἰς τὰς «ἀπηρχαιωμένας» διατάξεις αὐτῆς! Ἐλεύθερος ἔρως, ἐλεύθερη γυναῖκα, μοντέρνα ζωή! Κανεὶς χαλινός, καμμία δέσμευσις. Ἰδοὺ τὰ συνθήματα τοῦ αἰῶνός μας. Οὕτως ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν τὸ κῦμα τῆς πορνείας κορυφοῦται καὶ ἀφρίζει. Ἀγέλαι πορνῶν περιφέρονται εἰς ὁδοὺς καὶ πλατείας καὶ προκαλοῦν τοὺς πάντας. Τὸ τὶ γίνεται εἰς τὰς προκυμαίας τῶν λιμένων κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐπισκέψεως τῶν ναυτῶν τῶν ξένων στόλων εἶνε κάτι τὸ ἀπερίγραπτον, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ αἰσχυνώμεθα ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ ὅλαι αἱ Ἑλληνίδες.
Εἰς διεθνὲς λοιπὸν πορνεῖον, εἰς πόλιν Σοδόμων καὶ Γομόρας τείνει νὰ μεταβληθῆ ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος;

* * *

Ἀθλία, ἀξία θρήνων πολλῶν, τῶν θρήνων ἑνὸς Ἱερεμίου, εἶνε ἡ ἠθικὴ κατάστασίς μας. Καὶ ὅμως τὸ κακὸν θὰ ἠδύναντο νὰ περισταλῆ μέχρι ἐξαφανισμοῦ, θὰ ἠδύνατο ἡ ὅψις τῆς Ἑλληνικῆς πρωτευούσης καὶ πάσης ἄλλης πόλεως νὰ ἀλλάξη ριζικῶς καὶ σεμνὴ καὶ ἱματισμένη ἐν λαμπρᾶ στολῆ ἁγνότητος νὰ παρουσιασθῆ καὶ πάλιν εἰς τὰ ὄμματα ἀνθρώπων καὶ ἀγγέλων ἡ Ἑλλάς. Πῶς; Ἐὰν ὑπῆρχε θέλησις, ἐὰν ὑπῆρχε πίστις εἰς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὅστις τὴν πορνείαν καὶ τὴν μοιχείαν καταδικάζει ὡς θανάσιμα ἁμαρτήματα, ἀναμφιβόλως θʼ ἀνελαμβάνετο ἀγὼν καθάρσεως τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ἀπὸ τὰ ἄγη ταῦτα ποὺ προκαλοῦν τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ ἐπὶ «τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας». Δυστυχῶς ἐπαρκῆ χῶρον διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν ἐδῶ τὸ πρόγραμμα ἑνὸς τοιούτου ἀγῶνος. Διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος πολλαὶ δυνάμεις θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιστρατευθοῦν, πολλὰ μέτρα θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν. Μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπειγόντως θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν, ἡμεῖς τολμῶμεν νὰ ὑποδείξωμεν συντόμως τὰ έξῆς:
ΙΔΡΥΣΙΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗΡΙΟΥ τῶν γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι παρεστράτησαν καὶ ζοῦν ἐκ τοῦ αἰσχροῦ ἐμπορίου τῆς ἰδίας σαρκός. Δὲν ἀγνοοῦμεν, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον ἀναμορφωτήριον εἰς κάποιαν συνοικίαν τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ μία φωτογραφία, ἡ ὁποία κατʼ αὐτὰς ἐδημοσιεύθη εἰς Ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα καὶ παρουσιάζει τὰς τροφίμους ἐπὶ στέγης τοῦ οἰκήματος καὶ διὰ τῆς ὅλης στάσεώς των νὰ προκαλοῦν τοὺς διαβάτας, ἀποδεικνύει, ὅτι τοιοῦτον ἀναμορφωτήριον δὲν δύναται νὰ λειτουργήση καὶ εὐδοκιμήση ἐν μέσω τῆς πρωτευούσης. Κάπου ἀλλοῦ πρέπει νὰ εἶνε. Μακρὰν τῶν πειρασμῶν, εἰς μίαν ἀπὸ τὰς ἐρημικὰς νησίδας ποὺ ἔχει ἡ Ἑλλάς, ἐκεῖ νὰ κτισθῆ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον συγκρότημα κτιρίων ὅπερ θὰ περιλαμβάνη κοιτῶνας, αἰθούσας διδασκαλίας, ἐργαστήρια, Ναὸν τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας. Συγκρότημα ἐφωδιασμένον μὲ ὅλα ἐν γένει τὰ μέσα εἰς τρόπον ὥστε αἱ δυστυχεῖς αὐταὶ ὑπάρξεις, οἱ καρποὶ καὶ τὰ θύματα τῆς σημερινῆς ἀθλιότητος τῆς κοινωνίας μας, νὰ εὕρουν στοργήν, νʼ ἀναβαπτισθοῦν εἰς τὴν κολυμβήθραν τῶν ὡραίων παραδόσεων τῆς Χριστιανικῆς, τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλάδος. Ὑπὸ τὴν πνοὴν ἐκλεκτῶν χριστιανῶν Ἑλληνίδων θὰ ἠδύνατο νὰ συντελεσθοῦν θαύματα.
Μία ἄλλη νησίς, ἡ χειροτέρα ἐξ ὅλων, νὰ ὁρισθῆ ὡς τόπος ἐξορίας τῶν ἀνδρῶν, τῶν ἀθλίων ἐκείνων ὑποκειμένων, τὰ ὁποῖα συλλαμβάνονται νὰ ἐξασκοῦν τὸ ἐπάγγελμα τῶν πορνοβοσκῶν καὶ μὲ σατανικὴν μαεστρίαν νὰ ἐξωθοῦν Ἑλληνίδας, ἀγάμους καὶ ἐγγάμους, εἰς τὸν ἀκόλαστον βίον. Εἰς τὰ θυλάκις ἑνὸς τοιούτου πορνοβοσκοῦ εὑρέθησαν 17 χιλιάδες δραχμαὶ – εἰσπράξεις μιᾶς καὶ μόνης ἡμέρας τῶν γυναικῶν τὰς ὁποίας αὐτὸς ὡς προστάτης… ἐξεμεταλλεύετο. Ἐκεῖ εἰς νησίδας ποὺ κτυποῦν τὰ ἄγρια κύματα τῆς θαλάσσης πρέπει νʼ ἀπομονωθοῦν ὡς ἐπικίνδυνοι διὰ τὴν ἠθικὴν ὑγείαν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας οἱ σωματέμποροι καὶ ἐκεῖ ὑπὸ αὐστηρὰν ἐπίβλεψιν νὰ ἐξαντλοῦν τὸν ἀνδρισμόν των θραύοντες χαλίκι διὰ τὴν ἐπίστρωσιν τῶν δημοσίων δρόμων.
Σφράγισις ὅλων τῶν προθαλάμων τῆς πορνείας, προθάλαμοι δὲ αἱ πολυτελέσταται αἴθουσαι τῶν κινηματοθεάτρων, εἰς τὰ ὁποῖα προβάλλονται ταινίαι καὶ παίζονται ἔργα τοιαύτης αἰσχρᾶς πλοκῆς, ὥστε ἡ θέα αὐτῶν ἀσφαλῶς θὰ ἔφερε τὸ ἐρύθημα καὶ εἰς τὰς παρειὰς τῶν Βάκχων καὶ τῶν σατύρων τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρείας. Πῶς τώρα νὰ σταθοῦν οἱ νέοι μας ἠθικὼς ὄρθιοι; Πίπτουν ἐλεεινὰ τῆς ἁμαρτίας πτώματα. Εἶνε γεγονός, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν παρακολούθησιν τοιούτων παραστάσεων οἱ νέοι μας ἐγκαταλείπουν τὰς αἰθούσας τῶν κινηματοθεάτρων καὶ σπεύδουν εἰς τὰ πορνεῖα καὶ ὡς πειναλέα ὄρνεα ἐπιπίπτουν ἐπὶ τῶν σαρκῶν. Διότι προηγήθη τῆς σωματικῆς πορνείας, ἡ πνευματικὴ πορνεία, ἡ διαφθορὰ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου.
Ἡ κατάργησις τῆς προικός. Ἕνεκα τῆς προικὸς παραμένουν ἀναγκαστικῶς ἄγαμοι χιλιάδες πτωχῶν Ἑλληνίδων, αἱ ὁποῖαι καὶ ἀποτελοῦν τὴν εὔκολον λείαν τῶν ἀπατεώνων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ ἰδανικοῦ ἐραστοῦ διὰ νʼ ἀποκαλυφθοῦν μετʼ ὀλίγον ὡς οἱ αἰσχρότατοι ἐκμεταλλευταὶ τῆς δυστυχίας των. Ἀλλὰ περὶ τῆς καταργήσεως τῆς προικὸς κατʼ ἐπανάληψιν καὶ ἐγράψαμεν καὶ ὡμιλήσαμεν, καὶ διʼ αὐτὸ δὲν ἐπεκτεινόμεθα περισσότερον.
Ὑγιὴς διαφώτησις τῆς ἐργαζομένης, μαθητιώσης καὶ στρατευομένης νεολαίας ἐπὶ τοῦ φλέγοντος διʼ αὐτὴν θέματος τῶν σχέσεων τῶν δύο φύλων, τονισμὸς τῆς ἀληθείας ὅτι ἡ σωφροσύνη τῶν νέων εἶνε ὑψίστη ἀρετή, ἡ χαλιναγώγησις τῆς γενετησίου ὁρμῆς ἀποτελεῖ ἀληθῆ πρόοδον ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ ἀκολασία ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει ὁ νεκροθάπτης λαῶν καὶ ἐθνῶν.

* * *

Ἀγαπητοί μας ἀναγνῶσται! Εἶνε τόσον ζωτικῆς σημασίας διὰ τὸ μέλλον τῆς φυλῆς μας τὸ θέμα, ὅπερ ἠνοίξαμεν, ὥστε καὶ ἄλλοτε πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπʼ αὐτοῦ. Τὸ παρὸν ἄρθρον ἐγράφη κυρίως διὰ νὰ δώση ἀφορμὴν εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πονοῦν τὸν τόπον τοῦτον καὶ δὲν θέλουν νὰ τὸν ἴδουν βυθιζόμενον κάτω ἀπὸ τὸν βοῦρκον τῆς ἀκολασίας καὶ διαφθορᾶς, νὰ δώση, λέγω, ἀφορμῆν εἰς ὅλους τοὺς πατριώτας, ἵνα σκεφθοῦν καὶ κινηθοῦν δραστηρίως πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ, πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ τρομεροῦ κινδύνου. Ἡμεῖς ἀνησυχοῦντες ὡς οἱ χῆνες τοῦ Καπιτωλίου, κραυγάζομεν. Εἴθε ἡ ταραχή μας, εἴθε ἡ φωνή μας νὰ ξυπνήση τοὺς φύλακας πρὶν ἤ ἔλθη ἡ ὥρα τοῦ τελικοῦ ὀλέθρου.

ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ -...

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΖ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2326

Καλλιστεια στο Πασαλιμανι – Η δικη

(†) Ἀντώνη Π. Ἰωαννίδη

Τὸ 1953 προηγήθηκε ἀρχικὰ ἕνας προκριματικὸς διαγωνισμὸς τῶν εἰδωλολατρικῶν καλλιστείων στὸ «Ρέξ» τῶν Ἀθηνῶν μὲ ἀποδοκιμασίες τῶν πιστῶν ἔξω ἀπὸ τὸ κινηματοθέατρο. Ἔπειτα, τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου 27 πρὸς Κυριακὴ 28 Ἰουνίου, ἔγινε ἡ κυρίως τελετὴ τῶν καλλιστείων στὸ παραθαλάσσιο κέντρο διασκεδάσεως «Ἀρζεντίνα» στὸ Καλαμάκι – Ἀθηνῶν, ὅπως εἴδαμε ἤδη. Αὐτὴ ἦταν ἡ κεντρικὴ καὶ ἐναρκτήρια ἐκδήλωσι μὲ δρακόντεια μέτρα ἀσφαλείας. Κατόπιν ἀκολούθησαν ἄλλες τέτοιες ἐκδηλώσεις σὲ συνοικίες, ὅπως ἡ ἀκόλου­θη. Στὶς 29 Αὐγούστου δηλαδή, Σάββατο βράδυ πρὸς Κυριακὴ 30 Αὐγούστου, θὰ γίνονταν καλλιστεῖα στὸν κινηματογράφο «Παλλὰς» στὸ Πασαλιμάνι τοῦ Πειραιῶς. Οἱ διαμαρτυρίες ἐπαναλήφθηκαν καὶ ἐδῶ ἀπὸ ἐργαζόμενα παλληκάρια τοῦ Πειραιῶς, ποὺ συνελήφθησαν καὶ μετὰ ἀπὸ δύο μῆνες, τὸν Ὀκτώβριο, γινόταν ἡ δίκη τους, γιὰ τὴν ὁποία ὁ π. Αὐγουστῖνος ἔγραψε ἄλλο ἄρθρο στὴ «Σπίθα»)

Ὁ πατὴρ Αὐγουστῖνος πονοῦσε γιὰ τὴν ἐκ­μετάλλευσι τῶν ἀνθρώπων καὶ εἰ­δικὰ τῶν γυναικῶν. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ἄρ­χιζαν νὰ καθιερώ­νωνται τὰ καλλιστεῖα. Ὁ Γέροντας τὰ ὠ­νόμαζε «ἐμπόριο λευκῆς σαρκός», καὶ ἄρχισε τὰ πύ­ρινα κηρύγματα γιὰ τὴν ἀφύπνισι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴ δρᾶσι μέσῳ συλλαλητηρίων γιὰ τὴ ματαίωσι τῶν καλλιστείων.

Περνώντας ὁ καιρὸς τὰ καλλιστεῖα φούν­τωσαν καὶ ὁ ἀγώνας ἄρχισε μὲ παλμό. Ἐγὼ ἤ­μουν ἐργένης, δὲν μὲ περίμενε κανείς. Μποροῦσα νὰ συμμετέχω σὲ ὅλους τοὺς ἀγῶνες.
Συνεχίζαμε, λοιπόν, τοὺς ἀγῶνες ἐνάντια στὰ καλλιστεῖα.

* * *

Θυμᾶμαι συγκεκριμένα γιὰ τὰ καλλιστεῖα ποὺ θὰ γίνονταν στὸ παραθαλάσσιο κέντρο «Ἀρ­ζεντίνα». Στὶς διαμαρτυρίες συμμετεῖχε πλῆθος λαοῦ, γι᾽ αὐτὸ ἡ κυβέρνησι ἔλαβε σκλη­ρὰ μέτρα. Ἂς σημειωθῇ, ὅτι τὰ καλλιστεῖα θὰ τὰ παρακολου­θοῦσε ὁ πρωθυπουργὸς τῆς χώρας Κων/νος Καραμανλῆς. Ἡ κυβέρνησι, φοβούμενη τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ἐπιστράτευσε ἀστυνομία, στρατό, καὶ τὸ πολεμι­κὸ ναυτικὸ ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν καλλιστείων. Ὁ λαὸς ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸν Γέροντα ἦταν χιλιάδες. Ἔγιναν μεγάλες ἐπιθέσεις, φασαρίες καὶ συλλήψεις. Πρῶτος ὅμως μεταξὺ τῶν κρατουμένων ὁ πα­τὴρ Αὐγουστῖνος.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ὁ χρονογράφος Δημήτρης Ψαθᾶς ἔγραψε στὸν Καραμανλῆ·
Εἶναι φοβερό· κατέβασες τὴν ἀστυνομία, τὸ ναυτικὸ καὶ τὸ στρατό· μόνο τὴν ἀεροπορία δὲν κατέβασες…
Ὡστόσο, παρὰ τοὺς ἀγῶνες μας, ἐκεῖ­νοι συ­νέχιζαν.

* * *

Εἶχαν βγάλει διαφημίσεις γιὰ νὰ ἐκλέξουν τὴν «Μὶς Σαρωνικός». Τὰ καλλιστεῖα ὡρίστηκε νὰ γίνουν στὸ Πασα – Λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ, στὸν θερινὸ κινηματογράφο «Παλ­λάς», λόγῳ καλοκαιριοῦ. Κομφερασιὲ ἦταν ὁ Ἴκαρος, ὁ πιὸ δοξασμένος στὴ δουλειά του.
Πῆγα λοιπὸν στὸν Γέροντα καὶ τὸν ἐ­νη­μέ­ρωσα. Τὸν παρακάλεσα ταπεινά, αὐ­τὴ τὴ φορὰ νὰ δράσουμε κάπως ἀλ­λιῶς. Νὰ μὴ διοργανώση συλλαλητήριο. Γιατί, παρὰ τὶς ταλαιπωρίες ποὺ περνούσαμε (συλλήψεις, ξύλο, δίκες), τὰ καλλιστεῖα δὲν ματαίωναν τὶς παραστάσεις. Τὸν θερμοπαρακάλεσα νὰ μὴν πῆ πουθενὰ τίποτα, οὔτε ἀκόμα στοὺς Ἀθηναίους ἀγωνιστάς. Νὰ ἀφήση μόνο ἐμᾶς τοὺς Πειραιῶ­τες νὰ μποῦμε μέσα στὴν αἴθουσα, ὁ καθένας μὲ εἰσιτήριο κανονικά, ὡς θεατής, καὶ ἐκεῖ μέσα νὰ δώσουμε τὴ μάχη γιὰ τὴ ματαίωσι. Τὸ δέχτηκε, μὲ τὴ συμβουλή·
–Νὰ εἶστε φρόνιμοι.

* * *

Ἦρθε ἡ Κυριακὴ τῶν καλλιστείων. Πήγαμε διακριτικὰ καὶ καλοντυμένοι περίπου 70 νέοι, ναυπηγοί, μηχανικοὶ καὶ ἐργάτες, ὅλα τίμια καὶ γενναῖα παιδιά. Τὰ χέρια ὅλων, ὅταν σὲ χαιρετοῦσαν, νόμιζες ὅτι ἦταν ξύλινα· τόσο δουλεμένα ἦταν.
Ἄρχισε ἡ μουσική. Καὶ ὁ Ἴκαρος, ἐμπειρότατος κομφερασιέ, ἄρχισε τὰ καλαμπούρια του καὶ τὴν παρουσίασι τῶν ἐπισήμων καλεσμέ­νων. Μετὰ ἔστησαν τὴν ἑλλανόδικη ἐπιτροπή, καὶ ὁ Ἴκαρος μᾶς ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ φωνάζουμε καὶ νὰ ἐπιδοκιμάζουμε τὶς κρίσεις τῆς ἐπιτροπῆς.
Ἀστυνομία δὲν ὑπῆρχε, ἀλλὰ γνωρίζαμε ὅτι ὅπου ὑπάρχει μεγάλη συγκέντρωσι, πάντα ὑ­πάρχουν καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀσφάλειας, ἀκόμα καὶ μπράβοι τοῦ ὑπόκοσμου.
Προχωροῦσαν λοιπὸν μία – μία οἱ ὑποψήφιες καὶ ὁ κόσμος χειροκροτοῦσε καὶ ἐπιδοκίμαζε. Ἀφοῦ προχώρησαν ἀρκετά, ἀρχίσαμε ἀ­πὸ διαφορετικὲς θέσεις ἐμεῖς νὰ φωνάζουμε «Αἶσχος». Ὁ Ἴκαρος ἀγρίεψε καὶ εἶπε στοὺς μπράβους νὰ προσέχουν. Οἱ μπράβοι κάτω ἀ­πὸ τὴ σκηνὴ ὅσους ἐπιχειροῦσαν ν᾽ ἀνέβουν τοὺς ξυλοκοποῦσαν. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἤμασταν σκληραγωγημένοι ὅλοι. Κάναμε σάλτο στὴ σκηνὴ καὶ τὰ σκηνικὰ διαλύθηκαν. Ἡ ἑλλανόδικος ἐπιτροπὴ πλήρωσε ὅπως τῆς ἔπρεπε. Ὁ Ἴκαρος λιποθύμησε. Οἱ ἀ­σφα­λῖτες, ποὺ ἄρχισαν νὰ χτυποῦν μὲ τὰ πολιτικά, ἔφαγαν ἀρ­κετὸ ξύλο, διότι δὲν τοὺς γνωρίζαμε. Εἰδοποιήθηκε ἡ ἀστυνομία καὶ ἔκλεισε τὶς πόρτες. Οἱ ὑποψήφιες κοπέλλες μάζεψαν στὴν ἀγκαλιά τους τὰ ροῦχα πανικόβλητες. Ἦρθαν πυροσβεστικές, σφύριζαν μὲ τὶς σειρῆνες, ὅλος ὁ Πειραιᾶς ἔτρεχε νὰ δῆ τί συμβαίνει.

