Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

«Μαχαιρι» «Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν» (Ματθ. 10,34)

 

Τωρα, που το κακο οπως στον βι­βλικο κατακλυσμο τεινει να καλυψη & τις κορυφες, & θεολογοι κι ἀκαδη­μαϊκοι βγαινουν δημοσιως & συνηγορουν σε ειδωλολατρικες εκδηλωσεις, ας ακουστη παλι η εν­τολη του Κυριου· «Ο μη εχων (μαχαιραν) πω­λησει το ιματιον αυτου & αγορασει μαχαιραν» (Λουκ. 22,36). Οχι φιλοι του κοσμου· φιλοι του Χρι­στου να γiνουμε


ΑΓΩΝΙΣΘὌχι εἰρήνη, ἀλλὰ μαχαίρι ἦρθα νὰ βάλω. Ὁμιλεῖ ὁ Κύριος. Ὁ Κύριος; καὶ λέει τέτοια λόγια; Μὰ ἐκεῖνος δὲν εἶνε ὁ «ἄρχων τῆς εἰρήνης» (Ἠσ. 9,6); στὴ γέννησί του δὲν ἔψαλλαν οἱ ἄγγελοι «καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη» (Λουκ. 2,14); ὁ ἴ­διος δὲν μακάρισε τοὺς «εἰρηνοποιούς» (Ματθ. 5,9); ἐκεῖ­­νος δὲν χαιρέτισε μετὰ τὴν ἀνάστασί του μὲ τὸ «Εἰ­­ρήνη ὑμῖν» (Λουκ. 24,36); Πῶς τώρα λέει «Οὐκ ἦλ­­θον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν»; τὰ παιδιά του θὰ πιάσουν μαχαίρια, ὅπως οἱ σταυροφόροι τοῦ πά­πα; Δὲν εἶνε ἀντίθετα τὸ Σφάζετε μὲ τὸ «Ἀγαπᾶ­τε ἀλλήλους» (Ἰω. 13,34), μαχαίρι καὶ κλαδὶ ἐλιᾶς;
Τί μαχαίρι ἐννοεῖ ὁ Κύριος, τὸ γνωστὸ σιδερένιο ὄργανο ποὺ σφάζει τ᾽ ἀρνάκια; Μὰ αὐτὸ θά ᾽ταν τελείως ἀντίθετο μὲ τὸ ὅλο πνεῦμα του. Ἄοπλος ὁ ἴδιος, ἄοπλοι ἤθελε νά ᾽νε καὶ οἱ ἀ­πό­στολοί του. Γι᾽ αὐτό, ὅταν ὁ Πέτρος στὴ Γεθση­μανῆ χτύπησε τὸ Μάλχο, ὁ Κύριος εἶπε· «Ἀπόστρεψόν σου τὴν μάχαιραν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς· πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀ­ποθανοῦν­ται» (Ματθ. 26,52). Ἀθάνατα λόγια! θ᾽ ἀρ­γήσουν, φαίνεται, νὰ τὰ νιώσουν οἱ λαοὶ τῆς γῆς.