* * *

Ὁ Γέροντας ἀπὸ νωρὶς ἔστειλε ὡρισμένους νέους ἔμπειρους νὰ παρακολουθοῦν ἀπ᾽ ἔξω καὶ νὰ τὸν εἰδοποιήσουν.
Σπάσαν οἱ τζαμαρίες τοῦ μπάρ. Ἡ ἀστυνομία ἄρχισε τὶς συλλήψεις. Τὰ καλλιστεῖα διαλύθηκαν ἄδοξα.
Τὰ μεσάνυχτα ἄνοιξαν τὶς πόρτες καὶ ὅλοι περνοῦσαν ἀπὸ ἔλεγχο. Συνέλαβαν 12 ἄτομα. Μᾶς κατέβασαν στὴ μεγάλη χειμερινὴ αἴθουσα καὶ μᾶς πέρασαν χειροπέδες. Βλαστημοῦ­σαν καὶ μᾶς χτυποῦσαν. Πήγαμε στὸ τμῆμα μὲ τὰ πόδια.
Ὁ Γέροντας στὶς 3 μετὰ τὰ μεσάνυχτα τηλεφώνησε στὸν ἐπίσκοπο τοῦ Πειραιᾶ. Τὸν ξύπνησε καὶ τοῦ εἶπε·
–Κοιμᾶσαι, εὐλογημένε; Σήμερα ἑορτάζουν οἱ 12 μάρτυρες, ποὺ μαρτύρησαν στὸ τάδε θέατρο γιὰ τὰ ἀντίχριστα καμώματα.
–Γι᾽ αὐτὸ μὲ ξύπνησες;
–Ὄχι, ἀλλὰ τὰ παιδιά σου, τὰ παιδιὰ τοῦ Πειραιᾶ, εἶναι φυλακισμένα στὸ τμῆμα. Πήγαινε νὰ δῆς τὸ ποίμνιό σου.
Ὁ δεσπότης ἦρθε στὸ τμῆμα καὶ μᾶς ρώτησε τί κάναμε. Τοῦ εἴπαμε ὅ,τι ἔγινε· ἀλλὰ τὸ παράπονό μας ἦταν, ὅτι ἀκόμα καὶ στὸ τμῆμα οἱ ἀστυνομικοὶ βλαστημοῦσαν τὰ θεῖα. Πῆγε στὸ γραφεῖο τοῦ διοικητοῦ καὶ ἐγγυήθηκε γιὰ μᾶς, ὅτι θὰ παρουσιαστοῦ­με στὸ δικαστήριο καὶ δὲν θὰ ἐξαφανιστοῦμε, καὶ μᾶς ἄφησαν ἐλεύθερους.

◊ Ἡ δίκη μας

Ὅταν ὡρίστηκε τὸ δικαστήριο ἐνεργήσαμε γιὰ νὰ βροῦμε δικηγόρο. Εἴπαμε στὸν κ. Μόσχο, ποὺ ἦταν στέλεχος τῆς «Ζωῆς» (ἐκείνη τὴ χρονιὰ ἦταν ἀντιπρόσωπος στὸ συνέδριο τῶν ἐκκλησιῶν). Ἡ ἀπάντησί του ἦταν·
–Δὲν ὑποστηρίζω ποτέ χριστιανοὺς ποὺ ἀγωνίζονται στὰ πεζοδρόμια.
Εἴπαμε στὸν κ. Ψαρουδάκη καὶ μᾶς εἶπε·
–Δὲν ἔρχομαι, γιατὶ δὲν θὰ κάνουμε τίποτα.
Οἱ κατηγορίες ἦταν πάρα πολλές· ματαίωσι τῶν καλλιστείων, μεγάλες ζημιὲς στὸ μπάρ, ξυλοδαρμὸς ἀστυνομικῶν κ.ἄ.. Ὁ Γέροντας, ἀφοῦ δὲν δεχόταν κανένας νὰ μᾶς ὑπερασπιστῆ, εἶπε ὅτι θὰ ἔρθη ἐκεῖνος·
–Στὸν Πειραιᾶ δίκασαν καὶ τὸν «Παπουλάκο», καὶ δὲν ἔβαλε συνήγορο· καὶ ὅταν τὸν ρώτησε ὁ πρόεδρος, ἀπάντησε ὅτι συνήγορο ἔχει τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

* * *

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν ὑπῆρχε δικαστικὸ μέγαρο στὸν Πειραιᾶ, γιατὶ εἶχε καταστραφῆ στὸν πόλεμο. Ἡ δίκη μας θὰ γινόταν σ᾽ ἕνα πολὺ μεγάλο κατάστημα παραπλεύρως ἀπὸ τὴν πλατεῖα τῆς Τερψιθέας. Τὸ δικαστήριο ἦ­ταν πενταμελές. Ἡ αἴθουσα ἦταν γεμάτη ἀ­σφυ­κτικά. Μέσα στὴν αἴθουσα ἔτυχε νὰ εἶναι παρὼν ὁ Σῖμος, ὁ ἀρχηγὸς τῶν ὑπαρξιστῶν. Ἔτρωγε κουλούρι, καὶ ὁ πρόεδρος διέταξε νὰ τὸν βγάλουν ἔξω λόγῳ ἀνάρμοστης συμ­περιφορᾶς.
Ἦρθε ἡ ὥρα. Μᾶς φώναξαν ἕναν – ἕναν καὶ τοὺς 12, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε χῶρος καὶ βολευτήκαμε ὄρθιοι. Μᾶς ρώτησε ὁ κ. πρόεδρος ἂν εἴχαμε δικηγόρο. Ὅταν ἀπαντήσαμε ἀρνητικά, πετάχτηκε ὁ πατὴρ Αὐγουστῖνος, λιτὸς καὶ ἀσκητικὸς ὅ­πως ἦταν πάντα. Παρουσιάστηκε μπροστὰ καὶ ἀνέλαβε ὅλη τὴν εὐθύνη ἐπάνω του. Ὁ κ. πρόεδρος τὸν ρώτησε τί γράμματα ξέρει.
–Τὰ γράμματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ξαφνικὰ ἕνας ψηλὸς ἡλικιωμένος καὶ ἐπιβλητικὸς κύριος, ποὺ ἤτανε δικηγόρος καὶ ἔ­τυχε νὰ βρίσκεται στὴν αἴθουσα ἐκείνη γιὰ μιὰ ἄλλη ὑπόθεσι, πῆρε τὸ λόγο καὶ εἶπε·
–Εἶναι περιττὸ νὰ συστηθῶ, γιατὶ μὲ γνωρίζετε πολὺ καλά. Ἄκουσα ποὺ διαβάζατε τὸ τρομερὸ κατηγορητήριο τῶν 12 νέων καὶ λαχτάρησα. Ἂν καὶ βρίσκομαι στὸ τέλος τῆς καριέρας μου, εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ ποὺ μοῦ δίδεται ἡ μοναδικὴ εὐ­καιρία νὰ ὑπερασπισθῶ τοὺς ἀξίους αὐτοὺς νέους, ἀνιδιοτελῶς. Πιστέψτε εἰς τὴν τιμή μου, ὅτι οὐ­δό­λως γνωρίζω τὸν παπου­λάκο καὶ τοὺς χαριτωμένους νέους κατηγορουμένους. Εἶναι ἡ εὐτυχέστερη ἡμέρα τῆς καριέρας μου, γιατὶ στὴν οὐσία θὰ ὑπερασπισθῶ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό…
Θὰ χρειαζόταν βιβλίο ὁλόκληρο γιὰ νὰ γραφῆ ἡ ἀγόρευσί του. Συγκινήθηκε ὅλο τὸ ἀ­κροατήριο. Ἡ αἴθουσα ἦταν γεμάτη μέχρι τὸ πεζοδρόμιο. Ἐκεῖ βρισκόταν ἕνας κουλαρᾶς καθηλωμένος μὲ τὸν ταβλᾶ στὸ κεφάλι του καὶ ἄκουγε δακρυσμένος. Ὁ εἰσαγγελέας, ὅ­ταν εἶδε τὰ δάκρυα τοῦ κουλουρᾶ (διότι ἡ ἐξ­έδρα τῶν δικαστῶν ἦταν ψηλή), μὲ συγκίνησι καὶ ἐκεῖνος σηκώθηκε ὄρθιος καὶ εἶπε·
–Συγκινεῖται ὁ λαός μας. Συγκινημένος καὶ ὁ κουλουρᾶς, μὲ τὸ βάρος τῆς τάβλας πάνω στὸ κεφάλι του, καθηλωμένος τρεῖς ὧρες, ἀψηφώντας ὅτι θὰ τοῦ μείνουν ἀπούλητα τὰ κουλούρια του.
Ἀνέφερε ἀκόμη ὅτι ἦταν καὶ ὁ ἴ­διος συγ­κινημέ­νος, γιατὶ καὶ ὁ ἀδελφός του πέθανε στὴν Ἀλβανία ὑπερασπιζόμενος τὴν πίστι καὶ τὴν πατρίδα.
Στὸ τέλος τῆς δί­κης ξανασηκώθηκε πάλι ὄρθιος καὶ εἶπε·
–Εἶμαι ὑποχρε­ωμένος νὰ κρίνω μὲ τὸ ῥω­μαϊκὸ δίκαιο. Ἀψηφώντας τὴν ἔκθεσι ποὺ θὰ μοῦ κάνουν, θὰ κρί­νω μὲ τὸ χριστιανικὸ δίκαιο. Κρίνω λοιπὸν ἀθῴους τοὺς νεαροὺς κατηγορουμένους. Καὶ προτρέπω τὴ νεολαία μας ν᾽ ἀκολουθήση μὲ γενναιότητα τὸν Χριστό, γιὰ νὰ δῆ ἡ πατρίδα μας καλύτερες μέρες.
Ἡ ἀγόρευσι τοῦ δικηγόρου μᾶς κατέπληξε. Τρεῖς ὧρες κράτησε! Χειμάρρος ὁρμητικός, καὶ χωρὶς νὰ ἔχη ἑτοιμαστῆ, διότι δὲν μᾶς γνώ­ριζε – τὸν Γέροντα τὸν γνώριζε μόνο ἐξ ἀ­κοῆς.
Ὅταν τελείωσε ἡ δίκη, ὁ σεβαστὸς Γέροντας ἀνέβηκε μαζί μας στὴν πλατεῖα Τερψιθέας. Τυχαῖα τότε κάποιος φωτογράφος μᾶς φωτογράφισε τὴν ὥρα ποὺ βαδίζαμε μαζί του. Αὐτὴ τὴ φωτογραφία σᾶς τὴν ἀποστέλλω. Μὲ τὴν πρώτη εὐ­καιρία ὁ Γέροντας ἔβγαλε τὴν «Σπίθα» μὲ τὸν τίτλο «Τὸ δάκρυ τοῦ λαοῦ» (φ. 149/Ὀκτ. 1953).

(†) Ἀντώνιος Π. Ἰωαννίδης

(Ἀποσπάσματα ἀπὸ σχετικὸ δημοσίευμα στὴν ἐφημερίδα «Χριστ. Σπίθα», φφ. 670 & 671/Φεβρουάριος- Μάρτιος 2009 σσ. 2-3 – 18-7-2020)

Ἐξιστορησι των επεισοδιων στην «Αρζεντινα» (απο την εφημεριδα «Χριστιανικη Δημοκρατια», φ. 5/2-7-1953)

 

Καλλιστια Χρ. Δημ.

(Τὸ βράδυ τῆς 27ης πρὸς τὴν 28η Ἰουνίου 1953 ὁ Χριστιανικὸς λαὸς ἔδωσε μιὰ ἱστορικὴ μάχη στὸ παρὰ τὸ Καλαμάκι – Ἀθηνῶν κοσμικὸ κέντρο «Ἀρζεντίνα», ὅπου ὑπὸ ἰσχυρὴ ἀστυνομικὴ προστασία διεξήχθη ἡ εἰδωλολατρικὴ ἑορτὴ τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς προαγωγείας τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, ἡ ἐπονομαζομένη –πρὸς ἐξαπάτησιν τῆς κοινωνίας– «Καλλιστεῖα»)

Ἡ διενέργεια τῶν Καλλιστείων προκάλεσε διαμαρτυρίας ἀ­πὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς χώρας, Χριστιανικῶν καὶ μὴ Σωματείων, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἐδόθη ἡ πρέπουσα σημασία ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο ὁδήγησε τὸν Χριστιανικὸν Σύλλογον «Μέγας Ἀθανάσιος» νὰ προβῆ εἰς τὰς γνωστὰς ἀποδοκιμασίας ἔξω ἀπὸ τὸ «ΡΕΞ» κατὰ τὸν προκριματικὸν διαγωνισμὸν τῶν Καλλιστείων. Παρὰ ταῦτα ὅμως οἱ ἁρμόδιοι «ἀγρὸν ἠγόρασαν». Τέλος, ἡ φαυλότης καὶ ὁ ἀντιχριστιανισμὸς τοῦ σημε­­ρινοῦ χρεωκοπημένου ὑλιστικοῦ Κράτους ἀπεκορυφώθη ὅ­ταν ἔ­γραφε στὰ παληά του τὰ παπούτσια τὸ διάβημα τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκ­κλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐζήτησε τὴν κατάρ­γησιν τῶν προαγωγικῶν καὶ ἀντιχριστι­ανικῶν καλλιστείων.
Τὰ χριστιανικὰ Σωματεῖα τοῦ «Μεγάλου Ἀθανασίου» καὶ «Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» ὀργάνωσαν τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ κακοῦ. Τὸ κακὸν ἀντιμετωπίσθη διὰ δύο μέσων, α΄) τῆς προσευχῆς καὶ β΄) τῆς διαμαρτυρίας.
Ὁ λαὸς προσεύχεται. Ὑπέροχος μεγαλειώδης καὶ συγ­­κινητικὴ ἦ­το ἡ συγκέντρωσις στὸν ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου [Ψυρρῆ] Ἀθηνῶν. Εἰδοποιημένοι ἀπὸ ἔκτακτη ἔκδοσι τῆς «Σπίθας», ἄρχισαν ἀπὸ νωρὶς νὰ προσέρ­χων­ται στὸ ναὸ γιὰ τὴν ὁλονύκτια προσευχή. Στὶς 9 μ.μ. ὁ ναὸς ἤτανε κι᾽ ὅλας πλήρης.

Γυναῖκες, παιδιά, ἄνδρες καὶ νέοι, ὅλοι ἄνθρωποι ἁπλοῖ, βιοπαλαισταί, ἁγνοί, ὅπως εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, μὲ πίστη καὶ κατάνυξη, γονατιστοὶ προσηύχοντο στὸ Θεὸ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς εἰρήνης, νὰ φωτίση μικροὺς καὶ μεγά­λους νὰ βροῦν τὸ δρόμο Του, νὰ ξυπνήσουν ἀπὸ τὴ νάρκη τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀμάθειας καὶ νὰ γνωρίσουν τὸ φῶς Του καὶ τὸ θέλημά Του. Προσηύχοντο ἄνθρωποι ἄσημοι, ἄν­θρωποι φτωχοί, ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία τῶν μεγά­λων, τῶν σπουδαίων, τῶν διασήμων, τῶν πλουσί­ων, τῶν ἀριστοκρατῶν!… Πόσο εἶχε δίκηο ὁ Παῦλος: «τὰ μω­ρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σο­φοὺς καταισχύνῃ καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρὰ καὶ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ…» (Α΄ Κορ. Α΄, 27-27).
Οἱ ὧρες περνοῦσαν εὐλαβικὰ στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ ὧρες περνοῦσαν ἀνίερα στὸ κοσμικὸ ἄντρο τῆς Ἀφροδίτης στὸ Καλαμάκι. Ἐκεῖ, οἱ μεγάλοι, οἱ ἐπίσημοι, οἱ εὐ­γενεῖς, οἱ ἀριστοκράται, προσήρχοντο μέσα σὲ ἀπαστράπτουσες λιμουζίνες, ποὺ κυλοῦνε σὰν αὔρα στὴν ἄσφαλτο, ντυμέ­νοι μὲ «αὐστηρῶς ἐπίσημον ἔνδυμα» καὶ ἔχον­τες στὰ ἀριστερά τους ἁβρὲς γλυκοχαμογελοῦσες κυρίες μὲ ἔξωμες τουαλέτες καὶ διαμαντικὰ καί, μὲ λαιμαργία, κυττάζουν τὸ ρολόι τους γιὰ τὴ μεγάλη στιγμή! Μαζεύτηκαν ἐ­κεῖ νεαροὶ καὶ γεροπαραλυμένοι δανδῆδες γιὰ νὰ διασκεδάσουν τὴν ἀνία καὶ τὴν πλῆξι τους καὶ γιὰ νὰ ἐπιδείξουν τὰ ἄνομα πλούτη τους. Στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ προσήρχοντο φτωχοὶ καὶ ἄσημοι γιὰ νὰ γονατίσουν εὐλαβικὰ στὸν ἀληθινὸ Θεό· στὸ ναὸ τοῦ Διαβό­λου καὶ τῆς διαφθορᾶς, προσῆλθον οἱ πλουτοκράται καὶ οἱ ἐπίσημοι γιὰ νὰ γονατίσουν πορνικὰ μπροστὰ σὲ ἀσεβεῖς γυναῖκες – ποὺ ἀφήνουν τὸ παιδί τους στὴν παραμάνα κι᾽ αὐτὲς γυρίζουν στὰ θέατρα καὶ τοὺς χοροὺς καὶ τὸ σπίτι τους τὸ ἀ­φή­νουν ἔρημο – γιὰ νὰ φιλήσουν ἄνομα χέρια καὶ νὰ χειροκροτήσουν ἕνδεκα ἡμίγυμνες νεαρὲς Ἑλληνίδες! Μαζὶ μὲ τοὺς νέους ἀριστοκράτες τῆς διαφθορᾶς, τῆς κλο­πῆς καὶ τοῦ ἐκφυ­λισμοῦ, κατρακυλοῦσαν πρὸς τὸ «δεικτήριον» τοῦ κέντρου τῆς «Ἀρ­ζεν­τίνας», οἱ ἕνδεκα Ἑλληνίδες ποὺ ὁ διάβολος μὲ τὸ ἐπίσημον ἔνδυμα εἶχεν ἁρπάξει μὲ ἀπατηλὲς ὑποσχέσεις ἀ­πὸ τὴν ἀγκάλην τῆς οἰκογενείας των διὰ νὰ τὶς ὁδηγήση εἰς τὸ πρῶτο στάδιο τοῦ κατήφορου. Ἐκεῖνες θὰ παρουσιάζοντο ἡ­μίγυμνες μπροστὰ στὰ λάγνα λάγνα βλέμματα τῶν «θηλυμα­νῶν ἵπ­πων» τῆς ἀριστοκρατίας, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἄλλα κορίτσια μὲ ὀμορφιὰ ἀληθινὴ παρουσιάζοντο μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς εὐλαβείας, τῆς σε­μνότητος καὶ τῆς ἀρετῆς μπροστὰ στὸν ὁ­λο­φώτεινο νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Σω­τῆρα τοῦ κόσμου Ἰησοῦν Χριστόν.
Εἰς τὰς 11.30΄ μ.μ. ὁ Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Καν­τιώτης ἀνεβαίνει εἰς τὸν ἄμβωνα καὶ μὲ ἐμπνευσμένα λόγια καυτηριάζει τὴν ἀνηθικότητα καὶ τὴν ὑποκρισία ἡ ὁποία ἀποσυνθέτει τὴν κοινωνία καὶ ὁδηγεῖ τὸ ἔθνος μας στὴν καταστροφή. Οἱ Χριστιανοί, τονίζει, πρέπει νὰ ξυπνήσουν διότι ἡ πνευματική μας κληρονομία κινδυνεύει. Κατόπιν ἐν μέσῳ γενικῆς ἀγωνίας καὶ συγκινήσεως δίδει τὸ σύνθημα:
–Μόνον οἱ γέροντες νὰ μείνουν ἐδῶ, ὅλοι οἱ ἄλλοι, στὸ Καλαμάκι. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἐμπρὸς νὰ ρίψωμεν τὴν σημαία τοῦ Σατανᾶ καὶ νὰ ὑψώσωμεν τὴν σημαίαν τοῦ Θεοῦ!
Ὁλόκληρον τὸ ἐκκλησίασμα δέχθηκε μὲ ἀνακούφιση τὴν προτροπὴ αὐτή. Ἕνας ἀληθινὸς χριστιανός, ὁ νεαρὸς Χρῆ­στος Κωνσταντόπουλος ἀπὸ τὴν Καλαμάτα, ἀναφωνεῖ:
–Ἀδελφοί, ὅλοι στὸν ἀγῶνα!
Σὲ λίγα λεπτὰ ὅλοι οἱ δυνάμενοι πῆραν τὸ δρόμο γιὰ τὸ Καλαμάκι. Ὁ Αὐγουστῖνος Καντιώτης, οἱ ἱερεῖς: Παπαντώνης Δ., Κομπούγιας Ἀ., Γιαννόπουλος Χ., Μουστάκας Χ. καὶ ὁ Διευθυντής μας κ. Ν. Ψαρουδάκης ἐπιβιβάζονται ἐπὶ ἑνὸς ταξὶ καὶ κατευθύνονται πρὸς τὸ Καλαμάκι.
Πρὸ τῆς «Ἀρζεντίνας». Σὲ λίγα λεπτὰ τὸ ταξὶ εὑρίσκετο εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης. Πλήθη λαοῦ καὶ ἀστυνομικῶν εὑρίσκοντο πρὸ τῆς «Ἀρζεντίνας». Ὑπολογίζονται οἱ διαδηλωταὶ περὶ τοὺς 1.000 οἱ δὲ ἀστυνομικοὶ περὶ τοὺς 300. Οἱ διαδηλω­ταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει ὁδηγίας νὰ εὑρίσκονται ἀπὸ ἐνωρὶς ἐκεῖ, εἶχον ἐφοδιασθεῖ μὲ ροκάνες, τενεκέδες, κουδούνια καὶ ἄλλα θορυβώδη ἀντικείμενα, μὲ τὰ ὁποῖα δημιουργοῦσαν ἐκ­κοφαντικὸν θόρυβον ἐνῷ συγχρόνως ἐκραύγαζον ἐπὶ τῇ θέᾳ τῶν διερχομένων πολυτελῶν αὐτοκινήτων τῆς ἀριστοκρατίας «Αἶσχος!» καὶ ἄλλα παρόμοια. Ταυτοχρόνως ἄλλοι ἐκράτουν μεγάλα πανὼ μὲ τὰ συνθήματα: «Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι Χόλλυγουντ», «Οἱ νεκροί μας διαμαρτύρον­ται», «Σώσατε τὰς Ἑλληνίδας ἀπὸ τὸν ἐξευτελισμόν», «Τὰ Καλλιστεῖα ἔξω τῆς Ἑλλάδος» κ.ἄ..
Ἰδιαίτερον τόνον ἔδωσε εἰς τὴν ὅλην διαμαρτυρίαν ἡ ἐμφάνισις φωταγωγημένου ἱστιοφόρου ἀπὸ τὸ ὁποῖον μὲ μεγάφωνον ἀπεστέλλετο εἰς τὴν ξηρὰν ἡ διαμαρτυρία: «Αἶσχος γιὰ τὰ Καλλιστεῖα».
Πέντε μέλη τοῦ Χριστιανικοῦ Συλλόγου «ὁ Μέγας Ἀθανάσιος» εἶχαν προμηθευθεῖ εἰσιτήρια μὲ σκοπὸ νὰ ἀποδοκιμάσουν ἀπὸ μέσα τὰ καλλιστεῖα καὶ στὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ δώσουν τὸ σύνθημα στὸ λαὸ ποὺ περίμενε ἀπ᾽ ἔξω. Δυσ­τυχῶς, εἴτε ἐπειδὴ τὸ ἔνδυμά τους δὲν ἦταν αὐστηρῶς ἐπίση­μον εἴτε διότι ἐθεωρήθησαν ὕποπτοι –δὲν ἦσαν βλέπετε κοιλαράδες, οὔτε εἶχαν χρυσὲς καδένες, οὔτε συνόδευαν ἡμίγυμνες «ντάμες»– δὲν τοὺς ἐπετράπη ἡ εἴσοδος, ἕνας δὲ ἐξ αὐτῶν συνελήφθη καὶ ἐκρατήθη μέχρι τῆς πρωΐας. Ἔτσι, ὅταν τὸ ἱστιοφόρον ἐνεφανίσθη εἰς τὴν παραλίαν μὲ τὸν φωτεινὸν σταυρὸν καὶ ἔδωσε τὸ σύνθημα μὲ τὸ μεγάφωνον, οἱ «πέντε» δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὴν προκαθωρισμένη θέσιν των διὰ νὰ ἀρ­χίσουν τὴν ἀποδοκιμασίαν. Οἱ ἑκατοντάδες τῶν διαδηλωτῶν, ἀφοῦ ἐπερίμεναν ἐπ᾽ ὀλίγον ματαίως τὸ σύνθημα ἀπὸ τὴν «Ἀρζεντίναν», ἤσκησαν πρωτοβουλίαν καὶ ἤρχισαν τὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν «Καλλιστείων» μὲ κραυγὰς καὶ μὲ τεχνικὸν θόρυβον, μὲ ροκάνες, κουδούνια κ.τ.λ..
Ὁ αἰφνιδιασμός. Περὶ τὴν 12ην τὸ ἀνωτέρω ταξὶ μὲ τοὺς 5 κληρικοὺς καὶ τὸν διευθυντήν μας κ. Ν. Ψαρουδάκην, ἐπλησίασε τὴν ζώνην τῶν ἀστυνομικῶν ποὺ ἐπροστάτευε τὴν «Ἀρ­ζεντίνα» καὶ οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἀπασχολήσεώς των μὲ τὸ πλῆθος, δὲν ἀντελήφθησαν ποῖοι ἐπέβαινον τοῦ αὐτοκινήτου καὶ τὸ ἄφησαν νὰ περάση. Ἔτσι τὸ ταξὶ ἐστά­θμευσε πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ κέντρου καὶ αἰφνιδίως ἐνεφανίσθησαν πρὸ τῶν ἐκπλήκτων ἀστυνομικῶν πέντε ἱερεῖς καὶ ὁ Διευθυντὴς μας κραυγάζοντες: «Αἶσχος γιὰ τὰ Καλλιστεῖα!».
Ὁ αἰφνιδιασμὸς αὐτὸς ἐξῆρε τὸν «ζῆλον» τῶν ἀστυνομικῶν οἱ ὁποῖοι ἐπέπεσαν κατὰ τῶν ἱερέων ὡς «κῦνες λυσσῶντες»! Μὲ ὑστερικὴν μανίαν ἤρχισαν νὰ τοὺς κτυποῦν καὶ νὰ τοὺς σπρώχνουν. Περισσότερον ἐστράφησαν κατὰ τοῦ Ἀρχιμ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, ὁ ὁποῖος πρὸς στιγμὴν θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸ «ἄντρον» τῆς «Ἀρζεντίνας». Δύο ἀστυνομικοὶ «χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι» τὸν ἐκράτησαν ἀπὸ τὰς χεῖρας, ἐνῶ ἕνας τρίτος, «χριστιανὸς ὀρθόδοξος» καὶ αὐτός, τὸν ἐχτυποῦσε στὴν πλάτη. Ὁ μικρόσωμος καὶ καχεκτικὸς Αὐ­γουστῖνος θὰ ἔπεφτε κάτω ἂν δὲν εὑρίσκετο ἐκεῖ ἕνα δένδρον εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐστηρίχθη.
Ὁ Διευθυντής μας κ. Ψαρουδάκης ἔτρεξε καὶ ἐκράτησε τὰς χεῖρας τοῦ «μαινομένου» ὀργάνου τῆς «χριστιανικῆς» μας Πολιτείας, ὁπότε ἐδέχθη καὶ ἐκεῖνος τὰς «ἁβρότητας» τῶν ἄλλων ἀστυνομικῶν. Τότε, παρ᾽ ὅλον ὅτι μποροῦσε νὰ τοὺς ἀποδώση τὰ ὅμοια, ἀντιμετώπισε τὴν βαναυσότητά τους μὲ ἀπόλυτη ψυχραιμία, ἀρκεσθεὶς νὰ τοὺς πῆ: «Μὴν ἐκμεταλλεύεσθε τὴν Χριστιανική μας ἰδιότητα καὶ μᾶς χτυπᾶτε. Ἔχουμε κι᾽ ἐμεῖς γροθιές, ἀλλὰ ποτέ δὲν θὰ μᾶς ἀναγκάσετε νὰ μεταχειρισθοῦμε βία στὴ βία. Ὁ ἀγώνας μας εἶναι πνευματικὸς καὶ μὲ πνευματικὰ μέσα ἀγωνιζόμαστε».
Βανδαλισμός. Ἡ ὅλη σκηνὴ μόνον ἐποχὴν Νέρωνος καὶ Καλλιγούλα δύναται νὰ ὑπενθυμίση. Διότι ἐπρόκειτο περὶ πραγματικοῦ διωγμοῦ. Δὲν ἦτο πλέον αὐτὴ ἐκτέλεσις καθήκοντος. Ἦτο ἐπίθεσις ἀντιθέων καὶ ἀσεβῶν ἀτόμων τὰ ὁποῖα ἡδονίζοντο εἰς τὴν χρῆσιν τῆς βίας, ὅπως οἱ ἐντὸς τῆς «Ἀρζεντίνας» δανδῆδες ἡδονίζοντο στὴ θέα τῶν ἡμιγύμνων ἑλληνίδων. Πῶς ἀλλιῶς νὰ ἐξηγήσουμε τὴ στάσι τῶν ἀστυνομικῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐτραβοῦσαν τὰ γένια τῶν λειτουργῶν τοῦ Ὑψίστου καὶ τοὺς ἀποκαλοῦσαν «τραγογένηδες», ποδοπατοῦσαν ἐπὶ τῆς γῆς τὰ χριστιανόπουλα καὶ ἔσπρωχναν μὲ πρωτοφανῆ βαρβαρότητα γέροντας μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ κορίτσια σεμνὰ καὶ ἀνέβγαλτα. Δὲν ὑπερβάλλομεν τὰ πράγματα. Εἶναι γεγονότα αὐτὰ ποὺ γράφομε. «Ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία» (Ἰωάν. ιθ΄, 35).
Καταγγέλλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ γεγονότα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν στίγμα διὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀστυνομίαν. Δὲν ζητοῦμεν τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων –αὐτὸ σὲ ἄλλους ταιριάζει νὰ τὸ ζητήσουν–, ζητοῦμεν τὴν μετάνοιάν των. Γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἤξεραν τί ἔκαναν. Εἶναι καὶ αὐτοὶ παιδιὰ τῆς «πονηρᾶς καὶ μοιχαλίδος» σημερινῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ κράτους τῶν ἐκμεταλλευτῶν καὶ τῶν «ἐμπόρων», οἱ ὁποῖοι θέλουν τέτοια τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας γιὰ νὰ μποροῦν ἀνενόχλητοι νὰ κάθονται στοὺς θρόνους των. Ὅταν μιὰ μέρα ἡ Πολιτεία θὰ εἶναι πραγματικὰ χριστιανική, τότε ὅλοι θὰ ξέρουν πὼς ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινὸς νόμος: ἡ ὑπηρεσία, σὲ κάθε στιγμή, τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ.
Οἱ εὐσεβεῖς στὴν φυλακή, οἱ ἀσεβεῖς στὴν πίστα. Μετὰ τὴν σύλληψί τους οἱ ἱερεῖς ὁδηγήθησαν εἰς τὸ ΙΒ΄ Ἀστυνομικὸν Τμῆμα ὅπου εὑρίσκοντο καὶ ἄλλοι συλληφθέντες προηγουμένως. Συνολικῶς συνελήφθησαν 52 ἄτομα τὰ ὁποῖα ἐκρατήθησαν μέχρι τῆς λήξεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Σατανᾶ.
Οἱ συλληφθέντες ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω εἶναι καὶ οἱ κάτωθι: Πετράκης Δ. διάκονος, Αἰκ. Πίκουλη, Κυρ. Μαντέλλου, Μ. Μπάρδιπ, Λ. Παπαστυφίδου, Δ. Παπασπυρίδη, Μ. Κόκορη, Ι. Κόκκορης, Ν. Καραγκιόζης, Λ. Σούλης, Π. Δημανόπουλος, Ε. Κουτσούρης, Κ. Διπλαράκης, Κ. Τριανταφυλλόπουλος, Ε. Βλασσόπουλος, Κ. Γεωργιάδης, Ἐμμ. Γιανναδόπουλος, Χρ. Κωνσταντόπουλος, Αν. Κοντομέρκος, Δ. Νικολοῦτσος, Ὁ. Σωτηρίου, Μ. Κουτρουμπής, Ν. Πρόκος, Κ. Χαραλαμπίδης, Λ. Καραβᾶς, Β. Σταυράκη, Εὐτ. Σταύρου, Στ. Σπίνη, Μαγδ. Ἀρναούτη, Μ. Ξυραφᾶ, Μ. Παπακωνσταντίνου, Σ. Ξυραφᾶ, Χαρ. Σαλαμπόσογλου, Ἰ. Ἁγιοπετρίτης, Ν. Μαργωμένος, Δ. Σκανάβης, Χ. Παπα­νικολάου, Ἰ. Χονδρός, Σπ. Χατζήμπεης, Γ. Μουζανίτης, Πασχ. Θεοδωρακίδης, Γ. Κούρσαρης, Δ. Μακρῆς, Καλ. Ψωμᾶ, Ὄλγα Πολυχρονάκη, Αἰκ. Κουρβούση, Λ. Φερεντίνου, Σοφ. Φερεντίνου, Θ. Ἰωάννου, Ἐμμ. Σελίνης, Ν. Μαρτάκος, Α. Μαρτάκου.
ἐφημ. «Χριστιανικὴ Δημοκρατία»

(Ἀποσπάσματα ἀπὸ σχετικὸ δημοσίευμα στὴν ἐφημερίδα «Χριστιανικὴ Δημοκρατία», φ. 5/2-7-1953, στὴ γλῶσσα καὶ ὀρθογραφία τῆς ἐφημερίδος)

ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ
ΣΥΝΤΑΣΣΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΑΘΗΝΑΙ 2 ΙΟΥΛΙΟΥ 1953 ΝΙΚΗΤΑΡΑ 7 ΤΗΛ. 22368
ΕΤΟΣ Α΄ ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 5 ΤΙΜΗ_ΦΥΛΛΟΥ ΔΡΑΧ. 1.000

ΛΥΣΣΑΛΕΑ ΕΠΙΘΕΣΙΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΟΠΛΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΖΑΝ ΤΑ ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΝ ΝΑ ΠΝΙΞΟΥΝ ΜΕ ΒΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

  • ΥΒΡΙΣΤΗΚΑΝ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΗΘΗΚΑΝ ΔΕΚΑΔΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ 6 ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» κ. Ν. ΨΑΡΟΥΔΑΚΗΣ
  • ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΒΟΛΗ ΠΟΔΟΠΑΤΗΣΑΝ ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΝΙΑΤΑ, ΕΠΕΙΔΗ ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΤΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ
  • ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Η ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ ΟΡΓΙΑΖΕ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΑ ΤΗΣ «ΑΡΖΕΝΤΙΝΑΣ», ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ΕΣΕΡΝΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΝΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΚΛΕΙΝΑΝ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ
  • ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΧΟΛΛΥΓΟΥΝΤ;

Ὁ Χριστιανικὸς λαὸς ἔδωσε μιὰ ἱστορικὴ μάχη τὸ βράδυ τῆς 27ης πρὸς τὴν 28ην Ἰουνίου ἐ.ἔ. εἰς τὸ παρὰ τὸ Καλαμάκι κοσμικὸν κέντρον «Ἀρζεντίνα» ὅπου ὑπὸ ἰσχυρὰν ἀστυνομικὴν προστασίαν διεξήχθη ἡ εἰδωλολατρικὴ ἑορτὴ τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς προαγωγείας τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, ἡ ἐπωνομαζομένη, διὰ τὴν ἐξαπάτησιν τῆς κοινωνίας, «Καλλιστεῖα».
Ἡ μάχη αὐτὴ ἐδόθη καὶ ἐκερδήθη εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν καὶ οἱ διοργανωταὶ τῶν «Καλλιστείων» ἔλαβαν πολὺ πικρὰν πεῖραν τῆς λαϊκῆς ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ ἀνοσίου ἔργου των, ἡ ὁποία ἂς ἐλπίσωμεν, θὰ τοὺς γίνη μάθημα διὰ τὸ μέλλον. Ὁ λαὸς ἀπέδειξε διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ὅτι εἶναι κύριος εἰς τὸ σπίτι του καὶ ὅτι εἶναι ἀποφασισμένος νὰ καθαρίση σιγὰ – σιγὰ τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου ἡ ὁποία σχηματίστηκε εἰς τὴν σημερινὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν προδοσίαν τῆς ἡγεσίας του, πολιτικῆς, οἰκονομικῆς καὶ πνευματικῆς καὶ ἀπὸ τὴν ἰδικήν του ἀνοχὴν καὶ ἀδράνειαν.
Ἡ μάχη, διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς ὀργανωμένης προκλήσεως κατὰ τοῦ χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων τῆς φυλῆς, ἀπετελεῖτο ἀπὸ δύο μέρη: α΄) τὴν προσευχὴν καὶ β΄) τὴν διαμαρτυρίαν καὶ ἤχθη εἰς πέρας ἀπὸ τὸν χριστιανικὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Περιχώρων πρωτοστατούντων τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων χριστιανικῶν σωματείων «Μέγας Ἀθανάσιος» καὶ «Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής». Καὶ κατὰ τὰ δύο στάδια, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς διαμαρτυρίας, ὁ χριστιανικὸς λαὸς ἐπέδειξε πλήρη συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς του καὶ τῆς χριστιανικῆς του ἰδιότητος καὶ ἤρθη εἰς ὕψος πράγματι ἡρωϊκόν. Κατόρθωσε καὶ αὐτῶν ἀκόμα τῶν ἀσεβῶν νὰ ἀποσπάση τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν. Εὖγε εἰς τὸν χριστιανικὸν λαὸν ὁ ὁποῖος γονατιστὸς προσηύχετο εἰς τὸν Θεὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ ὁ ὁποῖος κατόπιν ἀντιμετωπίζων, χωρὶς ἀνταπόδοσιν, τοὺς βανδαλισμοὺς τῶν ἀστυνομικῶν, ἐξέφρασε εἰρηνικὰ ἀλλὰ ἔντονα καὶ ἀποφασιστικὰ τὴν ἀγανάκτησίν του κατὰ τῆς ὀργανωμένης προκλήσεως τοῦ κράτους τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀνόμου Ἀριστοκρατίας.

ΠΩΣ ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν τὰ γεγονότα ὅπως συνέβησαν: Ὅπως εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ἡ διενέργεια τῶν Καλλιστείων προκάλεσε διαμαρτυρίας ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς χώρας, Χριστιανικῶν καὶ μὴ Σωματείων, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἐδόθη ἡ πρέπουσα σημασία ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο ὁδήγησε τὸν Χριστιανικὸν Σύλλογον «Μέγας Ἀθανάσιος» νὰ προβῆ εἰς τὰς γνωστὰς ἀποδοκιμασίας ἔξω ἀπὸ τὸ «ΡΕΞ» κατὰ τὸν προκριματικὸν διαγωνισμὸν τῶν Καλλιστείων. Παρὰ ταῦτα ὅμως οἱ ἁρμόδιοι «ἀγρὸν ἠγόρασαν». Τέλος, ἡ φαυλότης καὶ ὁ ἀντιχριστιανισμὸς τοῦ σημερινοῦ χρεωκοπημένου ὑλιστικοῦ Κράτους ἀπεκορυφώθη ὅταν ἔγραφε στὰ παληά του τὰ παπούτσια τὸ διάβημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τῶν προαγωγικῶν καὶ ἀντιχριστιανικῶν καλλιστείων.
Ὅταν μιὰ Κυβέρνησις ἀγνοεῖ τὴν φωνὴν τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καὶ πράττει ἀντίθετα πρὸς αὐτήν, τότε παύει νὰ εἶναι Κυβέρνησις Χριστιανικὴ καὶ κατὰ συνέπειαν παύει νὰ ἀντιπροσωπεύη τὸν λαὸν ὁ ὁποῖος παραμένει πιστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του, τὴν πνευματικήν του κληρονομίαν καὶ εἰς τὰς οἰκογενειακάς του παραδόσεις. Ἡ Κυβέρνησις ἀγνοήσασα τὴν φωνὴν τῆς Ἐκκλησίας δηλ. τὴν φωνὴν τοῦ Χριστοῦ, αὐτομάτως ἐξέπεσε τῆς κυριαρχικῆς της θέσεως καὶ αἱ ἀποφάσεις της δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι σεβασταὶ ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, τῶν ὁποίων ἡ πίστις ἐτίθετω ἐν κινδύνω, κατὰ τὸν κανόνα: «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῶ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» (Πράξ. ε΄, 29). Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψι αὐτὴ ἡ ὁποία ἔχει καὶ θρησκευτικὴν καὶ νομικὴν βάσιν, ἐκινήθησαν τὰ χριστιανικὰ Σωματεῖα τοῦ «Μεγάλου Ἀθανασίου» καὶ «Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» καὶ ὀργάνωσαν τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ κακοῦ.
Ὅπως εἴπαμε, τὸ κακὸν ἀντιμετωπίσθη διὰ δύο μέσων, α΄) τῆς προσευχῆς καὶ β΄) τῆς διαμαρτυρίας.