* * *

Κάτι ἄλλο λοιπὸν ἐννοεῖ ὁ Χριστός. Φώτισέ μας, Κύριε, νὰ τὸ καταλάβουμε. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη μάχαι­ρα. Ποιά; Κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, μάχαιρα εἶνε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς εἶ­νε «ζῶν καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑ­πὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον» (Ἑβρ. 4,12). «Μάχαιρα τοῦ Πνεύματος» εἶνε τὸ «ῥῆ­μα Θεοῦ» (Ἐφ. 6,17). Αὐτὴ νικᾷ τὰ φονι­κὰ ὅπλα καὶ τὰ μεταβάλλει σὲ γεωργικὰ ἐργαλεῖα κατὰ τὸν Ἠσαΐα (βλ. 2,4). Μ᾽ αὐτὴν ἦταν ὡπλισμένοι οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πατέρες. Κρατῶ ξίφος σιδήρου τομώτερον, ἔλεγε ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.
Ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶνε μάχαιρα χειρουργική· κόβει – χωρίζει τὸ ὑγιὲς ἀπὸ τὴ γάγγραινα· γίνεται «χωρισμὸς τοῦ χείρονος ἀ­πὸ τοῦ κρείττονος», λένε οἱ πατέρες. Στὸν μέθυσο π.χ. ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ λέει· «Μέθυσοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομή­σουσι» (Α΄ Κορ. 6,10). Ἂν τὸ δεχτῇ, βάζει μαχαίρι στὸ πάθος, παύει νὰ πίνῃ, κόβει τὴ συναναστροφὴ μὲ θαμῶνες τοῦ Βάκχου σὲ ταβέρνες καὶ κοσμικὰ κέντρα. Πάθος ὀλέθριο, λέει, θὰ σὲ σφάξω! αὐτὴ εἶνε ἡ ἀπόφασι τοῦ μετανοημένου. Ἀλλὰ ἕως ὅ­του νικήσῃ τὸν κακὸ ἑαυτό του, τί πόλεμος! πόλεμος ὅμως εὐλογημένος, ποὺ φέρνει στὸ τέλος τὴν ἀσύλληπτη «εἰρήνην τοῦ Θεοῦ» (Φιλιπ. 4,7).
Ἀπ᾽ τὴ στιγμὴ ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο ὁ Χρι­στιανὸς βρίσκεται σὲ ἐμπόλεμη κατάστασι· πρῶ­τα μὲ τὸν ἑαυτό του – τὰ ἐλαττώματά του, ἔπειτα μὲ τὸ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον, φίλους καὶ συγγενεῖς. Δὲν κάμπτεται, ἔχει πάρει ἀπόφασι. Δὲν γυρίζει πίσω· θυμᾶται τί ἔπαθε ἡ γυναίκα τοῦ Λώτ. Προτιμᾷ νὰ χωριστῇ κι ἀπ᾽ τὰ πιὸ ἀγαπητὰ πρόσωπα παρὰ νὰ χωριστῇ ἀ­πὸ τὸν Κύριο, ποὺ ἔδωσε τὸ τίμιο αἷμα του γι᾽ αὐτόν. Λέει στὸν κό­σμο ἐ­κεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Ἰωσὴφ στὴ γυναῖκα τοῦ Πετε­φρῆ· «Πῶς ποιήσω τὸ ῥῆμα τὸ πονηρὸν τοῦ­το καὶ ἁμαρτήσομαι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ;» (Γέν. 39,9).
Οἱ ἀρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶνε ἀσυμβίβαστες· γι᾽ αὐτὸ ὁ κόσμος δὲν ἀγαπᾷ τὸν συνεπῆ Χριστιανό. Ὁ ζων­τανὸς ἄνθρωπος τοῦ Εὐαγγε­λίου ἐνοχλεῖ· μέσα σὲ ἄδικη καὶ ἄπιστη γενεὰ εἶνε «βαρὺς καὶ βλεπόμενος» κατὰ τὴ Γραφή (Σ. Σολ. 2,14). Προσπαθοῦν νὰ τὸν ἐκμηδενίσουν μὲ κά­θε τρόπο. Θάνατος στοὺς Χριστιανούς! φώναζαν στὰ ἀμφιθέατρα τῆς ῾Ρώμης. Εἰρωνεῖες, ἐμ­παιγμοί, συκοφαντίες, παραγκωνι­σμοί, ἀπειλές, φυλακίσεις, δημεύσεις περιουσι­ῶν, καὶ θανατώσεις σκληρές. Ἀλ­λὰ οἱ Χριστιανοὶ μὲ τὴν μάχαιρα τοῦ Πνεύματος πολεμοῦσαν τὸν ἑωσφό­ρο, ἤλεγχαν τὴ μωρία καὶ ἐγκληματικότητα τοῦ περιβάλλοντος. Οἱ θεοί σας, ἔλεγαν στοὺς διῶ­κτες, εἶνε εἴ­δωλα, «ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων· στόμα ἔχουσι καὶ οὐ λαλήσου­σιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι καὶ οὐκ ὄψονται, ὦτα ἔ­χουσι καὶ οὐκ ἀ­κούσονται…» (Ψαλμ. 113,12-16). Οἱ πιστοὶ ἐκεῖνοι ἦταν ἀ­πτόητοι, ὡς λέοντες πῦρ πνέοντες. «Ἐγγὺς μα­χαί­ρας ἐγγὺς Θεοῦ, μεταξὺ θηρίων μεταξὺ Θεοῦ», θά ᾽λεγαν μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν θεοφόρο (Σμυρν. 4). Οἱ Χριστιανοὶ ἐκεῖνοι νικοῦσαν σφαζόμενοι – ὄχι σφάζοντας, χύνοντας τὸ δικό τους αἶμα – ὄχι τῶν ἄλλων· νά ἡ διαφο­ρὰ μὲ τὸ μωαμεθανισμὸ καὶ τὸν κομμουνισμό.