Ο ΛΑΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ

Ὑπέροχος μεγαλειώδης καὶ συγκινητικὴ ἦτο ἡ συγκέντρωσις στὸν ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Περιχώρων, εἰδοποιημένοι ἀπὸ ἔκτακτη ἔκδοσι τῆς «Σπίθας», ἄρχισαν ἀπὸ νωρὶς νὰ προσέρχωνται στὸ ναὸ γιὰ τὴν ὁλονύκτια προσευχή. Στὶς 9 μ.μ. ὁ ναὸς ἦτανε κι᾽ ὅλας πλήρης. Γυναῖκες, παιδιά, ἄνδρες καὶ νέοι, ὅλοι ἄνθρωποι ἁπλοῖ, βιοπαλαισταί, ἁγνοί, ὅπως εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, μὲ πίστη καὶ κατάνυξη, γονατιστοὶ προσηύχοντο στὸ Θεὸ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς εἰρήνης, νὰ φωτίση μικροὺς καὶ μεγάλους νὰ βροῦν τὸ δρόμο Του, νὰ ξυπνήσουν ἀπὸ τὴ νάρκη τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀμάθειας καὶ νὰ γνωρίσουν τὸ φῶς Του καὶ τὸ θέλημά Του. Προσηύχετο ἄνθρωποι ἄσημοι, ἄνθρωποι φτωχοί, ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία τῶν μεγάλων, τῶν σπουδαίων, τῶν διασήμων, τῶν πλουσίων, τῶν ἀριστοκρατῶν!…
Προσηύχοντο οἱ μικροὶ γιὰ τοὺς μεγάλους, οἱ ἀγράμματοι γιὰ τοὺς σοφούς, οἱ ἀδύνατοι γιὰ τοὺς ἰσχυρούς, οἱ ἄοπλοι γιὰ τοὺς ὁπλισμένους! Πόσο εἶχε δίκηο ὁ Παῦλος: «τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρὰ καὶ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ…» (Α΄ Κορ. Α΄, 27-27).
Οἱ ὧρες περνοῦσαν εὐλαβικὰ στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ ὧρες περνοῦσαν ἀνίερα στὸ κοσμικὸ ἄντρο τῆς Ἀφροδίτης στὸ Καλαμάκι. Ἐκεῖ, οἱ μεγάλοι, οἱ ἐπίσημοι, οἱ εὐγενεῖς, οἱ ἀριστοκράται, προσήρχοντο μέσα σὲ ἀπαστράπτουσες λιμουζίνες, ποὺ κυλοῦνε σὰν αὔρα στὴν ἄσφαλτο, ντυμένοι μὲ «αὐστηρῶς ἐπίσημον ἔνδυμα» καὶ ἔχοντες στὰ ἀριστερά τους ἁβρὲς γλυκοχαμογελοῦσες κυρίες μὲ ἔξωμες τουαλέτες καὶ διαμαντικὰ καὶ μὲ λαιμαργία, κυττάζουν τὸ ρολόι τους γιὰ τὴ μεγάλη στιγμή! Μαζεύτηκαν ἐκεῖ νεαροὶ καὶ γεροπαραλυμένοι δανδῆδες γιὰ νὰ διασκεδάσουν τὴν ἀνία καὶ τὴν πλῆξι τους καὶ γιὰ νὰ ἐπιδείξουν τὰ ἄνομα πλούτη τους. Στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ προσήρχοντο φτωχοὶ καὶ ἄσημοι γιὰ νὰ γονατίσουν εὐλαβικὰ στὸν ἀληθινὸ Θεό. Στὸ ναὸ τοῦ Διαβόλου καὶ τῆς διαφθορᾶς, προσῆλθον οἱ πλουτοκράται καὶ οἱ ἐπίσημοι γιὰ νὰ γονατίσουν πορνικὰ μπροστὰ σὲ ἀσεβεῖς γυναῖκες – ποὺ ἀφήνουν τὸ παιδί τους στὴν παραμάνα κι᾽ αὐτὲς γυρίζουν στὰ θέατρα καὶ τοὺς χοροὺς καὶ τὸ σπίτι τους τὸ ἀφήνουν ἔρημο – γιὰ νὰ φιλήσουν ἄνομα χέρια καὶ νὰ χειροκροτήσουν ἕνδεκα ἡμίγυμνες νεαρὲς Ἑλληνίδες! Μαζὶ μὲ τοὺς νέους ἀριστοκράτες τῆς διαφθορᾶς, τῆς κλοπῆς καὶ τοῦ ἐκφυλισμοῦ, κατρακυλοῦσαν πρὸς τὸ «δεικτήριον» τοῦ κέντρου τῆς «Ἀρζεντίνας», οἱ ἕνδεκα Ἑλληνίδες ποὺ ὁ διάβολος μὲ τὸ ἐπίσημον ἔνδυμα εἶχεν ἁρπάξει μὲ ἀπατηλὲς ὑποσχέσεις ἀπὸ τὴν ἀγκάλην τῆς οἰκογενείας των διὰ νὰ τὶς ὁδηγήση εἰς τὸ πρῶτο στάδιο τοῦ κατήφορου. Ἐκεῖνες θὰ παρουσιάζοντο ἡμίγυμνες μπροστὰ στὰ λάγνα λάγνα βλέμματα τῶν «θηλυμανῶν ἵππων» τῆς ἀριστοκρατίας, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἄλλα κορίτσια μὲ ὀμορφιὰ ἀληθινὴ παρουσιάζοντο μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς εὐλαβείας, τῆς σεμνότητος καὶ τῆς ἀρετῆς μπροστὰ στὸ ὁλοφώτεινο νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου Ἰησοῦν Χριστόν.

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ

Εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀθηνῶν, εἶχε συγκεντρωθῆ ἡ Ἑλλάς, ὡς παράδοσις, ὡς χώρα, ὡς πολιτισμός. Εἶχε συγκεντρωθεῖ τὸ ἑλληνοχριστιανικὸν πνεῦμα ποὺ ἀνύψωσε τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν θείαν του μορφὴν καὶ τὸν ἀπηλευθέρωσε ἀπὸ τὸ κτῆνος καὶ τὸ ἐφήμερον. Εἰς τὸ κοσμικὸν κέντρον τῆς «Ἀρζεντίνας» εἶχε συγκεντρωθῆ ὁ ἀρνητικὸς πολιτισμός της Δύσεως, τὸ χρεωκοπημένον καπηταλιστικὸν πνεῦμα, ὁ ἀστικὸς ὑλισμός, τῆς σκληρότητος καὶ τῆς ἀσεβείας. Ἦλθεν ἐκεῖ ὁ ὑλισμός, ὡς ἀθεΐα, ὡς ἀσέβεια, ὡς ἐκμετάλλευσις, ὡς ἐμπορεία, νὰ ταπεινώση, νὰ ἀπογυμνώση τὸν χριστιανικὸν πολιτισμὸν εἰς τὸ πρόσωπον ἕνδεκα ἑλληνίδων! Ἦλθεν ἡ ὕλη νὰ ὑψώση τὸ ἀνάστημά της εἰς τὸ πνεῦμα, ἡ νοοτροπία τοῦ «μπίζνες – μεν» τῆς Ἀμερικῆς, νὰ πολεμήση τὸν ἄνθρωπο – πνεῦμα τῆς Εὐρώπης. Ἡ μηχανή, ἡ ἐπιφάνεια, ὁ ἐπίκουρος, ἐνάντια στὴν ψυχή, τὴ σκέψη, τὸν ἀσκητή!!
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθὲς νόημα τῆς μάχης ποὺ ἐδόθη εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ εἰς τὸ Καλαμάκι. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς τῆς πίστεως καὶ τῆς οἰκογενείας, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μακρυὰ παρακολουθοῦσε τὴ μάχη τῆς ἑλλάδος κατὰ τοῦ κόσμου τῆς ἀρνήσεως, μπορεῖ νὰ εἶναι ὑπερήφανος γιὰ τοὺς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶχε στείλει νὰ πολεμήσουν.
Εἰς τὰς 11.30΄ μ.μ. ὁ Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Καντιώτης ἀνεβαίνει εἰς τὸν ἄμβωνα καὶ μὲ ἐμπνευσμένα λόγια καυτηριάζει τὴν ἀνηθικότητα καὶ τὴν ὑποκρισία ἡ ὁποία ἀποσυνθέτει τὴν κοινωνία καὶ ὁδηγεῖ τὸ ἔθνος μας στὴν καταστροφή. Οἱ Χριστιανοί, τονίζει, πρέπει νὰ ξυπνήσουν διότι ἡ πνευματική μας κληρονομία κινδυνεύει. Κατόπιν ἐν μέσω γενικῆς ἀγωνίας καὶ συγκινήσεως δίδει τὸ σύνθημα: Μόνον οἱ γέροντες νὰ μείνουν ἐδῶ, ὅλοι οἱ ἄλλοι, στὸ Καλαμάκι. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἐμπρὸς νὰ ρίψωμεν τὴν σημαία τοῦ Σατανᾶ καὶ νὰ ὑψώσωμεν τὴν σημαίαν τοῦ Θεοῦ.
Ὁλόκληρον τὸ ἐκκλησίασμα δέχθηκε μὲ ἀνακούφιση τὴν προτροπὴ αὐτή. Ἕνας ἀληθινὸς χριστιανός, ὁ νεαρὸς Χρῆστος Κωνσταντόπουλος ἀπὸ τὴν Καλαμάτα, ἀναφωνεῖ:
Ἀδελφοί, ὅλοι στὸν ἀγῶνα!
Σὲ λίγα λεπτὰ ὅλοι οἱ δυνάμενοι πῆραν τὸ δρόμο γιὰ τὸ Καλαμάκι. Ὁ Αὐγουστῖνος Καντιώτης, οἱ ἱερεῖς: Παπαντώνης Λ., Κουμπόγιας Λ., Γιαννόπουλος Χ., Μουστάκας Χ. καὶ ὁ Διευθυντής μας κ. Ν. Ψαρουδάκης ἐπιβιβάζονται ἐπὶ ἑνὸς ταξὶ καὶ κατευθύνονται πρὸς τὸ Καλαμάκι.

ΠΡΟ ΤΗΣ «ΑΡΖΕΝΤΙΝΑΣ»

Σὲ λίγα λεπτὰ τὸ ταξὶ εὑρίσκετο εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης. Πλήθη λαοῦ καὶ ἀστυνομικῶν εὑρίσκοντο πρὸ τῆς «Ἀρζεντίνας». Ὑπολογίζονται οἱ διαδηλωταὶ περὶ τοὺς 1.000 οἱ δὲ ἀστυνομικοὶ περὶ τοὺς 300. Οἱ διαδηλωταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει ὁδηγίας νὰ εὑρίσκονται ἀπὸ ἐνωρὶς ἐκεῖ, εἶχον ἐφοδιασθεῖ μὲ ροκάνες, τενεκέδες, κουδούνια καὶ ἄλλα θορυβώδη ἀντικείμενα, μὲ τὰ ὁποῖα δημιουργοῦσαν ἐκκοφαντικὸν θόρυβον ἐνῶ συγχρόνως ἐκραύγαζον ἐπὶ τῇ θέᾳ τῶν διερχομένων πολυτελῶν αὐτοκινήτων τῆς ἀριστοκρατίας: «Αἶσχος!» καὶ ἄλλα παρόμοια. Ταυτοχρόνως ἄλλοι ἐκράτουν μεγάλα πανὼ μὲ τὰ συνθήματα: «Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι Χόλυγουντ», «Οἱ νεκροί μας διαμαρτύρονται», «Σώσατε τὰς Ἑλληνίδας ἀπὸ τὸν ἐξευτελισμόν», «Τὰ Καλλιστεῖα ἔξω τῆς Ἑλλάδος» καὶ ἄλλα.
Ἰδιαίτερον τόνον ἔδωσε εἰς τὴν ὅλην διαμαρτυρίαν ἡ ἐμφάνισις φωταγωγημένου ἱστιοφόρου ἀπὸ τὸ ὁποῖον διὰ [μὲ] μεγάφωνον ἀπεστέλλετο εἰς τὴν ξηρὰν ἡ διαμαρτυρία: «Αἶσχος γιὰ τὰ Καλλιστεῖα».
Πέντε μέλη τοῦ Χριστιανικοῦ Συλλόγου «ὁ Μέγας Ἀθανάσιος» εἶχαν προμηθευθεῖ εἰσιτήρια μὲ σκοπὸ νὰ ἀποδοκιμάσουν ἀπὸ μέσα τὰ καλλιστεῖα καὶ στὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ δώσουν τὸ σύνθημα στὸ λαὸ ποὺ περίμενε ἀπ᾽ ἔξω. Δυστυχῶς, ἐπειδὴ τὸ ἔνδυμά τους δὲν ἦταν αὐστηρῶς ἐπίσημον εἴτε διότι εἴτε διότι ἐθεωρήθησαν ὕποπτοι –δὲν ἦσαν βλέπετε κοιλαράδες, οὔτε εἶχαν χρυσὲς καδένες, οὔτε συνόδευαν ἡμίγυμνες «ντάμες»– δὲν τοὺς ἐπετράπη ἡ εἴσοδος, ἕνας δὲ ἐξ αὐτῶν συνελήφθη καὶ ἐκρατήθη μέχρι τῆς πρωΐας. Ἔτσι ὅταν τὸ ἱστιοφόρον ἐνεφανίσθη εἰς τὴν παραλίαν μὲ τὸν φωτεινὸν σταυρὸν καὶ ἔδωσε τὸ σύνθημα μὲ τὸ μεγάφωνον, οἱ «πέντε» δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὴν προκαθωρισμένη θέσιν των διὰ νὰ ἀρχίσουν τὴν ἀποδοκιμασίαν. Οἱ ἑκατοντάδες τῶν διαδηλωτῶν, ἀφοῦ ἐπερίμεναν ἐπ᾽ ὀλίγον ματαίως τὸ σύνθημα ἀπὸ τὴν «Ἀρζεντίναν», ἤσκησαν πρωτοβουλίαν καὶ ἤρχισαν τὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν «Καλλιστείων» μὲ κραυγὰς καὶ μὲ τεχνικὸν θόρυβον, μὲ ροκάνες, κουδούνια κ.τ.λ.

Ο ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ

Περὶ τὴν 12ην τὸ ἀνωτέρω ταξὶ μὲ τοὺς πέντε κληρικοὺς καὶ τὸν διευθυντήν μας κ. Ν. Ψαρουδάκην, ἐπλησίασε τὴν ζώνην τῶν ἀστυνομικῶν ποὺ ἐπροστάτευε τὴν «Ἀρζεντίνα» καὶ οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἀπασχολήσεώς των μὲ τὸ πλῆθος, δὲν ἀντελήφθησαν ποῖοι ἐπέβαινον τοῦ αὐτοκινήτου καὶ τὸ ἄφησαν νὰ περάση. Ἔτσι τὸ ταξὶ ἐστάθμευσε πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ κέντρου καὶ αἰφνιδίως ἐνεφανίσθησαν πρὸ τῶν ἐκπλήκτων ἀστυνομικῶν πέντε ἱερεῖς καὶ ὁ Διευθυντὴς μας κραυγάζοντες: «Αἶσχος γιὰ τὰ Καλλιστεῖα»!
Ὁ αἰφνιδιασμὸς αὐτὸς ἐξῆρε τὸν «ζῆλον» τῶν ἀστυνομικῶν οἱ ὁποῖοι ἐπέπεσαν κατὰ τῶν ἱερέων ὡς «κῦνες λυσσῶντες»! Μὲ ὑστερικὴν μανίαν ἤρχισαν νὰ τοὺς κτυποῦν καὶ νὰ τοὺς σπρώχνουν. Περισσότερον ἐστράφησαν κατὰ τοῦ Ἀρχιμ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, ὁ ὁποῖος πρὸς στιγμὴν θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸ «ἄντρον» τῆς «Ἀρζεντίνας». Δύο ἀστυνομικοὶ «χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι» τὸν ἐκράτησαν ἀπὸ τὰς χεῖρας, ἐνῶ ἕνας τρίτος, «χριστιανὸς ὀρθόδοξος» καὶ αὐτός, τὸν ἐχτυποῦσε στὴν πλάτη. Ὁ μικρόσωμος καὶ καχεκτικὸς Αὐγουστῖνος θὰ ἔπεφτε κάτω ἂν δὲν εὑρίσκετο ἐκεῖ ἕνα δένδρον εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐστηρίχθη.
Ὁ Διευθυντής μας κ. Ψαρουδάκης ἔτρεξε καὶ ἐκράτησε τὰς χεῖρας τοῦ «μαινομένου» ὀργάνου τῆς «χριστιανικῆς» μας Πολιτείας, ὁπότε ἐδέχθη καὶ ἐκεῖνος τὰς «ἁβρότητας» τῶν ἄλλων ἀστυνομικῶν. Τότε, παρ᾽ ὅλον ὅτι μποροῦσε νὰ τοὺς ἀποδώση τὰ ὅμοια, ἀντιμετώπισε τὴν βαναυσότητά τους μὲ ἀπόλυτη ψυχραιμία, ἀρκεσθεὶς νὰ τοὺς πῆ: «Μὴν ἐκμεταλλεύεσθε τὴν Χριστιανική μας ἰδιότητα καὶ μᾶς χτυπᾶτε. Ἔχουμε κι᾽ ἐμεῖς γροθιές, ἀλλὰ ποτέ δὲν θὰ μᾶς ἀναγκάσετε νὰ μεταχειρισθοῦμε βία στὴ βία. Ὁ ἀγώνας μας εἶναι πνευματικὸς καὶ μὲ πνευματικὰ μέσα ἀγωνιζόμαστε».

ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ

Ἡ ὅλη σκηνὴ μόνον ἐποχὴν Νέρωνος καὶ Καλλιγούλα δύναται νὰ ὑπενθυμίση. Διότι ἐπρόκειτο περὶ πραγματικοῦ διωγμοῦ. Δὲν ἦτο πλέον αὐτὴ ἐκτέλεσις καθήκοντος. Ἦτο ἐπίθεσις ἀντιθέων καὶ ἀσεβῶν ἀτόμων τὰ ὁποῖα ἡδονίζοντο εἰς τὴν χρῆσιν τῆς βίας, ὅπως οἱ ἐντὸς τῆς «Ἀρζεντίνας» δανδῆδες ἡδονίζοντο στὴ θέα τῶν ἡμιγύμνων ἑλληνίδων. Πῶς ἀλλιῶς νὰ ἐξηγήσουμε τὴ στάσι τῶν ἀστυνομικῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐτραβοῦσαν τὰ γένια τῶν λειτουργῶν τοῦ Ὑψίστου καὶ τοὺς ἀπεκαλοῦσαν «τραγωγένηδες», ποδοπατοῦσαν ἐπὶ τῆς γῆς τὰ χριστιανόπουλα καὶ ἔσπρωχναν μὲ πρωτοφανῆ βαρβαρότητα γέροντας μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ κορίτσια σεμνὰ καὶ ἀνέβγαλτα. Δὲν ὑπερβάλλομεν τὰ πράγματα. Εἶναι γεγονότα αὐτὰ ποὺ γράφομε. «Ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία» (Ἰωάν. ιθ΄, 35).
Καταγγέλλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ γεγονότα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν στίγμα διὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀστυνομίαν. Δὲν ζητοῦμεν τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων –αὐτὸ σὲ ἄλλους ταιριάζει νὰ τὸ ζητήσουν–, ζητοῦμεν τὴν μετάνοιάν των. Γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἤξεραν τί ἔκαναν. Εἶναι καὶ αὐτοὶ παιδιὰ τῆς «πονηρᾶς καὶ μοιχαλίδος» σημερινῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ κράτους τῶν ἐκμεταλλευτῶν καὶ τῶν «ἐμπόρων», οἱ ὁποῖοι θέλουν τέτοια τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας γιὰ νὰ μποροῦν ἀνενόχλητοι νὰ κόθονται στοὺς θρόνους των. Ὅταν μιὰ μέρα ἡ Πολιτεία θὰ εἶναι πραγματικὰ χριστιανική, τότε ὅλοι θὰ ξέρουν πὼς ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινὸς νόμος: ἡ ὑπηρεσία, σὲ κάθε στιγμή, τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ.

ΟΙ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΣΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΟΙ ΑΣΕΒΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΑ

Μετὰ τὴν σύλληψί τους οἱ ἱερεῖς ὁδηγήθησαν εἰς τὸ ΙΒ΄ Ἀστυνομικὸν Τμῆμα ὅπου εὑρίσκοντο καὶ ἄλλοι συλληφθέντες προηγουμένως. Συνολικῶς συνελήφθησαν 52 ἄτομα τὰ ὁποῖα ἐκρατήθησαν μέχρι τῆς λήξεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Σατανᾶ.
Οἱ συλληφθέντες ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω εἶναι καὶ οἱ κάτωθι: Πετράκης Δ. διάκονος, Αἰκ. Πίκουλη, Κυρ. Μαντέλλου, Μ. Μπάρδιπ, Λ. Παπαστυφίδου, Δ. Παπασπυρίδη, Μ. Κόκορη, Ι. Κόκκορης, Ν. Καραγκιόζης, Λ. Σούλης, Π. Δημανόπουλος, Ε. Κουτσούρης, Κ. Διπλαράκης, Κ. Τριανταφυλλόπουλος, Ε. Βλασσόπουλος, Κ. Γεωργιάδης, Ἐμμ. Γιανναδόπουλος, Χρ. Κωνσταντόπουλος, Αν. Κοντομέρκος, Δ. Νικολοῦτσος, Ὁ. Σωτηρίου, Μ. Κουτρουμπής, Ν. Πρόκος, Κ. Χαραλαμπίδης, Λ. Καραβᾶς, Β. Σταυράκη, Εὐτ. Σταύρου, Στ. Σπίνη, Μαγδ. Ἀρναούτη, Μ. Ξυραφᾶ, Μ. Παπακωνσταντίνου, Σ. Ξυραφᾶ, Χαρ. Σαλαμπόσογλου, Ἰ. Ἁγιοπετρίτης, Ν. Μαργωμένος, Δ. Σκανάβης, Χ. Παπανικολάου, Ἰ. Χονδρός, Σπ. Χατζήμπεης, Γ. Μουζανίτης, Πασχ. Θεοδωρακίδης, Γ. Κούρσαρης, Δ. Μακρῆς, Καλ. Ψωμᾶ, Ὄλγα Πολυχρονάκη, Αἰκ. Κουρβούση, Λ. Φερεντίνου, Σοφ. Φερεντίνου, Θ. Ἰωάννου, Ἐμμ. Σελίνης, Ν. Μαρτάκος, Α. Μαρτάκου.