* * *

Ἔχοντας αὐτὰ ὑπ᾽ ὄψιν ἂς δοῦμε τώρα τὴν κατάστασι. Μὲ θλῖψι διαπιστώνεται, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ σήμερα εἴμαστε χωρὶς «μάχαιραν», γεν­ναῖες ἀποφάσεις, πόλεμο μὲ τὸ κακό. Χλιαρὴ ἡ ἀντίστα­σι. Ὁ κόσμος δὲν μᾶς πολεμεῖ, γιατὶ ἁ­πλούστατα δὲν ἐνοχλοῦ­με τὸν κοσμοκράτορα, δὲν συγκρουόμαστε μὲ τὸν κόσμο, δὲν ἀγωνιζό­μα­­στε· ἀφωπλισθήκαμε, παραδινόμαστε. Ὄχι ὅ,τι θέλει ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἀλλ᾽ ὅ,τι θέ­λει ὁ κόσμος καὶ τ᾽ ἁμαρτωλὰ συγκροτήματά του, αὐτὸ δεχόμαστε. Κ᾽ ἐπειδὴ θέλημα Χριστοῦ καὶ θελή­ματα τοῦ κόσμου συγκρούονται καὶ φαίνε­ται κα­θαρὰ ἡ ἀντίθεσί τους, ἐμεῖς μὲ ἔξυπνη καὶ συγχρονισμένη θεολογικὰ(!) σκέψι ψάχνουμε νὰ βροῦ­με ἐπιχειρήματα νὰ δικαιολογήσουμε τὶς ὑ­ποχωρήσεις στὶς κοσμικὲς τάσεις καὶ ἐπιθυμί­ες. Προσπαθοῦμε νὰ συμβιβά­σουμε τὰ ἀσυμβίβαστα, νὰ γεφυρώσουμε τὰ ἀγεφύρωτα, νὰ διαλύ­σουμε τὸ λάδι μέσα στὸ νερό, νὰ ἐπινοήσουμε μιὰ μι­κτὴ στάσι, κυμαινόμενοι διαρκῶς μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου, φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας. Ἀκό­μη κι ὅ­ταν μιλᾶμε κατὰ τοῦ κόσμου, ὁ κόσμος κυριαρ­χεῖ μέσα μας! Φαίνονται ὑπερβολὲς αὐ­τά;
Νά μερικὰ παραδείγματα. Παίζεται ἕνα ἔργο. Καὶ ἐνῷ τὸ Εὐαγγέλιο θέλει καὶ τὸ βλέμμα καὶ τὴ σκέψι ἀμόλυντα (βλ. Ματθ. 5,28) καὶ τὸ Ψαλτήρι λέει «Ἀ­πόστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν μα­ταιότητα» (Ψαλμ. 118,37), ὁ σημερινὸς χριστιανὸς πάει καὶ τὸ βλέπει, ἐνῷ οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ποτέ δὲν θὰ τό ᾽καναν. Ἂς πήγαινε, ἂν εἶχε ζῆ­λο, ὄχι νὰ δῇ ἀλλὰ νὰ διαμαρτυρηθῇ γιὰ τὸ θέαμα· τότε θὰ χρησιμοποιοῦσε τὴν μάχαιρα. Ἀλλὰ τώ­ρα, χλιαρὸς αὐτός, ὑποχωρεῖ. Ὑποχωρεῖ ἀκόμη στὰ ζητήματα τοῦ χοροῦ, τοῦ καρναβάλου, τῆς ἀ­ποφυγῆς τῆς τε­κνογονίας, τῶν μικτῶν γάμων, τῆς καταργήσεως τῶν κωλυμάτων γάμου, τοῦ δι­αζυγίου. Γενικὴ ὑποχώρησις. Ὑποχωρεῖ ὅμως καὶ ἡ ἐπίσημος ἐκ­κλησία σὲ ἀντιχριστιανικὲς ἀπαιτήσεις τοῦ κράτους, τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ τὴν κυ­βερνᾷ. Μάχαιρα, ποὺ χωρίζει εὐεργετικὰ κράτος καὶ ἐκ­κλησία καὶ ἀποδίδει εὐαγγελικὰ «τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22,21), δὲν φαί­νεται. Οἱ ναοὶ τείνουν νὰ γίνουν θέα­τρα. Ἀκούγον­ται ἤδη φωνὲς ἠθοποιῶν καὶ καν­τα­δόρων. Σκὲτς καὶ ἀθῷες δῆ­θεν θεατρι­κὲς πα­ραστάσεις κατηχη­τριῶν παρουσίᾳ ἱερέων καὶ ἀρ­χιερέων ἄρ­χισαν μέσα σὲ ναούς. Αὐτά, βλέπετε, θέλει ὁ λαός. Γέλια καὶ καγχασμοὶ ἀντὶ δακρύων θ᾽ ἀκούγωνται στὸ ἑξῆς. Μάχαιρα Ὀρθοδοξίας, μάχαιρα εὐλογημένη τοῦ Χριστοῦ, ποῦ εἶσαι νὰ κάνῃς τὴν σωτήρια τομή;

* * *

Ἐφοδιασθῆτε μὲ μάχαιραν, ἀγαπητοί μου. Τὸ πνεῦμα μιᾶς νόθου θρησκευτικῆς ζωῆς, ποὺ συνεχῶς ἐκκοσμικεύεται καὶ συμβιβάζεται μὲ νε­ωτερισμούς, πρέπει νὰ καταπολεμηθῇ. Τώρα, ποὺ τὸ κακὸ ὅπως στὸν βι­βλικὸ κατακλυσμὸ τείνει νὰ καλύψῃ καὶ τὶς κορυφές, καὶ θεολόγοι κι ἀκαδη­μαϊκοὶ βγαίνουν δημοσίως καὶ συνηγοροῦν σὲ εἰ­δωλολατρικὲς ἐκδηλώσεις, ἂς ἀκουστῇ πάλι ἡ ἐν­τολὴ τοῦ Κυρίου· «Ὁ μὴ ἔχων (μάχαιραν) πω­λή­σει τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγοράσει μάχαιραν» (Λουκ. 22,36). Ὅσοι ὣς τώρα δείξαμε χλιαρότητα καὶ ὑπο­χωρήσεις σὲ κοσμικὲς ἀπαιτήσεις, ἂς ἀναθεωρή­σουμε. Ὄχι φίλοι τοῦ κόσμου· φίλοι τοῦ Χρι­στοῦ νὰ γίνουμε. Δὲν ἀκοῦμε πῶς μᾶς ἐλέγχει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ; «Μοιχοὶ καὶ μοιχαλίδες! οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐ­στιν; ὃς ἂν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται» (Ἰακ. 4,4). Ν᾽ ἀλλάξου­με τακτική· στὶς ψυχές μας νὰ κυριαρχῇ τὸ θέλημα τοῦ Κυρί­ου· γιὰ χάρι του νὰ θυσιάζουμε συμφέροντα, συγ­γένειες, φιλίες, συναισθήματα, καὶ τὴ ζωή μας γι᾽ αὐτόν. Νά ἡ μάχαιρα ποὺ πρέπει ν᾽ ἀγοράσουμε.
Ἀδελφοί, δὲν εἶνε πάντα καλὸ ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ εἰρήνη. Ἂν συνεπάγεται θυσία ἀρχῶν, τότε προτιμότερος ὁ πόλεμος. Κατὰ τὸν ἅ­γιο Γρηγόριο τὸν θεολόγο «κρείττων ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρή­νης χωριζούσης Θεοῦ» (Ἑ.Π. Migne 35,488). Λοιπὸν ἂς θυσιάσουμε τὴ φιλία τοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἂς ποῦμε τὰ λόγια ἑνὸς πιστοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ· «Ὁ λέγων τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρί, Οὐχ ἑώρακά σε, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ οὐκ ἐ­πέγνω καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἀπέγνω· ἐφύλαξε τὰ λόγιά σου καὶ τὴν διαθήκην σου διετήρησε» (Δευτ. 33,9), καὶ τὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης· «Εἴ τις οὐ φι­λεῖ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. μαρὰν ἀθᾶ (=ὁ Κύριος ἔρχεται)» (Α΄ Κορ. 16,21-22).
«Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν». Ναί, Κύριε, καταλαβαίνουμε τὸ λόγο σου· καμμία εἰρήνη δὲν κατακτᾶται χωρὶς πόλεμο. Καὶ ἔ­δωσες πρῶτος τὸ παράδειγμα. Ἡ εἰρήνη σου ἦρθε ὡς ἀποτέλεσμα πολέμου. Καὶ ἡ ἐπικράτη­σι τῆς βασιλείας σου γίνεται μόνο ὅταν ἐμπνεώμεθα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας σου. Μάχαιρα = ἀπόφασι θανάτου γιὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.
Κύριε! στὰ σβησμένα θυσιαστήρια τῶν καρδι­ῶν μας ῥίξε σπινθῆρες ἀπ᾽ τὴ φωτιὰ ποὺ ἔφερες. Χωρὶς μάχαιραν, ζῆλο καὶ ἀπόφασι θανάτου γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο, τίποτα δὲν γίνεται.
Πόσο τά ᾽χουμε ἀνάγκη αὐτά! Ἂς τὰ ζητήσουμε μετὰ δακρύων ἀπὸ τὸν Κύριο.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἄρθρο ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Σπίθα» [Κοζάνη, φ. 138/Ἰαν. 1953] καὶ ἀναδημοσιεύθηκε στὸ βιβλίο Φλογέρα Α΄, Ἀθῆναι 1992, σσ. 137-148)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου